Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ταξιδιωτικά-περιηγητικά "στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης" Γορτυνία Αρκαδίας, εθνογραφικό ημερολόγιο (following the steps of Helen/ st. Helen: ethnografic diary, Gortynia, Arcadia, Greece

 Ελένη Ψυχογιού

ΕΠΙΤΟΠΙΑ  ΕΡΕΥΝΑ «ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ  ΕΛΕΝΗΣ/ΑΓΙΑΛΕΝΗΣ»  -ΧΡΌΝΟΣ  5ος

Γορτυνία Αρκαδίας,  25 Αυγούστου- 13 Σεπτεμβρίου 2003 (πρώτη δημοσίευση)


Γορτυνία, 11/9/2003. Αριστερά το πέτρινο, παλιό  "Γεφύρι  της Κυράς" στον ποταμό Λάδωνα,  όπως φαίνεται μέσα στα νερά της τεχνητής λίμνης, τα οποία το σκεπάζουν τον χειμώνα και το καθιστούν αθέατο. 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

(συνέχεια από τα εθνογραφικά ημερολόγια «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» στο νομό Αρκαδίας :

βλ. για την επαρχία Κυνουρίας :

https://fiestaperpetua.blogspot.com/2020/12/1-traveling-in-arcadia-kynouria.html

 για την επαρχία Τριπόλεως-Μαντινείας:     https://fiestaperpetua.blogspot.com/2022/12/traveling-on-steps-of-helensaint-helen.html

 για την περιοχή της Ηραίας:

https://fiestaperpetua.blogspot.com/2016/07/162016.html )


(Οι φωτογραφίες τραβηγμένες από την γράφουσα, Ε. Ψ., εκτός εάν αναφέρεται στη λεζάντα τους  διαφορετικά (εδώ σκαναρισμένες, μαζί με τις χειρόγραφες λεζάντες τους, από τα χειρόγραφα ημερολόγια της επιτόπιας έρευνας). Οι αναφερόμενες μαγνητοφωνήσεις συνομιλιών με τους κατά τόπους κατοίκους, καθώς και τα πρωτότυπα χειρόγραφα των ημερολογίων  εναπόκεινται στο ΚΕΕΛ )

 
Αριστερά, χάρτης της Γορτυνίας με τα χωριά της περιήγησης (πηγή: λεπτομέρεια από τον ταξιδιωτικό χάρτη της Πελοποννήσου των εκδόσεων Road) . Δεξιά, το εξώφυλλο του χειρόγραφου ημερολόγιου της επιτόπιας έρευνας στη Γορτυνία. Ψηφιακή αντιγραφή του ημερολόγιου: Μάρτ. 2023-Ιάν. 2024.


Εισαγωγικά (επαναλαμβανόμενα και στις άλλες σχετικές αναρτήσεις των εθνογραφικών ημερολογίων "στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» σε αυτό  τον ιστότοπο, ως απαραίτητα  για όσους μπαίνουν για πρώτη φορά στις περιηγήσεις)

 

Καθώς η έρευνά μου για την Ελένη-Αγιαλένη κρατάει πάνω από είκοσι χρόνια τώρα ―και συνεχίζεται― είναι πλέον πολλά τα επιμέρους δημοσιεύματά μου σχετικά με αυτήν, είτε ως επιστημονικά άρθρα και δοκίμια, είτε ως εθνογραφικά ημερολόγια της  επιτόπιας  έρευνας. Αναρωτιέμαι λοιπόν (όπως ίσως και οι τυχόν αναγνώστες της δουλειάς μου) μήπως κινδυνεύω να αποκτήσω, ή και μην έχω ήδη αποκτήσει, κάποια μονομανία ή και ιδεοληψία σχετικά με αυτό το θέμα. Αρχίζοντας όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 να συγκροτώ αυτή την ερευνητική υπόθεση, δεν  φανταζόμουν το πόσο εκτεταμένη θα προέκυπτε, ούτε ως προς την τοπική έκταση, ούτε ως προς το χρόνο (τόσο ως προς τη διάρκεια της έρευνας όσο και ως προς το χρονικό βάθος των δεδομένων),  ούτε ως προς την πολιτισμική ευρύτητα και ποικιλία των εθνογραφικών και των γραπτών ευρημάτων που οδηγούν τα βήματά μου. Δεδομένης δε και της  ολισθηρότητας της ερμηνείας των μυθικών και των συμβολικών θεμάτων, ιδιαίτερα όταν άπτεται της σχέσης τους με τη διαχρονική διάρκεια των πολιτισμικών φαινομένων, γίνεται ιδιαίτερα δυσχερής η τεκμηρίωση της ερευνητικής υπόθεσης. Για να μπορεί λοιπόν να δομηθεί και να γίνει τεκμαρτή η ερευνητική μου υπόθεση, χρειάζεται το «δείγμα» του φαινόμενου Ελένη/Αγιαλένη να είναι όχι μόνον επαναλαμβανόμενο και εκτεταμένο αλλά και να αφορά τις  πολλές όψεις και πτυχές του, δηλαδή τα χωροταξικά, τοπωνυμικά, ιστορικά, αρχαιολογικά, συμβολικά, μυθικά, αφηγηματικά, συναισθηματικά, παραγωγικά και άλλα ευρήματα που εκτιμώ ότι το δομούν ως τέτοιο.

 Μέσα από αυτό το πρίσμα, η  έρευνα για την Ελένη/Αγιαλένη ( με έρευνα πεδίου εντεταλμένη υπηρεσιακά από το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, στο εξής ΚΕΕΛ,  όπου υπηρέτησα ή ιδιωτικά) έχει καταστεί για μένα μια μακροχρόνια, συναρπαστική περιηγητική και πατριδογνωστική περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις, «θαύματα» και κινδύνους και ταυτόχρονα ένα είδος εθνογραφικού θρίλερ, μια παρακινδυνευμένη όσο και γοητευτική/γητευτική περιπλάνηση στον τόπο, στο χρόνο, στην προφορική παράδοση,  στους μύθους και στα σύμβολα, στα παραδοσιακά τραγούδια, στις τελετουργίες, στις παραγωγικές διαδικασίες, στις κατά τόπους κοινότητες που επισκέπτομαι. Κατόπιν αυτών, επιλέγοντας από το πολυποίκιλο υλικό της έρευνας δημοσιεύω τα επιμέρους σχετικά άρθρα και κείμενα (έντυπα αλλά κυρίως ηλεκτρονικά πλέον, υποκύπτοντας στις σειρήνες της μπλογκόσφαιρας) παράλληλα με την εθνογραφική επιτόπια όσο και τη βιβλιογραφική έρευνά μου, επιδιώκοντας να  συγκροτώ  συντωχρόνω την ερευνητική μου υπόθεση και να επιχειρώ σταδιακά την «ανάγνωση» και ερμηνεία των συμβολικών, μυθικών και τελετουργικών ευρημάτων (διασταυρώνοντας τεκμηριωτικά ή αναιρώντας), συνδυαστικά και με τα διαφορετικά πολιτισμικά πεδία που εκτιμώ ότι την αφορούν ―με τις αλλαγές και τις μεταμφιέσεις της μορφής και του μύθου της στη διαχρονία μέσα στις εκάστοτε ιστορικές, θρησκευτικές και κοινωνικές συνθήκες― θέτοντας, κατά την κρίση μου,  νέα ερωτήματα.  Οι επιμέρους αυτές δημοσιεύσεις με εμμονή στην Ελένη/Αγιαλένη αποσκοπούν λοιπόν στο  να αναδεικνύω και να μοιράζομαι τις ποικίλες επιμέρους πτυχές της εκτεταμένης τοπικά και χρονικά αυτής έρευνας και μακρόχρονης εμπειρίας, εφόσον είναι και δύσκολη η ―ευκταία, πλην ανέφικτη μάλλον― συνολική τους δημοσίευση. Επιμένω λοιπόν κατά τις δυνάμεις μου,   εφόσον εκτιμώ (όσο αυτό  είναι αντικειμενικά δυνατόν, κυρίως από τον αριθμό  των βιβλιογραφικών αναφορών σε αυτά όσο και από τις επισκέψεις στις ηλεκτρονικές μηχανές αναζήτησης), ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα, προς το παρόν τουλάχιστον, προκαλούν κάποιο ενδιαφέρον.

Η συγκεκριμένη επιτόπια έρευνα «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» έχει την ιδιομορφία ότι γίνεται όχι με την κλασική έννοια της έρευνας πεδίου με την παραμονή του λαογράφου ή ανθρωπολόγου ερευνητή σε ένα συγκεκριμένο τόπο ―όπως ήταν και η δική μου άλλωστε, πριν μπω στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης―  αλλά είναι έρευνα περιπλάνησης, ταξιδιού από τόπο σε τόπο με συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο πέρα από την εξέλιξη της συγκεκριμένης έρευνας και τον τρόπο που συγκροτείται βήμα-βήμα η ερευνητική μου υπόθεση για την Ελένη/Αγιαλένη και τη σχέση της με την θεά Μητερα-Γη, στα ημερολόγια αναδεικνύεται  και για τους μη ειδικούς η δουλειά του ερευνητή (μεροληπτικά ως ένα βαθμό, μέσα από την οπτική και την κρίση του): οι ερευνητικοί στόχοι,  οι τρόποι που επιλέγει να τους διαχειριστεί και να τους πραγματώσει στο πεδίο, το ερευνητικό ήθος του, οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ερευνητή και συνομιλητών, ο επιτυχημένος ή μη χειρισμός καταστάσεων, οι δυσκολίες, οι περιπέτειες, οι επιτυχίες και τα λάθη του.  Επίσης οι εθνογραφικές πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά τα  ημερολόγια -κατ' επιλογή του ερευνητή πάντα και με επίκεντρο την ερευνητική μου υπόθεση- περιγράφουν αφηγηματικά, σχολιάζουν, αποτυπώνουν και απαθανατίζουν φωτογραφικά ιερά ή μη τοπία, οικισμούς, ναούς, ξωκλήσια, τοιχογραφίες, εικόνες και πολλά άλλα πολιτισμικά στοιχεία, χρονολογημένα, όπως τα βρίσκω κατά την έρευνα, πολλά από τα οποία δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά -ίσως και για τελευταία. Τέλος αποτυπώνονται κάποιες όψεις της εκάστοτε τοπικής θρησκευτικής, τελετουργικής και κοινωνικής καθημερινότητας και οι ανθρώπινες συμπεριφορές που αφορά η λαογραφική έρευνα, στο πλαίσιο και της όποιας  ιστορικής και πολιτικής επικαιρότητας, όσο τουλάχιστον διαρκεί χρονικά  η, έστω σύντομη, επίσκεψή μου σε κάθε τόπο, όσο  βέβαια επιτρέπουν οι δυνάμεις και η όποια εθνογραφική και αφηγηματική μου ικανότητα...

 [Κατάθεση της όλης  ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη   σε συσχετισμό με τις τελετουργίες του θανάτου, την "Μαυρηγή"  και τη νεοελληνική και αρχαία μυθολογία, στο: Ελένη Ψυχογιού, "Μαυρηγή" και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης. Χθόνια μυθολογία, νεκρικά δρώμενα και μοιρολόγια στη σύγχρονη Ελλάδα, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 24, Αθήνα 2008,καθώς και στις επιμέρους σχετικές μελέτες μου, όπου και βιβλιογραφία]. 


 ΓΟΡΤΥΝΙΑ

 

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2003

…Ανήμερα της γιορτής της Γέννησης της Παναγίας σήμερα, όμως δεν σκόπευα να επιστρέψω στο Γκορτσούλι για την πανηγυρική θεία λειτουργία, καθώς πίστευα ότι είχα καταγράψει εκεί  ό, τι εκτιμώ ότι αφορά τη δική μου έρευνα «στα ίχνη της Ελένης /Αγιαλένης». Καθώς προχωρούσαν και εξαντλούνταν οι μέρες της εντεταλμένης επιτόπιας έρευνας, έπρεπε να ολοκληρώσω την έρευνα στο νομό Αρκαδίας με την επαρχία Γορτυνίας, μετατοπίζοντας την έδρα των μετακινήσεών μου στη Βυτίνα, όπου θα έβρισκα και ξενοδοχείο.

Πλήρωσα το ξενοδοχείο στην Τρίπολη και ξεκίνησα για τη Βυτίνα. Στο δρόμο-δρόμο η οδική ταμπέλα που σηματοδοτεί το χωριό Βλαχέρνα,  μου έφερε στο νου  το δικό μας, στην πατρίδα μου,  μεγάλο πανηγύρι σήμερα στη χάρη Της στη μονή τής «κυρά Βλαχέραινας» στην Κυλλήνη. Μοναστήρι παμπάλαιο, βυζαντινό, του 10ου-110υ αι. με αρχιτεκτονικά στοιχεία προγενέστερα, αρχαία και παλαιοχριστιανικά αλλά και μεταγενέστερα, της Φραγκοκρατίας στην Ηλεία και το Μοριά γενικότερα. Τελευταία στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, έχω αναρωτηθεί αν είναι και εδώ ο πρωταρχικός ναός χτισμένος ως αρχαίο ιερό αφιερωμένο στην σιτο-κριθαρο-θεά-Μητέρα, δεδομένων όχι μόνο των αρχαίων, προχριστιανικών  οικοδομικών τεκμήριων και  του ότι γιορτάζει στη γέννηση της Παναγίας (ιερές Μάνα-και-Κόρη) αλλά και του όλου τοπικού ιστορικού, θρησκευτικού, παραγωγικού συμφραζόμενου της μονής (βλ. σχετικά:https://fiestaperpetua.blogspot.com/2016/02/blog-post.html). Λυπόμουν που δεν θα συμμετείχα  εφέτος μαζί με συγγενείς, φίλους και συγχωριανούς στο εκεί πανηγύρι με το οποίο με δένουν βιώματα και αναμνήσεις παιδιόθεν…

Απορροφημένη από αυτές τις σκέψεις, αντί για το δρόμο για τη Βυτίνα, ακολούθησα την ταμπέλα  προς το χωριό Βλαχέρνα, που είναι πάνω στην γνωστή μου από χρόνια σε άλλες επιτόπιες έρευνες, εθνική οδό «111», που συνδέει μέσα από τα βουνά και τα δάση στην καρδιά της Πελοποννήσου την Πάτρα με την Τρίπολη. 

Παναγίτσα Γορτνίας, 8/9/2003. Η εορτάζουσες εικόνες  της  Γέννησης της Παναγίας στον αφιερωμένο σε αυτήν ναό,


Στα δεξιά του δρόμου, μια μικρή εκκλησία σημαιοστολισμένη μου τράβηξε την προσοχή με την υποψία ότι θα γιόρταζε τέτοια μέρα, αν και δεν έβλεπα κόσμο γύρω, προφανώς η πανηγυρική λειτουργία θα είχε τελειώσει. Η πόρτα της ήταν ακόμα ανοιχτή, οπότε σταμάτησα και μπήκα μέσα.  Είναι όντως αφιερωμένη στη Γέννηση της Παναγίας, όπως κατάλαβα και από τις ανθοστολισμένες  αφιερωματικές εικόνες της Γέννησης  τόσο πάνω στο τέμπλο, όσο και την προσκυνηματική πάνω σε στασίδι. Αναρωτώμενη για μια ακόμα φορά γιατί δεν εικονίζεται σε αυτές η νεογέννητη Παναγία στην αγκαλιά της λεχώνας μητέρας Αγίας Άννας αλλά πάνω από το λουτήρα του πρώτου της λουτρού στην αγκαλιά μιας θεραπαινίδας, κατέληξα πάλι στην ερμηνευτική υπόθεση που έχω σκεφτεί σχετικά στην εορτάζουσα σήμερα επίσης μονή της «Παναγίας Λάμιας» στα Διλινάτα της  Κεφαλονιάς (βλ. https://fiestaperpetua.blogspot.com/2012/09/k-lamia.html).  Διαπίστωσα ρωτώντας κάποιον περαστικό ότι το εκκλησάκι είναι παρεκκλήσι του χωριού Παναγίτσα, όνομα και εκκλησάκι που δηλώνουν τη σπουδαιότητα της γιορτής της Γέννησης στο χωριό αυτό.

Συνέχισα το δρόμο μου, όταν μια οδική ταμπέλα που δείχνει  τα σύνορα Αρκαδίας -Αχαας, μου θύμισε ότι ακολουθούσα λάθος διαδρομή. Επέστρεψα στη Βλαχέρνα και ακολουθώντας τώρα το σωστό δρόμο, έφτασα στη δροσερή Βυτίνα. Κατέλυσα στο σχεδόν νεόκτιστο,  πέτρινο και καλόγουστο ξενοδοχείο «Μαίναλον» μέσα στα έλατα και την ησυχία του βουνού, καμιά σχέση με το πολυώροφο, παλιό  ξενοδοχείο στην αστική, πολύβουη  Τρίπολη.

Η Γορτυνία ήταν ήδη οικείος εθνογραφικά και αγαπητός τόπος για μένα, γνωστή μου και από παλιότερες επιτόπιες έρευνες στην περιοχή, όπου και είχα μεταξύ των άλλων εθνογραφικών δεδομένων την «τύχη»  να εμβαθύνω στα μυστήρια του θανάτου (βλ.  https://fiestaperpetua.blogspot.com/2012/10/blog-post.html). Το πρόβλημα σχετικά με την έρευνα «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» στη Γορτυνία ήταν ότι δεν είχα λάβει απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο που είχα αποστείλει στους ιερείς της Επαρχίας μέσω του Μητροπολίτη. Πρόβλημα σοβαρό για μένα, γιατί έπρεπε τώρα να ψάχνω στα τυφλά, χωριό-χωριό, να ανακαλύψω αν υπήρχαν ναοί, μονές, ξωκλήσια, τοπωνύμια σχετικά με την έρευνά μου, με μεγάλη πιθανότητα να μου ξεφύγουν έτσι πολλά από " τα ίχνη της" που ήμουν σίγουρη σχεδόν ότι έκρυβε στα ορεινά σπλάχνα της, μετά τη συγκλονιστική, όσο και τεκμηριωτική, εκτιμώ,  της ερευνητικής μου υπόθεσης, «Αγιαλένη» της Λυκόσουρας (βλ. https://fiestaperpetua.blogspot.com/2017/05/blog-post.html ) …  

Αφού συστήθηκα λοιπόν στο ζεύγος των συμπαθών ξενοδόχων και τους εξήγησα το σκοπό της παραμονής μου εκεί, ξεκίνησα τη δύσκολη και παρακινδυνευμένη αυτή έρευνα ρωτώντας τους ίδιους αν γνωρίζουν κάποιο ναό κ.λπ. σχετικά με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη στη Βυτίνα ή αλλού εκεί κοντά. Ο ξενοδόχος, παραξενεμένος κάπως, αν και τους είχα εξηγήσει ποια είμαι και τι σκοπό έχει η παρουσία μου εκεί, μου απάντησε ότι στη Βυτίνα μεν δεν έχει κάποιο ναό  ή ξωκλήσι των αγίων αλλά ότι έχει στο χωριό Νυμφασία.

Νυμφασία

Ξεκίνησα λοιπόν για τη Νυμφασία, μια που βρίσκεται και κοντά στη Βυτίνα, πάνω στο όρος Μαίναλο και αυτή, με απώτερο σκοπό να επισκεφθώ επίσης τη μονή Κερνίτσας,  σχετικά κοντινή στη Βυτίνα. Περίεργο όνομα το Νυμφασία, σκεφτόμουν, καθώς παραπέμπει σε νύφη, και  αναρωτιόμουν αν έχει κάποια σχέση με τη συμβολική παρουσία της αγίας Ελένης στο χωριό, αν και υποψιαζόμουν ότι άλλο όνομα θα είχε παλιότερα[1] και αν είναι έτσι, τι να έκανε την Επιτροπή αλλαγής ονομάτων να του δώσει αυτό το όνομα …

Ένα εικονοστάσι δίπλα στην εθνική οδό στη διασταύρωση με το δρόμο προς τη Νυμφασία με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επιβεβαίωνε την πληροφορία του ξενοδόχου, ενώ ταυτόχρονα δηλώνει και την σημασία τους τοπικά.

Νυμφασία Γορτυνίας, 8/9/2003. Εικονοστάσι και  ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Εντόπισα αμέσως το ναό μπαίνοντας στο χωριό, αριστερά του δρόμου. Πετροχτισμένος και μεγάλος, κάπως δυσανάλογα μεγάλος με το μέγεθος του χωριού που έβλεπα,  φαινόταν πρόσφατα ανακαινισμένος (ή πρόσφατα χτισμένος πάνω σε μικρότερο, πιο παλιό, αναρωτιόμουν). Η εκκλησία ήταν βεβαίως κλειδωμένη  και έπρεπε να αρχίσω να ψάχνω κάποιον ιερέα ή επίτροπο για να μου την ανοίξει. Επειδή αυτή η αναζήτηση συνήθως παίρνει χρόνο ενώ οι μονές κλείνουν κατά κανόνα κυριολεκτικά το μεσημέρι, αποφάσισα να προχωρήσω προς τη μονή Κερνίτσας   για να την προλάβω ανοιχτή και να αναζητήσω κάποιον ή κάποιαν να μου ανοίξει το ναό στην  Νυμφασία στο γυρισμό από εκεί. Τα σπίτια στο χωριό ήταν κλειστά αλλά με σημάδια ζωής, αν και δεν κυκλοφορούσε ψυχή.  Ένα μόνο καφενείο-ψησταριά ήταν ανοιχτό στην πλατεία και σκέφτηκα να το επισκεφθώ στο γυρισμό επίσης για πληροφορίες και για φαγητό.

Ακολουθώντας την ταμπέλα που έδειχνε προς τη μονή Κερνίτσας[2], βγήκα από τα ΒΔ του χωριού, όπου είδα και το νεκροταφείο με εκκλησία αφιερωμένη στη Γέννηση της Παναγίας όπως δηλώνει μια επιγραφή. Αναρωτήθηκα, δεδομένου και του ότι ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης μου είχε φανεί σχετικά καινούργιος,  αν επρόκειτο για τον παλιότερο ενοριακό–κοιμητηριακό ναό του χωριού, όπως συνέβαινε παλιότερα σχεδόν κατά κανόνα. Η αφιέρωση στη Γέννηση και του ναού στο κοντινό χωριό Παναγίτσα που είχα πριν λίγες ώρες επισκεφθεί κατά λάθος, δηλώνει για μένα μια κάποια έμφαση στη γιορτή Μάνας-και-Κόρης, χριστιανικά της αγίας Άννας και της Παναγίας.

Μονή Κερνίτσας

Προχώρησα  μέσα στο φαράγγι του Μυλάονα ποταμού όπου είναι χτισμένη η μονή. Το τοπίο άγριο, επιβλητικό, αγριάδα που τόνιζε και ο συννεφιασμένος, βαρύς ουρανός. Σε λίγο αντίκρισα τον επιβλητικό όγκο του μεγάλου μοναστηριού στην κορυφή της πλαγιάς. Παρατηρούσα και τις πλαγιές γύρω μου, που αν και δασωμένες, η βλάστηση άφηνε να διακρίνονται παλαιές στιαροπεζούλες με το χαρακτηριστικό χρυσαφένιο χρώμα που δήλωνε ότι αν και ακαλλιέργητες πλέον, το άγριο, ξερό τώρα  σιτάρι φύτρωνε  ακόμα πάνω σε αυτές.


Γορτυνία, 8/9/2003. Πάνω: η μονή Κερνίτσας. Κάτω: Καθολικό της Κοίμησης, εσωτερικό


Φτάνοντας στο μοναστήρι, πάρκαρα σε μια μικρή αυλή μπροστά στην είσοδο, όπου σε ένα μεγάλο γκαράζ ήταν σταθμευμένο ένα θηριώδες τζιπ, το οποίο με έκανε να ζηλέψω τις ανέσεις των σημερινών μονών και να θυμηθώ ακόμα μια φορά το μικρό, ιδιωτικό  οτομπιάνκι μου το οποίο είχα διαλύσει για χρόνια στις επιτόπιες έρευνες  με αποτέλεσμα να αχρηστευτεί κα να αναγκάζομαι εφέτος να νοικιάσω αυτοκίνητο με δανεικά, προκειμένου να διεκπεραιώσω την εντεταλμένη «λαογραφική αποστολή» μου…

Δυο νεαρές μοναχές ανέβαιναν από ένα μονοπάτι κρατώντας μαζί ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο με φρέσκα κηπευτικά, φασολάκια, κολοκυθάκια, ντομάτες κ.ά.,  που προφανώς είχαν κόψει από τον κήπο που καλλιεργούσαν. Χαιρετηθήκαμε και τις ακολούθησα στο εσωτερικό του περιτειχισμένου περίβολου της μονής, περνώντας μέσα από την κεντρική είσοδο. Εκείνες πήγαν στις δουλειές τους και εγώ πλησίασα μια πολύ ηλικιωμένη μοναχή που καθόταν σε ένα πεζούλι και καθάριζε φρέσκα φασολάκια. Της συστήθηκα και της ζήτησα να μπω στο καθολικό της μονής, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Παναγίας. Μου το επέτρεψε και αφήνοντας τη δουλειά της, με συνόδευσε στο ναό. Μου είπε ότι η μονή είχε καεί από τον Ιμπραήμ γι’ αυτό έχει κτιστεί εξαρχής  και δεν σώζονται οι παλιές τοιχογραφίες, όπως και το διαπίστωνα άλλωστε, βλέποντας στους τοίχους τις γνωστές μου, τυποποιημένες αγιογραφίες. Λόγω της γιορτής της Γέννησης της Παναγίας σήμερα, μια εικόνα της είχε τοποθετηθεί σε ένα στασίδι μετά την είσοδο, πάνω από την προσκυνηματική εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Εικόνα των αγίων  Κωνσταντίνου και Ελένης δεν έβλεπα και μια τοιχογραφία της μητέρας αγίας Άννας που υπάρχει στο βόρειο τοίχο, δεν μπορούσε να σημαίνει κάτι παραπέρα από τη χριστιανική σημασία της μέσα στο ναό. Ούτε η αφιέρωση  του κοιμητηριακού  παρεκκλησιού της μονής στους ως «δίδυμους» αγίους Θεοδώρους, όπως με πληροφόρησε η μοναχή. Η τελευταία έδειχνε ανυπόμονη να με διώξει, λέγοντάς μου ότι ήλθε η ώρα να κλείσει η μονή για τη μεσημεριανή ανάπαυλα (σχετικά την μονή  και παρακάτω,  στο χωριό Δρακοβούνι).

Έφυγα και καθώς κατέβαινα τώρα τη δασωμένη, άγρια ρεματιά με το ποτάμι στο βάθος της, το τοπίο μου έφερε στο νου τα φαράγγια της «Κλεισούρας» στον Ευρώτα με το Παλιομονάστηρο και αυτό της Νέδας  με τη σπηλαιώδη «Παναγίτσα» και την τεκμηριούμενη  παρουσία της Ελένης/Αγιαλένης σε αυτά και αναρωτιόμουν γιατί δεν βρήκα «σημάδια» της και εδώ, παρά την παρουσία των σιταρο-πεζούλων στις πλαγιές. Μια σκέψη μήπως έκρυβε κάτι σχετικό το όνομα της μονής ως «Κερνίτσα» μου φάνηκε τραβηγμένη και την εγκατέλειψα, καθώς δεν είχα εκεί τη δυνατότητα να το τεκμηριώσω…

΄Εφτασα στη Νυμφασία και πάλι αλλά το καφενείο-ψησταριά ήταν τώρα κλειστό και δεν έβλεπα ψυχή γύρω. Αποφάσισα λοιπόν να συνεχίσω  στο δρόμο   προς  Βυτίνα και να προχωρήσω προς τα χωριά Βαλτεσινίκο και Μυγδαλιά όπου ίσως να εύρισκα και κάτι για φαγητό. Προσπέρασα τη Βυτίνα και έστριψα δεξιά προς το δρόμο που οδηγεί σε αυτά τα χωριά μέσα στο πυκνο-δασωμένο, ελατοβριθές Μαίναλο. Στα Μαγούλιανα δεν είδα άνθρωπο να κυκλοφορεί και καθώς είχα ήδη φωτογραφίσει το ναό του άη-Γιάννη με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο τέμπλο του σε προηγούμενη επίσκεψή μου εδώ κατά το 2000, τα προσπέρασα χωρίς να επιμένω. 


Μαγούλιανα  Γορτυνίας. Ενοριακός ναός αη-Γιάννη, το τέμπλο και η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης πάνω σε αυτό  (Αύγ. 2000)

(για τα  Μαγούλιανα στο: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B1_%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82)

Ο καιρός ήταν υγρός και ζεστός, τα σύννεφα βαριά και μολυβένια, νόμιζα ότι όπου να ’ναι θα  ξεσπάσει μπόρα. Προσπέρασα έτσι  και την ερημωμένη, πλην όμορφη ακόμα Λάστα -μπαλκόνι  πλατανοσκέπαστο πάνω από την κοιλάδα του Μυλάονα-,  καθώς   την είχα επίσης επισκεφθεί  το 2000 και με την οποία με συνδέει μια μακρινή συγγένεια μέσω της εκ μητρός γιαγιάς μου. Παρόλο που είναι ερημωμένη, δεν είναι  λησμονημένη από τους έποικους σε Ηλεία κυρίως, πρώην κατοίκους της  (στα χωριά Χάβαρι Ήλιδας  και Λαστέικα Πύργου)  και τους απογόνους τους, όπως είχα διαπιστώσει επιτόπου:

Λάστα Γορτυνίας, Αύγ. 2000Δρόμοι και σπίτια του χωριού


Λάστα Γορτυνίας Αύγ. 2000. Πάνω δρόμος του χωριού και κάτω το καφενείο-"μουσείο"  τόπος μνήμης για τους απογόνους των  πρώην κατοίκων του ερημωμένου χωριού 


Λάστα Γορτυνίας, Αύγ. 2000. Από πάνω προς τα  κάτω: Ο  πρώην ενοριακός ναός του αγίου Γεωργίου, εξωτερικό, εσωτερικό με το τέμπλο και  ο τρούλος

Λάστα Γορτυνίας , Αύγ. 2000.  Ναός αγίου γεωργίου. Στο δάπεδο υφαντή "απλάδα", έργο και  αφιέρωμα κάποιας πιστής.

Λάστα Γορτυνίας, Αύγ. 2000. Ναός αγίου Γεωργίου. Βιτρίνα με εκκλησιαστικά κειμήλια 

Λάστα Γορτυνίας, Αύγ. 2000. Μικρή, κινητή εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο ναό του αγίου Γεωργίου. 

Λάστα Γορτυνίας, Αύγ. 2000.  Η επωνομαζόμενη "σκλάβα" , βράχος λίγο πριν την είσοδο στο χωριό



Αριστερά: εξώφυλλο του Ά μέρους από το  μνημειώδες, 12τομο έργο  του Λασταίου δάσκαλου Ν. Λάσκαρη με λαογραφικά, ιστορικά και άλλα "μνημεία" από την Λάστα, πολλά από τα οποία και δη τραγούδια, είχε αποστείλει  πριν στον Ν.Γ. Πολίτη και συμπεριλαμβάνονται στο αρχείο χειρογράφων του ΚΕΕΛ, "Ύλη Πολίτου" (το βιβλίο εδώ από την βιβλιοθήκη του πατέρα μου, Ντίνου Ψυχογιού, με τις ιδιόχειρες  σημειώσεις της επεξεργασίας του) Δεξιά:  Ο Λάσκαρης που έζησε και δίδαξε στην Ηλεία, φορούσε πάντα φουστανέλα, εδώ σε νεαρή ηλικία (δεν θυμάμαι πλέον την πηγή της φωτ., μάλλον από το  αφιέρωμα της Ελένης Σκάβδη στον Νικόλαο Λάσκαρη στην εφημερίδα "Ελεύθερο Βήμα" της Ηλείας  29/11/1999 και με άρθρο του Δ.Σ. Λουκάτου, σε αυτό, "Τα 60 χρόνια θαυμαστής λαογραφικής δράσης" )
(για την Λάστα βλ. και   :https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82 ) 

  Προχώρησα για το Βαλτεσινίκο  με επαπειλούμενη να ξεσπάσει  μπόρα, ενώ το πυκνό ελατόδασος που διέσχιζα έκανε ακόμα πιο έντονη τη σκοτεινιά γύρω μου και ψυχοπλακώθηκα, κάπως. Ωστόσο η παρουσία σε λίγο μικρών, σε εφηβική μάλλον ηλικία τσοπανόπουλων που έβοσκαν μόνα ή ανά δύο τα κοπάδια τους  στα καταπράσινα λιβάδια ανάμεσα στα έλατα, χαιρετώντας το διερχόμενο αυτοκίνητό μου και τα τσοπανόσκυλα που το ακολούθησαν γαυγίζοντας για αρκετό διάστημα καθώς πήγαινα αργά στον ελικοειδή, ανηφορικό δρόμο, έσπασαν την ερημιά και  μου έφτιαξαν τη διάθεση.

Βαλτεσινίκο

Κάποια στιγμή αντίκρισα το χτισμένο κλιμακωτά πάνω στην πλαγιά, μεγαλόπρεπο, όπως μου φάνηκε, Βαλτεσινίκο[3]. Τα όμορφα, πετροχτισμένα μεγάλα σπίτια του, δηλώνουν ότι λίγες ίσως δεκαετίες πριν, όπως πολλά ορεινά μεγαλοχώρια, θα ήταν ακμάζον, πλούσιο κεφαλοχώρι με μεγάλο σχετικά πληθυσμό. Σταμάτησα σε ένα πλάτωμα στην αρχή του οικισμού, όπου είδα μερικούς διαβάτες.  Κατέβηκα και αφού συστήθηκα για το ποια είμαι και τι ζητάω στο χωριό, τους ρώτησα τα γνωστά: αν υπάρχει στο χωριό ιερέας να μου ανοίξει και να μου δείξει τις εκκλησίες, όσο και αν εκείνοι γνώριζαν αν στο χωριό ή κοντά σε αυτό υπάρχει κάποιος ναός ή ξωκλήσι αφιερωμένο στον άγιο Κωνσταντίνο. Ως προς την τελευταία ερώτηση μού είπαν ότι ναι, υπάρχει εκκλησία του στον απάνω μαχαλά, ψηλά στην κορυφή του χωριού. Ως προς τον ιερέα, είπαν σε έναν νεαρό 18-29 χρονών που ήταν μαζί τους και που η συμπεριφορά του πρόδιδε ότι έχει κάποια πνευματική αναπηρία, να με συνοδεύσει στο καφενείο όπου σύχναζε ο παπάς. Τους ευχαρίστησα και πήρα μαζί μου στο αυτοκίνητο τον νεαρό και ξεκινήσαμε ανηφορίζοντας προς το κέντρο του χωριού. Διασχίσαμε τον στενό κεντρικό δρόμο και μετά από μια δύσκολη συνεννόηση μεταξύ μας, βρήκαμε τον παπά να κάθεται έξω από ένα καφενείο στην έξοδο του Βαλτεσινίκου  προς το  χωριό Μυγδαλιά. Ο νεαρός συνοδός μου φώναξε τον παπά μέσα από το αυτοκίνητο και εκείνος σηκώθηκε και μας πλησίασε παραξενεμένος που έβλεπε τον γνωστό του νεαρό μέσα σε ένα αυτοκίνητο μαζί με μια άγνωστη γυναίκα. Του εξήγησα επί τόπου ποια είμαι και τι θέλω από αυτόν. Μετά τις απαραίτητες, επαναλαμβανόμενες αυτές εξηγήσεις, ο παπάς, πρόθυμος και άνετος, μου είπε ότι δεν μπορούσε να με συνοδεύσει ο ίδιος στις εκκλησίες εκείνη τη στιγμή, γιατί περίμενε εκεί κάποιον με τον οποίο είχε σημαντικό ραντεβού αλλά ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να μας δώσει τα κλειδιά όλων των εκκλησιών του χωριού για να με ξεναγήσει ο συνοδός μου, που τις γνώριζε.  Τον έστειλε μάλιστα στο σπίτι του  να του τα δώσει η παπαδιά να τα φέρει, γιατί δεν τα είχε όλα τα κλειδιά μαζί του.


Βαλτεσινίκο Γορτυνίας, 8/9/2003.  Πάνω   και κάτω: το παρεκκλήδι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, εξωτερικά και εσωτερικά

Ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο και πάλι μαζί με τον ξεναγό μου πρώτα για το παρεκκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης], βέβαια. Ανηφορίσαμε για αρκετή ώρα σε έναν κάπως περιμετρικό του χωριού, στενό και πολύ ανηφορικό δρόμο, που μας έβγαλε εντελώς στην κορυφή του χωριού. Σταματήσαμε σε μια μικρή πλατεία όπου γινόντουσαν έργα τσιμεντόστρωσης και πλακόστρωσης, με μια χτιστή βρύση στη δυτική πλευρά της. Στα ανατολικά  όλο το χωριό απλωνόναν κάθετο σχεδόν κάτω από τα πόδια μας. Στα δυτικά ανοιγόταν κάτω μια κοιλάδα ενώ ο ζητούμενος ναός είναι χτισμένος σε ένα είδος διάσελου στην κορυφή του χωριού και υπέθεσα ότι δεν αποκλείεται η μικρή, ανακαινιζόμενη τώρα πλατεία να ήταν κάποτε αλώνι, δεδομένου του ευάερου, ανεμόδαρτου σημείου και η αφιέρωση του ναού στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, όπως έχω δει τόσο συχνά συνδυασμό αυτών των δύο, καθώς μάλιστα διέκρινα και παλιές σιταροπεζούλες στις γύρω πλαγιές.  Ο ναός, αρκετά μεγάλος,  είναι ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από την πλατεία (ίσως και λόγω της υπερύψωσής της με τις στρώσεις τσιμέντου και πλακών), κάπως χωμένος, με τη δυτική πλευρά του να ακουμπάει σχεδόν πάνω στο βουνό. Στο εσωτερικό, ήταν καθαρός και περιποιημένος με πολύχρωμα πλακάκια στο δάπεδο. Λιτός, με λευκό χτιστό τέμπλο χωρίς στολίδια, δεν φαίνεται και πολύ παλιός. Οι εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης πολλές, υπερτερούσαν, εύλογα, όλων των άλλων εικόνων μέσα στο ναό.  Η λευκή  «εικονισματοποδιά», το κάλυμμα δηλαδή του ξύλινου στασιδιού όπου η προσκυνηματική εικόνα των δύο Αγίων, ήταν χειροποίητη, πλεγμένη δαντέλα με το βελονάκι. Το σχέδιο που σχηματίζει η δαντέλα, παριστάνει τον Χριστό πάνω στο Σταυρό με την Παναγία και τον άγιο Ιωάννη ένθεν και ένθεν του σταυρού. Σχηματικά, τόσο η εικόνα των δύο αγίων πάνω στο στασίδι, όσο και το σχήμα πάνω στη δαντέλα, έμοιαζαν ωσάν ίδια παράσταση: ένας σταυρός και δύο μορφές, μια ανδρική  και μια γυναικεία,  ένθεν και ένθεν από αυτόν. Αναρωτιόμουν αν οι γυναίκες που στολίζουν το ναό έβλεπαν τις δύο εικόνες σχηματικά ως διαφορετικές  ή σαν να εικονίζουν την ίδια αναπαράσταση.  Ένας σωρός από χειροποίητα, υφαντά χαλιά στη ΒΔ γωνία του ναού, προφανώς αφιερωμένα από τις γυναίκες, δήλωνε για μένα  τον έντονο  σεβασμό προς τους δύο αγίους της αφιέρωσης του ναού, καθώς τα υφαντά είναι έργα πολύτιμα, φτιαγμένα με πολλή τέχνη, κόπο και χρόνο…


Βαλτεσινίκο Γορτυνίας, 8/9/2003. Βρύση στην πλατεία των αγίων Θεοδώρων

Μετά από δύσκολη συνεννόηση, ξεκινήσαμε για το παρεκκλήσι των αγίων Θεοδώρων. Ως «δίδυμοι» οι άγιοι Θεόδωροι, είχε συμβολικό ενδιαφέρον και ως προς την έρευνά μου ο ναός τους, συνδυαστικά και με την παρουσία του παρεκκλησιού των αγίων  Κωνσταντίνου και Ελένης στο χωριό. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά άλλης μικρής πλατείας επίσης με βρύση, πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Και εδώ κάποια έργα συντήρησης κοντά στη δυτική είσοδό του, δυσκόλεψαν την είσοδό μας στο ναό.



Βαλτεσινίκο Γορτυνίας, 8/9/2003. , Ναός αγίων Θεοδώρων., εσωτερικό. Το τέμπλο με ην εικόνα των ως "δίδυμων" αγίων Θεοδώρων συνδυαστικά με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης  

Καθώς μπήκαμε, φάνηκε αμέσως ότι οι δύο «ως δίδυμοι» αυτοί άγιοι είναι πολύ αγαπητοί και σεβαστοί στους κατοίκους του Βαλτεσινίκου με εμφανή εμμέσως τα «σημάδια» που κάτ’ εμέ τους συνδέουν με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, την «Αγιαλένη» επί της ουσίας δηλαδή, ως «διοσκουρικοί» άγιοι  (βλ. σχετικά στο: https://fiestaperpetua.blogspot.com/2014/10/icons-of-saints-constantine-and-helen_27.html). Πάνω στο  σκούρο καφέ, ξυλόγλυπτο τέμπλο, είδα αμέσως την  αφιερωματική εικόνα των δύο ως «δίδυμων» αγίων καβαλάρηδων δίπλα-δίπλα με αυτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις στην ευρύτερη περιοχή.  Ο λανθάνων «διοσκουρικός» χαρακτήρας  των δύο αγίων δηλωνόταν και με εικόνες άλλων ως «δίδυμων» αγίων κάτω από αυτές τις εικόνες, στη βάση του τέμπλου: των αγίων Αναργύρων και των αγίων Ταξιαρχών. Στις δύο δυτικές κολώνες που στηρίζουν το κεντρικό κλίτος του ναού και πάνω στην προς δυσμάς όψη τους, ήταν ακουμπημένες πάνω σε  περίτεχνα ξυλόγλυπτα στασίδια δύο ακόμα «διοσκουρικές», κάτ’  εμέ πάντα, εικόνες: η προσκυνηματική των αγίων Θεοδώρων καβαλάρηδων νότια και βόρεια η εικόνα της αγίας Τριάδας, στην οποία οι πιστοί «βλέπουν» ένα ζευγάρι «ως δίδυμων» ιερών μορφών και όχι τρεις…(βλ. σχετικά και παρακάτω, στην Αγια-Τριάδα στα Λαγκάδια) Δηλαδή μέσα σε όλο το συμβολικό συμφραζόμενο της έρευνάς μου «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» και των, επαναλαμβανόμενων, σχετικών μέχρι τώρα ευρημάτων σε όλη την περιοχή της Αρκαδίας –και όχι μόνο- είναι για μένα «φανερή» η υπολανθάνουσα, στο πλαίσιο της λαϊκής λατρείας και θρησκευτικής μνήμης, η «διοσκουρική» λατρευτικά  υπόσταση του ναού πίσω από τη λατρεία του ζεύγους των αγίων Θεοδώρων, όπως άλλωστε υποστηρίζει σχετικά με τους δύο Αγίους και ο Αχαιός ιστορικός Γεώργιος Παπανδρέου στην «Αζανιάδα» του –και όπως το είχα διαπιστώσει αυτοπροσώπως κατά την επίσκεψή μου στο χωριό Πάος/Σκούπι Καλαβρύτων το περασμένο καλοκαίρι[4]. Μια ακόμα όμορφη παλιά  εικόνα εντοιχισμένη μέσα σε γύψινο πλαίσιο τράβηξε την προσοχή μου.  Όπως είχα δει και στο ναό των Ταξιαρχών στη Σίταινα Κυνουρίας, απεικονίζει τη «Σύναξη των Ταξιαρχών». Μπροστά-μπροστά από το στοιχισμένο πλήθος των αγγέλων εικονίζονται οι «ως δίδυμοι» Ταξιάρχες με την «κόρη» μητέρα τους ανάμεσά τους, ωσάν «τριάδα» δύο ιερών ανδρικών μορφών και μιας γυναικείας, τριάδα  που θεώρησα ότι εντάσσει και αυτή  την εικόνα στο «διοσκουρικό»  (συνδυαστικά με την Ελένη) συμβολικό συμφραζόμενο που παρατηρούσα σε αυτό το ναό, η καλλιτεχνική ομορφιά του οποίου τεκμηριώνει και την παλιότερη ευημερία του Βαλτεσινίκου.


Βαλτεσινίκο Γορτυνίας, 8/9/2003. Ναός αγίων Θεοδώρων εικόνα των αγίων Ταξιαρχών

Βγαίνοντας από τον ναό, κατάφερα να συνεννοηθώ με τον συνοδό μου να πάμε να επισκεφθώ τον ενοριακό ναό του άη- Γιώργη, τον  πολυγωνικό τρούλο του οποίου έβλεπα να προεξέχει και που μου θύμιζε τον ομώνυμο ναό της Λάστας, που βρίσκεται άλλωστε πολύ κοντά στο Βαλτεσινίκο. 

Με τις νοηματικές οδηγίες του συνοδηγού μου, ανεβήκαμε δύσκολα, με δυνατά τραντάγματα του αυτοκινήτου το κάθετα ανηφορικό, στενό πέτρινο καλντερίμι,  οι  οποίες οδηγίες, όπως τις είχα προσλάβει εγώ, μας  έφεραν, αντί στον άη-Γιώργη,  πάλι στην πλατεία των αγίων Θεοδώρων. Καθώς  διαπίστωσα ότι ο παπάς, από κακή συνεννόηση μάλλον,  δεν είχε δώσει τα κλειδιά του άη –Γιώργη, μπήκαμε πάλι στο εκεί καφενείο μήπως και ήταν ακόμα εκεί ο παπάς για να μας τα δώσει. Δυστυχώς είχε φύγει εκτός χωριού, όπως μας πληροφόρησαν. Εγκατέλειψα λοιπόν την προσπάθεια να δω το ναό του άη Γιώργη και ξεκινήσαμε με τον συνοδό μου πάντα, να δω το μοναστήρι της Κοίμησης που βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριό, σχεδόν μέσα στον οικισμό. Όμως το βρήκαμε κατάκλειστο και παρά τις φωνές μου, δεν φαινόταν να ακούει κανείς…

Επιστρέψαμε στο κέντρο του χωριού όπου και άφησα με ευχαριστίες τον πρόθυμο συνοδό μου, δίνοντάς του και φιλοδώρημα, το οποίο  έδειξε να τον χαροποιεί πολύ. Αποφάσισα να πάρω το δρόμο προς το χωριό Αμυγδαλιά (πρώην Γλανιτσά). Ωστόσο το ανέβαλα γιατί διαπίστωσα ότι στο καφενείο είχαν μαζευτεί αρκετοί γέροντες και ήθελα να πιάσω κουβέντα μαζί τους. Πάρκαρα κοντά και κάθισα σε ένα τραπέζι μαζί με δύο υπερήλικες, καλοστεκούμενους γέροντες, ζητώντας τους βεβαίως την άδεια και δίνοντας πάλι τις σχετικές συστάσεις. Καθώς κάθισα, είδα με απελπισία ότι η περιήγηση στα στενά καλντερίμια του χωριού είχε αφήσει τα ίχνη της πάνω στο νοικιασμένο αυτοκίνητό μου, που το έβλεπα τώρα εξωτερικά: το δεξί του φτερό, πάνω από τη ρόδα κρεμόταν κάτω αφού  η βίδα/ες που το στερέωναν είδαν σπάσει! Παρόλ’ αυτά παραμέρισα την απελπισία μου και έπιασα, απτόητη,  κουβέντα με τους γέροντες,  καθώς εντωμεταξύ είχε πιάσει να πέφτει και μια σιγανή, ψιλή βροχή. Είπαμε πολλά που κατέγραφα, με την άδειά τους, στο μαγνητόφωνο (και με ό,τι μπορούσε να σημαίνει για αυτούς η χρήση του μαγνητοφώνου και το ίδιο το μαγνητόφωνο, βέβαια). Μίλησαν πολύ και με έμφαση για τη σημασία του «Βαλτεσινικιώτικου κάμπου», ένα εκτεταμένο οροπέδιο σχετικά  κοντά στο χωριό όπου έσπερναν σιτηρά και που τους καθιστούσε παλιότερα προνομιούχους σε σχέση με άλλα κοντινά ορεινά χωριά -και μάλιστα με την Αμυγδαλιά (Γλανιτσά) με την οποία το Βαλτεσινίκο βρισκόταν σε προαιώνια αντιπαράθεση σχετικά με την κυριότητα του (καλλιέργεια που ενίσχυε την θεωρία μου για τη «διοσκουρική» υπόσταση των αγίων Θεοδώρων συνδυαστικά με την Ελένη/αγιαλένη, σκέφτηκα) . Όταν δε τους είπα ότι πρόκειται να πάω μετά στην Αμυγδαλιά κυρίως για να επισκεφθώ το ξωκλήσι της «αγίας Παρασκευής», με απέτρεψαν. «Πρώτα-πρώτα οι Γλανιτσαίοι είναι άθεοι, δεν πιστεύουν σε θεό, τι θες να πας αφού ψάχνεις αγίους;», μου είπαν με έμφαση. «Μετά αποκλείεται να βρεις αυτή την αγία Παρασκευή μοναχή σου», συνέχισαν, «χωρίς να έρθει άνθρωπος κοντά σου». Ρώτησα αν αυτοί γνωρίζουν το μέρος όπου βρίσκεται και μου απάντησαν ότι είναι στην κορυφή του  λόφου πάνω από τη Γλανιτσά στην νότια πλευρά του οποίου λόφου έχουν και οι Βαλτεσινικιώτες χτήματα και πως «εκεί στην «αγία Παρασκευή» είναι αρχαία πράματα, κάτι τεράστιοι ογκόλιθοι σαν ανοιχτό τετράπλευρο τοιχίο, μέσα στο οποίο έχουν βάλει οι Γλανιτσώτες εικονοστάσι της αγίας Παρασκευής». Ταράχτηκα, γιατί η περιγραφή αυτή  δήλωνε υπαίθριο, χριστιανικό ιερό κτίσμα  δομημένο με αρχαία οικοδομικά υλικά  και συμφωνούσε με αυτήν που είχα διαβάσει σε ένα χειρόγραφο του αρχείου «Ύλη Πολίτου» του Κέντρου Λαογραφίας  γραμμένο από έναν Γλανιτσιώτη φοιτητή των αρχών του 20ού αι. προς τον Ν. Γ. Πολίτη, όσο και σε ένα βιβλίο σχετικό με το χωριό που μου είχε δώσει ο δάσκαλος στην προηγούμενη επίσκεψή μου στη Γλανιτσά κατά το έτος 2000. Οι γέροντες επέμεναν να με αποτρέπουν να πάω εκεί και λόγω της βροχής και λόγω του επερχόμενου πλέον σούρουπου. Σκεπτόμενη και εγώ ότι θα ήταν βιαστική η επίσκεψή μου εκεί τέτοια ώρα, πόσο μάλλον για να βρω την  δυσεύρετη «αγία Παρασκευή» που ήταν ο σκοπός μου και δη μέσα στη βροχή, αποφάσισα να την επισκεφθώ άλλη μέρα και να αφιερώσω στη Γλανιτσά περισσότερο χρόνο και ψάξιμο. Καληνύχτισα κάποια στιγμή τους συμπαθέστατους γέροντες με ευχαριστίες και και επέστρεψα, νύχτα πλέον, στη Βυτίνα. Νηστική ολημερίς (εκτός από το πρωινό στο ξενοδοχείο) πρόσφερα στον εαυτό μου ένα πλούσιο σχετικά δείπνο στο «καλό» εστιατόριο της Βυτίνας, όπου λόγω της βροχής και της βραδινής ψύχρας στο υψόμετρο της ελατοβριθούς Βυτίνας, οι πελάτες έτρωγαν μέσα και έκανα φυσικά το ίδιο.  Τρώγοντας ζήλεψα ομολογώ δύο γυναίκες που έτρωγαν παρέα φλυαρώντας και γελώντας σε ένα γωνιακό τραπέζι σε αντίθεση με τη δική μου μοναξιά «του δρομέα των μεγάλων αποστάσεων» αλλά δεν επεδίωξα να τις προσεγγίσω και πιθανόν να μπω στην παρέα τους. Υπέθεσα, καθώς τα σχολεία είχαν ανοίξει πλέον,  ότι ίσως ήταν δασκάλες ή καθηγήτριες σε κάποιο σχολείο της περιοχής που ίσως να έκαναν ανακεφαλαίωση των γεγονότων των καλοκαιρινών διακοπών τους και φυσικά δεν ήθελα να τις ενοχλήσω.

Ολονυχτίς έριχνε πρωτοβρόχια με  καταρρακτώδη βροχή, μπουμπουνητά και κεραυνούς που με κρατούσαν ξάγρυπνη αλλά  και ανήσυχη λόγω του άγχους για το κρεμασμένο φτερό του ξένου αυτοκινήτου που έπρεπε να διορθωθεί για να συνεχίσω την έρευνα …

 

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2003

Μετά  τη νυχτερινή καταιγίδα η μέρα ξημέρωσε στη Βυτίνα φωτεινή, υπέρλαμπρη πάνω στο καταπράσινο Μαίναλο, αν και τα σύννεφα παραμόνευαν σκοτεινιασμένα και βαριά πίσω από τις γύρω  βουνοκορφές. Είχα αποφασίσει να επισκεφθώ σήμερα τα χωριά της νότιας Γορτυνίας γύρω από τη Μεγαλόπολη και προς τα σύνορά της με τη Μεσσηνία. Προηγουμένως όμως έπρεπε να βρω  συνεργείο αυτοκινήτων, στη Μεγαλόπολη ίσως,  για να επιδιορθώσω το πεσμένο φτερό του αυτοκινήτου.

Ξεκινώντας από τη Βυτίνα, δεν πήρα το δρόμο  μέσω Καρκαλούς-Δημητσάνας-Στεμνίτσας  προς τα χωριά που είχα προορισμό αλλά το δρόμο που  περνάει μέσα από το ελατόδασος και το Λιμποβίσι προς Μεγαλόπολη.  Η διαδρομή αυτή, που την έκανα πρώτη φορά, είναι απίστευτα όμορφη, μέσα στο πυκνό, σκοτεινό δάσος ενώ τα έλατα έλαμπαν φρεσκοπλυμένα από τη νυχτερινή καταιγίδα και έσταζαν ακόμα νερά που έπεφταν σαν βροχή. Παρατηρούσα ότι ήταν φορτωμένα κουκουνάρια που στέκονταν όρθά πάνω στα κλαδιά ωσάν κεριά σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει ο  μεταβατικός γέροντας κτηνοτρόφος μπαρμπ-Αχιλλέας Ρήγας πάνω στο θερινό βοσκοτόπι του Χελμού, την «Λουκά», ότι «αν  τα έλατα είναι φορτωμένα κουκουνάρια, θα ‘χουμε βαρυχειμωνιά»  και αναρωτιόμουν αν θα είναι όντως βαρύς ο φετινός χειμώνας. Οδηγούσα σιγά-σιγά όχι μόνο για να απολαμβάνω την ομορφιά του δάσους αλλά και γιατί ο δρόμος ήταν ακόμα μούσκεμα και ολισθηρός.

Στα ξαφνικά, το δάσος τελείωσε αναπάντεχα για μένα και βρέθηκα εμπρός σε ένα απίστευτο θέαμα: μπροστά μου, στο βάθος στεκόταν το βουνό Λύκαιο, φωτιζόμενο υποβλητικά από τις πρωινές αχτίδες του ήλιου με φόντο τα σκοτεινά, γκρίζα σύννεφα. Το έβλεπα ολόκληρο, από τα ριζοβούνια, τις ανάγλυφες χαράδρες στις πλαγιές, ως την ιερή κορυφή του,  πέτρινο και επιβλητικό, γυμνό σχεδόν από βλάστηση. Στην κορυφή ενός από τους πρόβουνούς του καμάρωνε το κάστρο της Καρύταινας ενώ στα νοτιοανατολικά, στο οροπέδιο,  έβλεπα να υψώνονται οι λευκοί καπνοί από τις καμινάδες  της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, λίγο πιο ΄κει από την αρχαία, ιερή Λοκόσουρα, όπως γνώριζα ήδη. Κάτω από τα πόδια μου απλωνόταν στην κατηφόρα ένα χωριό που υπέθεσα ότι θα είναι το Ελληνικό. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και τράβηξα φωτογραφίες μήπως μπορέσω να αιχμαλωτίσω αυτή την εξαίσια εικόνα, αν και έκανα πλέον οικονομία στα φιλμ που τα αγόραζα πλέον σε τουριστικές τιμές από το περίπτερο της Βυτίνας.

Μεγαλόπολη

Έφτασα στη Μεγαλόπολη και αναζήτησα συνεργείο αυτοκινήτων και βρήκα ένα στο δρόμο προς την Τρίπολη. Αν και έλειπε ο ιδιοκτήτης  τεχνικός, ασχολήθηκε με το πρόβλημα ένας νεαρός μάστορας που ήταν εκεί που το έλυσε γρήγορα, βιδώνοντας απλώς μια καινούργια βίδα στη θέση της σπασμένης του φτερού. Παρόλη την επιμονή μου, δεν δέχτηκε να πληρωθεί και έφυγα χωρίς το άγχος για τη βλάβη στο ξένο, νοικιασμένο αυτοκίνητο.

Στη Μεγαλόπολη αναζήτησα το αρχαιολογικό της Μουσείο, το οποίο είχα βρει κλειστό την προηγούμενη φορά που είχα επισκεφθεί την κωμόπολη στο πλαίσιο του πανηγυριού της «Αγιαλένης» στη Λυκόσουρα, αναζητώντας και τα ευρήματα από το αρχαίο ιερό της που εκτίθενται εκεί μαζί με αυτά της αρχαίας Μεγαλόπολης (https://fiestaperpetua.blogspot.com/2017/05/blog-post.html). 

Μεγαλόπολη, 9/9/2003. Ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη γιορτή των οποίων πανηγυρίζει  η κωμόπολη. 

Δυστυχώς το βρήκα κλειστό και πάλι, αλλά ευτυχώς μια γειτονική του καταστηματάρχισσα με ενημέρωσε ότι η φύλακας έλειπε για λίγο και θα επέστρεφε. Την παρακάλεσα να την ενημερώσει ότι θα πήγαινα σε λίγο να δω το Μουσείο και εντωμεταξύ πήγα να δω τον ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο όνομα των οποίων και πανηγυρίζει η Μεγαλόπολη, αν και δεν είναι αυτός ο ενοριακός ναός της, όπως είχα ήδη πληροφορηθεί από την κυρά-Ελένη Χριστοφιλάκη, χορηγό του πανηγυριού  της «Αγιαλένης» στη Λυκόσουρα, που το είχα παρακολουθήσει το 2000 (βλ. σχετικά στο  το link παραπάνω) . Το ότι η κωμόπολη πανηγυρίζει στο όνομα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης είναι σημαντικό για μένα, στο πλαίσιο πάντα της έρευνας για την «Αγιαλένη», μια που βρίσκεται τόσο κοντά στην αρχαία Λυκόσουρα και την «Αγιαλένη» της (βλ. και παρακάτω, για το θέμα, στα σχετικά με το χωριό Δρακοβούνι) Μεγάλο μέρος των κατοίκων της είναι μέτοικοι από τη Λυκόσουρα, εργάτες σήμερα στα ορυχεία λιγνίτη της ΔΕΗ,  ενώ και οι αρχαίοι κάτοικοι της Λυκόσουρας είχαν συνοικήσει την αρχαία Μεγαλόπολη, επίσης. Ο ναός αν και μη ενοριακός, είναι μεγάλος και μου φάνηκε σχετικά νεοχτισμένος.  Παρόλες τις προσπάθειες όμως στάθηκε ανέφικτο να βρω τον ιερέα ή κάποιον επίτροπο να μου ανοίξει το ναό και επέστρεψα άπραγη στο Μουσείο.

Αρχαία Λυκόσουρα, Αύγ. 1999 . Αρχαιολογικός χώρος του ιερού της Δέσποινας.  Πάνω, στο άκρο αριστερά, διακρίνεται ανάμεσα στ δέντρα το εκκλησάκι της "Αγιαλένης" 

Αρχαία Λυκόσουρα, Αύγ. 1999. Αρχαιολογικός χώρος του ιερού της Δέσποινας.  Κάτω δεξιά το μικρό αρχαιολογικό μουσείο . Πάνω, στο άκρο αριστερά, διακρίνεται ανάμεσα στ δέντρα το εκκλησάκι της "Αγιαλένης" 



Αρχαία Λυκόσουρα, 21/5/2000. Πάνω και κάτω: Πανηγυρική λειτουργία και υπαίθριο γλέντι στο εκκλησάκι της "Αγιαλένης" ανήμερα της γιορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

(πηγή:https://fiestaperpetua.blogspot.com/2017/05/blog-post.html)

  

Λυκόσουρα Γορτυνίας. Επιγραφή σε τοίχο του σημερινού χωριού που δείχνει προς "Αγία Ελένη 2 χλμ".
(πηγή: https://fiestaperpetua.blogspot.com/2017/05/blog-post.html)


Το βρήκα τώρα ανοιχτό, μια μικρή αίθουσα όλη κι όλη με κάποια λίγα ευρήματα επιτόπια από την αρχαία Μεγάλη Πόλη, καθώς και από τα ευρήματα του ιερού της Δέσποινας και της Κόρης στη Λυκόσουρα.  Σε ένα ανάγλυφο  από αυτά, αναπαριστάνεται η πομπή των γυναικών θεσμοφοριαζουσών, σύμφωνα με τη λεζάντα, από τις οποίες  μια πιο ψηλή φέρει στο κεφάλι την  ιερή «κίστη», το πλεχτό καλάθι με τα μυστικά, άγνωστα σε μας ιερά αντικείμενα της λατρείας της Δέσπουνας-και-Κόρης.  Σκεπτική για το πόσα λίγα γνωρίζουμε για αυτή τη μυστηριακή λατρεία, ανατρίχιαζα στη σκέψη ότι η «Αγιαλένη» μπορεί να διασώζει σήμερα ένα από τα μυστικά της ονόματα όσο και στοιχεία της λατρείας της.


Αρχαία Λυκόσουρα, Αύγ. 1999. Ερείπια του ιερού της Δέσποινας και Κόρης. Στο βάθος οι καμινάδες  από το λιγνιτορυχείο της ΔΕΗ.  

Αρχαία Λυκόσουρα, ενεπίγραφες στήλες (Αρχαιολογικό Μουσείο  Μεγαλόπολης, 9.9.2003)

Αρχαία Λυκόσουρα, ανάγλυφο με πομπή γυναικών  (Αρχαιολογικό Μουσείο  Μεγαλόπολης, 9.9.2003)

Θυμόμουν το περίφημο  τεράστιο γλυπτό  «Σύμπλεγμα του Δαμοφώντος» με τις θεές που βρέθηκαν σπαράγματά του στο ιερό της Λυκόσουρας και εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, υποβαθμισμένα κάτ’ εμέ. Πέραν του ότι είναι κατά ένα τρόπο «ξενιτεμένα» τα γλυπτά των θεαινών και των άλλων μορφών του «Συμπλέγματος» από τον τόπο τους, το ιερό της Λυκόσουρας,  θα μπορούσαν να έχουν αναδειχθεί το δυνατόν καλύτερα στο ΕΑΜ με μια μεγάλη τοιχογραφία του αποκαταστημένου αρχικού  σχεδίου του   συνόλου του «Συμπλέγματος» σε φυσικό μέγεθος, με τα κομμάτια που σώζονται (κεφαλές, τμήματα σωμάτων, πέπλων κ.λπ.)  μπροστά σε κάθε αντίστοιχο σημείο της αναπαράστασης,  με συμπληρωματικές φωτ. από το ιερό, χάρτη  και κείμενα,  ώστε να αναδεικνύεται  το τόσο σημαντικό αυτό αρχαίο γλυπτό, το ιερό και η επιτελούμενη εκεί μυστηριακή λατρεία, αφού δεν εκτίθενται επιτόπου στη Λυκόσουρα ή στη Μεγαλόπολη…

Αναπαράσταση του "Συμπλέγματος Δαμοφώντος" με την Δήμητρα, τηνΔέσποινα, την Αρτέμιδα ,τον τιτάνα Άνυτο, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (2008)

Αρχαία Λυκόσουρα. Τα τεμάχια από το "Σύμπλεγμα Δαποφώντος (κεφαλές Δήμητρας, Δέσποινας, Άνυτου κ.ά) όπως εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (2008)

Αρχαία Λυκόσουρα. Τμήμα του πέπλου της Δήμητρας από το "Σύμπλεγμα Δαμοφώντος" , Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. (2008) 

Άφησα, περασμένο  μεσημέρι πια,  τη Μεγαλόπολη και κατευθύνθηκα νοτιοανατολικά με προορισμό το χωριό Ελληνίτσα.  Δεν γνώριζα βέβαια αν το χωριό διαθέτει κάποιο ναό ή ξωκλήσι των αναζητούμενων αγίων αλλά και μόνο το όνομά του προκαλούσε το ενδιαφέρον μου, καθώς το είχα ήδη εντοπίσει και στους χάρτες του βιβλίου του  αρχαιολόγου Γ. Πίκουλα, ο οιποίος υποστηρίζει ότι το όνομα του χωριού είναι «Ελενίτσα» και όχι «Ελληνίτσα» μετασχηματισμένο προς το «ελληνικότερο». Δεδομένου δε του ότι ο ίδιος εντοπίζει εκεί κοντά του και κορυφή με το όνομα «Ελενίτσα», το ενδιαφέρον μου ήταν μεγάλο να δω αν θα εντόπιζα και άλλα «σημάδια» Της επιτόπου, πέραν του πιθανού συσχετισμού με το όνομα της «Ελένης» χωρίς τη διαμεσολάβηση της Ρωμαίας-βυζαντινής «Αγιαλένης», μάλιστα.

Λεοντάρι

Καθ’ οδόν σταμάτησα βεβαίως στο χωριό Λεοντάρι για να δω τον χτισμένο από αρχαίο και πρωτοβυζαντινό οικοδομικό υλικό ναό των «ως δίδυμων», κατ’ εμέ,  αγίων Αποστόλων[5]. Πολλά κατάλοιπα οικοδομικά και άλλα βεβαίως θα είχα να δω σε αυτό αρχαίο πόλισμα με το όνομα Λεύκτρα που άκμασε για εκατονταετίες επί Βυζαντίου, Φραγκοκρατίας αλλά και επί Οθωμανών με το όνομα Λεοντάρι αν είχα έλθει εδώ για τουρισμό, όμως  δεν γινόταν να παρεκκλίνω από τον κύριο σκοπό της έρευνάς  μου, την αναζήτηση των ιχνών της Ελένης/Αγιαλένης, πόσο μάλλον που εδώ στη Γορτυνία την έκανα στα τυφλά, καθώς δεν είχα συγκεκριμένες πληροφορίες. Η ιστορία του Λεονταρίου μου υποδείκνυε ότι δεν μπορούσε να λείπει κάποιο ίχνος της και εδώ, ρητό ή άρρητο, υπολανθάνον. Το όνομα Λεοντάρι αποδίδεται στο επώνυμο κάποιου βυζαντινού τοπικού άρχοντα, παρόλ’ αυτά εμένα  με παραπέμπει και στα ιερά ζώα της Μεγάλης θεάς (όπως είναι ανάγλυφα και στο βάθρο του αγάλματός της στη γειτονική Λυκόσουρα, ενώ η ιερή Ελένη «σέρνει κρέας για τα λιοντάρια» στο  τραγούδι που κατέγραψα στο πανηγύρι στη Λυκόσουρα, βλ. ό.π.) και υποστηρίζουν κάτ’ εμέ την υπολανθάνουσα «διοσκουρική» ιδιότητα των δύο Αγίων εδώ.

Λεοντάρι Γορτυνίας,  9/9/2003. Ναός των αγίων αποστόλων, εξωτερική  άποψη

Λεοντάρι Γορτυνίας, 9/9/2003. Ναός των αγίων Αποστόλων εσωτερικό, ΒΑ γωνία  με  αγιογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης 

Λεοντάρι Γορτυνίας, 9/9/2003. Ναός των αγίων Αποστόλων. Όψεις εσωτερικού , κεντρικό κλίτος. 

Το χωριό φαινόταν σαν  έρημο, ωστόσο μια νεαρή κοπέλα σε ένα διπλανό στο ναό ψιλικατζίδικο είχε ευτυχώς το κλειδί του και μπήκαμε μαζί. Καθώς επί Τουρκοκρατίας είχε γίνει τζαμί ο ναός και το καμπαναριό του σήμερα είναι χτισμένο πάνω στην εμφανή  βάση του μιναρέ, ενώ είναι εμφανή τα αρχαία όσο και τα παλαιοχριστιανικά οικοδομικά στοιχεία του, γίνεται φανερή η δια-θρησκειακή σημασία του ιερού μνημείου και η σπουδαιότητα του τόπου της ίδρυσής του. Λόγω ακριβώς της μετατροπής του σε τζαμί επί Οθωμανών, δυστυχώς οι παλαιότατες χριστιανικές αγιογραφίες πάνω στους τοίχους είναι πελεκημένες κοντά-κοντά με σφυρί και παρόλη την διαπιστούμενη προσπάθεια συντηρητών, διακρίνονται ελάχιστα. Οι τοιχογραφίες στα ψηλότερα μέρη και στην οροφή είναι σχεδόν αδιάκριτες επίσης κάτω από στρώμα μαύρης καπνιάς. Πάνω στο απέριττο, ανάγλυφο παλαιό  τέμπλο  στ’ αριστερά της βρεφοκρατούσας Παναγίας στην αφιερωματική εικόνα των «ως δίδυμων» αγίων Αποστόλων οι  μορφές τους πλαισιώνονται με αργυρά φωτοστέφανα. Σε γωνία με αυτή την εικόνα, πάνω στο βόρειο τοίχο του ναού, το εξασκημένο πλέον βλέμμα μου, παρά τη φθορά που προανέφερα, αναγνώρισε την τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με το σταυρό ανάμεσά τους και στ’ αριστερά της την τοιχογραφία των «ως δίδυμων» επίσης αγίων Ταξιαρχών, συνδυασμός που συναντώ συχνά στους παλαιούς και δη μοναστηριακούς μάλιστα ναούς, άλλωστε. Να ένας ακόμα «διοσκουρικός» ναός, συνδυαστικά με «Ελένη/Αγιαλένη», σκεφτόμουν με συγκίνηση, καθώς η σκέψη μου ενισχύθηκε από την πληροφορία της νεαρής συνοδού μου ότι η εκκλησία πανηγυρίζει και στη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, θεωρούμενης ως γνωστόν  έργο της Ρωμαίας/Βυζαντινής αγίας Ελένης…

Αναχώρησα για την Ελληνίτσα/Ελενίτσα διασχίζοντας μια κατάφυτη ρεματιά στη βάση του βουνού της «Ελενίτσας».

Ελληνίτσα

Φτάνοντας στο χωριό Ελληνίτσα με τα λίγα πέτρινα σπίτια, επικρατούσε ερημιά. Ωστόσο μια ταμπέλα στο ισόγειο ενός διώροφου σπιτιού έγραφε ότι το χωριό έχει Πολιτιστικό Σύλλογο, αλλά σίγουρα τα μέλη του δεν θα κατοικούν μόνιμα εδώ και μάλλον σε κοντινά ή πιο μακρινά αστικά κέντρα,  σκέφτηκα, οπότε δεν θα εύρισκα κάποια εδώ καθώς είχε παρέλθει η καλοκαιρινή σεζόν των διακοπών.

Ελληνίτσα Γορτυνίας, 9/9/2003. Στο βάθος το βουνό και η κορυφή "Ελενίτσα" 


Ελληνίτσα Γορτυνίας, 9/9/2003

Πλησίασα σε ένα κτίριο από όπου ακουγόταν ο έντονος θόρυβος κάποιου μηχανήματος. Από την ανοιχτή πόρτα είδα στο άδειο εσωτερικό του έναν  άνδρα να τρίβει το πάτωμα με ένα ηλεκτρικό μηχάνημα. Ήταν πισώπλατα σε μένα και ο θόρυβος του τριβείου δεν τον άφηνε να ακούσει την φωνή μου. Την άκουσε όμως η γυναίκα του που βγήκε από το διπλανό κτίριο και πλησίασε να μάθει τι θέλω. Εν τέλει πιάσαμε κουβέντα όλοι μαζί και πληροφορήθηκα ότι το χωριό είναι σχετικά νέο και ότι οφείλει το όνομά του στο ομώνυμο βουνό. Επίσης ότι το χωριό μεν δεν διαθέτει ναό ή ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης αλλά γνώριζαν ότι έχουν τέτοια  δυο γειτονικά χωριά,  τα Παραδείσια και οι Κάτω Γιανναίοι, στο τελευταίο μάλιστα ως ενοριακό ναό, όπου και πηγαίνουν στο πανηγύρι τους την 21η Μάη. Το ότι στην Ελληνίτσα/ Ελενίτσα δεν βρήκα άλλο ναϊκό «σημάδι» της (εκτός από το παραποιημένο, κατά τον Γ. Πίκουλα,  όνομά του χωριού, βέβαια) το απέδωσα στο γεγονός ότι, όπως μου είπαν, το χωριό είναι σχετικά καινούργιο.

Κάτω Γιανναίοι 

Διέσχισα κάθετα σχεδόν την πυκνόφυτη κοιλάδα διασχίζοντας και το τρικάμαρο πέτρινο γεφύρι ενός από τους παραπόταμους ίσως που σχηματίζουν τον ποταμό  Αλφειό κοντά στις πηγές του, ή αυτόν τούτο τον ποταμό, στην αρχή του, σκεφτόμουν. Το χωριό Κάτω Γιανναίοι είναι χτισμένο σε ένα ύψωμα στην πλαγιά του βουνού απέναντι από την Ελληνίτσα. Φτάνοντας, συνάντησα μια σκυφτή γριούλα που περπατούσε στη δημοσιά με ένα καλάθι στο χέρι η οποία, αρνούμενη να την πάρω με το αυτοκίνητο, με καθοδήγησε πώς να πάω στο ναό των αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης, προειδοποιώντας με να προσέξω τα σκυλιά των διπλανών εκεί σπιτιών. Μου έδωσε μάλιστα και το  όνομα μιας γυναίκας να την φωνάξω, αν εύρισκα το ναό κλειστό, γιατί αυτή έχει κλειδί.  Ανηφόρισα ένα κάπως φθαρμένο δρομάκι και έφτασα στο ναό που είναι σαν σφηνωμένος ανάμεσα σε δύο σπίτια στην κορυφή του χωριού. Μια τεράστια δρυς υψωνόταν πίσω από το ιερό του ναού και ένα συρματόπλεγμα όριζε τον περίβολό του, όπου και μπήκα από την ελεύθερη είσοδο. Ο ναός ήταν κλειδωμένος βεβαίως αλλά κατάφερα να δω μέσα από το τζάμι ενός παράθυρου στο βόρειο τοίχο ένα ενδιαφέρον τέμπλο.  Φώναξα σε ένα σπίτι κάτω από την εκκλησία το όνομα που μου είχε δώσει η γερόντισσα και σε λίγο μια άλλη γερόντισσα παχουλή και ζωηρή πρόβαλε, συνοδευόμενη από έναν σκύλο που γαύγιζε αγριεμένος προς το μέρος μου. Εκείνη τον συγκράτησε και αφού τις εξήγησα ποια είμαι και τι ζητάω κ.λπ., πήγε και έφερε το κλειδί. 

Κάτω Γιανναίοι Γορτυνίας, 9/9/2003. Πάνω και κάτω: το εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης


Κάτω Γιανναίοι Γορτυνίας, 9/9/2003.Το εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, το τέμπλο

Κάτω Γιανναίοι Γορτυνίας, 9/9/2003. Το εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Συωδυασμός εικόνας Κωωσταντίνου και Ελένης με "ως δίδυμους" αγίους

Ο μικρός σχετικά ναός εσωτερικά είχε λευκούς τοίχους, χωρίς τις γνωστές μου νεότερες αγιογραφίες ενώ το απλό τέμπλο του με λευκούς ψευτο-κίονες με επίχρυσα κιονόκρανα και βαμμένους πράσινους στο κάτω μέρος να χωρίζουν τις δεσποτικές και άλλες εικόνες του, έδειχνε έργο λαϊκού τεχνίτη. Δύο ζωηροί κοκκινο-πράσινοι δράκοντες επιστεγάζουν το τέμπλο πάνω από την ωραία πύλη και κάτω από αυτούς οι δύο «ως δίδυμους» Απόστολους πλαισιώνουν εραλδικά μια πολυπρόσωπη εικόνα σε οβάλ πλαίσιο της οποίας την παράσταση δεν διέκρινα.  Εκτός από τις όμορφες δεσποτικές εικόνες, το τέμπλο φέρει και την αφιερωματική του ναού εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου εικονίζονται κάπως παχουλοί με πολλά και βαρύτιμα ενδύματα. Το πιο ενδιαφέρον συμβολικά όμως για μένα, ήταν μια απλή, του εμπορίου,  ασημοντυμένη εικόνα των δύο Αγίων στη βάση αυτής της παραπάνω αφιερωματικής εικόνας, συνδυασμένη δίπλα-δίπλα με μια εικόνα των «ως δίδυμων, διοσκουρικών» καβαλάρηδων  αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, ομού, αντικριστούς.  Τοποθετημένες εκεί από τους πιστούς, άνδρες ή γυναίκες, αυτές οι εικόνες συνδυαστικά, επιβεβαίωναν για μια ακόμα φορά τη «διοσκουρική» μνήμη των δύο αγίων συσχετισμένων με την μορφή της «Ελένης/Αγιαλένης» και εδώ, κοντά στην «Ελενίτσα» και την Λυκόσουρα…

Άφησα τους Κάτω Γιανναίους όπου είχα βρει τα «σημάδια» της και περνώντας από το χωριό Καμάρες, όπου υπάρχουν ερείπια κάστρου και αρχαιολογικά ευρήματα, χωρίς να σταματήσω, πέρασα πάλι στην αντίπερα  όχθη του ποταμού στο χωριό Ελληνίτσα. Εκεί ευχαρίστησα και αποχαιρέτισα τους ανθρώπους που μου είχαν δώσει τις πληροφορίες και συνέχισα για το χωριό Παραδείσια.

Παραδείσια

Μεγάλο χωριό τα Παραδείσια[6] (πρώην Κούρταγα), πολύ κοντά στην Ελληνίτσα, πάνω στο δρόμο Μεγαλόπολης-Καλαμάτας, χτισμένα σε τόπο όπου εικάζεται και η θέση του αρχαίου οικισμού Κρώμος, οπότε ήταν αναμενόμενο για μένα να συναντήσω και εδώ τα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης σε ένα ξωκλήσι. Ένας άνδρας που καθόταν αργόσχολος στο καφενείο και του είπα ποια είμαι και τι θέλω, προθυμοποιήθηκε να με συνοδεύσει ως το ξωκλήσι του άγιου Κωνσταντίνου [και Ελένης].

Παραδείσια Γορτυνίας 9/9/2003. Πάνω και κάτω: το ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  εξωτερικά και εσωτερικά. 

 Το ξωκλήσι βρίσκεται στην κορυφή ενς υψώματος δίπλα στη γέφυρα του ποταμού που προανέφερα, κρυμμένο μέσα σε ένα αλσύλλιο από πεύκα. Σχετικά νέο το εκκλησάκι, περιποιημένο εσωτερικά με όμορφα βαμμένο, χτιστό τέμπλο. Δίπλα στην αφιερωματική εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης  στο τέμπλο, ήταν τοποθετημένη μια εικόνα μητέρας με κόρες, η Αγία Σοφία, μικρότερη από τις άλλες και πιο πρόσφατα, μου φάνηκε, αφιερωμένη εκεί. 

Επιστρέψαμε με τον συνοδό μου στα Παραδείσια, τον ευχαρίστησα και καθώς δεν είχα πληροφορίες για άλλο «σημάδι» της Αγιαλένης εκεί γύρω, έφυγα για   τη Μεγαλόπολη. Ήταν περασμένες τρεις μ.μ. η ώρα και έφαγα φασολάκια χλωρά, λαδερά που μου σέρβιρε μια νεαρή Αλβανή σερβιτόρα, σε ένα μαγέρικο που βρήκα ανοιχτό, μοναδική πελάτισσα τέτοια ώρα. Ήπια και καφέ στη διπλανή καφετέρια περιμένοντας να περάσει η μεσημεριανή σιέστα, μήπως και βρω συνομιλητές στο χωριό Παύλια που ήταν ο επόμενος προορισμός μου, καθώς  γνώριζα ότι έχει ενοριακό ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης από το ετήσιο «Ημερολόγιο της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος», που αναφέρει όλους τους ενοριακούς ναούς. Σκεφτόμουν, στενοχωρημένη, πόσα ξωκλήσια και άλλα «σημάδια»  της Αγιαλένης  θα έχανα  εδώ στη Γορτυνία χωρίς τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια που είχα αποστείλει…

Παύλια

Αφού ανηφόρισα λίγο βόρεια, προς τις υπώρειες του Μαίναλου, έφτασα γρήγορα στο χωριό, χτισμένο πάνω στην κατάφυτη πλαγιά του βουνού με θέα στον κάμπο της Μεγαλόπολης, όπου οι καμινάδες της ΔΕΗ θολώνουν τον ορίζοντα με τους καπνούς τους.  Οι ταμπέλες της αρχαιολογικής υπηρεσίας με είχαν προϊδεάσει για αρχαία ερείπια στην περιοχή, όσο και για το αρχαίο Θυραίο που ήταν στη θέση του χωριού, κάτι που για μένα δικαιολογούσε κάπως και το «σημάδι» της Αγιαλένης στον ενοριακό ναό του μικρού χωριού που έδειχνε να κοιμάται ακόμα, σιωπηλό[7]. Στη χαμηλή βεράντα ενός σπιτιού καθόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με τη φανέλα, εμπρός σε ένα τραπεζάκι με βιβλία και χαρτιά και κάτι έγραφε. Χμ… να ο συνομιλητής που ζητούσα, η τυχερή, σκέφτηκα και τον χαιρέτισα για να συστηθώ. Με κάλεσε να πλησιάσω για να μιλήσουμε.  Επρόκειτο για ντόπιο συνταξιούχο  δάσκαλο, τον Αριστείδη Ζευγίτη,  λόγιο, που είχε πλέον εγκατασταθεί στο χωριό του και έγραφε βιβλίο σχετικά με αυτό, όπως μου είπε, πρόθυμο να συνομιλήσει μαζί μου, αφού κατάλαβε την ιδιότητά μου και την έρευνα που πραγματοποιούσα στην περιοχή. Όταν τον ρώτησα για τον «Αγιοκωσταντίνο»[και Ελένη] μου απάντησε ότι βρίσκεται «Στ΄αλώνια», σε ένα μέρος στην κορυφή του χωριού όπου υπήρχαν δεκατέσσερα αλώνια στη σειρά!! Πιο δυνατό «σημάδι» της  Αγιαλένης δεν γινόταν, για μένα, καθώς τόσα αλώνια δηλώνουν και τον πλούτο των δημητριακών στο χωριό! Όπως με πληροφόρησε, ο «Αγιοκωσταντίνος» [και Ελένη]  επί Τουρκοκρατίας δεν ήταν παρά ένα μικρό εκκλησάκι στο ίδιο μέρος που το ξανάχτισαν μεγάλο, ως ενοριακό ναό στα τέλη του 19ου αι., μαρτυρία που προδίδει και την παλαιότητα του ναού, όσο και την παλαιόθεν σχέση του με τα αλώνια κοντά του και τα σιτηρά. Μου μίλησε και για την αρχαία Παύλια και τη σχέση της με την αρχαία Μεγαλόπολη, χαρίζοντάς μου και το βιβλίο που έχει ήδη δημοσιεύσει για το χωριό, με μια πολύ θερμή και τιμητική αφιέρωση. 

Καθώς προχωρούσε η συνομιλία μας, πέρασε ένας νέος, ψηλός και λεπτός  παπάς, κάπως ταλαιπωρημένος και ιδρωμένος και προστέθηκε στη συντροφιά μας.  Πληροφορήθηκα ότι πρόκειται για ιερέα που λειτουργεί σε ορθόδοξη εκκλησία μιας Κοινότητας Ελλήνων μεταναστών κάπου στη Γερμανία που βρισκόταν σε διακοπές στο χωριό του, με την οικογένειά του και θα έφευγαν σε λίγες ημέρες. Εξεπλάγην, γιατί το καταπονημένο παρουσιαστικό του, το ελαφρά ρυτιδωμένο, σκούρο δέρμα του, το πανέξυπνο βλέμμα του, το τριμμένο, σκονισμένο ράσο του, εκ πρώτης όψεως με είχαν παραπέμψει σε τοπικό παπά-αγρότη του παλιού καιρού… Παρόλο που είχε πει πως ήταν βιαστικός, πήγε να φέρει τα κλειδιά του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] και να με συνοδεύσει ως εκεί, αφού ο δάσκαλος είχε πρόβλημα με τα πόδια του και δεν μπορούσε να έλθει μαζί μου.

Παύλια Γορτυνίας, 9/9/2003. Το πρώην αλώνι όπου είναι χτισμένος ο ενοριακός ναός των αγίων Λωνσταντίνου και Ελένης

Παύλια Γορτυνίας, 9/9/2003. Ενοριακός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, εσωτερικό, το τέμπλο 


Παύλια Γορτυνίας, 9/9/2003. Ενοριακός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, η αφιερωματική εικόνα των Αγίων πάνω στο τέμπλο.

Ανηφορίσαμε πεζή μέσα από τα πετρόχτιστα σπίτια του χωριού, προς το ξάγναντο όπου είναι χτισμένος ο ναός στην κορυφή του. Αν και ήμουν προετοιμασμένη για τη θέα λόγω της συνήθους θέσης των αλωνιών σε ξάγναντα και διάσελα πάνω στα βουνά, εντυπωσιάστηκα τόσο από τη θέα κάτω προς τη Μεγαλόπολη, όσο και από τη διπλή σειρά των πέτρινων αλωνιών που, αν και εγκαταλειμμένα πλέον,  ανηφόριζαν κλιμακωτά την πλαγιά και κατέληγαν δίπλα στον ναό του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης, βέβαια]! Να την και εδώ η κριθαρο-σιτοθεά, σκεφτόμουν εγώ, καθώς ο παπάς εκθείαζε το καμπαναριό της εκκλησίας.

Με το δικό μου νου στα αλώνια και στη θεά, ο ιερέας άνοιξε και μπήκαμε στο χριστιανικό ναό. Οι τοίχοι του χωρίς αγιογραφίες, ο βόρειος και ο νότιος με δύο τυφλές καμάρες έκαστος, που πρόκειται σύντομα να αγιογραφηθούν, όπως με πληροφόρησε ο παπάς. Η έκπληξη ήταν το παλιό τέμπλο του ναού. Ξυλόγλυπτο, με χρυσοβαμμένα τα ανάγλυφα σκαλιστά κλήματα, τα σταφύλια και και τα αγγελούδια σε πρασινογάλαζο φόντο, με ωραίες «αναγεννησιακού» τύπου δεσποτικές και άλλες εικόνες καθώς βεβαίως και την αφιερωματική των δύο Αγίων (με διπλούς «καβαλάρηδες» αγίους κοντά της σε φορητές εικόνες) , είναι πολύ όμορφο. Στα θαυμαστικά λόγια μου, ο παπάς απάντησε  ότι είναι παλαιό και ότι αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα με αυτό γιατί το σιγοτρώει το σαράκι και ότι προσπαθούν να μαζέψουν χρήματα για να το συντηρήσουν πριν καταστραφεί εντελώς.

Επιστρέψαμε στο σπίτι του δάσκαλου. Ο ιερέας πήγε στις δουλειές του ενώ ο δάσκαλος, έχοντας βρει και συντροφιά για κουβέντα στη μοναξιά του χωριού, καθώς όπως κατάλαβα έμενε και μόνος εκεί, μου έδειξε  την πλούσια  βιβλιοθήκη του, τις οικογενειακές φωτογραφίες, μου μίλησε για τα ενδιαφέροντά του και το βιβλίο που συνέγραφε τότε. Τον αποχαιρέτισα προχωρημένο απόγευμα με ευχαριστίες  και έφυγα με κατεύθυνση το χωριό Ελληνικό.

Ελληνικό

Για το εν λόγω χωριό δεν είχα πληροφορίες αλλά εύρισκα ενδιαφέρον σχετικά με την έρευνά μου το όνομά του,  καθώς ο όρος «ελληνικό» συχνά προσδιορίζει όχι εθνοτική αλλά θρησκευτική ταυτότητα, την παρουσία πληθυσμού με παγανιστικά κατάλοιπα, δηλαδή. Αν και ήμουν σίγουρη ότι το όνομα του χωριού είναι αλλαγμένο[8], δεν θεωρούσα  απίθανο να βρω «σημάδια» της θεάς και εδώ, δεδομένης και της θέσης του χωριού ανάμεσα στα όρη Λύκαιο και Μαίναλο, στη συμβολή του ποταμού Λούσιου με τον Αλφειό, κοντά στην περιοχή όπου η αρχαία Γόρτυς και η Τραπεζούς και στο πεδίο της Μεγαλόπολης με την Λυκόσουρα.


Ελληνικό Γορτυνίας, 9/9/2003. Κάτω άποψη του χωριού και στο βάθος το νεφοσκεπές όρος Λύκαιο.

Παρόλ’ αυτά, όταν έφτασα στο όμορφο χωριό και ρώτησα στο καφενείο αλλά και κάποιες ηλικιωμένες γυναίκες που συνάντησα, δεν είχε ναό, ξωκλήσι ή κάποιο τοπωνύμιο σχετικά με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Έφυγα απογοητευμένη και κατευθύνθηκα προς την όμορφη Καρύταινα, στα σύνορα με την Ηλεία και γειτονική με την αρχαία Θεισόα όπου η Αγιαλένη, ελπίζοντας να βρω και εκεί κάποια ίχνη της (σχετικά με την αρχαία  Θεισόα και την εκεί Αγιαλένη στο https://fiestaperpetua.blogspot.com/2020/03/blog-post.html ).

 

Καρύταινα

Έφτασα στην πανέμορφη ξακουστή μεσαιωνική πόλη[9], την στεφανωμένη από το Φράγκικο κάστρο της, όχι για πρώτη φορά, έχοντας ωστόσο διανύσει εδώ και οκτώ σχεδόν χρόνια έναν μεγάλο κύκλο στα σύνορα Ηλείας-Μεσσηνίας -Αρκαδίας ακολουθώντας το πυκνό εδώ πλέγμα των  ιχνών της Αγιαλένης, ξεκινώντας από την κοντινή ακρόπολη της αρχαίας Αλίφειρας, από όπου παρέλαβα τον μίτο για ν΄ακολουθώ τα χνάρια της (βλ.. https://fiestaperpetua.blogspot.com/2021/09/from-temple-of-athena-to-threshing.html ) .

Καρύταινα Γορτυνίας, 9/9/2003. Στο βάθος αριστερά το εκκλησάκι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης] μέσα στα σιταροχώραφα.

Στην είσοδο της καστροπολιτείας δεξιά από την επιβλητική πύλη της, είδα να στέκει ένα πετρόχτιστο εκκλησάκι που ήταν ανοιχτό. Σε ένα παγκάκι μέσα στο μικρό του περίβολο που ήταν σαν μπαλκόνι πάνω από τον κάμπο της Μεγαλόπολης, καθόντουσαν δύο άνδρες απολαμβάνοντας τη θέα και το όμορφο απόγευμα. Τους πλησίασα και έπιασα κουβέντα για το ποια είμαι κ.λπ., ρωτώντας αν υπάρχει κάτι σχετικό με ΄Αγιο Κωνσταντίνο και Ελένη στην πόλη και στην περιοχή. Μου απάντησαν ότι όχι, στην πόλη δεν έχει κάτι σχετικό αλλά μου έδειξαν από εκεί ψηλά ένα μικρό εκκλησάκι  κάτω χαμηλά στην κατωφέρεια που ανήκει στο χωριό Καλυβάκια (πρώην «Καλύβια της Καρύταινας»), αφιερωμένο στον  Αγιοκωσταντίνο [και Ελένη]. Φέρνοντάς το πιο κοντά με τον τηλεφακό της φωτ. μηχανής, διαπίστωσα το αναμενόμενο, ότι δηλαδή είναι χτισμένο μέσα σε σιταρότοπο, όπως διαπίστωσα από τις πεζούλες και τα χρυσαφιά χρώματα. Ρώτησα σχετικά τους συνομιλητές μου και μου το επιβεβαίωσαν. Βλέποντας και ένα άλλο εκκλησάκι πιο κοντά στην Καρύταινα μου είπαν ότι είναι η «Αγια-Σωτήρω» (Μεταμόρφωση του Σωτήρος) και ότι σε εκείνο το σημείο υπάρχουν αρχαία ερείπια.


Καρύταινα 9/9/2003. Παρεκκλήσι  αγίου Αθανασίου Χριστουπόλεως, εικόνες της  Παναγίας

Στην ερώτησή μου πώς θα βρω τον ιερέα, μου απάντησαν ότι δεν ήταν εκείνη την ώρα στην πόλη αλλά να αποταθώ καλύτερα σε κάποιον Πανόπουλο, αρχαιοφύλακα, ο οποίος είχε και τα κλειδιά των παλαιών (μεταβυζαντινών), διατηρητέων εκκλησιών της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Νικολάου, δίνοντάς μου και οδηγίες πώς και πού να τον συναντήσω. Τους ευχαρίστησα και μπήκα στο εκκλησάκι, αφιερωμένο στον τοπικό άγιο Αθανάσιο Χριστουπόλεως, όπως μου είχαν πει. Δεν γνώριζα τον συγκεκριμένο Άγιο. Είδα ότι το εκκλησάκι είναι νεότερο αλλά προσεγμένο και πλούσιο σε εικόνες. Στη βάση μιας μεγάλης, προσκυνηματικής εικόνας του Ευαγγελισμού, μια άλλη μικρή εικόνα τράβηξε την προσοχή μου, κάπως ασυνήθιστη για μένα, γιατί εικονίζει την Παναγία Βρεφοκρατούσα και πίσω της σε μικρή απόσταση ολόσωμη την αγία Άννα με τα χέρια της απλωμένα προς αυτήν, σαν να την προβάλλει, να την καμαρώνει ή/και να την στηρίζει. Δεδομένου του μοτίβου ιερής μάνας-και-κόρης,  εξέλαβα την εικόνα ως ένα ακόμα, έμμεσο, «σημάδι» της θεάς στην περιοχή. Αποχαιρέτισα τους δύο φίλους που συνέχιζαν να απολαμβάνουν το υπέροχο απόγευμα κουβεντιάζοντας. Όπως μου είπαν, «τι άλλη διασκέδαση έχουμε εδώ στην ερημιά; Ας απολαύσουμε τουλάχιστον την παρέα και τη φύση»…

Ανηφόρισα με το αυτοκίνητο προς το κέντρο του οικισμού και στην αρχή των σπιτιών περίπου, εντόπισα το σπίτι του αρχαιοφύλακα, κατά τις οδηγίες. Φώναξα πολλές φορές «κύριε Πανόπουλε, κύριε Πανόπουλε!» καθώς δεν έβλεπα κουδούνι στην κλειστή αυλόπορτα, και περίμενα απάντηση, γιατί οι φίλοι μού είχαν πει  ότι θα ήταν σίγουρα στο σπίτι. Όντως, μετά από λίγο βγήκε ένας μεσόκοπος προς ηλικιωμένος άνδρας στο παράθυρο του δευτέρου ορόφου με τις πυτζάμες και με ρώτησε τι τον θέλω. Αφού του εξήγησα ποια είμαι και τι θέλω, μου είπε να τον περιμένω λίγο μέχρι να ντυθεί και να κατέβει.

Καρύταινα, 9/9/2003. Κοιμητηριακός ναός ζωοδόχου Πηγής, εσωτερικό, το τέμπλο


ΚΑΡΎΤΑΙΝΑ 9/9/2003. Ναός Ζωοδόχου πηγής, ΒΑ γωνία. Αφιερωματικές εικόνες της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής πάνω στο τέμπλο και στο βόρειο τοίχο 



Καρύταινα, 9/9/2003.Ναός Ζωοδόχου Πηγής. Πάνω και κάτω: ΝΑ γωνία, με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

Καρύταινα, 9/9/2003.Ναός Ζωοδόχου Πηγής. Γυναικωνίτης στη δυτική πλευρά του ναού

Πρόθυμος, με οδήγησε στον βυζαντινό ναό της Ζωοδόχου Πηγής (120ς αι.) στο κέντρο περίπου του Κάτω Μαχαλά, στον οποίο φτάσαμε ανεβαίνοντας μια στριφογυριστή σκάλα-καλντερίμι πίσω από το σπίτι του. Ο ναός, «σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλου» με το κεντρικό κλίτος πιο μακρύ. Λογω της κατωφέρειας είναι χτισμένος κλιμακωτά, σε δύο επίπεδα από Α-Δ με το δυτικό τμήμα πιο χαμηλό, μάλλον ο πρόναος. Πίσω από τον βόρειο τοίχο του ναού, υψώνεται κλιμακωτά η πόλη. Το κάποτε έντονο ροζ χρώμα των εξωτερικών τοίχων του που έχει ξεθωριάσει με τα χρόνια, φάνταζε αχνό μέσα στο φως του απογεύματος, σε αντίθεση με τη μαρμάρινη λευκότητα των σταυρών στο νεκροταφείο που τον περιβάλλει βόρεια, νότια και ανατολικά, μια βαθμίδα του εδάφους χαμηλότερα. Κατεβήκαμε στην πετροστρωμένη αυλή του, όπου πρόσεξα και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη αρχαία, όπως μου βεβαίωσε και ο φύλακας. Το ιστορικό παρελθόν παρόν, αφού ο μεσαιωνικός οικισμός θεωρείται ότι είναι χτισμένος στη θέση της αρχαίας πόλης Βρένθης. 

Μπήκαμε στο μισοσκότεινο, κοιμητηριακό ναό. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο, με ανάγλυφα έγχρωμα φυτικά μοτίβα σε πράσινο-γαλάζιο φόντο, διατηρεί ακόμα ζωηρά τα χρώματά του, με εξέχουσα βεβαίως την όμορφη, αφιερωματική εικόνα της Παναγίας-«Ζωοδόχου πηγής» με έντονα, σε τόνους κόκκινου-πορτοκαλί χρώματα. Στο κάτω μέρος της εικόνας, στη βάση του δισκοπότηρου-σιντριβανιού όπου εδράζεται η βρεφοκρατούσα Παναγία σε αυτές τις εικόνες, εικονίζεται «ο θρίαμβος του Χριστιανισμού επί των Εθνικών».  Στη ΒΑ γωνία του ναού μια ακόμα μεγάλη, τοιχογραφημένη εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής περιβάλλεται με ξυλόγλυπτη κορνίζα με κορυφαία απόληξη ένα είδος κορώνας. Καθώς το κάτω μέρος τού χρυσαφένιου εδώ δισκοπότηρου κρυβόταν από άλλες μικρές κινητές εικόνες της Παναγίας τοποθετημένες από πιστούς, μου φαινόταν ωσάν η Παναγία να εδραζόταν πάνω σε ένα μισοφέγγαρο (φωτ.). Αν και δεν εκπλήσσομαι πλέον, δεν μπόρεσα να μην ταραχτώ από το γεγονός ότι απέναντι από αυτή την εικόνα, στη ΝΑ γωνία του ναού, δίπλα στο τέμπλο, είδα μια ανάλογου μεγέθους εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου  και Ελένης, όχι τοιχογραφημένη αλλά πλαισιωμένη με ξύλινη κορνίζα με τοιχογραφημένη ωστόσο τριγωνική απόληξη με αντωπούς έλικες και σταυρό στην κορυφή και με μεγάλο καντήλι να κρέμεται εμπρός της (φωτ.). Αυτή η τοιχογραφημένη απόληξη, με έκανε να αναρωτηθώ αν υπήρχε άλλη, ίσως η ίδια, τοιχογραφημένη εικόνα εκεί, που αντικαταστάθηκε από την ίδιου μεγέθους κινητή, κρεμαστή, ίσως λόγω φθοράς της (φωτ.). Και οι δύο αυτές εικόνες στις ΒΑ και ΝΑ γωνίες του ναού, ένθεν και ένθεν του τέμπλου και στο ίδιο μέγεθος με τις εικόνες του, όπως είχα δει και σε άλλα παραδείγματα, είναι προέκτασή του, σαν να ανήκουν ισότιμα σε αυτό. Οπότε δηλώνεται και εδώ ο σεβασμός και η ευλάβεια προς τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη ανάλογη με αυτή των εικόνων του τέμπλου και δη της «Ζωοδόχου Πηγής». ‘Ηταν ενδιαφέρον για μένα, μετά και την απεικόνιση της «νίκης του Χριστιανισμού επί των Εθνικών» στην εικόνα του τέμπλου και μετά από τόσους κατακτητές που πέρασαν από την Καρύταινα, να υπάρχει μέσα στον βυζαντινό κοιμητηριακό αυτό ναό, η μνήμη της Ελένης/Αγιαλένης, με βάση τα παραπάνω συμφραζόμενα της εικόνας και την «ανάγνωσή τους» από μένα με βάση την ερευνητική μου υπόθεση. Ο αρχαιοφύλακας δεν μου επέτρεψε να βγάλω άλλες φωτογραφίες και αφού περιεργάστηκα λίγο ακόμα το ναό, βγήκα ταραγμένη ακόμα από αυτή την έμμεση «επιφάνεια» της θεάς, αναμένοντας πλέον ότι σε αυτό το γεωγραφικό και ιστορικό κομβικό σημείο της Καρύταινας θα την «συναντούσα» και πάλι.

Ανηφορίσαμε με τον αρχαιοφύλακα με το αυτοκίνητο προς τον «Πάνω μαχαλά», στο ψηλότερο σημείο της κλιμακωτής Καρύταινας, όπου βρίσκεται και η είσοδος στο Φράγκικο κάστρο, το οποίο μοιάζει ωσάν κορώνα στην κεφαλή του οικισμού της Καρύταινας που απλώνεται κατηφορικά στις βορειοανατολικές πλαγιές του λόφου όπου είναι χτισμένη,  ενώ ο Αλφειός γλύφει ασταμάτητα και με βουή τα πόδια της. Σταθήκαμε στην πλατεία του ναού του Ευαγγελισμού, που είναι ο ενοριακός, αν και είναι νεότερος σχετικά με τους βυζαντινούς, χτισμένος στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αι.

Καρύταινα, ναός αγίου Νικολάου, η σταυροσειδής στέγη

Καρύταινα , 9/9/2003. Κοιμητηριακός Ναός αγίου Νικολάου 

Καρύταινα 9/9/2003, ναός αγίου Νικολάου. Δυτική  πλευρά,  με τους καβαλάρηδες αγίους Γεώργιο και Δημήτριο  τοιχογραφημένους ένθεν και ένθεν της πύλης προς τον πρόναο. Στο άκρο αριστερά εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. 




Καρύταινα, 9/9/2003. Ναός αγίου Νικολάου, βόρειος τοίχος. Η τοιχογραφημένη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης αριστερά της αφιερωματικής εικόνα του αγίου Νικολάου. 

Στη νοτιοδυτική άκρη της πλατείας, σε μια πιο χαμηλή αναβαθμίδα από αυτήν στην πλαγιά του λόφου και κοντά στην είσοδο του κάστρου, βρίσκεται ο μεταβυζαντινός (18ος αι.;) και κοιμητηριακός επίσης, ναός του αγίου Νικολάου. Ο ναός είναι επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος, περίφημος και για την κεραμοσκεπή  σταυροειδή  στέγη του, την οποία και είχα σε μια προηγούμενη επίσκεψή μου εκεί φωτογραφήσει και την θαύμαζα και τώρα. Τότε μάλιστα είχα σκεφτεί ότι οι κεραμοσκεπείς τρούλοι με αυτή τη διάταξη, μου έμοιαζαν ωσάν «τσετιά» φουστανελοφόρων «Γενίτσαρων» στο ομώνυμο Αποκριάτικο δρώμενο στα Λεχαινά, καθώς  επιτελούν  τη χορευτική φιγούρα «φούρλα» που απλώνει γύρω από τη μέση τους κυκλικά τη φουστανέλα!

Κατηφορίσαμε με τον φύλακα για το ναό, τον οποίο δεν είχα δει εσωτερικά στην προηγούμενη επίσκεψή μου με φίλους γιατί ήταν κλειδωμένος. Μπήκαμε από τη νότια είσοδο του ταφικού περίβολου στον αυλόγυρο του ναού, που τον σκιάζουν πανύψηλα κυπαρίσσια. Σε ανοιχτό ροζ εξωτερικά και αυτός ο ναός, ξεθωριασμένος. Μπήκαμε μέσα από τη νότια πόρτα στον ολοζωγράφιστο, μισοσκότεινο, μυστηριακό ναό, πανέμορφο. Οι τοιχογραφίες που καλύπτουν τους τοίχους, στις ψηλότερες επιφάνειές τους  είναι σε τόνους του κόκκινου ενώ αυτές στα χαμηλότερα  σε τόνους μπλε-πράσινου και συνθέτουν υπέροχη χρωματική αρμονία.  Όμως, παρόλο που ο ναός είναι ξακουστό και επισκέψιμο μνημείο, έβλεπα τις τοιχογραφημένες αγιογραφίες, ιδιαίτερα στο βόρειο τοίχο, να υποκύπτουν ασυντήρητες στη φθορά του χρόνου. Ο φύλακας  μου μίλησε πολύ πικραμένος για αυτή την εγκατάλειψη του ναού από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το τέμπλο ξύλινο, φθαρμένο, φέρει μόνο τις δεσποτικές εικόνες, φθαρμένες και αυτές από την υγρασία. Πάνω στο βόρειο τοίχο, ανατολικά και σε γωνία με το τέμπλο και με την αφιερωματική εικόνα του αγίου Νικολάου πάνω σε αυτό, υπάρχει μία ακόμα, τοιχογραφημένη ισομεγέθης εικόνα  του Αγίου, μέσα σε  ανάγλυφη, τοξωτή  κορνίζα, όπως ήταν και η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής στον ομώνυμο ναό της που είχα δει προηγουμένως.  Ακριβώς δίπλα σε αυτή την εικόνα του αγίου, στα αριστερά της, είναι τοιχογραφημένη μια ισομεγέθης εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, πολύ φθαρμένη και ξεθωριασμένη, θέση και μέγεθος που την έφερνε αναλογικά ισάξια με αυτήν του αγίου Νικολάου, επιβεβαιώνοντας όσα είχα σκεφτεί και για την εικόνα τους στο ναό της Ζωοδόχου πηγής. Πόσο μάλλον που εδώ, πάνω στο δυτικό τοίχο όπου και μια  θύρα εισόδου-εξόδου  προς τον πρόναο (με καγκελωτή πόρτα χωρίς τζάμι ώστε να αερίζεται κάπως ο κυρίως ναός, ως η μόνη προστασία των τοιχογραφιών, όπως μου είπε ο φύλακας), ένθεν και ένθεν από αυτήν, με περίμενε το «σημάδι» της. Εδώ, αντί  για τους συχνά ιστορούμενους φτερωτούς, «ως δίδυμους» Ταξιάρχες, είναι ιστορημένοι πάνω στον τοίχο, αντωπά, οι «ως δίδυμοι» επίσης  καβαλάρηδες άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος και στ’ αριστερά, πάνω στον ίδιο τοίχο, ιστορείται η μεγάλη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, για μία ακόμα φορά μέσα στον ίδιο ναό (φωτ.). Δηλαδή ο συνδυασμός δίδυμοι καβαλάρηδες συν Ελένη/Αγιαλένη, επιβεβαιώνοντας για μένα για μια φορά ακόμα αυτή την «τριαδική» εικονική και συμβολική  σχέση μέσα στους ναούς…. Τότε πήρε φόρα η σκέψη μου και άρχισα να αναρωτιέμαι και για το γυναικείο όνομα του οικισμού, το «Καρύταινα», μήπως έχει σχέση με το «Κυρά»[Ελένη]>Κυράταινα>Καρύταινα. Θυμήθηκα και ότι στο «Χρονικό του Μορέως» το γειτονικό στην Καρύταινα κάστρο της αρχαίας και μεσαιωνικής, Φράγκικης Θεισόας (από όπου υπάρχει και οπτική επαφή με την  Καρύταινα) ονομάζεται «κάστρο της κυρά-Έλενας» (Kyra-Elena) ή απλά «Της Κυράς» (βλ. σχετικά https://fiestaperpetua.blogspot.com/2020/03/blog-post.html), καθώς και ότι κάποιοι συσχετίζουν έτσι κι αλλιώς, υποθετικά, το όνομα Καρύταινα με το «κυρά».  Εκείνη τη στιγμή εγώ ήμουν σίγουρη πλέον για τη σχέση των δύο λέξεων. Δεν γνώριζα αν έχουν γίνει ανασκαφές μέσα στο κάστρο των Φράγκων από την αρχαιολογική υπηρεσία και τα τυχόν ευρήματα εκεί αλλά αναρωτιόμουν αν, αφού η πόλη είναι χτισμένη πάνω σε αρχαίο οικισμό, αν ήταν στο κάστρο και η αρχαία ακρόπολη αυτού του οικισμού εδώ και πόσο πίσω στο χρόνο πήγαιναν αυτά τα ευρήματα, ώστε να ενισχυθεί η διαχρονική παρουσία της θεάς εδώ… Χιλιοπαρακάλεσα τον φύλακα να μου επιτρέψει να φωτογραφίσω μόνον αυτές τις εικόνες, γιατί λόγω της γενικότερης φθοράς μέσα στο ναό, απαγορεύονται οι φωτογραφίσεις, όπως μου είπε. Με μεγάλη επιφύλαξη μου το επέτρεψε τελικά, αφού του είπα ότι δεν είμαι τουρίστας αλλά κρατική υπάλληλος-ερευνήτρια και εγώ και ότι  είναι πολύ σημαντικό για την έρευνά μου να τις φωτογραφίσω. 


Καρύταινα 1998. Μερική άποψη


Καρύταινα, μέσα δεκαετίας 1990. Αριστερά δρομάκι-στοά σκεπαστό και δεξιά ερειπωμένο σπίτι  (από την παλιότερη επίσκεψή μου)

Βγήκαμε από το ναό και ανεβήκαμε πάλι στην πλατεία. «Έχω και το κλειδί της εκκλησούλας της Παναγίτσας στη γέφυρα του Αλφειού», μου είπε ο φύλακας, «θέλεις να πάμε να την δεις;» και με απέσπασε από τις σκέψεις μου για την Ελένη/Αγιαλένη, ίσως για να με αποζημιώσει που δεν με άφηνε πριν να φωτογραφίσω.  «Βέβαια, ασφαλώς!» του είπα εγώ όλο χαρά, «σε ποια γιορτή της Παναγίας είναι αφιερωμένη;» «Στη Γέννηση της Παναγίας, τη γιορτάσαμε χθες», μου απάντησε και με άφησε άφωνη! Να τη λοιπόν η  Κυρα-Ελένη-Μάνα-και-Κόρη-Αγιάννα-Παναγία, σκέφτηκα εγώ ταραγμένη, να στοιχειώνει το γεφύρι και το ποτάμι «Της», τον Αλφειό, που είχα επισκεφθεί, ανύποπτη, και άλλες φορές αλλά το εκκλησάκι ήταν κλειδωμένο.  Ήθελα, αν ήταν τρόπος να κουτρουβαλιαστώ από εκεί πάνω για να φτάσω γρήγορα στο γεφύρι στα πόδια του οικισμού από τη λαχτάρα μου, όσο και για να προλάβω το φως του ήλιου για να δω και να φωτογραφίσω, γιατί πλησίαζε το σούρουπο πλέον.

Γέφυρα Αλφειού



Καρύταινα, Απρ. 2009, γέφυρες Αλφειού ποταμού. Πάνω η σύγχρονη γέφυρα και κάτω η πέτρινη φράγκικη. Ανάμεσα στις δύο γέφυρες, ο λόφος της Καρύταινας, εστεμμένος με το κάστρο. 


Καρύταινα, 9/9/2003. Πάνω και κάτω: η φράγκικη γέφυρα του Αλφειού ποταμού

Φτάσαμε με το αυτοκίνητο ως τα πελώρια, πέτρινα «πέδιλα» του αρχαίου αυτού πέτρινου γεφυριού με τις τρεις καμάρες μέσα στο ποτάμι, που έχτισαν οι Φράγκοι[10]. Ανάμεσα στις καμάρες του, έρρεε ορμητικός και βουερός ο Αλφειός, αφρίζοντας. Σκέφτηκα ότι ίσως είναι πάνω σε αρχαιότερο γεφύρι, δεδομένου του κομβικού σημείου όπου είναι χτισμένο, πέρασμα από την Αρκαδία στην Ηλεία και τ’ ανάπαλιν. Αν και το πέτρινο αυτό γεφύρι ήταν και τώρα βατό, για τους πεζούς τουλάχιστον, από πάνω του είναι χτισμένο το σύγχρονο τσιμεντένιο γεφύρι, που δεν καταφέρνει ευτυχώς να επισκιάσει την ομορφιά του παλιού, σαν τερατούργημα μπροστά στο «μαστορικό» Φράγκικο,  πάλι καλά που δεν το γκρέμισαν, σκέφτηκα. Σταθήκαμε λίγο και το θαύμαζα. Το μικροσκοπικό εκκλησάκι, χτισμένο με πέτρα ψηλά, πάνω στο κεντρικό, πλατύ πόδι στον κατάντη του ποταμού, είναι προσιτό με πέτρινη σκάλα. Ήταν λουσμένο στο φως του ήλιου που είχε τώρα χαμηλώσει καθώς πλησίαζε το σούρουπο, σαν να το φώτιζε προβολέας. 

Θαύμαζα για μια φορά ακόμα τη λαϊκή λατρευτική μνήμη που διαιωνίζοντας την πανάρχαια λατρεία «στοίχειωσε» εδώ στο ποτάμι την ιερή Μητέρα-και-κόρη, προχριστιανική Δήμητρα/Ελένη  και Περσεφόνη, χριστιανική αγία Άννα και Παναγία… Θυμήθηκα και την τοπική, αρκαδική παραλλαγή του τραγουδιού» «Της Άρτας το γεφύρι», όπως την καταγράφει ο Γορτύνιος Παπαζαφειρόπουλος στη «Συλλογή»[11] του,   όπου η γυναίκα του πρωτομάστορα που χτίζεται μαζί με το γεφύρι στο ποτάμι, έχει  όνομα Ελένη! Σε συνδυασμό με τη γειτονική «Αγιαλένη»-«Κυρά Έλενα» της Θεισόας, φρονούσα ότι η υποχθόνια Ελένη  στοιχειώνει και εδώ το ποτάμι[12]. Συλλογιζόμουν επίσης ότι το όνομα του ποταμού, «Αλφειός» μάλλον έχει σχέση με τη ρίζα αλφ-  όπως και τα «άλφιτα», τα δημητριακά από κριθάρι κυρίως, οπότε ποια άλλη, πλην της σιτο-κριθαρο θεάς, θα ήταν πιο κατάλληλη να το «στοιχειώσει», αμφίδρομα, δεδομένου και του προσωνύμιου της Παναγίας και ως «Μεσοσπορίτισσα»;

Καρύταινα Απρ. 2009. Το εκκλησάκι της "Παναγίτσας"  στο κεντρικό πόδι της  φράγκικης γέφυρας του Αλφειού ποταμού 


Καρύταινα 9/9/2003. Αριστερά το εκκλησάκι της "Παναγίτσας", αφιερωμένο στη Γέννηση της Παναγίας. Δεξιά η θέα προς τον ποταμό μέσα από την πόρτα της "Παναγίτσας" 

Εν τωμεταξύ ο αρχαιοφύλακας είχε ανεβεί τη στενή σκάλα  που φτάνει ως την πόρτα του λιλιπούτειου νασκου και την άνοιγε με το κλειδί του. Τον ακολούθησα κι εγώ, ταραγμένη από τις σκέψεις μου και προσεκτικά μη βρεθώ μέσα στο γεμάτο μεγάλες πέτρες εδώ ποτάμι, ανεβαίνοντας τη στενή, κάθετη σχεδόν σκάλα, ενθυμούμενη και την κατάρα της στοιχειωμένης στο τραγούδι, γυναίκας του πρωτομάστορα, Ελένης ή άλλης,  «ως τρέχουν τα ματάκια μου να τρέμει το γιοφύρι».... Ο νασκος ίσα-ίσα που χωρούσε και τους δυο μας να σταθούμε όρθιοι μέσα στο χωρίς έπιπλα, καθίσματα ή φορητές εικόνες εκκλησάκι.  Η στενότητα χώρου δεν εμπόδιζε να δω ότι είναι ολοζωγράφιστος με μεταβυζαντινές [;] τοιχογραφίες/αγιογραφίες, ξεθωριασμένες, σχεδόν αδιάκριτες αλλά είναι εκεί και πληρούν τον ιερό χώρο, παρά την έλλειψη επίπλωσης, ούτε τέμπλου. Λίγα φρέσκα ακόμα λουλούδια είχαν απομείνει από τη γιορτή και τη λειτουργία της προηγούμενης ημέρας, που δυστυχώς είχα χάσει. Ήταν ακουμπημένα πάνω σε μια από τις τρεις κόγχες που είναι χτισμένες μέσα στον ανατολικό τοίχο του (που είναι και τοίχος του γεφυριού), στρωμένες ακόμα πάνω στα πεζούλια τους  με λευκά κεντήματα από τη γιορτή, που υποκαθιστούν το τέμπλο στον στενό αυτό χώρο (φωτ.).  




Καρύταινα, 9/9/2003. Από πάνω προς τα κάτω: οι αγιογραφίες μέσα στο εκκλησάκι της "Παναγίτσας " στη φράγκικη γέφυρα του ποταμού Αλφειού

Ολοζωγράφιστες και οι τρεις αυτές κόγχες με αγιογραφίες που, αν και φθαρμένες επίσης, είναι κάπως πιο ευδιάκριτες από τις άλλες (φωτ.) Η αριστερή, βόρεια κόγχη επιτελώντας  τη λειτουργικότητα της  «πρόθεσης» στους ναούς,  φέρει την εικόνα του Χριστού μέσα σε δισκοπότηρο, παράσταση που αρχικά με παρέπεμψε σε εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής (φωτ.). Στην κεντρική κόγχη και αγία Τράπεζα συγχρόνως, είναι δυσδιάκριτη η εικόνα της Παναγίας ως «Πλατυτέρας», ένθρονης, να κρατάει με τα δυο της χέρια τον Χριστό, κατά πρόσωπο, στην αγκαλιά της (φωτ.). Η τρίτη κόγχη, στη ΝΑ γωνία, πολύ φθαρμένη, υπέθεσα ότι θα είναι η εικόνα της Γέννησης της Παναγίας, αφού ο νασκος είναι αφιερωμένος σε αυτή τη γιορτή (φωτ.). Οι υπόλοιπες αγιογραφίες είναι πολύ φθαρμένες για να μπορώ να διακρίνω τι εικονίζουν, αν ίσως και τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, όπως είχα δει στις εκκλησίες της Καρύταινας που στέφει το λόφο πάνω από το γεφύρι. Πάντως ή τόση επιμέλεια και ο πλούτος της εικονογράφησης μέσα στον τόσο μικρό αυτό ναό, δηλώνει τη μεγάλη πίστη και την ευσέβεια των κατοίκων της Καρύταινας και όλης της ευρύτερης, γειτονικής  περιοχής της Γορτυνίας προς τις  Μητέρα-και-Κόρη και την αγία Άννα και την Παναγία  που στοιχειώνουν χριστιανικά το γεφύρι,  αλλά και τον φόβο για τη στερεότητά του και το θαυμασμό για το δύσκολο και περίτεχνο της κατασκευής του, καθώς σε αυτό το σημείο ο ποταμός μπαίνει από τον κάμπο της Μεγαλόπολης βουερός μέσα στο βουνό όπου έχει σκάψει στενό πέρασμα ανά τους αιώνες στον «ποδόγυρο» της Καρύταινας για να συνεχίσει την πορεία του Δυτικά, μέσω της Ηλείας προς το Ιόνιο Πέλαγος –και αφού «ρουφήξει» (εξού και «Ρουφιάς») κι άλλα ποτάμια στο δρόμο του,  κατά το μύθο της Αρέθουσας φτάνοντας και ως τις Συρακούσες της Σικελίας[13]

Ευχαρίστησα θερμά τον αρχαιοφύλακα και αφού τον ανέβασα στο σπίτι του, έφυγα γρήγορα με κατεύθυνση τη Στεμνίτσα  να προλάβω πριν νυχτώσει.

Στεμνίτσα

Στην όμορφη, πετροχτισμένη Στεμνίτσα, έκανα μια στάση στην πλατεία μόνο για να ρωτήσω αν υπάρχει ναός αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, ώστε να τον εντάξω στο πρόγραμμα άλλης ημέρας από τις λίγες που μου είχαν απομείνει πλέον για την έρευνα, αφού σκοτείνιαζε και δεν θα προλάβαινα.


Στεμνίτσα, 9/9/2003. Το ξωκκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην κορυφή του λόφου (βλ. βέλος) από την πλατεία. 

Ρώτησα έναν ηλικιωμένο άνδρα που καθόταν στην πλατεία  αν γνωρίζει σχετικά με κάποιο ναό αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στο χωριό. Εκείνος σηκώθηκε, ύψωσε το χέρι του προς τον πετρώδη λόφο που υψώνεται απότομα στα ΒΑ της πλατείας και μου είπε: «Βλέπεις εκείνο το γυμνό βράχο που προεξέχει κοντά στην κορφή; Εκεί το λέμε «Αγιοκωστα[ντίνο» [και Ελένη] αλλά έχει μόνο πέτρες, ερείπια, ούτε μπορείς να ανεβείς εκεί απάνω, εξάλλου δεν έχει τίποτα να δεις». Εγώ βέβαια σκέφτηκα ότι αν κατάφερνα να πάω μάλλον θα είχα να δω πολλά, οπότε αποφάσισα να επανέλθω την επομένη για να βρω τρόπο να φτάσω ως εκεί, αν γινόταν, γιατί έβλεπα βραχώδη και πολύ απότομη την πλαγιά, ούτε δρόμος φαινόταν βέβαια, αλλά δεν μπορεί, κάποιος τρόπος θα υπήρχε, αφού κάποτε ήταν εκεί ναός…

Τον ευχαρίστησα και ξεκίνησα για τη Βυτίνα, νύχτα πλέον.

 

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2003

Το πλάνο που είχα καταστρώσει αποβραδίς για σήμερα περιλάμβανε τα χωριά νότια και ανατολικά του χωριού Καρκαλού μέχρι τη Στεμνίτσα συμπεριλαμβανομένων των αρχαιολογικών χώρων και των μοναστηριών, που είναι αρκετά στην περιοχή αυτή.

Καρκαλού

Την Καρκαλού είχα επισκευθεί μια εικοσαετία περίπου πριν, το 1981, κατά την επιτόπια έρευνά μου τότε στα Λαγκάδια με ευρύτερο εθνογραφικό αντικείμενο και σε άλλους οικισμούς της Γορτυνίας και θυμόμουν ότι είχα τότε φωτογραφίσει τον εν ενεργεία τότε νερόμυλο εκεί[14].

Έφτασα νωρίς και στάθμευσα δίπλα στον καινούργιο σχετικά ναό του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης] που είναι και ο ενοριακός του χωριού. Όπως γνώριζα από αυτή, την προηγούμενη εθνογραφική μου έρευνα, η Καρκαλού έχει συγκροτηθεί ως οικισμός από τα πρώην «καλύβια» των κολλήγων, των «σέμπρων», όπως τους ονόμαζαν εδώ, των μεγαλοκτηματιών της Δημητσάνας οι οποίοι είχαν εδώ τα ποτιστικά, από τον Λούσιο ποταμό, χωράφια τους με αραποσίτια αλλά και σιτάρια (όπως είχαν και οι Λαγκαδινοί στο διπλανό χωριό  Σέρβου), εξού και ο νερόμυλος που είχα προλάβει τότε. Η ύπαρξη καλλιέργειας σιτηρών και του μύλου, δικαιολογούσε τώρα για μένα την αφιέρωση στους δύο Αγίους του ναού και υποψιαζόμουν ότι στη θέση του σημερινού θα προϋπήρχε κάποιο εκκλησάκι ή ερείπιο με την ίδια αφιέρωση που  ξαναχτίστηκε μεγαλύτερο ως ενοριακός ναός της Καρκαλούς ως  χωριού, και δη κομβικού συγκοινωνιακά, πλέον.

Με προβλημάτιζε το κάπως περίεργο για μένα, όνομα του χωριού, «Καρκαλού», το οποίο είχα συναντήσει ως τοπωνύμιο και στο χωριό Φανάρι της Ανδρίτσαινας, στην γειτονική Ηλεία,  πολύ κοντά στην αρχαία Αλίφειρα, με την «Αγιαλένη» πάνω στην ακρόπολή της[15].  Εκεί αφορά ένα ξωκλήσι της Παναγίας κοντά στους εκεί πολλούς νερόμυλους και τα σιτάρια, αφιερωμένο στην Κοίμηση, την ονομαζόμενη  «Παναγία Καρκαλού», το οποίο έχει και μια πηγή νερού  που αναβλύζει από το νότιο τοίχο της. Άρα το «Καρκαλού» ως κατηγορηματικός προσδιορισμός, αποδίδει από τους πιστούς  κάποιες ιδιότητες ή χαρακτηριστικά στην μορφή της Παναγίας εκεί, σε αυτό τι τοπικό πλαίσιο. Με είχε απασχολήσει  σε εκείνη την εθνογραφική έρευνά μου κατά το 1998, το όνομα Καρκαλού. Αν είναι σύνθετο από την τούρκικη λέξη καρα- που σημαινει μαύρος/η/ο, συν το ελληνικό επίθετο καλός/ή/ό, εδώ με κατάληξη –ού,  που συναντάται σε τοπωνύμια της ευρύτερης περιοχής (π.χ. χωριό Ξηρού αλλά και ως ουσιαστικό περιεκτικό, π.χ, κοκαλού=οστεοφυλάκιο). Οπότε θα μπορούσε,  αν το    Καρακαλού=Μαύρη Καλή, να σημαίνει «ο τόπος της Μαύρης Καλής». Δεδομένης δε της αφιέρωσης της μικρής εκκλησίας στην Κοίμηση, ο τόπος της ιερής υποχθόνιας «Μαύρης» κοιμώμενης, δεδομένης και της απεικόνισης της Παναγίας ως «μαύρης» στις παμπάλαιες εικόνες της.  Άρα, σκεφτόμουν τώρα, μήπως και εδώ στο ομώνυμο χωριό, το τοπωνύμιο Καρκαλού δηλώνει αναφορά σε κάποια ανάλογη γυναικεία ιερή μορφή; Μήπως υπήρχε αντίστοιχο εκκλησάκι που δεν γνώριζα ακόμα;


Καρκαλού Γορτυνίας, 10/9/2003. Πάνω και κάτω: ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και ΅Ελένης. Εξωτερική και εσωτερική όψεις.  

Καθώς σκεφτόμουν τα παραπάνω, είδα έναν νέο άνδρα έξω από τον περίβολο του ναού του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] και τον πλησίασα και τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος, ιερέας, επίτροπος  ή άλλος να μου ανοίξει την εκκλησία. «Εγώ είμαι ο επίτροπος», μου απάντησε και πήγαμε μαζί στην είσοδο του ναού, αφού του εξήγησα ποια είμαι και τι θέλω. Μπαίνοντας διαπίστωσα ότι ο ναός είναι όντως σχετικά καινούργιος αλλά ο επίτροπος με βεβαίωσε ότι στη θέση του υπήρχε πριν ένα μικρό εκκλησάκι με την ίδια αφιέρωση, όπως είχα ορθά υποθέσει. Τον ρώτησα για το όνομα του χωριού Καρκαλού και με πληροφόρησε ότι όλη αυτή η εύφορη, πεδινή και ποτιζόμενη περιοχή ανάμεσα στα βουνά ανήκαν στην παλαιά Δημητσανίτικη οικογένεια των μεγαλοκτηματιών Καρακάλλων, από την οποία είχαν βγει και Πατριάρχες και είχε πάρει από αυτούς το όνομα. Παρ’ όλ’ αυτά, δεδομένου του ονόματος της Παναγίας «Καρκαλού» στο Φανάρι, σκεφτόμουν ότι μάλλον πρέπει να έχει συμβεί το αντίθετο, οι Καρακάλλοι να έχουν πάρει το όνομά τους από την περιοχή, την ονομαζόμενη φαίνεται από πολύ παλιά Καρκαλού. Δεν είπα τη σκέψη μου στον επίτροπο αλλά τον ρώτησα αν υπήρχε εκεί στην περιοχή κάποιο παλιό εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία. Μου είπε ότι δεν υπάρχει, εκτός από ένα καινούργιο που είχε χτίσει ο ίδιος πριν δύο χρόνια. Απογοητεύτηκα και αναρωτιόμουν ποια άραγε «Καρκαλού» να αφορούσε εδώ το τοπωνύμιο; Μήπως προσπαθούσα να προσαρμόσω τα δεδομένα στην θεωρία μου; Αν δεν υπήρχε το όνομα και δη ως προσδιορισμός της Παναγίας και αλλού, δεν θα είχα αμφιβολία για το όνομα της οικογένειας αλλά αφού υπάρχει;

Καρκαλού Γορτυνίας, 10/9/2003. Ναός Κοίμησης, "Παναγίτσα". 

Ο επίτροπος  επέμενε να μου δείξει και το καμάρι του, τη μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην κοίμηση της Παναγίας που, όπως μου έλεγε, είχε χτίσει με δικά του, ως επί το πλείστον, χρήματα και σε οικογενειακό του οικόπεδο, πάνω σε ένα λοφίσκο νοτιοανατολικά από την εκκλησία του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης]. Αν και λειτουργείται, δεν είχε ακόμα εγκαινιαστεί επίσημα από τον Δεσπότη και περίμενε να γίνει σύντομα και αυτό. Δίπλα στο εκκλησάκι έχει χτίσει και ένα είδος εντευκτήριου όπου κυρίως διαμένει και ο ίδιος, όπως μου είπε, γιατί το να μένει δίπλα στο εκκλησάκι της Παναγίας τον ηρεμεί και τον βοηθάει να αντιμετωπίσει τη ζωή του.

Καθώς ανηφορίζαμε προς το εκκλησάκι του, είδα μια ταμπέλα της αρχαιολογικής υπηρεσίας που έγραφε «Θεισόα» και ταράχτηκα, καθώς θυμήθηκα τον όχι μακρινό από εκεί αρχαιολογικό χώρο της  Θεισόας της Ηλείας, όπου είχα εντοπίσει την «Αγιαλένη»[16]. Έδειξα την ταμπέλα στον συνοδοιπόρο μου και τον ρώτησα που βρίσκεται αυτή η Θεισόα. «Να, εκεί, πίσω από αυτά τα δέντρα», μου είπε, «εμείς εκεί το λέμε «Παναΐτσα» αλλά δεν υπάρχει εκεί εκκλησία, γι’ αυτό έχτισα κι εγώ την εκκλησία, αφού το λέμε  «Πανατσα», να υπάρχει και η εκκλησία της». Κόκαλο, εγώ! Να τη η «Καρκαλού», σκέφτηκα και μάλιστα δίπλα στην αγία Ελένη, δηλαδή στον, ενοριακό τώρα, ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ή μάλλον στο παλιό εκκλησάκι που ήταν στη θέση του. Και ενώ ο επίτροπος μου έδειχνε το εκκλησάκι του, σκεφτόμουν ότι  κατά ένα τρόπο ο ίδιος, εν αγνοία του, έχει «αναστήσει» την πανάρχαια ιερή μορφή της «Κοιμωμένης» «Πανατσας» Καρκαλούς, στην αρχαία Θεισόα, τόσο κοντά στην ηλειακή Θεισόα  με την «Κυρά-Έλενα»/Αγιαλένη. Το Κυρά-Έλενα  της άλλης Θεισόας με έκανε να σκεφτώ  πιο σίγουρα τώρα μήπως το πρώτο συνθετικό της Καρκαλούς δεν είναι  το τούρκικο καρά- (χωρίς να το θεωρώ απίθανο) αλλά να είναι παραφθορά της λέξης κυρά, συχνό προσωνύμιο και της Παναγίας, οπότε το Καρκαλού=κυρά Καλή όπως ονομάζονται συχνά ιερές δαιμονικές μορφές, π.χ. νεράιδες. Μήπως εδώ, στον αρχαιολογικό χώρο,  έχουμε μια τέτοιου είδους πανάρχαια θηλυκή ιερή μορφή σε συσχετισμό με δημητριακά μεταμφιεσμένη χριστιανικά μέσω της Παναγίας, όπως γίνεται τόσο συχνά, και δη την Ελένη/Αγιαλένη δεδομένου του γειτονικού ενοριακού ναού; 

Δημητσάνα

Ευχαρίστησα θερμά τον επίτροπο για την, εν αγνοία του, τόσο αποκαλυπτική για μένα ξενάγηση  και έφυγα, ταραγμένη ακόμα από τα «σημάδια» της θεάς και εδώ, για την πανέμορφη αρχόντισσα κωμόπολη  της περιοχής, την  Δημητσάνα. Αναρωτιόμουν αν μετά την Καρκαλού, κάποιο «σημάδι» της Ελένης/Αγιαλένης υπολάνθανε και στη Δημητσάνα, δεδομένου και του ότι η πόλη ταυτίζεται αρχαιολογικά με την αρχαία πόλη Τεύθιδα αλλά και λόγω του Δημη- (Δήμη-τρα) του ονόματός της, ίσως κάτ' εμέ.  





Δημητσάνα Γορτυνίας. Από πάνω προς τα κάτω: όψεις, καλντερίμια και σπίτια της Δημητσάνας  όπου συμμετείχα προσκεκλημένη στη διεξαγωγή του 1ου Θερινού Σχολείου "Ο αγροτικός χώρος ως πολιτιστική κληρονομιά", τον Ιούλιο του 2018 (βλ. φωτ.)

Άφησα το αυτοκίνητο σε έναν χώρο παρκαρίσματος στην είσοδο της πόλης και ανηφόρισα πεζή  προς το κέντρο. Σε ένα καφενείο ρώτησα κάποιους ηλικιωμένους αν υπάρχει μέσα στην πόλη ή στα περίχωρα εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, καθώς γνώριζα ήδη ότι ο ενοριακός είναι αφιερωμένος στην αγία Αικατερίνη, πολιούχο του οικισμού. Η απάντηση ήταν, προς λύπην μου, αρνητική. Είχα βεβαίως συστηθεί ως λαογράφος και  μου είπαν στη συνέχεια «αφού σε ενδιαφέρει η λαογραφία, να πας να μιλήσεις με αυτόν εκεί τον γέρο, αυτός θα σου τα πει». Πλησίασα τον γέροντα που μου υπέδειξαν καθισμένο στο απέναντι καφενείο ακουμπισμένος σε μια μαγκούρα. Συστήθηκα, ποια είμαι κ.λπ. και πιάσαμε κουβέντα. Ο γέροντας αποδείχθηκε στη συνέχεια εξαιρετικός, γλαφυρός  αφηγητής, γνώστης πολυεπίπεδα (ιστορία, κοινωνικό και αγροτικό βίο κ.λπ.) της πόλης και μου επέτρεψε να τον καταγράφω στο μαγνητόφωνο.  Τα ζητούμενα για  το κύριο θέμα της έρευνάς μου, τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη/Αγιαλένη  άμεσα και έμμεσα, ήταν πολλά αλλά το πιο σημαντικό για μένα ήταν ότι  ο δεύτερος μεγάλος ναός της Δημητσάνας, ο «άγιος Χαράλαμπος», ήταν κανονικά πριν αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη αλλά αφιερώθηκε και μετωνομάστηκε σε  άγιο Χαράλαμπο όταν έσωσε την πόλη από την πανούκλα. «Εξακολουθεί όμως», συμπλήρωσε, «να είναι αφιερωμένος και σε αυτούς τους αγίους και μάλιστα είναι τρισυπόστατος: του αγίου Χαραλάμπους, των Εισοδίων της Παναγίας και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στη μνήμη των οποίων, στις 21 Μάη,  πανηγυρίζει ο ναός». Πώς να μην ταραχτώ;


Δημητσάνα, 10/9/2003. Πάνω ο τρισυπόστατος ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Εισοδίων της Θεοτόκου και αγίου Χαραλάμπους. Κάτω η ενεπίγραφη πλάκα στο υπέρθυρο της νότιας πύλης όπου σημειώνονται οι αφιερώσεις του ναού.

Κατόπιν αυτών ανηφορίσαμε μαζί κουβεντιάζοντας, εγώ με το μαγνητόφωνο στο χέρι ανοιχτό, προς τον ναό του αγίου Χαραλάμπους. Τον βρήκαμε κλειστό αλλά ο γέροντας μου έδειξε μια μαρμάρινη πλάκα πάνω από τη νότια πόρτα του ναού, με επιγραφή που επιβεβαίωνε τα λόγια του σχετικά με την αφιέρωση του ναού και στους αγίους Κωνσταμτίνο και Ελένη (φωτ.). Κάτω από το στηθαίο του περίβολου της πετρόχτιστης, μεγάλης  εκκλησίας ανοίγεται το φαράγγι του Λούσιου ποταμού και στο βάθος του αχνοφαίνονταν οι κορυφές του όρους Λύκαιο. Εκείνο όμως,  που ήταν βεβαίως και αναμενόμενο για μένα, λόγω της ίδρυσης σε αυτό το σημείο ναού αφιερωμένου μεταξύ των άλλων και στην αγία Ελένη όσο και στη «Μεσοσπορίτισσα» Παναγία, που έχουν σχέση με τα σιτηρά, είναι το ότι από το στηθαίο του ναού ως κάτω στο Λούσιο, στις  πλαγιές απλώνονταν κλιμακωτά ζωνάρια με παλιές σιταροπεζούλες και σκεφτόμουν ότι δεν αποκλείεται εκεί κοντά στο ναό να προϋπήρχε και κάποιο αλώνι, λόγω του ύψους και του περίβλεπτου του σημείου αλλά ο γέροντας δεν το επιβεβαίωσε. Το «σημάδι» της ωστόσο μου το είχε δώσει η θεά και στη Δημητσάνα! Ρώτησα πώς μπορούσα να μπω να δω το ναό εσωτερικά και ο γέροντας μου είπε ότι επειδή ο ναός είναι μητροπολιτικός, έπρεπε να πάω στη Μητρόπολη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως που έχει τη θερινή έδρα της στη Δημητσάνα και να ζητήσω άδεια και το κλειδί ή κάποιον να μου ανοίξει.

Εν τω μεταξύ, ο ίδιος ήταν ανεξάντλητος συνομιλητής, μιλούσε, μιλούσε, καθώς είχε και λαίμαργη για πληροφορίες ακροάτρια, ενθυμούμενος πολλά, όλα σημαντικά.  Ενδιαφέροντα, έμμεσα, ως προς το δικό μου κύριο ζητούμενο, ήταν όσα μου είπε και για την κοντινή εκεί μονή Αιμυαλών, που κρέμεται ωσάν κολλημένη πάνω στον κάθετο βράχο, πάνω από το φαράγγι του Λούσιου. Κατ΄αρχήν ότι το σπηλαιώδες καθολικό της είναι αφιερωμένο στη Γέννηση της Παναγίας, δηλαδή σε ιερές Μάνα-και-Κόρη, όπως τόσες άλλες εκκλησίες στην ευρύτερη περιοχή που είχα ήδη εντοπίσει. Μετά, το ότι ο απόκρημνος αυτός τόπος όπου βρίσκεται η μονή, τοπικά λέγεται «Κλινίτσα». Κάνοντας ίσως ετυμολογικές υπερβάσεις σκέφτηκα αρχικά ότι ίσως  το όνομα προέρχεται από την επικλινή θέση της μονής , κάτι σαν τόπος «κεκλιμένος», γερτός. Όμως, δεδομένων και των υπόλοιπων «σημαδιών» της Ελένης /Αγιαλένης στην περιοχή και μέσα στην ίδια τη Δημητσάνα, όσο και την αφιέρωση στη Γέννηση της Παναγίας, αναρωτήθηκα  μήπως έχουμε το όνομα Fελενίτσα>Κελενίτσα>Κλινίτσα[17], συνώνυμο ίσως και της μονής  Κερνίτσας  που με είχε ήδη προβληματίσει, αυτά αστήρικτα γλωσσικά εκείνη τη στιγμή, χωρίς περαιτέρω έρευνα σχετικά. Μου μίλησε και για το περίφημο όσο και φοβερό «κούτσουρο» στη μονή, ένα είδος γκιλοτίνας (όπως συμπέρανα από την περιγραφή του, βλ. φωτ.), πάνω στο οποίο  ακινητοποιούσαν τους «τρελούς», τους ψυχικά πάσχοντες, μέχρι να τους θεραπεύσει η Παναγία, εξού και το λαϊκό όνομα της μονής «Αιμυαλού», κατά τον συνομιλητή μου.  Κατηγορηματικός προσδιορισμός της Παναγίας, σκέφτηκα εγώ, αυτή  που «βάζει μυαλό» στους πάσχοντες δηλαδή, με  την τοπική κατάληξη του θηλυκού σε  ού όπως και στην Καρκαλού  και τα όσα είχα υποθέσει σχετικά εκεί, συνδυαστικά. Η λέξη «αιμυαλού», ωατόσο, πέραν από τις πνευματικές ιαματικές ιδιότητες της Παναγίας κατά τους πιστούς, παραπέμπει και σε παγανιστικές «νεραϊδικές» ιδιότητες (οι νεράιδες «παίρνουν το μυαλό», καθιστώντας  τους ωραίους άνδρες «νεραϊδοπαρμένους») δαιμονικών, «απόξω» γυναικών, κάτι που με οδηγούσε, συνδυαστικά και με το αγιωνύμιο/ιερωνύμιο  [;]  «Κλινίτσα» σε τόπο με προχριστιανική ιερή σημασία και σχετικό ιερό, ίσως, εκεί. Ο γέροντας μου είπε επίσης ότι το «κούτσουρο» και η «θεραπευτική» χρήση του στη μονή αποτελεί κοινό μυστικό τοπικά και ότι δεν ομολογείται, ούτε γράφεται ότι υπήρχε στη μονή, παλαιότερα φυσικά, όχι σήμερα, τέτοιο είδος θεραπείας.


Κάτι παρόμοιο με αυτό  ήταν μάλλον το "κούτσουρο" όπου κρατούνταν προς "θεραπεία" οι πνευματικά πάσχοντες, στη Μονή Αιμυαλών (η φωτ. από ανάρτηση του Chrysostomos Fountoulis στο fb, την 1.2.2024).

Επειδή είχε ανάψει το θερμοσίφωνα για να κάνει μπάνιο, όπως μου είπε ο συνομιλητής μου, ζήτησε συγγνώμη γιατί έπρεπε να με αφήσει πια. Ωστόσο με προσκάλεσε, αφού τελειώσω την επίσκεψη στους ναούς να πάω στο σπίτι του να φάμε, είχαν γεμιστά, και να συνεχίσουμε και τη συνομιλία μας εκεί μετά το φαγητό[18].  Τον ευχαρίστησα όσο πιο θερμά μπορούσα για την πολύτιμη ξενάγησή του και την κουβέντα μας αλλά δεν του το υποσχέθηκα, δυστυχώς, γιατί όχι μόνο δεν γνώριζα πότε θα μπορούσα να δω τις εκκλησίες στη Δημητσάνα αλλά  και η πρόσβαση στις μονές που ήθελα να δω δεν ήταν απλή καθώς έχουν και ωράριο για τους επισκέπτες, όσο και γιατί το πρόγραμμα περιήγησης στην περιοχή εκείνη την ημέρα είχε πολλά χιλιόμετρα ακόμα…  Κατηφορίσαμε μαζί προς την πλατεία, εγώ για να πάω στα γραφεία της Μητρόπολης, εκείνος για το σπίτι του, επιμένοντας ότι θα με περίμενε για φαγητό.

Στα γραφεία της Μητρόπολης εργαζόντουσαν αρκετοί ιερείς ως υπάλληλοι-γραφιάδες αλλά περίμεναν και κάποιοι λαϊκοί για υποθέσεις τους με τη Μητρόπολη. Όταν ήλθε η σειρά μου συστήθηκα και είπα το αίτημά μου, περιμένοντας στη συνέχεια να ευκαιρήσει κάποιος να με εξυπηρετήσει. Καθώς περίμενα, μπήκαν δύο Ρομά και είπαν απευθυνόμενοι σε έναν από τους ιερείς που μου φάνηκε ότι είχε κάποια ανώτερη θέση εκεί, ότι είχαν ολοκληρώσει το «γάνωμα» των «χαλκωμάτων» (αγγείων οικιακής χρήσης από χαλκό επενδυμένα με κασσίτερο, δουλειά  που έκαναν χειροποίητα πλανώμενοι Ρομά) και ήθελαν τη συμφωνημένη πληρωμή τους, όπως και έγινε. Τελικά, καθώς δεν ευκαιρούσαν και εγώ έχανα πολύτιμο χρόνο, όπως τους ανέφερα, έδωσαν το κλειδί σε ένα παιδί που φαίνεται έκανε «θελήματα» στα γραφεία και του ανέθεσαν να με συνοδεύσει.

Δημητσάνα, 10/9/2003. Τρισυπόστατος, μητροπολιτικός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Εισοδίων της Θεοτόκου και αγίου Χαραλάμπους. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο



Δημητσάνα, 10/9/2003.Τρισυπόστατος, μητροπολιτικός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Εισοδίων της Θεοτόκου και αγίου Χαραλάμπους. Οι εικόνες όπου είναι αφιερωμένος ο ναός, πάνω στο τέμπλο.  


Φτάσαμε στον μεγαλοπρεπή, τρισυπόστατο  ναό των αγίων Χαραλάμπους-Κωνσταντίνου και Ελένης-Παναγίας Μεσοσπορίτισσας και μου άνοιξε την πόρτα. Όπως στην εξωτερική όψη του, έτσι και στο εσωτερικό του ο ναός δικαιώνει τον ορισμό του ως «μητροπολιτικός» όσο και τη λατρευτική σημασία των τιμώμενων εδώ προσώπων για τους ντόπιους. Με νεοκλασικά στοιχεία στους κίονες τους τοίχους, έχει πανέμορφο  ξυλόγλυπτο τέμπλο, με επίχρυσες ανάγλυφες λεπτομέρειες, σε γαλάζιο φόντο. Εκτός από τις απαραίτητες δεσποτικές εικόνες, το τέμπλο φέρει και τις  αφιερωματικές:  την τυπική εικόνα  των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης δεξιά στη ΝΑ γωνία, του αγίου Χαραλάμπους και των Εισοδίων της Παναγίας αριστερά, προς τον βόρειο τοίχο του ναού. Η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επαναλαμβάνεται και στο πάνω μέρος του τέμπλου,  στο διάζωμα με το Δωδεκάοτρο, δίπλα σε αυτήν των «ως δίδυμων» αγίων Αποστόλων.

Φύγαμε από το ναό και αφού ευχαρίστησα το παιδί με κάποιο φιλοδώρημα, κατέβηκα στην αγορά για να βρω τον επίτροπο του ενοριακού ναού της αγίας Αικατερίνης  (αγανακτώντας για μια φορά ακόμα με τους κλειδαμπαρωμένους ναούς,  ακόμα και σε οικισμούς με γραφεία της Μητρόπολης και τους μισθωτούς από το Δημόσιο παπάδες απόντες). Στο καφενείο που ρώτησα, μου έδωσαν ως οδηγό για να βρω το σπίτι του επιτρόπου έναν αρκετά μεγάλο στην ηλικία άνδρα με κάποια προβλήματα νοητικής υστέρησης, όπως αντιλήφθηκα από την συμπεριφορά του όσο και από την αντιμετώπισή του από τους άλλους («ο τρελός του χωριού»). Ξεκινήσαμε μαζί ανηφορίζοντας ένα  από τα πέτρινα, διατηρημένα  καλντερίμια  του οικισμού (εκείνος καμαρωτός και χαρούμενος που του είχε ανατεθεί  τέτοια αποστολή), στο τέρμα του οποίου βρίσκεται το σπίτι του επιτρόπου.  Ο επίτροπος πρόθυμος, ήλθε μαζί μας στο ναό, ο οποίος εξωτερικά μοιάζει αρχιτεκτονικά με τους άη-Γιώργηδες της Λάστας και του Βαλτεσινίκου με τον πολυγωνικό τρούλο, όπως διαπίστωνα. Στη μικρή πετροστρωμένη πλατεία εμπρός από το ναό στέκει το άγαλμα του μάρτυρα, Δημητσανίτη Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄  και απέναντι το παλιό Ειρηνοδικείο. Θυμήθηκα τη λύπη μου όταν είχα επισκεφθεί τη Δημητσάνα το 1981 κατά την τότε επιτόπια έρευνά μου στην περιοχή, το πεταμένο έξω, πάνω στις πέτρες φύρδην-μίγδην αρχείο  του ανακαινιζόμενου κτιρίου του Ειρηνοδικείου που φαίνεται είχε πάψει να λειτουργεί και τα έγγραφα  θεωρήθηκαν άχρηστα τότε, για πέταμα.



Δημητσάνα, 10/9/2003. Πάνω και κάτω: ενοριακός ναός της αγίας Αικατερίνης, εξωτερικά και εσωτερικά. 

Το εσωτερικό του ναού, απέριττο σε σχέση με τον προηγούμενο του αγίου Χαραλάμπους, δεν περιείχε «σημάδια» της Ελένης /Αγιαλένης, εκτός από μια μεγάλη εικόνα της «Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού» (που ως γνωστόν θρυλείται ότι «ανακάλυψε» η αγία Ελένη) πάνω στο τέμπλο στη ΝΑ γωνία  του και τους «ως δίδυμους» καβαλάρηδες αγίους Γεώργιο και Δημήτριο αντωπά στις δύο, ΒΑ και ΝΑ, γωνίες του.

 

Η μονή Αιμυαλούς στην κορυφή του βράχου (βέλος) από τη βάση του φαραγγιού του Λούσιου ποταμού. 10/9/2003.

Μονή Αιμυαλούς (Αιμυαλών), 

βλ.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AE_%CE%91%CE%B9%CE%BC%CF%85%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD

Ευχαρίστησα τον επίτροπο όσο και τον συνοδό μου με φιλοδώρημα (ο επίτροπος του απαγόρευσε να το ξοδέψει σε μπύρες, για να μην μεθύσει) και έφυγα για τη μονή της Αιμυαλούς, έχοντας κατά νου και όσα μου είχε πει ο γέροντας, πρώτος ξεναγός μου στη Δημητσάνα.  Προσπέρασα το υπέροχο και τόσο σημαντικό Μουσείο Υδροκίνησης λίγο έξω από την πόλη γιατί το είχα ήδη επισκεφθεί 2-3 φορές και δεν είχα χρόνο να το ξαναεπισκεφθώ, αν και δεν αρκούν όσες φορές και αν το δει κανείς. 


ΜΟΝΉ Αιμυαλούς, Γορτυνία, 10/9/2003.Πάνω και κάτω:  Είσοδοι της Μονής. 

Έφτασα  ψηλά, στην είσοδο του στενού πυργωτού  περίβολου της μονής που ήταν ακόμα στολισμένος με άνθη και κλαδιά από την μόλις προχθεσινή  γιορτή της Γέννησης της Παναγίας που πανηγυρίζει, λόγω της αφιέρωσης του καθολικού σε αυτήν. Πίσω από την πόρτα της εισόδου ξεκινάει ένα κατηφορικό, στενό και στριφογυριστό καλντερίμι σκαμμένο σύριζα στον κοκκινωπό, κάθετο βράχο. Το ακολούθησα και σε λίγο είδα την κυρίως μονή γαντζωμένη πάνω στον ίδιο αυτό βράχο να κρέμεται πάνω από το υποβλητικό χάος του φαραγγιού του Λούσιου ποταμού, ο οποίος λίγο μετά την άκρη της χαράδρας, χύνεται στον Αλφειό. Δεν μπόρεσα να μην συλλογιστώ ότι και το γεφύρι του ίδιου του Αλφειού στην Καρύταινα, όχι πολύ μακριά από τη συμβολή του Λούσιου με αυτόν, είναι «χτισμένη» και πάλι η ιερή Μητέρα-και-Κόρη στο μικροσκοπικό εκκλησάκι της, τυχαία, άραγε; Για μένα αυτές οι σκέψεις καθιστούσαν πολύ πιθανό να είχα δίκιο για όσα αναφέρω πιο πάνω σχετικά με το τοπωνύμιο «Κλινίτσα», ως συγγενικό του «Ελένη», με  την κριθαρο-σιτο-θεά να διαφεντεύει και να προστατεύει το φαράγγι από ψηλά, από το χριστιανικό τώρα,  μοναστηριακό ιερό της.   Μπήκα στον εσωτερικό περίβολο. Στη ρίζα ενός σκιερού, πανύψηλου πλάτανου καθόντουσαν οι δύο πλανώμενοι γανωματήδες  Ρομά που είχα συναντήσει στα γραφεία της Μητρόπολης! Χαιρετηθήκαμε και αυτοί μου είπαν ότι είχαν έλθει για να πάρουν τα χαλκώματα της μονής για γάνωμα ενώ αναρωτήθηκαν, «τι δουλειά είχα εγώ με τους παπάδες»; Τους εξήγησα όπως μπορούσα και μπήκα στον ακόμα πιο εσωτερικό περίβολο της μονής από τη βαριά πόρτα που έχει στο υπέρθυρο τοιχογραφημένη την εικόνα της Γέννησης της Παναγίας, μέσα σε πέτρινο, τοξωτό πλαίσιο. Ο χώρος, προαύλιο του καθολικού,  στενός, ο μισός μέσα στο κοίλωμα του βράχου, κάπως  σκοτεινός.

Μονή Αιμυαλούς. 10/9/2003. Καθολικό, αφιερωμένο στη Γέννηση της Παναγίας . Πάνω: άποψη του σπηλαιώδους εσωτερικού με το τέμπλο. Κάτω:  η τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  

Μονή Αιμυαλούς. 10/9/2003. Καθολικό, Το τέμπλο και αγιογραφίες 

 Ένας καλόγερος καθόταν σε ένα παγκάκι έξω από το σπηλαιώδες καθολικό, το οποίο είναι χωμένο  μέσα στον κάθετο βράχο. Στο ερωτηματικό βλέμμα του απάντησα ποια είμαι και τι θέλω και, πρόθυμος,  με οδήγησε στο εσωτερικό του καθολικού. Σπηλαιώδης, μονόχωρος, στενόχωρος με χαμηλή, καμαρωτή οροφή, ο μικρός ναός ήταν μισοσκότεινος. Ωστόσο είδα ότι είναι ολο-ζωγράφιστος με αγιογραφίες πάνω στους τοίχους και την οροφή, κάπως φθαρμένες, αν και έφεραν σημάδια συντήρησης από ειδικούς. Το τέμπλο ξυλόγλυπτο, με ανάγλυφες , επιχρυσωμένες φυτικές κυρίως παραστάσεις, λόγω στενότητος του χώρου φέρει μόνο τις τρεις δεσποτικές εικόνες. Έτσι η αφιερωματική εικόνα της Γέννησης της Παναγίας είναι τοιχογραφημένη δίπλα του, στη ΒΑ γωνία, πάνω στο βόρειο τοίχο του ναού, αρκετά διαβρωμένη στο κάτω μέρος της (εικ.), ενώ μια όμοια φορητή εικόνα έχει τοποθετηθεί πιο πρόσφατα εκεί, ίσως από κάποιον/α πιστό/ή στο κάτω μέρος της. Στο δυτικό άκρο του βόρειου τοίχου, ο οποίος είναι αγιογραφημένος σε ζώνες, στη χαμηλότερη από αυτές μόλις που μπόρεσα να διακρίνω και την τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, αν και ο πρώτος είναι εντελώς φθαρμένος. Την  εικόνα τους μου επιβεβαίωσε και ο μοναχός, απορώντας και εντυπωσιασμένος για το πώς μπόρεσα να τους αναγνωρίσω και δη μέσα στο ημίφως (πού να ήξερε!). Με μεγάλη δυσκολία μου επέτρεψε να τραβήξω δυο-τρεις φωτογραφίες. Βγαίνοντας από το καθολικό, στη  ΝΔ γωνία του ναού πάνω από μια τοιχογραφία  των Εισοδίων της Παναγίας, είδα μια εικόνα όπου ένας άγγελος προσφέρει ψωμί στην ένθρονη Παναγία, παράσταση που δεν είχα ξαναδεί αλλά ο καλόγερος είχε ήδη βγει έξω προπορευόμενος και δεν τον ρώτησα σχετικά. Με οδήγησε στο «Αρχονταρίκι» της μονής και με κέρασε γλυκό του κουταλιού, παρασκευής των μοναχών και δροσερό νερό. Ο χώρος είχε πολλά ράφια στους τοίχους με τοποθετημένα πάνω τους πολλά αντικείμενα, πήλινα, μεταλλικά κ.ά., προσεγμένα και περιποιημένα τα οποία, όπως μου απάντησε σε σχετική ερώτηση,  είναι της μονής και ότι ο ίδιος σκοπεύει να κάνει ένα μικρό μουσείο με αυτά και άλλα αντικείμενα. Τον παρότρυνα, αν τελικά το κάνει και θελήσει, να ζητήσει βοήθεια και από το ΚΕΕΛ για το στήσιμο του Μουσείου αυτού της μονής. Μου ζήτησε συγγνώμη γιατί έπρεπε να φύγει για να συγκεντρώσει τα χαλκώματα που θα έδινε στους Ρομά γανωματήδες που περίμεναν και έτσι έφυγα, ευχαριστώντας τον. Ανέβηκα το ανηφορικό τώρα, στενό μονοπάτι και βγήκα έξω από τη μονή. Κατηφορίζοντας μετά για να πάω στο αυτοκίνητο, προσπέρασα και τον λεγόμενο «Λινό των Κολοκοτρωναίων», όπου έμπαινε ο μούστος από τα πατημένα σταφύλια και σκέφτηκα πάλι πόσο συνδεδεμένο είναι το  όνομα του Κολοκοτρώνη με την Παναγία, μετά και τα όσα μου είχαν πει και στην Αλωνίσταινα, όσο και στη μονή της Παναγίας Γιάτρισσας.

 

Φαράγγι Λούσιου

Πήρα το αυτοκίνητο και κατεβαίνοντας στον κεντρικό δρόμο, έστριψα προς τη μονή Προδρόμου. Το τοπίο, καθώς έχεις μπροστά σου το φαράγγι από χαμηλά, από τον βατό χωματόδρομο,  είναι συγκλονιστικό. Ο δρόμος δεν είχε πέτρες και δεν ανησύχησα για το νοικιασμένο αυτοκίνητο. Όταν όμως πέρασα το πέτρινο, παλιό γεφύρι του Λούσιου, ο δρόμος στένεψε, έγινε ανηφορικός και γεμάτος κοτρόνες. 


Φαράγγι Λούσιου, 10/9/2003

Το αυτοκίνητο τρανταζόταν ολόκληρο και άκουγα τις πέτρες να το χτυπούν αλύπητα  από κάτω και στα πλάγια. Φοβισμένη μετά το πάθημά μου στον αρκαδικό Ορχομενό πριν λίγες ημέρες, μετά λύπης μου που δεν θα έφτανα ως τη μονή, όταν μου το επέτρεψε ένα μικρό πλάτωμα, γύρισα προς τα πίσω. Νοστάλγησα το ατρόμητο, μικρό οτομπιάνκι μου που το πήγαινα παντού (γι’ αυτό και το είχα διαλύσει πριν την ώρα του, βέβαια). Έβλεπα το πανέμορφο, μικρό καθολικό της μονής φωλιασμένο πάνω στο γκρεμό και λυπόμουν όχι μόνο για αυτό καθαυτό το μοναστήρι που δεν θα έβλεπα, αν και είχα φτάσει τόσο κοντά του αλλά και γιατί ψυχανεμιζόμουν ότι θα εύρισκα «σημάδια» της Ελένης /Αγιαλένης και σε αυτό, δεδομένης και της θέσης του κοντά στην έξοδο του φαραγγιού.

Ξαναπέρασα το γεφύρι και κατευθύνθηκα προς την αρχαία Γόρτυνα, φωλιασμένη μέσα στο φαράγγι δίπλα στο ποτάμι,  στην καρδιά της Γορτυνίας από όπου και το όνομά της, προϊστορική πατρίδα και των Γορτύνιων της Κρήτης, κατά μία εκδοχή. Σε λίγο συνάντησα μια νεαρή πεζοπόρο που είχα συναντήσει πριν λίγο, κατεβαίνοντας από την Αιμυαλού, και την είδα τώρα να περπατάει με δυσκολία, οπότε την ρώτησα μήπως θέλει να την πάρω με το αυτοκίνητο, αν την βόλευε η δική μου διαδρομή. «ναι, χίλια ευχαριστώ», μου είπε εκείνη, «κατεβαίνω από τη Στεμνίτσα και με χτύπησαν τα παπούτσια μου, έχουν ματώσει τα πόδια μου, δεν αντέχω άλλο»! Μπήκε στο αυτοκίνητο και συνεχίσαμε μαζί. Την ρώτησα μήπως έπρεπε να την πάω στη Δημητσάνα σε κάποιο φαρμακείο  ή γιατρό για τα πόδια της και  μου είπε ότι σπουδάζει στο ΤΕΙ Αργυροχοας στη Στεμνίτσα και ότι εκεί κοντά, στο ποτάμι, την περίμενε μια παρέα φίλων και συμφοιτητών της  που έκαναν πικ-νικ και θα την φρόντιζαν εκείνοι. Εν τω μεταξύ φτάσαμε στο γεφύρι της Γόρτυνας και εκείνη κατέβηκε από το αυτοκίνητο αποχαιρετώντας με και ακολούθησε ένα στενό μονοπάτι προς το ποτάμι, από όπου ακουγόντουσαν οι φωνές και τα γέλια των φίλων της. Άφησα και εγώ το αυτοκίνητο εκεί όπου ήταν παρκαρισμένα και άλλα και προχώρησα πεζή πάνω στο γεφύρι για να πάω στον αρχαιολογικό χώρο της Γόρτυνας.

Αρχαία Γόρτυς  

Δίπλα και λίγο ψηλότερα από την απόκρημνη, δεξιά όχθη του Λούσιου, συνάντησα τα ερείπια της αρχαίας πόλης, εντυπωσιακά, καθώς είναι φωλιασμένα σε εκείνο το σημείο με τα βουνά τριγύρω. Κάθισα  πάνω σε ένα από τα πεσμένα μάρμαρα να ξαποστάσω και απολάμβανα το βουητό του ποταμού που κατρακυλάει ορμητικός και αφρίζοντας πάνω στα βράχια της κοίτης του. Αν και έκανε ζέστη, έβλεπα σκούρα σύννεφα να συσσωρεύονται πάνω από την κορυφή του Μαίναλου, προς τη Στεμνίτσα. 

Γορτυνία, Φαράγγι Λούσιου ποταμού, 10/9/2003. Αρχαία Γόρτυς, ερείπια δίπλα στον ποταμό. 

 
Άραγε, σκεφτόμουν, να έχουν εντοπίσει εδώ οι αρχαιολόγοι κάποιο ιερό αφιερωμένο στην θεά, με ένα από τα ονόματά της; Επειδή ωστόσο έχουν εντοπίσει ναό αφιερωμένο στον γιατρό Ασκληπιό  και ιαματικές πηγές, για μένα ήταν σίγουρο ένα τέτοιο ιερό της υποχθόνιας, «γιάτρισσας» Μητέρας-Γης, συνδυασμός ιερών σχεδόν τυπικός, όπως και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους, όπως είχα διαπιστώσει[19]. Με την εμμονή μου στο όνομα Ελένη και στην ερευνητική μου υπόθεση, έκανα πάλι σκέψεις σχετικά με την ετυμολογία της λέξης  Γόρτυς και την πιθανή ή απίθανη σχέση της με τη ρίζα
Fωλ>Fωρ- όπως υποθέτω για τη θεά Ορθία αλλά μου φάνηκε μάλλον απίθανη. Οπότε σηκώθηκα και περιηγήθηκα στο χώρο και διαπίστωσα, σε σχέση και με τις παραπάνω σκέψεις μου, ότι εκεί κοντά  είχε νερόμυλους λόγω του ποταμού, όσο και αρκετές σιταροπεζούλες πάνω στην πλαγιά, προς την πλευρά του χωριού Ατσίχολος. Χμ….



Φαράγγι Λούσιου ποταμού, 10/9/2003.Εκκλησάκι αγίου Ανδρέα

Επέστρεψα στο γεφύρι και θαύμαζα  το πανέμορφο αρχιτεκτονικά εκκλησάκι του αγι-Ανδρέα δίπλα του, πάνω στην απόκρημνη όχθη του ποταμού. Μια οικογένεια που έκανε τουρισμό στο Λούσιο είχε και ένα παιδάκι 6-7 χρονών μαζί τους το οποίο, περνώντας δίπλα μου, μου έδωσε μια δυνατή σπρωξιά, επί τούτου, που με έκανε, χάνοντας την ισορροπία μου καθώς ήμουν αφηρημένη κοιτώντας το εκκλησάκι,  να παραπατήσω προς τα πίσω και αν δεν πιανόμουν ενστικτωδώς από κάτι κλαδιά, παρά λίγα εκατοστά θα είχα πέσει από την ψηλή όχθη του  μέσα στο βουερό ποτάμι και τα βράχια του!  Οι γονείς δεν κατάλαβαν κάτι, το παιδί είχε πάει κοντά τους αμέριμνο, ούτε εγώ τους είπα τίποτα αλλά επέστρεψα ταραγμένη στο αυτοκίνητο, αναρωτώμενη τι να έκανε ένα παιδί να μου δώσει τέτοια σπρωξιά…

Κατευθύνθηκα, ταραγμένη ακόμα,  προς τη μονή Προδρόμου που την έβλεπα πάνω στο βράχο αλλά καθώς οι σχετικές οδικές ταμπέλες ήταν κάπως αποπροσανατολιστικές, για μένα τουλάχιστον, δεν στάθηκε δυνατόν, παρά τις άκαρπες διαδρομές μου πάνω-κάτω δίπλα στο ποτάμι να βρω την είσοδό της. Επειδή τα σύννεφα πύκνωναν και δεν ήθελα να με βρει βροχή σε αυτές τις απότομες στροφές του φαραγγιού, εγκατέλειψα την προσπάθεια και ανηφόρισα προς την Στεμνίτσα, απογοητευμένη που δεν είχα καταφέρει να δω δύο μονές μέσα στο φαράγγι. Περνώντας κοντά από τη Ζάτουνα, σταμάτησα να φωτογραφίσω το εκκλησάκι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] που μου είχε δείξει ο γέροντας νωρίτερα στη Δημητσάνα, στην κορυφή ενός λόφου ανάμεσα Δημητσάνα και Ζάτουνα, όπου και το έβλεπα μόλις να φαίνεται τώρα από χαμηλά, έναν λόφο ζωσμένο από πεζούλες σιτηρών-σιτοβολώνα της περιοχής, που δικαιολογούν για μένα και την παρουσία του εκεί (φωτ.).  Η ώρα ήταν τρεις πλέον, ώρα ακατάλληλη για να αναζητήσω ιερείς και επιτρόπους στη Ζάτουνα για να με οδηγήσουν στον δυσπρόσιτο, όπως έβλεπα,  «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη].

Στην πλατεία της υπέροχης, πετροχτισμένης Στεμνίτσας είχε λίγο κόσμο, τουρίστες, αλλά οι εκκλησίες ήταν βέβαια κλειστές, πόσο μάλλον  τέτοια ώρα. Οπότε φωτογράφισα από εκεί  τον λόφο στην κορφή του οποίου είναι ο  ερειπωμένος, όπως μου είχαν πει χθες το σούρουπο, «Αγιοκωσταντίνος» [και Ελένη]και απόλαυσα για μεσημεριανό γεύμα  έναν «κολασμένο» μπακλαβά, όπως τους φτιάχνουν εδώ, και έφυγα με προορισμό τη Ζάτουνα, μέσω Δημητσάνας.

Ζάτουνα

Πέρασα το στενό πέρασμα που χωρίζει τα δύο βουνά όπου είναι χτισμένες αντικριστά Ζάτουνα και Δημητσάνα στην αρχή του φαραγγιού του Λούσιου  προσβλέποντας και το Λύκαιο όρος στην άκρη του. Τι τόποι άγριοι, υποβλητικοί, ιεροί, κατάφορτοι ιστορίας,  σκεφτόμουν. Αν και έφτασα κατά τις τέσσερις στη Ζάτουνα, βρήκα ανοιχτό ένα καφενείο όπου δύο άνδρες κάτι επισκεύαζαν. Ζήτησα  έναν σκέτο καφέ και τον έπινα αργά-αργά σε ένα τραπέζι πάνω στο πεζοδρόμιο μέχρι να περάσει λίγο η ώρα μέχρι να ξυπνήσουν κάποιοι και να έλθουν για απογευματινό καφέ στο καφενείο, γιατί δεν έβλεπα άλλον άνθρωπο να κυκλοφορεί, απολαμβάνοντας και τη θέα της Δημητσάνας απέναντι και μέρος του φαραγγιού. Κατά τις πέντε, φάνηκε να έρχεται ένας γέροντας. Κάθισε σε ένα τραπέζι απέναντί μου και, πριν να προλάβω εγώ να του πιάσω κουβέντα, μου λέει «Μπα, έφερε και γυναίκες για το μαγαζί; Ρωσίδα είσαι;» Κόντεψα να σκάσω τα γέλια, με είχε περάσει για αλλοδαπή μπαρ-γούμαν, αν και το σουλούπι και η ηλικία μου, καμία σχέση με τις περίφημες, όμορφες γυναίκες της Ανατολικής Ευρώπης που διακινούνται εμπορευματικά και παράνομα, μέσω τράφικιν και στην επαρχία, καθώς φαίνεται δεν καλο-έβλεπε κιόλας ο γέροντας. Συγκρατώντας τα γέλια μου, προσπάθησα να του εξηγήσω ποια είμαι και τι ζητάω στο χωριό και πιάσαμε κουβέντα, τρόπος του λέγειν, γιατί είχε και πρόβλημα ακοής. Ο μαγαζάτορας, νέο παιδί, ακούγοντας τις κουβέντες μας,  μπήκε και αυτός στην κουβέντα και μου έλεγε ότι στο χωριό έχουν απομείνει μόνο λίγοι γέροντες εκτός από αυτόν ο ίδιο, ο οποίος αν και δούλευε  πριν στην Αθήνα, έμενε εκεί γιατί είχε βρει μια Αλβανίδα να θέλει να μείνει στο χωριό, την οποία και είχε παντρευτεί και είχαν μια μικρή κόρη. (Σκεφτόμουν ότι δεν είχαν περάσει και πάρα πολλά χρόνια από τότε που είχε σταλεί από τη Χούντα στο χωριό, ως σε απόμερο τόπο εξορίας  και ο Μίκης Θεοδωράκης, αν και τότε ήταν ακμαίο το χωριό ακόμα και είχε και Δημοτικό σχολείο όπου φοίτησαν και τα παιδιά του). Μετά από λίγο εμφανίστηκε και ένας άλλος νεαρός και έλεγε ότι αν και ζει μέχρι τώρα στην Αθήνα, θέλει και αυτός να έλθει να μείνει στο χωριό αλλά δεν βρίσκει καμιά γυναίκα να θέλει να τον ακολουθήσει εδώ και με πήρε για να μου δείξει το καφενείο του πατέρα του, δυο σπίτια παρακάτω, γιατί το είχαν σαν μικρό μουσείο, με διάφορα «παραδοσιακά» αγροτικά και άλλα ετερόκλητα αντικείμενα, κρεμασμένα στους τοίχους.


Ζάτουνα Γορτυνίας, 10/9/2003. Το καφενείο με τα λαογραφικά αντικείμενα, φωτογραφίες κλπ. στους τοίχους

 Καθώς το περιεργαζόμουν, μπήκε από μια διπλανή πόρτα και ο πατέρας του, ένας αδύνατος γέροντας. Όταν του είπα ποια είμαι κ.λπ., άρχισε να μου λέει λυπημένος ότι αυτά απομένουν από την παλιά ζωή εκεί, όσο και για την ερημιά και την εγκατάλειψη του χωριού, όπου θα περνούσαν το χειμώνα μοναχοί λίγοι γέροντες. Ψυχοπλακώθηκα με όλα αυτά και επιστρέψαμε κάποια στιγμή στο πρώτο καφενείο.  Εντωμεταξύ, όλοι τους με είχαν αποτρέψει κατηγορηματικά να δοκιμάσω να ανεβώ στον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη], όπως τους είχα πει, γιατί αυτοκίνητο δεν ανέβαινε και ότι θα μου έπαιρνε πάνω από μια ώρα να ανεβώ με τα πόδια, όπως ήθελα εγώ, αν βέβαια θα κατάφερνα να βρω μόνη μου το μονοπάτι που οδηγεί εκεί.  Οπότε, δεδομένης και της προχωρημένης ώρας συν τω χρόνω,  όσο και του άσθματός μου, είχα αρχίσει να εγκαταλείπω την ιδέα να σκαρφαλώσω μόνη ως εκεί πάνω. Κάποια στιγμή είχε προστεθεί στην παρέα και ένας μεσόκοπος, πρόσφατα συνταξιοδοτημένος, όπως είπε, άνδρας με καταγωγή από τη Ζάτουνα, ο οποίος  είχε έλθει στο χωριό του  για το Σαββατοκύριακο και είχε παραμείνει λίγο παραπάνω. Φάνηκε να καταλαβαίνει περισσότερο τη δουλειά μου και προθυμοποιήθηκε να αναζητήσει το κλειδί της ενοριακής εκκλησίας του χωριού για να μου την ανοίξει να την δω, αν και απ’ όσο θυμόταν, δεν έχει εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. 

Ζάτουνα Γορτυνίας, 10/9/2003. Το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου  [και Ελένης] (στο βέλος)

Πηγαίνοντας προς την εκκλησία μετά την εύρεση του  πολυπόθητου κλειδιού, μου έδειξε ένα όμορφο, μισοερειπωμένο, τριώροφο πετρόκτιστο οίκημα και μου είπε ότι κάποτε ήταν σε αυτό σχολή κλωστο-υφαντουργίας και ότι τώρα έχει δωρηθεί στο Δήμο και ότι σκόπευαν να το ανακαινίσουν για να το κάνουν  «Πολιτιστικό Κέντρο». Μέσα μου αναρωτιόμουν για ποιους άραγε, τόσο κοντά μάλιστα στη Δημητσάνα, ίσως για τους Ζατουναίους που έρχονται τα καλοκαίρια και για τουρίστες;


Ζάτουνα Γορτυνίας, 10/9/2003. Ο ενοριακός ναός της Κοίμησης, το τέμπλο με την  εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης 

Ζάτουνα, 10/9/2003. Η εικόνα της "μαύρης",   "Παναγίας Ελοβίτισσας" στο ναό της Κοίμησης

Παρά την εντύπωση του ξεναγού μου για μη ύπαρξη της ζητούμενης εικόνας και τη δική μου απογοήτευση κατόπιν αυτής, η εκκλησία είχε εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και μάλιστα μεγάλη,  πάνω στο τέμπλο.  Επίσης είχε και μιαν  εικόνα της «Ύψώσεως του Σταυρού» με δύο «ως δίδυμους» καβαλάρηδες αγίους δίπλα της αλλά μου τελείωνε το  φιλμ και δεν μπόρεσα να φωτογραφίσω τις συγκεκριμένες. Πέραν αυτών, την προσοχή μου τράβηξε μια, μικρή σχετικά, βαρύτιμη και καλυμμένη με ανάγλυφο ασήμι εικόνα της Παναγίας βρεφοκρατούσας, με κατάμαυρο πρόσωπο, τοποθετημένη πάνω σε περίτεχνο ξύλινο στασίδι στο κέντρο του ναού. Ο ξεναγός μου μού είπε ότι πρόκειται για τη θαυματουργή εικόνα της περίφημης τοπικά, Παναγίας «της Ελοβίτισσας», προστάτιδας του χωριού τους. Άλλη μια «μαύρη» Παναγία εδώ, κι άλλο σημάδι της υποχθόνιας, Μαύρης-Μαυρηγής  θεάς σε αυτό τον   τόπο, αναρωτιόμουν εγώ.  Μετά την επίσκεψη στο ναό, καθίσαμε με τον συνοδό μου σε ένα άλλο, μικρό καφενείο που διατηρούσε  ένας άλλος γέροντας και κουβεντιάσαμε αρκετά και με άλλους λίγους θαμώνες εκεί, πίνοντας τσίπουρο καθώς σουρούπωνε πλέον εκεί μέσα στα βουνά τέτοια εποχή (εγώ νηστική ολημερίς, εκτός από τον μπακλαβά στη Στεμνίτσα, έφαγα έναν μικρό τσιπουρο-μεζέ) .

Έφτασα νύχτα και κατάκοπη στο ξενοδοχείο στη Βυτίνα…

 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2003

Το σημερινό δρομολόγιο θα περιλάμβανε τα χωριά στα ΒΑ της Βυτίνας ως τα σύνορα με την Αχαα. Περιοχή ορεινή, όχι άγνωστη σε μένα, γιατί την είχα περιηγηθεί εν μέρει και παλιότερα, στις επιτόπιες έρευνες κατά το 1982 και κατά το 2000 αλλά δεν είχα επισκεφθεί τότε όλα τα χωριά που εκτιμώ ότι είχαν ενδιαφέρον για την ερευνητική μου υπόθεση.

Ακολούθησα έναν καινούργιο, ασφαλτοστρωμένο δρόμο όπου μια οδική ταμπέλα έγραφε ότι οδηγεί στην Καμενίτσα. Όμως φαίνεται ότι τα χρήματα για την κατασκευή του είχαν τελειώσει πριν ολοκληρωθεί ο δρόμος, έτσι κάποια στιγμή η άσφαλτος τελείωσε απότομα και συνέχισα πάνω σε έναν εξαιρετικά ανώμαλο χωματόδρομο, όλο πέτρες αλλά προχωρούσα. Προσπέρασα την Καμενίτσα αφού την είχα ερευνήσει αρκετά στις προηγούμενες «λαογραφικές αποστολές» μου εκεί και  είχα δημοσιεύσει ήδη άρθρο σχετικά με την τελετουργία του θανάτου και τα μοιρολόγια στο χωριό[20]. Επίσης,  είχα παραβρεθεί στο πανηγύρι του 15Αύγουστου και γνώριζα ότι μέσα στον ενοριακό ναό της Κοίμησης έχει εικόνα στο τέμπλο όσο και μεγάλη τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης αλλά όχι ναό ή ξωκλήσι αφιερωμένο σε αυτούς.


Καμενίτσα Γορτυνίας, Αύγ. 2000, ενοριακός ναός Κοίμησης. Εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο τέμπλο (δεξιά) και σε τοιχογραφία στο νότιο τοίχο .

Προσπέρασα και το γνωστό μου επίσης ήδη, χωριό Καρβούνι (πρώην «Λαστέικα Καλύβια»)  όμως με κάποιες τύψεις γιατί δεν θα επισκεπτόμουν τον αγαπητό μου, φίλο και του πατέρα μου, γερο-Γιώργη Σαγιά και τη γυναίκα του την Βένια που με είχαν βοηθήσει πολύ στην έρευνά μου κατά την παλιότερη επίσκεψή μου εκεί και με φιλοξενία στο σπίτι τους[21]. Και τούτο γιατί δεν θα με άφηναν επ’ ουδενί να φύγω και εγώ είχα μόνο δύο ημέρες ακόμα για να ολοκληρώσω την περιοδεία μου. Μέσω του γερο-Σαγιά, ο οποίος έχει συγγράψει και εκδώσει  βιβλίο για τον τόπο του, έχει εντοπισθεί και νεολιθικός οικισμός κοντά στο Καρβούνι.

Αγρίδι

Προχώρησα και έφτασα στο καταπράσινο χωριό Αγρίδι[22]. Συνάντησα την  εκκλησία της αγίας Τριάδας να βρίσκεται ένα επίπεδο κάτω από τον κεντρικό δρόμο. Δεν έβλεπα όμως ψυχή εκεί γύρω, οπότε συνέχισα για να βρω το κέντρο του χωριού, μήπως ευρισκα κανένα καφενείο ανοιχτό. Εντέλει βρήκα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που σκάλιζαν τον κήπο τους, αλληλοβοηθούμενοι.  Στις συνήθεις διευκρινίσεις και ερωτήσεις μου, μού απάντησαν ότι ιερέας στο χωριό δεν υπήρχε και ότι το κλειδί της εκκλησίας το είχε μια γερόντισσα, της οποίας το σπίτι ήταν πάνω από την εκκλησία, στον κεντρικό δρόμο. Επέστρεψα στον δρόμο πάνω από την εκκλησία και άρχισα να φωνάζω «Κυρά-Μαρία, Κυρά-Μαρίαααα!», όπως μου είχαν πει οι γέροντες να κάνω.

Αγρίδι Γορτυνίας, 11/9/2003. Ναός της αγίας Τριάδας, εξωτερικά και εσωτερικά 


Αγρίδι Γορτυνίας, 11/9/2003 Εικόνες της αγίας Τριάδας και αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο τέμπλο

Τελικά μέσα από ένα μικρό παράθυρο του β΄ορόφου του σπιτιού, χωμένο μέσα στον παχύτατο πέτρινο τοίχο, πρόβαλε διστακτικά το κεφάλι μιας μαυρομαντιλούσας γερόντισσας με γυαλιά. Εγώ από το δρόμο προσπάθησα να της εξηγήσω ποια είμαι και τι θέλω στα καλά καθούμενα, μια άγνωστη ξένη που την φώναζε με το όνομά της. Πολύ επιφυλακτική αρχικά, με το δίκιο της, δεν ήθελε να κατέβει, λέγοντάς μου πως δεν θυμόταν πού έχει το κλειδί και ούτε αν το έχει καν, αλλά εγώ παρόλο που ένοιωθα άσχημα να την πιέζω στην ηλικία της, επέμενα ευγενικά και σιγά-σιγά την κατάφερα να έλθει κάτω με το κλειδί. Και ένοιωσα ακόμα χειρότερα, όταν είδα ότι στηριζόταν σε ένα μπαστούνι, οπότε της πρότεινα να μου δώσει τα κλειδιά για να μπω στην εκκλησία, ενώ εκείνη να με παρακολουθεί από πάνω από το κατώφλι της στο δρόμο ώστε να δει όταν έβγαινα ότι δεν είχα πάρει κάτι μέσα από το ναό, όπως ίσως υποψιαζόταν.  Ήταν κατηγορηματικά αντίθετη στην πρότασή μου, λέγοντας ότι έτσι κι αλλιώς εκείνη κατεβαίνει καθημερινά στην εκκλησία για να ανάψει τα καντήλια αλλά και γιατί πρέπει να κινείται, να μη μένει αδρανής μέσα στο σπίτι. Αυτό μετρίασε κάπως τις ενοχές μου και κατεβήκαμε μαζί σιγά-σιγά στο ναό.  Η επιμονή μου να δω εσωτερικά αυτόν τον όχι άμεσα συνδεδεμένο, εκ πρώτης όψεως, ναό με την ερευνητική μου υπόθεση, αφορούσε την εικονική σχέση αγίας Τριάδας-Κωνσταντίνου και Ελένης, λόγω του ότι συναντούσα συχνά τις δύο εικόνες συνδυασμένες από τους πιστούς για κάποιο λόγο, μέσα στις εκκλησίες.

Ο ναός, τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, είναι αρκετά μεγάλος,  βαμμένος εσωτερικά σε απομίμηση μαρμάρου, χωρίς τοιχογραφίες και με αρκετά νεοκλασικά στοιχεία. Το τέμπλο ξυλόγλυπτο σε σκούρο χρώμα, λουστραρισμένο, φέρει μνημειακή, «πολυώροφη» επίστεψη πάνω από την ωραία πύλη με δύο σειρές εικόνων και δύο αντωπούς δράκοντες ένθεν και ένθεν του σταυρού στην κορυφή της. Με εντυπωσίασε το πλήθος των εικόνων κρεμασμένων πάνω στους τοίχους, όσο και πολλών προσκυνηματικών πάνω σε ξυλόγλυπτα και μη, στασίδια. Πάνω το αριστερό άκρο του τέμπλου, στη ΒΑ γωνία του κυρίως ναού, βρίσκεται μεγάλη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, η οποία, αν παραλείψουμε το βημόθυρο με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ (ο οποίος αποτελεί εικονικό «ζεύγος» με τον αρχάγγελο Γαβριήλ στο άλλο βημόθυρο στους ναούς), βρίσκεται δίπλα στην αφιερωματική εικόνα της αγίας «Τριάδας» που εικονίζει δύο ανδρικές, «ως δίδυμες» μορφές. Πέραν αυτών το «διοσκουρικό» δίδυμο των καβαλάρηδων αγίων Θεοδώρων εικονίζεται πάνω στην άλλη άκρη του τέμπλου, δεξιά, στην ΝΑ γωνία του κυρίως ναού, σε αντιστοιχία με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Γιατί άραγε αυτός ο συσχετισμός, ο οποίος επαναλαμβανόταν μέσα στο ναό και με άλλες εικόνες τους, σκεφτόμουν.  Στηριζόμενη και στα άλλα παραδείγματα «ως δίδυμων» αγίων συνδυαστικά με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  συμπέραινα ότι στα μάτια των πιστών η εικόνα της αγίας Τριάδας φαίνεται να εικονίζει δύο «ως δίδυμες» ιερές ανδρικές μορφές που «πάει» να συνδυάζονται, κατά ένα «κάθ’ έξιν» τρόπο, με την αγία Ελένη. Στην  ερώτησή μου γιατί εικονίζονται οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη πάνω στο τέμπλο, η κυρά Μαρία μου απάντησε ότι δεν γνώριζε και σκεφτόταν ότι μπορεί  επειδή δεν υπάρχει στο χωριό ναός αφιερωμένος σε αυτούς.

Σιγά-σιγά έφευγε η επιφυλακτικότητα της κυρά-Μαρίας προς εμένα και μιλούσαμε σαν παλιές γνωστές για το χωριό, τη μοναξιά των γερόντων ως επί το πλείστον κατοίκων, την έλλειψη ιερέα, δάσκαλου, Πρόεδρου Κοινότητας, ελλείψεις  που για την ίδια, όπως είχα ακούσει και από άλλους ηλικιωμένους σε μικρά ορεινά χωριά, αναιρούν την έννοια και ιδιότητα  του «χωριού». Τα παιδιά της παντρεμένα στην Αθήνα, κατεβαίνουν στο χωριό μόνο για λίγες ημέρες το 15Αύγουστο  για διακοπές και στις Εθνικές και αυτοδιοικητικές εκλογές για να ψηφίσουν. Ότι η ίδια ανεβαίνει στην Αθήνα, στα παιδιά της, μόνο για τους βαρείς χειμωνιάτικους μήνες και την  Άνοιξη επιστρέφει στο χωριό, γιατί στην Αθήνα, όσο καλά και να περνάει, νιώθει σαν φυλακισμένη και επιπλέον ότι μπλέκεται στα πόδια τους.

Βγαίνοντας από το ναό, μου είπε πως χάρηκε πολύ που βρέθηκε ένας άνθρωπος σαν κι εμένα εκεί και είπε δυο κουβέντες, «θα ξεχάσω να μιλάω», συμπλήρωσε και ζήτησε συγγνώμη που ήταν τόσο αρνητική και επιφυλακτική μαζί μου αρχικά, «αλλά πρέπει να προσέχουμε τις εικόνες, τις εκκλησίες, τριγυρνάνε πολλοί που τις κλέβουνε, έχουμε ευθύνη», μου είπε, με ευχαρίστησε για την παρέα  και με κάλεσε ν’ ανέβω στο σπίτι της να με κεράσει. Την χιλιο-ευχαρίστησα για όλα και αρνήθηκα την πρόσκληση εξηγώντας της ότι είχα δουλειά και αρκετό δρόμο ακόμα να κάνω και έδειξε κατανόηση.

Πράσινο

Προχώρησα προς το επόμενο χωριό, πάνω στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει τούτα τα χωριά, το Πράσινο (πρώην Καρνέσι)[23]. Γνώριζα ήδη ότι στο χωριό ο ενοριακός ναός είναι αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, αφιέρωση που επέτεινε τα «σημάδια της θεάς» στο όλο πλαίσιο των ιχνών της  στην περιοχή, δεδομένης και της σχετικής απομόνωσης και ημι-εγκατάλειψης σήμερα αυτών των χωριών στην ορεινή καρδιά της Αρκαδίας.

Πράσινο Γορτυνίας, 11/9/2003. Αριστερά, στο κέντρο του χωριού διακρίνεται ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Πάνω στο λόφο παλιά σιταροχώραφα

Όταν έφτασα είδα πως ο ναός ήταν κλειδωμένος κα φαινόταν νεότερης σχετικά ανακατασκευής  πάνω σε παλιότερο κτίσμα. Ρωτώντας στο καφενείο έμαθα ότι ο παπάς, που εξυπηρετεί αρκετά από αυτά τα χωριά, μένει στη Γλανιτσά και ότι κλειδί έχει μόνο  ο επίτροπος. Ο  πρώην Κοινοτάρχης (προ Καποδιστριακού νόμου) που ήταν εκεί με συνόδευσε πρόθυμος ως το σπίτι του επιτρόπου, καθώς είχε ενθουσιαστεί, όπως είπε, που η Ακαδημία Αθηνών είχε στείλει λαογράφο στο χωριό τους και ήθελε οπωσδήποτε να φωτογραφίσω το ναό. Ώστε να γράψω και για το χωριό τους στο βιβλίο μου.

Η άρρωστη γυναίκα του επιτρόπου που βγήκε έξω με το νυχτικό, μας είπε ότι ο επίτροπος είχε πάει από νωρίς το πρωί να κόψει και να μαζέψει ξύλα για τον επερχόμενο χειμώνα. Θα επέστρεφε μάλλον το βραδάκι και είχε όλη την αρμαθιά με τα κλειδιά μαζί του. Κόντεψε να σκάσει από τη στενοχώρια του ο πρώην Κοινοτάρχης και με προέτρεψε να φύγω γρήγορα για τα άλλα χωριά, ώστε να επιστρέψω μέχρι να τελειώσει τις δουλειές του ο επίτροπος και να τον βρω στο χωριό για να μου ανοίξει την εκκλησία, αγανακτισμένος ταυτόχρονα που τις κλειδώνουν και φεύγουν. Συμφώνησα για την αναχώρησή μου αλλά δεν του υποσχέθηκα σίγουρα ότι θα επιστρέψω, αν και το ήθελα και εγώ, εξηγώντας του ότι δεν γνωρίζω πόσα και τι άλλα απρόοπτα θα συναντήσω στη συνέχεια της έρευνας.

Δρακοβούνι

Το επόμενο χωριό ήταν το Δρακοβούνι (πρώην Γλόγοβα)[24]. Μπαίνοντας στο χωριό είδα ένα εικονοστάσι στην άκρη του δρόμου και πλησιάζοντας, διαπίστωσα από τις εικόνες μέσα σε αυτό ότι είναι αφιερωμένο στους αγίου Κωνσταντίνο και Ελένη ενώ είχε και μια εικόνα του αγίου Ανδρέα. Ήταν σαν το «σημάδι» της να με προϋπαντούσε στην είσοδο του χωριού και αναρωτιόμουν τι θα προέκυπτε στη συνέχεια, καθώς γνώριζα ήδη ότι ο ενοριακός ναός είναι αφιερωμένος στον άγιο Γεώργιο. 

Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Εικονοστάσι με την εικόνα τοων αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην είσοδο του χωριού

Ο ναός του αγίου Γεωργίου στην πλατεία του χωριού είχε σκαλωσιές εξωτερικά και ένας εργάτης δούλευε πάνω στη σκεπή του, τοποθετώντας καινούργια κεραμίδια. Τουλάχιστον αυτόν θα μπορέσω να τον δω, σκέφτηκα. Στον κάπως υπερυψωμένο από το έδαφος εξώστη του μοναδικού  καφενείου καθόταν μια παρέα από μερικούς άνδρες και δύο γυναίκες και κοιτούσαν περίεργοι και έκπληκτοι την άφιξη με αυτοκίνητο μιας γυναίκας μόνης στο χωριό και δη σε καθημερινή ημέρα. 

Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Ο ανακαινιζόμενος ενοριακός  ναός του αγίου Γεωργίου.


Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2002. Η παρέα των συνομιλητών και ξεναγών μου στο χωριό. 

Τους πλησίασα, εξήγησα τα σχετικά με μένα και τη δουλειά μου, το κατά δύναμη, και με προσκάλεσαν να καθίσω μαζί τους. Ανάμεσα στους θαμώνες και ένα νέο παιδί, γύρω στα τριάντα, που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον όταν άκουσε περί λαογραφίας, σε ένα πλαίσιο φολκλόρ και πατριωτικό, όπως διαπίστωσα και στη συνέχεια, πρόθυμος να συνομιλήσει και να μου δώσει πληροφορίες. Ανήκε στο πυροσβεστικό σώμα, όπως μου είπε, με έδρα τη Βυτίνα, αλλά λόγω θέρους και κινδύνου πυρκαγιών,  βρίσκονται όλοι σε επιφυλακή και περιηγούνται στα δάση και στα χωριά και έτσι βρέθηκε να περιπολεί στο χωριό του αλλά ταυτόχρονα να επιβλέψει και τα έργα στην ανακαίνιση της εκκλησίας, ως και Πρόεδρος του τοπικού Πολιτιστικού Συλλόγου που τα μέλη του κατοικούν κυρίως στην Αθήνα. Εξ αιτίας όλων αυτών, όπως είπε, και κυρίως της δουλειάς του, γνωρίζει πολύ καλά όλη την περιοχή παρόλο που είναι νέος στην ηλικία. Μου μιλούσε λοιπόν μόνον αυτός  (είχα ανοίξει και το μαγνητόφωνο, με την άδειά τους) και επιβεβαίωναν τα λεγόμενά του οι υπόλοιποι, κυρίως ένας μεσόκοπος άνδρας που που έδειχνε να τον εκτιμά και να τον καμαρώνει, τον πυροσβέστη, αφήνοντάς τον  να μιλάει επ΄ονόματι όλων των παριστάμενων στην κουβέντα μας, συμπληρώνοντας όταν ο νεαρός δεν γνώριζε κάτι από αυτά που ρωτούσα. Πάντως και ο καταστηματάρχης διόρθωνε συχνά τον νεαρό συνομιλητή μου, και σαν γηραιότερος όλων προσέθετε πολλές παλιές και σημαντικές πληροφορίες. Το ίδιο συμμετείχαν συμπληρώνοντας τα λεγόμενα και οι γυναίκες, την μία εκ των οποίων μάλιστα μου την σύστησαν με πολλή υπερηφάνεια ως τρισεγγονή του Κολοκοτρώνη. Και η ίδια, αρκετά ηλικιωμένη,  καμάρωνε για αυτό, άλλωστε, και έδειχνε γνήσια απόγονός του σε μένα: δυναμική, έξυπνη, αθυρόστομη, καλαμπουριτζού.

Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Πάνω η  κορυφή "Δρακοβούνι" από όπου το σημερινό όνομα του χωριού και κάτω η περιοχή "Κερνίτσα" με τον "Αγιοκωσταντίνο [και Ελένη] 

Η κουβέντα μας άρχισε σε σχέση με το εντυπωσιακό, μυθικό όνομα του χωριού, το «Δρακοβούνι». Έμαθα λοιπόν ότι το παλιό όνομα του χωριού ήταν Γλόγοβα και ότι το άλλαξαν άνωθεν γιατί ήταν Σλάβικο. Ότι το τωρινό του όνομα, το «Δρακοβούνι» το πήρε από μια βουνοκορφή βόρεια του χωριού που φέρει από πολύ παλιά αυτό το όνομα, γιατί εκεί έχει μια σπηλιά στην οποία παλαιά κατοικούσε ένας δράκος και είχε ονομαστεί το βουνό Δρακοβούνι  και αυτό όνομα πήρε το χωριό τώρα. Δεν γνώριζαν να μου πουν τι μπορεί να σημαίνει το παλιό όνομα του χωριού «Γλόγοβα».

Μου είπαν επίσης ότι ο ναός του άη-Γιώργη (αφιέρωση μάλλον σε σχέση με τον μύθο του Δράκου και του άη-Γιώργη, υπέθεσα) είναι νεότερος, και χτίστηκε λίγο πιο βόρεια από τον παλιότερο ομώνυμο ναό, που είχε πέσει από σεισμό. Μου έδειξαν μάλιστα ένα μαρμάρινο είδος βωμού που σώζεται νότια του νέου ναού, που ήταν η «αγία τράπεζα» του παλαιού. Σχετικά με ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, αρχικά ο νεαρός μου είπε ότι δεν υπάρχει στο χωριό και την περιοχή. Οι παλαιότεροι όμως του είπαν «υπάρχει, πώς δεν υπάρχει, όχι εκκλησάκι βέβαια, ένα ερείπιο στην Κερνίτσα, που λέμε». Εγώ στο άκουσμα της λέξης «Κερνίτσα» σε συνδυασμό με την αγία Ελένη (και τον άγιο Κωνσταντίνο) ταράχτηκα αλλά δεν είπα τίποτα. «Ναι, ρε», του είπε η τρισεγγονή του Κολοκοτρώνη, «δεν είναι ένα εικονισματάκι ’κεί χάμου και κάτι πέτρες που το λέμε Αγιοκωσταντίνο;» «Α, ναι!», είπε αυτός, «τώρα κατάλαβα, ναι θυμήθηκα, ναι, ναι, στην Κερνίτσα!». «Και ’κείνες εκεί οι αδερφάδες, οι Αυστραλέζες ρε,», συνέχισε η τρισεγγονή, «πο’ ’ρχονται κάθε καλοκαίρι από την Αυστραλία, πρώτη τους δουλειά είναι να πάνε ν’ ανάψουνε ’κεί πάνου το καντήλι, σπέρνανε ’κεί πέρα, είχανε χωράφια οι πατεράδες, ο παππούλης τους». Δεν πίστευα πάλι στ’ αυτιά μου! Να γιατί με υποδέχθηκε το εικονοστάσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο χωριό, σκέφτηκα. Οι συνομιλητές μου, άθελά τους και εν αγνοία τους συγκροτούσαν για μένα τα «σημάδια της θεάς» και μιαν ακόμα «επιφάνειά» της. «Ποια Κερνίτσα;» ρώτησα  εγώ αθώα-αθώα, «το μοναστήρι; εκεί είναι αυτός ο Αγιοκωσταντίνος [και Ελένη] που λέτε;» «Όχι, όχι», είπε ο γηραιότερος  και συγκατένευαν και οι άλλοι, «είναι ένα μέρος λίγο δώθε από την κορφή που σου είπαμε, το Δρακοβούνι. Εκεί είναι κάτι πέτρες, κάτι τοιχία που το λέμε από παλαιά Αγιοκωσταντίνο [και Ελένη] και κάποιος έβαλε μετά αυτό το εικονοστάσι που λέμε, αυτό που ανάβουνε οι αδερφάδες, αυτό το μέρος εμείς το λέμε Κερνίτσα και είναι ένα μέρος που βρίσκουμε όλο αρχαία, τάφους, τέτοια, όταν οργώναμε, γιατί έχουμε εκεί πολλά χωράφια, ας είναι όλο πέτρα, φκιάνουμε πεζούλες. Από εκεί αυτή η εικόνα έφυγε τα παλαιά χρόνια , κάτι πόλεμος γινότανε εδώ, κάτι ανακατοσούρα και έφυγε λοιπόν η εικόνα από εκεί, χάθηκε. Και μετά τη βρήκε ένας τσοπάνος που έβοσκε τα γίδια του κρυμμένη απέναντι, στο λόγγο, στο ποτάμι. Τη φέρνανε πίσω κι αυτή ξαναγύριζε εκεί. Ε, μετά φτιάσανε εκεί που τη βρήκανε το μοναστήρι της Παναγίας και το βγάλανε και αυτό Κερνίτσα». Τώρα ήταν που εγώ κόντευα να πάθω εγκεφαλικό, καθώς τεκμηριωνόταν η υπόθεσή μου για την υποψία μου σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος  Κερνίτσα. Ατάραχη εξωτερικά ωστόσο, του είπα «καλά, ποια εικόνα ήταν αυτή που έφυγε; Δεν ήταν του αγίου Κωνσταντίνου και της Ελένης; Και τότε γιατί έβαλαν το μοναστήρι στο όνομα της Παναγίας;» «Ξέρω ’γώ;» μου είπε, με τη συγκατένευση και των άλλων, «μια φορά από τον Αγιοκωσταντίνο της Κερνίτσας εδώ, της δικής μας έφυγε αυτή η εικόνα, αυτουνού του άγιου ήτανε και της αγίας Ελένης βέβαια, τώρα γιατί το μοναστήρι έγινε της Παναγίας, δεν ξέρω, μια φορά Κερνίτσα το λένε και αυτό».

Είναι κοντά αυτό το μέρος, μπορώ να πάω να το δω;» ρώτησα. «Πού να πας εκεί πάνω!», είπαν σχεδόν όλοι μαζί, «έχει αγριέψει τώρα ο τόπος , είναι όλο πουρνάρια και πέτρες αφού δεν σπέρνουμε τώρα, ποιος πάει να σπείρει εκεί απάνου, κανένας δεν σπέρνει, έτσι κι αλλιώς, δηλαδή αγοράζουμε ψωμί, έρχεται αυτοκίνητο από τη Βυτίνα. Μην κοιτάς παλαιά, τι παλιά δηλαδή, μέχρι το ’60, που πείναγε ο κόσμος για ψωμάκι και τήραγε να σπείρει και στις πέτρες και στη γκορφή του βουνού ακόμα! Άμα το ιδείς τώρα το μέρος, γιατί φαίνεται από ‘δώ, θα σε πάμε να ντο ιδείς, δεν θα το πιστεύεις ότι ήτανε εκεί χωράφια που τα καλλιεργούσανε! Χαλάσανε σιγά-σιγά και οι πεζούλες από τα χιόνια, τα πουρνάρια  όμως κάνουνε τη μεγαλύτερη ζημιά. Πάει, λόγγωσε. Δε γίνεται να πας εκεί, με τίποτα! Γι’ αυτό είπα πριν και για τις δύο αδερφές που ανάβουνε το καντήλι, απορούμε πώς πάνε εκεί απάνου τώρα, είναι πολύ δύσβατα». «Γιατί πάνε;», ρώτησα. «Δεν ξέρω, σου είπα, ήτανε πατρογονικά τα χωράφια τσου εκεί πέρα, κάποιο τάμα θα ’χουνε, δεν έρχουνται και κάθε χρόνο, κάπου-κάπου αλλά πάντως θα πρέπει να πάνε, οπωσδήποτε».  «Πάμε να μου δείξετε τότε πού είναι;» ρώτησα. «Ναι», είπε ο νεαρός πυροσβέστης, «θέλω να σας δείξω και ένα εκκλησάκι, τον άη-Δημήτρη, που το ανακαινίσαμε τώρα τελευταία, να μας πείτε και τη γνώμη σας, από ‘κεί φαίνεται ακριβώς απέναντι η Κερνίτσα και ο Αγιοκωσταντίνος [και Ελένη].


Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Το "Δρακοβούνι και η περιοχή "Κερνίτσα" (βέλος) όπου καλλιεργούσαν σιτηρά και όπου και το υπαίθριο, ασκεπές "εκκλησάκι" του "Αγιοκωσταντίνου" [και Ελένης]


Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Ναός αγίου Γεωργίου, εικόνες. 

Στενοχωρημένη εγώ που δεν θα μπορούσα να πάω επιτόπου, ακολούθησα τον νεαρό και τον μεσόκοπο φίλο του που θα με οδηγούσαν στον άη Δημήτρη. Περνώντας δίπλα από τον ανακαινιζόμενο ναό του άη-Γιώργη, μπήκαμε μέσα και δεν μπόρεσα βέβαια μέσα στο όλο περικείμενο, να μη σκεφτώ ότι είχαμε σε ναούς εδώ στο χωριό το «ως δίδυμο» των καβαλάρηδων αγίων άη Γιώργη και άη Δημήτρη. Ο παλιός ναός είχε γκρεμιστεί το 1936, όπως μου είπαν, έτσι είναι σχετικά καινούργιος. Μια επιγραφή πάνω στο μαρμάρινο τέμπλο γράφει ότι ολοκληρώθηκε το 1977, προσφορά κάποιου ντόπιου. Το «σημάδι της θεάς» ήταν για μένα μια μικρή, φτηνή λαϊκή εικόνα των αγίων  Κωνσταντίνου και Ελένης πάνω στο δυτικό μέρος του βόρειου τοίχου. Ένα άλλο «σημάδι» Της είδα κάτω από τις εικόνες του Χριστού και του άη-Γιάννη στο τέμπλο. Ήταν όχι μία αλλά δύο κινητές, σύγχρονες εικόνες όμοιες, ψευτο-«ασημοκαλυμμένες», εκτός από τα τυπωμένα πρόσωπα, όπου εικονίζονταν ανάγλυφα  ολόσωμες οι τρεις αγαπημένες, πρόσφατα, μορφές των νέο-αγίων Ραφαήλ, Νικολάου με την «κόρη» Ειρήνη ανάμεσά τους (τουτέστιν δύο «ως δίδυμες» ιερές ανδρικές μορφές με μια «Κόρη» ανάμεσά τους) που συναντώ τόσο συχνά να αφιερώνονται ευλαβικά στους ναούς, συχνά σε συνδυασμό με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.


Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Παρεκκλήσι  του αγίου Δημητρίου. 

Μετά συνεχίσαμε για τον άη-Δημήτρη, ένα εκκλησάκι στη βόρεια άκρη του χωριού. Φαινόταν πράγματι πρόσφατα ανακαινισμένο και φρεσκοβαμμένο να περιβάλλεται από πλακοστρωμένο περίβολο όπου άνθιζαν θαλερά, λουλούδια εποχής. Οι συνοδοί μου με οδήγησαν στο βορειοδυτικό άκρο του περίβολου, πάνω από μια βαθιά, απότομη πλαγιά ως κάτω τον Μυλάονα ποταμό, όπου και οι πηγές και ο άνω ρους του. Απέναντι, πάνω από το ποτάμι υψώνεται το «Δρακοβούνι» με την ομώνυμη οξεία κορυφή του, προς τα δεξιά μας. Λίγο πιο αριστερά και πιο κάτω από την κορυφή του, μου έδειξαν από εκεί την τοποθεσία «Αγιοκωσταντίνος»[και Ελένη], σε ένα σημείο περίπου, όπου ασπρίζει ένας ογκώδης βράχος. Όλη αυτή η απότομη πλαγιά ήταν κάποτε «χωράφια» (δηλαδή αποκλειστικά κριθο-σιταροχώραφα) όπως μου είχαν πει ήδη και όπου ξεχώριζα τα ίχνη από τις πέτρινες αναβαθμίδες ξερολιθιάς που στήριζαν κάποτε το λιγοστό χώμα αυτών των κλιμακωτών χωραφιών πάνω στο βουνό. Μου έδειξαν επίσης μια προεξοχή στο δεξιό άκρο της πλαγιάς όπου βρίσκουν τα περισσότερα απομεινάρια κάποιου αρχαίου οικισμού και πολλούς τάφους, τα οποία μόλις πρόσφατα είχε περιφράξει με σύρμα η Αρχαιολογική Υπηρεσία μετά από δική τους, των χωριανών, υπόδειξη, όπως μου είπαν, αφού βέβαια έχουν ήδη καταστραφεί πολλά από αυτά τα ερείπια. Πρόσθεσαν ότι όλη αυτή την έκταση από τις αρχαιότητες ως και τον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη] πάνω στο Δρακοβούνι, οι ντόπιοι την ονοματίζουν με το τοπωνύμιο «Κερνίτσα», από παλιά. Συνειδητοποίησα  ότι και το μοναστήρι της «Κερνίτσας» (που κάτ’ αυτούς πήρε το όνομα από αυτήν εδώ την Κερνίτσα) δεν βρίσκεται μακριά, αλλά λίγο νοτιοανατολικά, μέσα στο ίδιο αυτό  φαράγγι όπου ρέει ο Μυλάων ποταμός, του οποίου το όνομα συνδέεται επίσης με τα δημητριακά  (και με την «Θεά») ως σημαίνον πολλούς μύλους πάνω στη ροή του, όπως και ο Αλφειός μάλλον συνδέεται ονομαστικά με τα  άλφιτα, κυρίως το κριθάρι.      Δεν χόρταινα να θωρώ το επιβλητικό αυτό τοπίο και στενοχωριόμουν που αντιλαμβανόμουν πόσο ανέφικτο ήταν να ανεβώ στο «Δρακοβούνι» και στην «Κερνίτσα».

Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Παρακκλήσι αγίου Δημητρίου, το τέμπλο. Στο αριστερό βημόθυρο προς το ιερό οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ ομού, "ως δίδυμο". Στο δεξί βημόθυρο η εικόνα των αφίων Κωνσταντίνου και Ελένης. 




Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Παρεκκλήσι αγίου Δημητρίου. Πάνω και κάτω: η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο νότιο βημόθυρο. 

 Κατόπιν αυτών αναλογιζόμουν ότι μάλλον δεν είχα κάνει λάθος όταν πριν μόλις δύο ημέρες  έκανα  κάποιες ετυμολογικές υποθέσεις σχετικά με το όνομα Κερνίτσα της ομώνυμης μονής και πόσο όλο και καλύτερα μπορώ να αναγνωρίζω και να «διαβάζω» πλέον τα «σημάδια» της,  διαλεκτικά με το τοπικό, το παραγωγικό  και το θρησκευτικό συν-κείμενό τους. Τα επόμενα «σημάδια» Της παρουσιάστηκαν μέσα στο εκκλησάκι του άη-Δημήτρη όπου μπήκαμε. Καθαρό και απέριττο, έχει παλιό, ξυλινο τέμπλο βαμμένο με καφέ λαδομπογιά και λίγα σκαλιστά στολίδια, τα οποία προδίδουν λαϊκό τεχνίτη και κάποια παλαιότητα, φέρει επίσης τις δεσποτικές εικόνες  και την αφιερωματική του καβαλάρη άη-Δημήτρη. Η έκπληξη ήταν στις επιζωγραφημένες εικόνες των δύο βημόθυρων του τέμπλου που οδηγούν στο ιερό. Στο βόρειο βημόθυρο, αριστερά  του τέμπλου, όπου μπαίνει τυπικά ο αρχάγγελος Μιχαήλ μόνος, είναι ζωγραφισμένοι μαζί, ωσάν «δίδυμοι» οι δύο αρχάγγελοι Ταξιάρχες ολόσωμοι, ως πολύ  νέοι, σχεδόν παιδιά, που πατούν  πάνω σε ένα είδος σύννεφου, ενώ στο βάθος της εικόνας φαίνεται ένα είδος χρυσής πύλης που επιστεγάζεται με ένα κόκκινο ύφασμα, ωσάν κουρτίνα [φωτ.]. Στο νότιο βημόθυρο, δεξιά, όπου τυπικά μπαίνει μόνος ό αρχάγγελος Γαβριήλ, είδα  επιζωγραφημένη τη γνωστή  εικόνα των αγίων  Κωνσταντίνου και Ελένης με το Σταυρό ανάμεσά τους οι οποίοι πατούν σε ένα σκαλοπάτι , ενώ στο βάθος, πίσω τους υπάρχει μια πύλη παρόμοια με εκείνη στο αριστερό βημόθυρο. Κάτ’ εμέ οι δύο εικόνες των βημόθυρων, παρόμοιας περίπου τεχνοτροπίας και ηλικίας κάτ’ εμέ,  συνδυαστικά αφορούν ένα ζεύγος «ως δίδυμων» ιερών μορφών, τους Ταξιάρχες, και το ιερό ζεύγος Κωνσταντίνου  και Ελένης, συνδυασμό που είχα  δει σε τόσες άλλες περιπτώσεις τέτοιων εικόνων[25].


Η Ελένη με "κάλαθο" στο κεφάλι , ως θεά, ανάμεσα στους θεϊκούς δίδυμους Διόσκουρους (Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης, 26/4/ 2009)

  Καθώς κοίταζα έκπληκτη και ταραγμένη αυτές τις εικόνες, οι συνοδοί μου μού εξήγησαν ότι είναι σε δεύτερη χρήση εδώ στο εκκλησάκι του άη-Δημήτρη και ότι η πρώτη τους θέση ήταν ακριβώς έτσι πάνω στα βημόθυρα του παλιού ναού του αγίου Γεωργίου, που είχε γκρεμιστεί από τον σεισμό και χτίστηκε ο καινούργιος. Και επειδή η θέση αυτών των εικόνων φαινόταν περίεργη στους σύγχρονους κατοίκους όταν χτιζόταν ο καινούργιος άη-Γιώργης, δεν θέλησαν να τις ξανατοποθετήσουν στα βημόθυρα του νέου ναού αλλά ούτε και να τις πετάξουν, βέβαια, οπότε τις τοποθέτησαν στο εκκλησάκι του άη Δημήτρη, όπως εξάλλου γίνεται και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις με τις παλιές εικόνες, όταν κτίζονται νέοι ναοί στη θέση παλαιών. Πάνω στο νότιο τοιχο, σε γωνία με το τέμπλο και παραδίπλα από την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο βημόθυρο, είδα να κρέμεται μια σκούρα, σκοτεινή κάπως, μεγάλη εικόνα με τζάμι του οποίου η γυαλάδα δεν επέτρεπε να δω τι παριστάνει. Όταν τα κατάφερα, είδα τους «ως δίδυμους» σχεδόν αγκαλιασμένους πάνω στα άλογά τους, καβαλάρηδες αγίους Θεοδώρους! Και βάζω θαυμαστικό, γιατί ο ναός αποκτούσε τώρα  για μένα πιο έντονο το «σημάδι» της θεάς, και ταυτόχρονα γινόταν πιο έντονα «διοσκουρικός», καθώς απέναντι από αυτή την εικόνα, πάνω στο βόρειο τοίχο του, έβλεπα αναρτημένες ακετές εικόνες των καβαλάρηδων αγίων Δημητρίου και Γεωργίου αντωπά, με την έννοια του ζεύγους. Η τοποθέτηση αυτών των εικόνων δικαιολογείται βεβαίως και από  τη ναϊκή έκφραση ευλάβειας των κατοίκων του χωριού, με τις εκκλησίες των αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, αλλά ο τρόπος της τοποθέτησης τους υποδεικνύει μια αντίληψη δυαδικότητας, κάτ’ εμέ.

Καθώς εγώ φωτογράφιζα συλλογιζόμενη όλα αυτά, οι δύο ξεναγοί μου συνομιλούσαν αναφερόμενοι στο πανηγύρι του χωριού, που είχε λάβει χώρα δύο ημέρες πριν, στη γιορτή της Γέννησης της Παναγίας. Άλλη ταραχή, δική μου, στο άκουσμα αυτής της συνομιλίας, ότι δηλαδή ερχόταν και πάλι στο προσκήνιο η ιερή Μάνα-και-Κόρη. Καθώς δεν είχαν αναφέρει μέχρι στιγμής  ότι υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στη Γέννηση της Παναγίας στο χωριό, ενώ ο ενοριακός είναι αφιερωμένος στον άγιο Γεώργιο και συνηθίζεται τα πανηγύρια να γίνονται στη μνήμη πολιούχων αγίων,  ρώτησα πώς και δεν γίνεται το πανηγύρι στη γιορτή του Αηγιωργιού. «Α, μου απάντησαν, το πανηγύρι γίνεται από παλιά στις 8 του Σεπτέμβρη, στη Γέννηση της Παναγίας, γιατί σε αυτήν είναι αφιερωμένη η παλιά εκκλησία του νεκροταφείου». Η ταραχή μου μεγάλωνε, γιατί σκέφτηκα νεκροταφειακός ναός και Γέννηση μαζί, συνδυασμός αντιφατικός εκ πρώτης όψεως, αλλά που αποδίδει και συμβολική χθονιότητα στο ιερό ζεύγος μάνα-και κόρη νεογέννητη.  Άρα για να γίνεται το πανηγύρι σε αυτή τη  γιορτή, μάλλον η εκκλησία της Παναγίας με το νεκροταφείο, πολύ παλιά, θα ήταν αρχικά ο ενοριακός ναός του χωριού  και τον αποχαρακτήρισαν από ενοριακό  λόγω της ύπαρξης του νεκροταφείου, όπως γίνεται συχνά όταν το νεκροταφείο  βρίσκεται μέσα στον ιστό των οικισμών, ή αλλού μεταφέρεται μόνο το νεκροταφείο εκτός οικισμού και παραμένει ο ναός του ως ενοριακός. Φαίνεται λοιπόν ότι ο παλιός ναός του άη-Γιώργη θα ήταν απλό παρεκκλήσι και όταν τον ξανάχτισαν μετά την καταστροφή του από το σεισμό, τον έκαναν μεγαλύτερο και τον όρισαν ως ενοριακό, κύριο ναό του χωριού.   Οπότε εδώ η Παναγία (Μανα-και-κόρη-Αγιαλένη) παραμένει πολιούχος του χωριού μαζί με το νεκροταφείο, ως εκ τούτου  και το πανηγύρι στη γιορτή της, γιατί αν και αλλάζουν οι ενοριακοί ναοί, για τα τοπικά πανηγύρια δεν αλλάζει  η μέρα τιμής  στη μνήμη του ιερού προσώπου-πολιούχου, κατά κανόνα[26].

Δρακοβούνι  Γορτυνίας, 11/9/2003. Πάνω: παλιό αλώνι εμπρός από τον κοιμητηριακό ναό της Γέννησης της Παναγίας. Κάτω: το νεκροταφείο με το ναό.

Κατόπιν αυτών,  η επόμενη  ξενάγησή μου έγινε στο νεκροταφείο, στη νότια πλευρά του χωριού. Το ότι βόρεια, μπροστά από τον περίβολο του νεκροταφείου και του ναού του υπάρχουν δύο πετρόχτιστα αλώνια, ήταν ωσάν αναμενόμενο για μένα, δεδομένων  και όλων των υπόλοιπων ψηφίδων-«σημαδιών» της σιταρο-θεάς, που μαζί με τον παρακείμενο ναό τής χθόνιας ιερής «Μάνας-και-κόρης» μέσα στο νεκροταφείο, συνθέτουν εδώ, κάτ’ εμέ,  ένα λανθάνον μωσαϊκό μνήμης της Μεγάλης θεάς Ελένης-Αγιαλένης.


Δρακοβούνι Γορτυνίας, 11/9/2003. Κοιμητηριακός ναός Γέννησης της Παναγίας. Ανθοστόλιστες εικόνες της Γέννησης από την πρόσφατη γιορτή. 

Όταν μπήκαμε μέσα στο ναό, το εσωτερικό του πρόδιδε ότι ήταν κάποτε ενοριακός και οι τιμώμενες ιερές μορφές Μητέρα-και-Κόρη ωσεί μία, πολιούχος του χωριού αλλά και ότι πανηγύριζε τόσο πρόσφατα. Περιποιημένος, καθαρός με τα μπρούτζινα μανουάλια καλογυαλισμένα να λαμποκοπούν, τα κρύσταλλα των πολυέλαιων ν’ αστράφτουυν και οι λουλουδένιες, πολύχρωμες γιρλάντες στις εορτάζουσες εικόνες, φρέσκιες ακόμα, να μοσχοβολούν. Μια εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης δεν έλειπε και από εδώ, ακουμπημένη μάλιστα στη βάση του τέμπλου, κάτω από τη δεσποτική εικόνα της Παναγίας. Φαινόταν ολοκαίνουργια, μάλλον αφιέρωμα πρόσφατο κάποιας/ου πιστού, ίσως και για να «λειτουργηθεί» επί 40ήμερο, αρχής γενομένης από την ημέρα της γιορτής,  πριν τοποθετηθεί στο εικονοστάσι του σπιτιού. Καθώς αναρωτιόμουν γιατί προσκόμισαν τη συγκεκριμένη άραγε εικόνα, ο νέος πυροσβέστης μου είπε ότι λέγεται πως το πανηγύρι καθιερώθηκε να γίνεται τη συγκεκριμένη γιορτή της Γέννησης της Παναγίας, γιατί  «οι παλαιοί έβλεπαν μια γυναίκα να έρχεται εδώ, στο νεκροταφείο  και να χτυπάει ένα ντενεκέ με ένα ξύλο, σαν νταούλι», γι’ αυτό και καθιέρωσαν να γίνεται εδώ, αυτή τη γιορτή, το πανηγύρι. «Αερικό ήταν αυτή η Παναγία», μου εξήγησε… Τι άλλο ήθελα να ακούσω για να σκεφτώ ότι η παράδοση αυτή απηχεί λανθάνουσες μνήμες από την οργιαστική λατρεία υποχθόνιας της Μεγάλης-Μητέρας-και-Κόρης;

Βγαίνοντας από το ναό, ευχαρίστησα θερμότατα τους τόσο εξυπηρετικούς ξεναγούς-αφηγητές μου, για τις πολύτιμες πληροφορίες τους και έφυγα για το κοντινό χωριό Θεόκτιστο (πρώην Τόπιστα).

Θεόκτιστο[27]

Είχα ήδη πληροφορία για το ότι στο Θεόκτιστο υπάρχει ξωκλήσι  «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] καθώς και ότι ο ενοριακός ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στους «ως δίδυμους» αγίους Θεοδώρους, οπότε θεώρησα πηγαίνοντας ότι έχω ήδη δεδομένα τα «σημάδια της θεάς». Φτάνοντας στην πλατεία του χωριού, αναζήτησα το μπακάλικο του αδελφού ενός από τους συνομιλητές μου στο Δρακοβούνι, ο οποίος είχε πάει σώγαμπρος, όπως μου είχε πει, στο Θεόκτιστο, είχε δηλαδή παντρευτεί γυναίκα από εκεί και κατοικούσε στο χωριό της γυναίκας του. Μπήκα στο μαγαζί και με τη σιγουριά ότι ήμουν συστημένη από τον αδελφό του μαγαζάτορα, και του εξήγησα ποια είμαι και τι θέλω.

Ήλθε πρόθυμος να με συνοδεύσει πρώτα στο ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου»[και Ελένης], καθώς είχε μεσημεριάσει πλέον, ενώ είχε και το κλειδί του , γιατί ήταν ο επίτροπος του ναού των αγίων Θεοδώρων και θα μου τον έδειχνε κατόπιν. Στο δρόμο-δρόμο με ρωτούσε πώς γνώριζα τον αδελφό του και του εξηγούσα όσα είχαν γίνει προηγουμένως στο Δρακοβούνι, οπότε αναφέρθηκα και στον εκεί «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη] και στην «Κερνίτσα». Ως καταγόμενος και ο ίδιος από εκεί, γνώριζε και μου επιβεβαίωνε τις πληροφορίες που μου είχαν δώσει σχετικά και μάλιστα με περισσότερες λεπτομέρειες γιατί, όπως μου είπε, τριγυρνούσε πολύ με τα γίδια του σε εκείνα τα απόκρημνα μέρη. Μου είπε μάλιστα ότι εκείνος ο «Αγιοκωσταντίνος» [και Ελένη] στην Κερνίτσα είχε εκεί κάτι πελώρια  αγκωνάρια, αρχαία, και ένα εικονοστάσι. Οπότε συμπέρανα ότι επρόκειτο μάλλον για εκκλησάκι του είδους που είχα εντοπίσει στην Αλίφειρα, την  Θεισόα και αλλού, δηλαδή αρχαίο, ιερό χαμηλό κτίσμα, ασκεπές, που είτε παραμένει έτσι όπως εδώ στην «Κερνίτσα», είτε συμπληρώνεται με τοίχους και στέγη και λειτουργεί ως χριστιανικός ναός αφιερωμένος, ως επί το πλείστον,  στην «Αγιαλένη» είτε στους δύο αγίους μαζί, Κωνσταντίνο και Ελένη, ή σε άλλους αγίους[28]. Μου είπε επίσης και άλλα για την εικόνα (χωρίς να διευκρινίσει ποια) που «έφυγε» από την Κερνίτσα και το πώς την βρήκε ο τσοπάνης στο σημείο που χτίστηκε κατόπιν η μονή Κερνίτσης ακολουθώντας το τραγί με τα βρεμένα γένια και το πώς αυτή όταν την πήγαιναν στον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη], έφευγε και ξαναπήγαινε  εκεί όπου χτίστηκε τελικά η Μονή. Ο συνοδός μου φαινόταν από τον τρόπο που αναφερόταν σε αυτά που συζητούσαμε, άνθρωπος θρησκευόμενος, με βαθιά πίστη, σχεδόν «αλαφροσκιωτος», δεμένος με τον τόπο και τις μυθικές  ιστορίες που συνθέτουν το συμβολικό του αφήγημα, που με έκαναν να καταλάβω καλύτερα το πώς η τοπική μνήμη μπορεί να συντηρεί, μη συνειδητά και υπολανθάνοντα, τόσο παλιά στοιχεία πίστης και λατρείας, όπως αυτά που αφορούν την Ελένη/Αγιαλένη. 

Θεόκτιστο Γορτυνίας, 11/9/2003.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης], εξωτερικά και εσωτερικά. 

 Όταν φτάσαμε σε ένα δύσβατο σημείο, αφήσαμε το αυτοκίνητο και συνεχίσαμε με τα πόδια. Ήταν φανερό πως βαδίζαμε μέσα σε παλιά σιταροχώραφα, κάτι αυτονόητο για μένα πλέον αφού πλησιάζαμε το ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης]. Επρόκειτο για έναν μικρό «κάμπο» με ελαφριά κλίση που τον κλιμάκωναν χτιστές πεζούλες όπου σήμρρα έχουν φυτέψει ελιές, κάτι σύνηθες μετά την εγκατάλειψη της σιτοκαλλιέργειας. Φτάσαμε στο ξωκλήσι και το προσεγγίσαμε από την ανατολική, πίσω πλευρά του. Όταν στρίψαμε προς την δυτική του πλευρά, όπου και η είσοδος σε αυτό, μου φάνηκε αναμενόμενο πλέον, στο πλαίσιο των συμφραζόμενων της αφήγησης για την Ελένη/Αγιαλένη, το ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα αλώνι, σε συνδυασμό και με το τοπικό συμφραζόμενο, το γεωτοπικά κατάλληλο της θέσης για αλώνι. 

Ο μικρός ναός εσωτερικά είναι απέριττος με τις στοιχειώδεις εικόνες. Το τέμπλο απλό, χτιστό, με ανάγλυφους, έγχρωμους ρόδακες κάτω από τις δεσποτικές εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Επειδή το πλάτος του ναού είναι περιορισμένο, πάνω στο τέμπλο είναι μόνον οι δύο προηγούμενες εικόνες, ενώ η εικόνα του άη-Γιάννη του βαπτιστή όσο και η αφιερωματική των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, είναι ιστορημένες πάνω στα δύο πλαϊνά βημόθυρα που οδηγούν στο ιερό, εκεί δηλαδή που τυπικά μπαίνουν οι Ταξιάρχες. Αυτή η τοποθέτηση μου έφερε πάλι στο νου τις εικόνες πάνω στα βημόθυρα στο ναό του αγίου Δημητρίου στο Δρακοβούνι. Σκεφτόμουν δηλαδή, ότι ήταν τόσο σημαντικό να μπει και η παλιά εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, η προερχόμενη από τον πρώτο ναό του αγίου Γεωργίου, που «στρίμωξαν» τους δύο Ταξιάρχες μαζί στο ένα βημόθυρο, προκειμένου να μπει, παράτυπα,  και το ζεύγος των Ισαποστόλων στο άλλο έτσι που να σχηματισθεί και η "διοσκουρική" σχέση τους, καθώς  δεν είναι τυχαία η τοποθέτηση των εικόνων γενικά στους ναούς αλλά πέραν της τυπικά δογματικής, «κανονικής» η οποία εξαρτάται και από το μέγεθος και τον αρχιτεκτονικό τύπο τους, μπορεί να υπάρχει και η λανθάνουσα «αφήγηση»  που αφορά τη λαϊκή λατρεία και πίστη όσο  και τις τοπικές παραδόσεις που την αφορούν, όπως συμβαίνει και με τους «ως δίδυμους» αγίους, σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση. Και πόσο πολύπλοκη, δύσκολη και παρακινδυνευμένη ωστόσο είναι η αποκάλυψη αυτής της λανθάνουσας αφήγησης από τρίτους, αλλά και από τους ίδιους τους φορείς της, καθώς την φέρουν και την πράττουν μη συνειδητά, ως «habitus»,  ως κοινωνική και λατρευτική πρακτική μεταδιδόμενη από γενιά σε γενιά χωρίς να είναι σε θέση να την «εξηγήσουν», λέγοντας μόνον «έτσι πάει» ή «έτσι τα βρήκαμε».Βγαίνοντας έξω από το νασκο, είδα στη ΝΔ γωνία του, δίπλα στο αλώνι, ένα πελώριο βράχο και κάτω από αυτόν να ανοίγεται κάθετα ένας γκρεμός ως το βάθος,  στη ροή του Μυλάονα ποταμού. Το θέαμα ήταν υποβλητικό αλλά έπρεπε πλέον να κάνω οικονομία στις φωτογραφίσεις, γιατί τελείωναν τα φιλμ (πόσο σκέφτομαι τώρα εκ των υστέρων πόσες φωτ. θα είχα τη δυνατότητα, προ εικοσαετίας, να τραβήξω με τις σημερινές ψηφιακές φωτογραφικές  μηχανές!). 

Θεόκτιστο Γορτυνίας, 11/9/2003. Ο ενοριακός ναός των αγίων Θεοδώρων, νότια όψη. 


Επιστρέψαμε στο χωριό και στον ενοριακό  ναό των αγίων Θεοδώρων. Μεγάλος, επιβλητικός, χτισμένος μαστορικά με εμφανή πέτρα και με την οικονομική ενίσχυση των ξενιτεμένων στην Αμερική (ΗΠΑ), σύμφωνα και με μια ενεπίγραφη πλάκα και την επιβεβαίωση του συνοδού μου. Μπήκαμε από τη βόρεια είσοδο, εμπρός από την οποία υπάρχει ένα είδος προθάλαμου, ένα υπόστεγο κλεισμένο με τζαμαρία, προφανώς για να προστατεύει τους εκκλησιαζόμενους, να μην μπαίνει το κρύο κατ’ ευθείαν όταν ανοίγει η πόρτα. Ωστόσο οι πιστοί έχουν μετατρέψει αυτό το τζαμωτό προθάλαμο σε ένα είδος παρεκλήσιου,  έχοντας κρεμάσει πάνω στην τζαμαρία δεκάδες εικόνες. Στη δυτική πλευρά του, κρέμονται από πάνω προς τα κάτω σε όλο το μήκος και το πλάτος της, εικόνες καβαλάρηδων αγίων κατ’ επανάληψη,  ομού σε μία εικόνα ή κατά μόνας αλλά αντωπά: αγίους Θεοδώρους, αγίους Δημήτριο και Γεώργιο, άγιο Νικήτα κ.ά. Αριστερά της εισόδου, πάνω σε ένα τραπέζι μια μεγάλη παλιά, σκοτεινή εικόνα ων αγίων Θεοδώρων και δίπλα της μια μικρή των «ως δίδυμων» επίσης αγίων Αναργύρων και άλλες.

Θεόκτιστο Γορτυνίας, 11/9/2003.  Ναός αγίων Θεοδώρων, βόρεια θύρα.

Θεόκτιστο Γορτυνίας, 11/ 9/2003. Το τέμπλο με την αφιερωματική εικόνα των "ως δίδυμων" καβαλάρηδων Αγίων. Στο άκρο δεξιά η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. 

Θεόκτιστο Γορτυνίας, 11/9/2003. Αριστερά εικόνα με "τριάδα" και στο βάθος δεξιά  και στην κάτω εικόνα η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης πάνω στο τέμπλο. 

Εσωτερικά ο ναός πολύ ψηλοτάβανος, όπως δήλωνε και η εξωτερική του όψη, διακοσμημένος σε ψευτο-νεοκλασικό στυλ με γύψινες ανάγλυφες έγχρωμες φυτικές και άλλες διακοσμήσεις πάνω στο χτιστό τέμπλο. Στην αφιερωματική εικόνα των αγίων Θεοδώρων πάνω σε αυτό, οι «ως δίδυμοι» άγιοι καλπάζουν κολλητοί ο ένας δίπλα στον άλλο μαζί με τα άλογά τους με τον Χριστό να τους ευλογεί από ψηλά μέσα σε ένα σύννεφο. Στο δεξιό, δεξί  άκρο του τέμπλου, σε εξέχουσα θέση δίπλα στην εικόνα του άη-Γιάννη, και πριν από το δεξιό βημόθυρο, η  ισομεγέθης εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, αναμενόμενη μεν από εμένα, πλην όχι και «τυπικά» αναμενόμενη σε αυτό το προβεβλημένο σημείο του ναού, όπως συμβαίνει σε όλους σχεδόν τους ενοριακούς ναούς στη Γορτυνία. Μετά την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, πάνω στο νότιο τοίχο, σε γωνία με το βημόθυρο, βρίσκεται μια τεράστια, κινητή εικόνα των Μυτιληνιών νέο-αγίων Ραφαήλ και Νικολάου με την κόρη Ειρήνη ανάμεσά τους. Οι δεκάδες άγιοι «ως δίδυμοι» καβαλάρηδες στο τζαμένιο υπόστεγο της εισόδου  και ο συνδυασμός και εδώ εικόνων, και δη ισομεγέθων και αμφότερων σε περίοπτη θέση,  των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και  της «τριάδας», ήτοι των «ως δίδυμων» αγίων με την «Κόρη» ανάμεσά τους, ενίσχυσε τον «διοσκουρικό» τρόπο που «διαβάζω» αυτό το θρησκευτικό εικονικό και συμβολικό συνδυασμό,  να σχετίζεται δηλαδή  με υπολανθάνουσα μνήμη και σχέση του με την τριάδα Διόσκουροι και Ελένη, όπως έχω αναφέρει επανειλημμένα.


Η Ελένη με "κάλαθο" στο κεφάλι ως  θεά ανάμεσα στους "διδυμους" καβαλάρηδες Διόσκουρους (Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης, 26/4/2009)

Κερπινή

Άφησα το Θεόκτιστο ευχαριστώντας τον πρόθυμο συνοδό μου, ικανοποιημένη από τα  έντονα «σημάδια» της θεάς και εδώ. Επόμενος προορισμός και στάση στο χωριό Κερπινή[29]. Φτάνοντας αναζήτησα, ως συνήθως,  τον ιερέα  για να μου ανοίξει τον ενοριακό ναό αφιερωμένο στην αγία Τριάδα. Ρωτώντας και μετά από αρκετή ταλαιπωρία, εντόπισα το σπίτι του. Ήταν το πιο ταπεινό και φτωχικό σπίτι παπά που είχα συναντήσει τα τελευταία χρόνια της επιτόπιας αυτής έρευνας που επισκέπτομαι τόσα πολλά σπίτια ιερέων. Μου άνοιξε την πόρτα η παπαδιά, μια γελαστή, μεσόκοπη γυναίκα και με κάλεσε αμέσως, μετά τις συστάσεις, να περάσω μέσα στο σπίτι, παρόλο που ο παπάς έλειπε στην Τρίπολη. Όπως με ενημέρωσε, είχε πάει εκεί για να δει τα τέσσερα παιδιά τους που βρίσκονται εκεί, άλλα για δουλειά και άλλα για το σχολείο. Το σπίτι εσωτερικά μικρό, φτωχικό, κάπως παλαιικό, πλην πεντακάθαρο και περιποιημένο. Την είχα σηκώσει από το τραπέζι όπου συνέτρωγε με τον κουνιάδο της, τον αδελφό του παπά, λαϊκό, ο οποίος διαμένει στην Αθήνα και είχε έλθει για κάποια δουλειά του στην Κερπινή. Η παπαδιά επέμενε να καθίσω και να φάω μαζί τους και μου έβαλε γίδα βραστή και χυλοπίτες σπιτικές, δικής της παρασκευής, πολύ νόστιμα όλα. Είχε και λαχταριστό, σπιτικό, ζυμωτό ψωμί και χλωρό τυρί, που το πήζει η ίδια, όπως μου είπε. Επίσης κόκκινο, δικό τους κρασί. Πιάσαμε κουβέντα για τη δουλειά μου, το χωριό, τα παιδιά της, τις δυσκολίες της ζωής τους και άλλα, ενώ ταυτόχρονα έπαιζε και η τηλεόραση ανοιχτή που μετέδιδε ειδήσεις εκείνη την ώρα. Το θέμα στις ειδήσεις εκείνη τη στιγμή ήταν για το σκάνδαλο από μια διαφήμιση νυφικών φορεμάτων από γνωστό, μεγάλο  οίκο μόδας  που εικόνιζε την ντυμένη με το νυφικό του οίκου  νύφη, να «σνιφάρει» διαμάντια ωσάν να ήταν κοκανη.  Έκαναν σχετικά σχόλια και οι συνδαιτυμόνες μου, για το απαράδεκτο και προκλητικό κάτ’ αυτούς, της εικόνας, ενώ εγώ θεώρησα τη διαφήμιση ακόμα πιο σκανδαλώδη μέσα στο όλο περιβάλλον όπου βρισκόμασταν αλλά δεν το είπα.

Καθώς ο παπάς αργούσε, αφού αποφάγαμε προθυμοποιήθηκε ο αδελφός του να με συνοδεύσει και στο ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης], που με πληροφόρησαν ότι έχει το χωριό, όσο και στο ναό της αγίας Τριάδας, αφού θα μας έδινε η παπαδιά τα κλειδιά.

Προς το ξωκλήσι, αφού διανύσαμε αρκετό χωματόδρομο με το αυτοκίνητό μου, συνεχίσαμε με τα πόδια μέσα σε έναν δύσβατο, επικλινή «κάμπο» όμοιο με αυτόν  στο Θεόκτιστο πηγαίνοντας στο ομώνυμο ξωκλήσι, εδώ με κάπως πιο αραιές ή κατεστραμμένες ήδη παλιές πεζούλες σιτηρών με ελιές αλλά και δρυς («δέντρα»). «Να, φτάσαμε», μου είπε ο ξεναγός μου. Εξεπλάγην, καθώς δεν έβλεπα εκεί γύρω κάποιο εκκλησάκι.

Κερπινή Γορτυνίας, 11/9/2003, Υπαίθριο ιερό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. 
Κερπινή Γορτυνίας, 11/9/2003.  σκαρίφημα του υπαίθριου ιερού των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (από το χειρόγραφο ημερολόγιο της επιτόπιας έρευνας)


Κερπινή Γορτυνίας, 11/9/2003, Υπαίθριο ιερό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Από πάνω προς τα κάτω: το ιερό με το εικονοστάσι

 Ωστόσο κατόπιν είδα κάτω από δύο αιωνόβιες δρυς ένα πάλλευκο από το ασβέστωμα, χτιστό εικονοστάσι, μεγαλούτσικο, να λάμπει κάτω από την παχιά σκιά των δέντρων. Πριν προλάβω να ρωτήσω αν αυτό εννοούσε ότι ήταν το ζητούμενο «ξωκλήσι» και καθώς τα μάτια μου προσαρμόζονταν στην αντίθεση φως-σκιά, είδα πως το εικονοστάσι βρισκόταν στο κέντρο της μιας στενής πλευράς ενός μακρού, αρκετά μεγάλου παραλληλόγραμμου, που το όριζαν κατάχαμα πάνω στο γυμνό, σκεπασμένο με άγριο, χαμηλό, ξερό χορτάρι έδαφος μια σειρά από  χαμηλούς, επιμήκης  λίθους, προφανώς παλαιούς, άλλους μόλις επεξεργασμένους άλλους όχι  αλλά ξερολιθιά, χωρίς συνδετικό κονίαμα μεταξύ τους που σχημάτιζαν ένα τετράπλευρο χαμηλό τοιχίο. Δηλαδή με το εικονοστάσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο κέντρο τής μιάς από τις δύο στενές πλευρές του, σχηματιζόταν ένα είδος υπαίθριου, ανοιχτού νασκου (φωτ.)! Βλέποντας  την ταραχή μου, ο ξεναγός μου μού είπε ότι πρόκειται μάλλον για τα ερείπια κάποιας παλιότερης εδώ εκκλησίας των δύο αγίων, που ωστόσο κανείς δεν θυμόταν. Οι πέτρες πάνω στο χώμα βαλμένες τακτικά στη σειρά ώστε να σχηματίζουν το ιερό παραλληλόγραμμο που πλαισιώνει το εικονοστάσι, δεν έδειχναν καθόλου για «ερείπια», αλλά τοποθετημένα επί τούτου έτσι.  Εγώ έβλεπα στην απλούστατη δυνατή μορφή του, ένα υπαίθριο, ασκεπές ιερό, ωσάν τις «Αγιαλένες» ή "Αγιοκωσταντίνους" [και Ελένες] που είχα ήδη εντοπίσει με λίγο πιο υπερυψωμένα, δομημένα τοιχία  και την εικόνα των αγίων σε ανάλογη θέση, όμως μέσα σε εσοχή του αντίστοιχου τοίχου, όχι με ιδιαίτερο, χτιστό εικονοστάσι (αρχαία Αλίφειρα, Πλατάνια Μεσσηνίας, Αίπυς, Δρακοβούνι/Κερνίτσα) . Ένα ακόμα παμπάλαιο, πλην εκχριστιανισμένο στο όνομα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ιερό της Ελένης/Αγιαλένης, δηλαδή!  Είναι δε εντυπωσιακός ο σεβασμός σε αυτό το υποτυπώδες ιερό, που διατηρούν σε τάξη και στη θέση τους  αυτές τις εύκολα μετακινούμενες πέτρες τόσα και τόσα χρόνια, ώστε να σχηματίζουν το παραλληλόγραμμο που πλαισιώνει το αμετακίνητο, χτιστό εικονοστάσι.  Ο συνοδός μου μού είπε στη συνέχεια ότι εδώ, σε αυτό το εικονοστάσι με το τοιχίο του,  στη γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στις 21 Μάη, γίνεται κάθε χρόνο μεγάλο πανηγύρι με λειτουργία και κατεβαίνει όλο το χωριό και ότι όταν αυτός ήταν μικρός στο χωριό, μετά από τη λειτουργία πήγαιναν και χόρευαν στη «Λάκα», τραγουδώντας συλλογικά με το στόμα, δηλαδή χωρίς όργανα. Σκεφτόμουν ποια τραγούδια άραγε να έλεγαν και ρώτησα αλλά δεν θυμόταν να μου πει, καθώς απομακρυνόταν ήδη από το ιερό…

 Φωτογράφισα συγκινημένη και ταραγμένη από ένα τόσο σημαντικό, όπως το εκτιμώ, «σημάδι» της θεάς σ’ αυτόν τον δασωμένο και απόκρυφο σχεδόν, τόπο και ανεβήκαμε πάλι στο χωριό.

Κερπινή Γορτυνίας, 11/9/2003. Ενοριακός ναός αγίας Τριάδας, το τέμπλο. Αριστερά: πρόσθια όψη. Δεξιά: οπίσθια όψη από την πλευρά του ιερού, όπου φαίνεται πώς δομούνται εσωτερικά τα τμήματα του ξύλινου τέμπλου

Κερπινή Γορτυνίας, 11/9/2003. Ενοριακός ναός της Αγίας Τριάδας, Στο τέμπλο η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και εικόνες "ως δίδυμων" ιερών μορφών

Κερπινή Γορτυνίας, 11/9/2003. Ενοριακός ναός της Αγίας Τριάδας,


Μου άνοιξε το ναό της αγίας Τριάδας.  Για μένα, μετά και τα παραπάνω σχετικά με τον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη], δεν ήταν έκπληξη να δω την εικόνα των δύο αυτών αγίων πάνω στο τέμπλο, και δη ανάμεσα στην αφιερωματική εικόνα της αγίας Τριάδας και την εικόνα των «ως δίδυμων» καβαλάρηδων αγίων Θεοδώρων, πάνω στο τέμπλο, επίσης.  Η εικόνα της θεμελιώδους για το δόγμα του Χριστιανισμού αυτής Τριάδας, αναπαραστατικά εικονίζει δύο καθιστές ανδρικές μορφές που μοιάζουν κάπως, με το Άγιο πνεύμα- περιστέρι ψηλά , στο κέντρο πάνω από τα κεφάλια τους. Οι  πολλοί μη εγγράμματοι και μη «διαβασμένοι» στα δογματικά θέματα της Εκκλησίας πιστοί, ειδικά στις μη αστικές περιοχές στα  προπολεμικά και στα πολύ παλιότερα χρόνια, «βλέπουν» στην εικόνα δύο «ως δίδυμες» ιερές ανδρικές μορφές, όσο και αν η εικόνα ονομάζεται και την ονομάζουν και οι ίδιοι  «Αγία Τριάδα». (Για το πώς «βλέπουν» και «διαβάζουν», ρητά ή μη,  οι απλοί πιστοί τις εικόνες, είναι χαρακτηριστική και η περίπτωση της γιορτής και της εικόνας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου ενώ σε αυτήν εικονίζονται τρεις ανδρικές μορφές, ονομάζουν τη γιορτή, τους ναούς και την εικόνα «αγια-Σωτήρω» ή απλά «Σωτήρω»). Ο συχνός λοιπόν συνδυασμός της εικόνας της αγίας Τριάδας με εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης μέσα στους ναούς που παρατηρώ, σε συσχετισμό  και με το γεγονός ότι  οι «ως δίδυμες» ιερές ανδρικές μορφές συνδυάζονται εικονικά επίσης, λανθανόντως «διοσκουρικά», με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  όπως εδώ και με τους αγίους Θεοδώρους,  με κάνει να υποθέτω ότι και σε αυτή την εικόνα «βλέπουν» και «διαβάζουν» δύο «ως δίδυμους» αγίους, όσο «τραβηγμένο» και αν φαίνεται αυτό, και τους συνδυάζουν έμμεσα με την Ελένη/Αγιαλένη.[30]  Τα «σημάδια» της θεάς ήταν και σε αυτό το ναό σε περίοπτη θέση, πάνω στο τέμπλο.

Βγήκαμε από την εκκλησία και ο συνοδός μου μού έδειξε και το έρημο τώρα Δημοτικό σχολείο του χωριού, στο οποίο είχε και ο ίδιος φοιτήσει παιδί και με την κουβέντα σχετικά με αυτό, βρεθήκαμε και συνομήλικοι. Προθυμοποιήθηκε να έλθει μαζί μου για συντροφιά και στο χωριό Μυγδαλιά που ήταν ο επόμενος προορισμός μου. Του εξήγησα ότι  τα απρόβλεπτα της επιτόπιας έρευνας δεν μου  επέτρεπαν να είμαι σίγουρη ότι θα επιστρέψω από την Κερπινή, ώστε να τον φέρω πίσω, μπορεί να βρισκόμουν αλλού, και δεν επέμενε. Τον αποχαιρέτισα με πολλές ευχαριστίες και ξεκίνησα για την Μυγδαλιά.

Μυγδαλιά (πρώην Γλανιτσιά)[31]

Το χωριό καθώς και την ευρύτερη αυτή ορεινή περιοχή βόρεια της Βυτίνας είχα επισκεφθεί προ τριετίας, σε αναζήτηση «των ιχνών της Ελένης/Αγιαλένης» πάντα και είχα τότε διαπιστώσει μια έντονη ευλάβεια στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη των κατοίκων της περιοχής, λόγω της ύπαρξης μεγάλης εικόνας των δύο αγίων πάνω στο τέμπλο όλων σχεδόν των ενοριακών ναών, αρχής γενομένης με μια κλασικίζουσα στον ναό του αγίου Τρύφωνα στη Βυτίνα, που έχω εκλάβει ώ «σημάδια» της θεάς. Επιπλέον δε και κυρίως γιατί είχα πάρει τότε, παρεμπιπτόντως  και πάνω σε άσχετη συζήτηση, από άτομο με απώτερη καταγωγή από την Γλανιτσά που ζει στον Πύργο Ηλείας, η Λένα Αντωνοπούλου,  την  πληροφορία ότι είχε ακούσει από την Μυγδαλιώτισσα, μακαρίτισσα γιαγιά της τη φράση ότι "πήγαιναν για νερό στην «Αγιαλένη», ή «Γιαλένη» ή "Γελένη"", κάπως έτσι, στην Γλανιτσά. Η τότε επί τούτου λοιπόν, επίσκεψή μου στο χωριό δεν είχε μεν επιβεβαιώσει το τοπωνύμιο και από το στόμα ή τη μνήμη των σημερινών κατοίκων του χωριού, είχα όμως εντοπίσει ένα παλιό μεταλλικό και σκουριασμένο  εικονοστάσι «Αγιοκωσταντίνου», των αγίων Κωνσταντίνου  και Ελένης δηλαδή, στημένο πάνω σε ένα αλώνι στις παρυφές του χωριού.




Αμυγδαλιά Γορτυνίας.  Αύγ. 2000. Παλιό αλώνι με εικονοστάσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

 Είχα τότε υποθέσει ότι ίσως να ήταν εκεί το παλιό τοπωνύμιο  Αγιαλένη/Γιαλένη που είχε συν τω χρόνω ξεχαστεί, ίσως λόγω της εικόνας αμφότερων των αγίων, με προεξέχουσα χριστιανικά και ιστορικά τη μορφή του αγίου Κωνσταντίνου,  οπότε είχε πάρει πλέον το όνομά του, όπως συμβαίνει σε όλους τους ναούς και τα εικονοστάσια και των δύο Αγίων. Από την άλλη, γνωρίζω ότι τα τοπωνύμια «είναι η επί του εδάφους  εγγεγραμμένη ιστορία» και δεν αλλοιώνονται, όσα χρόνια ή αιώνες  κι αν περάσουν, όπως και προκύπτει από τα τόσα σωζόμενα παράδοξα τοπωνύμια «Αγιαλένη», με ή χωρίς ναό ή εικονοστάσι επί τόπου, πάντα όμως σε περιβάλλον καλλιέργειας και παραγωγής δημητριακών, όσο και αρχαιοτήτων σχετικών με την Μεγάλη Μητέρα, κατά τεκμήριο  ή λανθανόντως.  Πέραν αυτού, είχα προβληματιστεί και για την πιθανότητα να έχει κάποια ετυμολογική σχέση το όνομα του χωριού, «Γλανιτσά», εκ παραφθοράς,  με το τοπωνύμιο «Αγιαλένη», (Αγιαλένη>Γιαλένη>Γλανιτσά) ευφάνταστα, μάλλον. Είχα λοιπόν σκοπό να ξαναρωτήσω  και στην τωρινή  επιτόπια έρευνά μου σχετικά με το τοπωνύμιο αλλά και για έναν άλλο λόγο, που αφορά πάντα βεβαίως τα «σημάδια» της Θεάς. Είχα δηλαδή κατά την προ τριετίας επιτόπια έρευνά μου στην ευρύτερη περιοχή πάρει από τοπικό λόγιο και φίλο του πατέρα μου,  τον Γιώργο Σαγιά ή Πετρόπουλο που ζει στο κοντινό Καρβούνι (ο οποίος έχει εντοπίσει, ερασιτεχνικά και δημοσιεύσει πολλά κατάλοιπα νεολιθικών, μυκηναϊκών κ.ά. αρχαιοτήτων στην περιοχή[32] και έρχονται αρχαιολόγοι, ιστορικοί και άλλοι να τον συμβουλευτούν για τον εντοπισμό τους),  την πληροφορία  ότι στην Γλανιτσά, σε έναν λόφο πάνω από το χωριό με προϊστορικό  κάστρο, υπάρχει ένα περίεργο, μάλλον αρχαίο, «ερείπιο»/ιερό κτίσμα  με το  όνομα «Αγια-Παρασκευή». 

Πέραν αυτού, στο Αρχείο Χειρογράφων του ΚΕΕΛ, στην "Ύλη Πολίτου" (χειρόγραφα που είχε συγκεντρώσει ο ίδιος ο Ν.Γ. Πολίτης από εκπαιδευτικούς και φοιτητές ) υπάρχει η  λαογραφική εργασία ενός φοιτητή που αφορούσε  τις παροιμίες από την περιοχή της Γλανιτσάς αλλά και άλλες λαογραφικές πληροφορίες, όπως "Παραδόσεις" κ.ά. και μάλιστα σχετικά με την προϊστορική ακρόπολη της Γλανιτσάς και για την "Αγία Παρασκευή":

Παπαθεοδώρου Ανδρέας Κ., φοιτητής Λαογραφίας, Λαογραφική Εργασία. Παροιμίαι Γλανιτσιάς (φροντιστήριο Ν.Γ. Πολίτου), ΚΕΕΛ, χφ. αρ.  372, Αθήνησι 1915, σελ. β1-γ2:

«Αγιά Παρασκευή»

"...Επί του ενός των λόφων, εις την κλιτύν  των οποίων είναι κτισμένον το χωριόν [η Γλανιτσά]  και 5΄ λεπτά  μακράν τούτου, υπάρχουν ερείπια πελασγικού κτίσματος γνωστού υπό το όνομα «αγία Παρασκευή»[….]. Εις το μέσον του κτιρίου υπάρχει μικρόν παραλληλόγραμμον κτίσμα μήκους 3.50 μ., και πλάτους 2.50 κτισμένου εκ λίθων του κυρίου οικοδομήματος. Σώζεται μόνον το διάγραμμα εις ύψος 0.90-1.20 μ. Μόνον εις την μόνην πύλην, ευρισκομένην εις την νοτίαν πλευράν έχει ύψος μέχρι δύο μέτρων. Η πύλη αποτελείται εκ δύο μεγάλων λίθων εκτελούντων χρέη παραστάδων και ενός έτι μεγαλυτέρου, οριζοντίου επ’ αυτών»· εκ τριών δηλαδή μόνον λίθων αποτελείται η πύλη.  Έναντι ταύτης και εις το μέσον της Β. πλευράς είναι εγκτισμένον μικρόν τετράγωνον  σύγχρονον, χρησιμεύον ίνα ανάπτωσιν τα κηρία κατά την εορτήν της Αγίας Παρασκευής. Καίτοι όμως το όλον κτίριον καλείται «αγιά Παρασκευή», εν τούτοις ουδέν εμφανές σημείον  ή Σταυρός υπάρχει προδίδων χριστιανικόν ναόν. Το εσωτερικόν μικρόν κτίσμα προφανέστατα είναι μεταγενεστέρων χρόνων και ίσως σύγχρονον. Δυστυχώς ουδέ εις μύθος  ή παράδοσις διεσώθη αφιερωμένη εις το κτίριον τούτο. Μόνον μία παράδοσις  υπάρχει αναφερομένη εις προϋπάρχουσαν εδώ και νυν απολεσθείσαν πηγήν , ίσως λόγω καθιζήσεων του εδάφους: είναι δε η εξής: «ήτανε μια στέρνα γιομάτη νερό που έτρεχε από τη βρύση. Εκεί καθότανε μια Τούρκισσα και είχε ένα παιδί μαναχά. Το παιδί εκεί που έπαιζε επινίγηκε στη στέρνα. Τότε η Τούρκισσα εκαταράστη το νερό να χαθεί και να βγει  σε άγαρπα [=άκαρπα;] βουνά, κι από τότε το νερό εχάθη και βγαίνει στον Κουρπό». Διά την ύπαρξιν ύδατος ελάχισται μόνον ενδείξεις υπάρχουν, δηλ. μικρά βρύλλα [=βούρλα, βλ. και το «βαρκό» στην Αγιαλένη της Δίβρης] και νωπόν χώμα κατά τον χειμώνα Αλλ’ όμως η πεποίθησις του λαού  είναι  τοσαύτη ώστε συζητείται η ανασκαφή δι’ εργασίας των κατοίκων […] Πράγματι όμως εις την θέσιν «Κουρπός» υπάρχει παμμεγίστη πηγή, ης το ύδωρ φαίνεται να κατέρχεται εκ των άνω. Ευρίσκεται εις την όχθην του Μούσκυος και εις τους πρόποδας ενός αδιβάτου λόφου. Αλλά δεν είναι άχρηστον το ύδωρ εις το μέρος όπου πηγάζει. Διότι εκ τούτου λειτουργεί μύλος, κάμνωσι κεράμων και ποτίζεται κάμπος εκατοντάδων ολοκλήρων στρεμάτων…»

Επειδή συχνά τα "δαιμονικά" πλάσματα στο λαϊκό φαντασιακό και γενικά  η  "απ' όξω" ετερότητα  παίρνουν συχνά  τη μορφή  αλλοεθνών, επίβουλων  όντων  και δη  μισητών  κατακτητών  (βλ. σχετικά : https://fiestaperpetua.blogspot.com/2013/01/blog-post.html)  συλλογιζόμουν ότι η "Τούρκα" που καθότανε στην πηγή στο "μη χριστιανικό εκκλησάκι" της λεγόμενης αγια-Παρασκευής,, και η  οποία, χάνοντας το μονάκριβο παιδί της, στέρεψε την πηγή και προκάλεσε ξηρασία με τις συνακόλουθες καταστροφές, δεν είναι   άλλη από την θεά Δήμητρα (Γη-Μητέρα-Ελένη], δεδομένης και της καλλιέργειας των δημητριακών πάνω στο λόφο. Ήμουν λοιπόν σίγουρη ότι η Γλανιτσιώτισσα γιαγιά της   πληροφορήτριας από τον Πύργο, θυμόταν και γνώριζε  καλά  ότι "πήγαιναν για νερό στην Αγιαλένη"  και ας την αναφέρει ως "αγία Παρασκευή" ήδη το 1915 ο καταγραφέας φοιτητής, αποδίδοντας ίσως την πιο "επίσημη" ονομασία του ιερού, καθώς και το "Αγιαλένη" ή Γελένη" δεν ταυτιζόταν με χριστιανικό άγιο (το τυπικό για την αγία Ελένη ήταν να ονομάζονται οι ναοί "Αγιοκωσταντίνος") οπότε, αν τυχόν το είχε ακούσει, να μην το κατέγραψε, αν και οι οδηγίες του Ν.Γ. Πολίτη προς τους συλλογείς ήταν  να καταγράφουν  "εκ του στόματος του λαού".

Κατόπιν αυτών, είχα ανακαλύψει στο αρχείο του μακαρίτη πατέρα μου  ασπρόμαυρες φωτογραφίες του ίδιου μαζί με τον Γ.  Σαγιά και κάποιον άλλο πάνω στην προϊστορική ακρόπολη της Γλανιτσάς  και δη κάποιων καθισμένων σε εκείνο το «ερείπιο» της «Αγια-Παρασκευής» όταν είχαν συναντηθεί στο Καρβούνι και τον είχε ξεναγήσει  στις αρχαιότητες της περιοχής. Παρατηρώντας αυτή τη φωτογραφία (εκτός από τη συγκίνηση γιατί πατούσα πάνω στα ίχνη όχι μόνον της Ελένης/Αγιαλένης αλλά και των προ σαραντακονταετίας  ιχνών των ερευνητικών αναζητήσεων  του πατέρα μου),  διαπίστωσα ότι όντως, όπως σημειώνει και ο φοιτητής στην εργασία του, η «αγια-Παρασκευή» δεν επρόκειτο για «ερειπωμένο» νασκο-ξωκλήσι  αλλά μάλλον για ένα ακόμα υπαίθριο, ασκεπές ιερό κτίσμα,  όπως αυτά της Ελένης /Αγιαλένης που εντοπίζω πάνω σε αρχαιότητες, όπως πρέπει κατά τις αφηγήσεις να ήταν και αυτό του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης]στην «Κερνίτσα», στο Δρακοβούνι,  αλλά και στην αρχαία Αλίφειρα με το "Αλώνι της Αγιαλένης", στην Αίπυ, στη Θεισόα και αλλού.[33] 


Γλανιτσά Γορτυνίας, 15/6/1965.  Στην προϊστορική  ακρόπολη. Πάνω αριστερά  ο Γιώργης Πετρόπουλος ή Σαγιάς και κάτω δεξιά ο πατέρας μου Ντίνος Ψυχογιός  (αρχείο Ντίνου Ψυχογιού)


Γλανιτσά Γορτυνίας, 15/6/ 1965. Πάνω φωτ.: οι επισκέπτες της προϊστορικής ακρόπολης της Γλανιτσάς  καθισμένοι στο  ιερό κτίσμα της "αγια-Παρασκευής".  Κάτω-κάτω  δεξιά διακρίνεται μάλλον η κόχχη μέσα στην πέτρα, όπου τοποθετείται η χριστιανική εικόνα. Στο βάθος, πίσω από τα πρόσωπα,   πεζούλα ξερολιθιάς με σιτηρά, αθέριστα ακόμα. Κάτω:  ιδιόχειρο σημείωμα του πατέρα μου στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, όπου χαρακτηρίζει το κτίσμα ως "αρχαίο ναό"  (αρχείο Ντίνου Ψυχογιού)

Ήθελα λοιπόν να επισκεφθώ αυτό το «ερειπωμένο» εκκλησάκι της αγια-Παρασκευής, πάση θυσία, υποψιαζόμενη μήπως επρόκειτο για την Αγιαλένη που είχε πει η γιαγιά τής πληροφορήτριας από τον Πύργο, και της είχαν αλλάξει το όνομα, όπως συνέβη στο ανάλογο εκκλησάκι της  Αγιαλένης στην αρχαία Θεισόα, μόνο που εκεί παραμένει ανεξίτηλο στη μνήμη των κατοίκων και  το παλιό τοπωνύμιο Αγιαλένη για το συγκεκριμένο εκκλησάκι.


Γλανιτσά Γορτυνίας, 11/9/2003. Η τεχνητή λίμνη του Λάδωνα ποταμού με τα νερά της τραβηγμένα. Στο άκρο αριστερα η νέα γέφυρα και δεξιότερα μέσα στο νερό διακρίνεται (από ανάντη) μόλις να εξέχει η παλιά πέτρινη "Γέφυρα της Κυράς". 

Με αυτές τις σκέψεις και τις ερευνητικές προϋποθέσεις, πλησίαζα οδηγώντας το σύνορο εδώ της Γορτυνίας με την Αχαα, τον ποταμό Λάδωνα. Έβλεπα ήδη την τεχνητή λίμνη του φράγματος στο ποτάμι, που έχει καλύψει με τα νερά της το παλιό, πέτρινο «γεφύρι της Κυράς». Περνώντας κατόπιν τη φοβερή κλεισούρα ανάμεσα σε κάθετα, βραχώδη υψώματα του βουνού,  προσέγγισα τη Γλανιτσά, συνάντησα το γνωστό μου εικονοστάσι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης]  πάνω στο αλώνι, στις παρυφές του χωριού, που προανέφερα. Το είδα τώρα, μετά τριετία,  πιο ρημαγμένο, σπασμένο και χωρίς εικόνες  και λυπήθηκα, φθορές που δηλώνουν την προϊούσα ερήμωση αυτών των ορεινών χωριών και μαζί της την σταδιακή εξαφάνιση, πέραν των άλλων στοιχείων του τοπικού λαϊκού πολιτισμού, και των «σημαδιών» της Ελένης/Αγιαλένης που αναζητούσα, όπως ίσως είχε χαθεί εδώ  και το τοπωνύμιο «Αγιαλένη».

 Έφτασα περασμένο μεσημέρι στην όμορφη, απλόχωρη, πλακόστρωτη πλατεία του χωριού, την  σκεπασμένη από το τεράστιο πλατάνι,  φέρουσα τα θρησκευτικά και  κοινωνικά συμφραζόμενα στις περισσότερες πλατείες των ορεινών χωριών: την  εκκλησία, εδώ της Κοίμησης, την βρύση και το καφενείο. Όπως προανέφερα, κύριος σκοπός μου ήταν τώρα να ανεβώ στο προϊστορικό  κάστρο (μάλλον αρχαία Ακρόπολη) της Γλανιτσάς, για να εντοπίσω το «εκκλησάκι» της «Αγια-Παρασκευής». Η πλατεία ήταν έρημη και «κυκλοφορούσαν» μόνο τα φυλλοροούντα ήδη πλατανόφυλλα αλλά  το καφενείο ήταν ευτυχώς ανοιχτό και μπήκα μέσα. Μια μεσόκοπη γυναίκα, ευσταλής και δυναμική, όπως φαινόταν από τον τρόπο που μάζευε τις καρέκλες και τακτοποιούσε το μαγαζί προκειμένου να το κλείσει για τη μεσημεριανή ανάπαυλα, ήταν εκεί. Μετά τις συνήθεις συστάσεις, την ρώτησα πρώτα για την Αγιαλένη, αν γνώριζε κάτι, αλλά μου είπε ότι δεν είχε ακούσει για εκκλησάκι ή τόπο με αυτό το όνομα. Κατόπιν  για την «Αγια-Παρασκευή», προκειμένου να εκμεταλλευτώ την μεσημεριανή σιέστα του χωριού και να μην ενοχλήσω και τον ιερέα, αν τυχόν έμενε στο  χωριό μεσημεριάτικα, και να ανεβώ στην Ακρόπολη. «Δεν πρόκειται να την βρεις μοναχή σου», μου απάντησε αμέσως», «είναι πολύ δύσκολο, αν δεν ξέρεις τα κατατόπια». Καθώς εγώ επέμενα, μου υπέδειξε  τελικά να πάω ως το νεκροταφείο, στις παρυφές του χωριού με το αυτοκίνητο και μετά να συνεχίσω με τα πόδια. Μετά μου εξήγησε πώς  να συνεχίσω με τα πόδια, δεν γινόταν και αλλιώς, να ανηφορίζω σκαρφαλώνοντας προς την κορυφή του απότομου λόφου. «Ε, εδεκεί είναι», κατέληξε δείχνοντας σε ένα σημείο στο λόφο, «θα ντο ιδείς μπροστά σου, είναι κάτι τεράστιες πέτρες σαν τοίχος γύρω-γύρω και στη μέση το εικονοστάσι». Το σημείο «εδεκεί» ήταν γνώριμο, συγκεκριμένο και ευδιάκριτο  για την ντόπια γυναίκα που γνωρίζει βιωματικά τον τόπο της, αόριστο και δυσδιάκριτο για μένα την ξένη περαστική να το διακρίνω πάνω στον δασωμένο από πυκνά πουρνάρια πλέον λόφο… Η λιτή, περιεκτική  περιγραφή της ωστόσο για το αναζητούμενο ιερό  κτίσμα, επιβεβαίωνε για μένα ότι πρόκειται για υπαίθριο και ασκεπές ιερό, όπως αυτό στο Δρακοβούνι αλλά και  στην Κερπινή αλλά πιο δομημένο, μνημειώδες μάλλον από το τελευταίο, και παρόμοιο με τα άλλα της «Αγιαλένης»,  ενώ οι «τεράστιες πέτρες» του με έκαναν να ελπίζω ότι θα ήταν εύκολο σχετικά να το βρω, περισσότερο αποφασισμένη τώρα να το επιχειρήσω. «Κοίτα μην ξεσκιστείς στα πουρνάρια» με προειδοποίησε η γυναίκα βλέποντας  τις μακριές φούστες μου, «τι να σου κάνω, θα ’ρχόμουνα κοντά να σου δείξω το δρόμο αλλά έχω δουλειά και δε βλέπω και κανένανε να ντονε στείλω μαζί σου»,  συνέχισε, αμφιβάλλοντας εάν θα κατάφερνα να βρω μόνη μου το ζητούμενο… Την ευχαρίστησα θερμά για τις οδηγίες της και ξεκίνησα για το νεκροταφείο αποφασισμένη  μεν, πλην αμφιβάλλοντας τώρα και εγώ εάν  θα  κατάφερνα να το εντοπίσω…

Στο δρόμο-δρόμο έριχνε μια ψιχάλα που με απέτρεπε επίσης να τολμήσω την ανάβαση αλλά όταν έφτασα είχε σταματήσει, τα σύννεφα είχαν τραβηχτεί πίσω από την κορυφή του Μαίναλου και δεν επαπειλούσαν, σύντομα τουλάχιστον, βροχή. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο με τη φωτογραφική μηχανή περασμένη στο λαιμό μου. Ανατολικά του περίβολου του νεκροταφείου, σύρριζα σε αυτόν, είδα να ανηφορίζει προς το λόφο ένα πετρώδες, ανώμαλο και βαθύ μονοπάτι, που έμοιαζε περισσότερο με κακοτράχαλη κοίτη ποταμιού ή ρέματος  παρά με καλντερίμι αλλά δεν έβλεπα άλλο. Κατά διαστήματα, στα δύο περίπου μέτρα, πέτρες μπηγμένες όρθιες σχημάτιζαν κάτι σαν στοιχειώδη σκαλοπάτια-πατήματα για να μην κουτρουβαλιάζονται, άνθρωποι και ζώα μαζί με τις κινούμενες κοτρώνες, οπότε θεώρησα ότι όντως πρόκειται για δομημένο, έστω στοιχειωδώς, «μονοπάτι» και το ακολούθησα ή μάλλον «μπήκα» μέσα του, πατώντας με προσοχή μην τσακιστώ και σπάσω και τη μηχανή. Είχα περιορισμένη ορατότητα γύρω μου, όχι μόνο γιατί κοιτούσα συνεχώς κάτω στις κινούμενες πέτρες  αλλά και γιατί οι «όχθες» αυτού του «μονοπατιού» ήταν ψηλότερες από το (κοντό) μπόι μου, δομημένες με ξερολιθιά, ενώ τις σκέπαζαν και πυκνά πουρνάρια. Είχα έτσι την αίσθηση ότι σκαρφάλωνα «στα τυφλά», δεδομένου ότι δεν είχα καταλάβει το «εδεκεί» του αναζητούμενου κτιρίου, και ότι μάλλον ματαιοπονούσα. Παρόλ’ αυτά συνέχισα να σκαρφαλώνω  και όταν οι πλευρές του μονοπατιού άρχισαν να χαμηλώνουν, μπόρεσα να δω πως όλη η πλαγιά ήταν κλιμακωμένη με πεζούλες ξερολιθιάς, ενώ  ό,που τα πουρνάρια ήταν αραιά και σε ξέφωτα, έβλεπα να χρυσίζουν τα άγρια πια και ξερά σιτηρά που φυτρώνουν από τους σπόρους, ακολουθώντας  τον βλαστικό κύκλο τους και ξεραίνονται ακαλλιέργητα. Αλάθητο σημάδι της θεάς, αναθάρρησα, και περίμενα να δω σύντομα και το ιερό.

Κάποια στιγμή, καθώς δεν πραγματοποιούνταν η επιθυμία μου και το μονοπάτι κλεινόταν πλέον από τα πουρνάρια και ήταν αδιέξοδο, σκαρφάλωσα σε ένα χάλασμα της ξερολιθιάς και βγήκα σε ένα πιο ανοιχτό χώρο, ελπίζοντας να δω επιτέλους τα ιερό «της αγια-Παρασκευής». Όμως τις δύο επόμενες, περίπου, ώρες περιπλανιόμουν μονάχη σε έναν  δαιδαλώδη για μένα λαβύρινθο από πεζούλες και μονοπάτια, συχνά κάνοντας κύκλους στο ίδιο σημείο μέσα από τα πυκνά πουρνάρια, σκαρφαλώνοντας στις ξερολιθιές ή περπατώντας στα ξέφωτα, χωρίς να βρίσκω το ζητούμενο, θωρώντας ωστόσο κάπου-κάπου χαμηλά τα σπίτια του χωριού, παίρνοντας παρηγοριά. Ούτε «τεράστιες πέτρες», ούτε τείχη (που η γυναίκα μου είχε πει πως φαινόντουσαν από το χωριό πριν θεριέψουν τα πουρνάρια) ούτε τουλάχιστον σήμανση της αρχαιολογικής υπηρεσίας έβλεπα πουθενά, παρά μόνο ξερολιθιές-ξερολιθιές-ξερολιθιές και πουρνάρια-πουρνάρια-πουρνάρια  που έζωναν όλη την πλαγιά από πάνω μέχρι κάτω. Ήμουν εξοργισμένη με τον εαυτό μου και είχα πεισμώσει, γιατί ήμουν σίγουρη ότι το ιερό ήταν μπρος στα μάτια μου και εγώ δεν μπορούσα να το εντοπίσω. Κάθε φορά που νόμιζα ότι έβλεπα κάτι που ταίριαζε με την περιγραφή της γυναίκας όσο και με τη φωτογραφία στο αρχείο του πατέρα μου, πλανιόμουν. Ωστόσο, θυμούμενη τα πουρνάρια να ζώνουν τις αρχαίες πέτρες στη μια από τις φωτογραφίες του πατέρα μου, ήμουν σίγουρη ότι μετά από σαράντα χρόνια θα είχαν θεριέψει πολύ περισσότερο και δεν ήταν τόσο περίεργο που εγώ δεν τις έβλεπα, ενώ οι ντόπιοι γνωρίζουν την τοποθεσία... Ανέβηκα και μέχρι την κορυφή του λόφου, πέρασα και από την πίσω πλαγιά, όμως μάταια. Στην κορυφή μάλιστα, πάνω στο ξάγναντο διάσελο, αντί για τα τείχη ή το ιερό, βρήκα έναν περίβλεπτο,  κωνικό σωρό από πέτρες, δομημένο με έναν τρόπο που κάτι σήμαινε. Πήγε ο νους μου σε «αναθεματίστρα» και φωτογράφισα, με σκοπό να ρωτήσω σχετικά μετά,  στο χωριό.


Γλανιτσά Γορτυνίας., 11/9/2003. Κλιμακωτές, παλιές πεζούλες σιτηρών πάνω στο λόφο της αρχαίας ακρόπολης και γύρω τους πουρνάρια. 

Τελικά απελπίστηκα ότι θα εύρισκα το ιερό κτίσμα και εγκαταλείποντας πλέον τις προσπάθειες, πήρα να κατηφορίζω προς το χωριό ακατάστατα, πηδώντας πεζούλες και μέσα από πουρνάρια, με οδηγό μου το καμπαναριό  της εκκλησίας. Πολύ στενοχωρημένη, ιδρωμένη, με αμυχές στα πόδια και τραβηγμένες κλωστές στη φούστα μου, την γεμάτη και κολιτσίδες, έπεσα τυχαία μέσα το «βαθύ» μονοπάτι που είχα ανέβει στην αρχή, το οποίο τώρα,  προχωρημένο απόγευμα ήταν πιο σκοτεινό, και το ακολούθησα. Όταν κατεβαίνοντας έβλεπα πια το νεκροταφείο από όπου είχα ξεκινήσει και το είχα πλησιάσει, είδα από την αντίθετη κατεύθυνση του στενού, κακοτράχαλου μονοπατιού να ανεβαίνει επιδέξια, χώνοντας τις πεταλωμένες οπλές του στις κοτρώνες, ένα άλογο σαμαρωμένο με μια νέα γυναίκα αναβάτιδα, καθισμένη πλάγια στο σαμάρι, από το οποίο κρεμόντουσαν φουσκωμένα σακούλια. Πολύ γρήγορα διασταυρωθήκαμε και εγώ κόλλησα πάνω στην πέτρινη «όχθη» του μονοπατιού για να χωρέσουν να περάσουν, χωρίς να με χτυπήσουν, βέβαια. Η γυναίκα τράβηξε τα γκέμια του αλόγου και το σταμάτησε, κοιτώντας με έκπληκτη και περίεργα. Εγώ την καλησπέρισα και της είπα ποια είμαι, τον πόνο μου για την αόρατη σε μένα «αγια-Παρασκευή» και την ταλαιπωρία της εξερεύνησής μου. «Μα πώς δεν το είδες», μου είπε έκπληκτη, «μπροστά στα μάτια σου ήταν, βρε παιδί μου, φαίνεται, να, κάτι τόοοοσα αγκωνάρια και το εικονοστάσι ασπρίζει!». Μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα, σίγουρη πλέον ότι δικό μου ήταν το λάθος που δεν το είδα, όσο και γιατί είχα συναντήσει  καθυστερημένα αυτή τη γυναίκα που θα με είχε οδηγήσει. «Κι όμως, για μένα που δεν γνωρίζω τον τόπο στάθηκε αδύνατον να το δω», της είπα, «και τώρα δεν αντέχω να σκαρφαλώσω πάλι εκεί επάνω, αποκλείεται!» Αποχαιρετιστήκαμε και συνεχίσαμε εκείνη καβάλα και άνετη προς τα πάνω και εγώ απελπισμένη και κατάκοπη προς τα κάτω…

Το μόνο που βρήκα για να με παρηγορήσει κάπως, γιατί ήμουν σκασμένη, είναι ότι τουλάχιστον έχω τεκμήριο τη φωτογραφία της «αγια-Παρασκευής» από το αρχείο του πατέρα μου, τη γραπτή  μαρτυρία του φοιτητή κατά το 1915 και τέλος την πολύτιμη, έμμεση προφορική  μαρτυρία της Λένας Αντωνοπούλου, μέσω της  γιαγιάς της για την "Αγιαλένη//Γιαλένη/Γελένη". Επίσης ότι ο κόπος μου δεν ήταν εντελώς μάταιος αφού είχα σκαπετήσει σε όλες αυτές τις σιταροπεζούλες παίρνοντας μια αμυδρή έστω γεύση του τι σημαίνει να καλλιεργείς σιτηρά σε αυτά τα ορεινά, πετρώδη εδάφη και γιατί τα εγκατέλειψαν τόσο οριστικά (μεταξύ και των  άλλων οικονομικών, παραγωγικών, δημογραφικών κ.λπ. παραγόντων βεβαίως).   Κυρίως όμως  να επιβεβαιώνω το γιατί επιμένουν να ευλαβούνται, έστω μη συνειδητά, τα παμπάλαια ιερά συμβολικά πρόσωπα που οι αγρότες και οι αγρότισσες συσχετίζουν με την καλλιέργεια των Δημητριακών,  τη γεωκεντρική κοσμοθεώρηση και τον τρόπο ζωής που αυτά συνεπάγονται. Ήμουν σχεδόν σίγουρη, όσο μπορούσα βεβαίως να είμαι και σε συσχετισμό με το ξεχασμένο  τοπωνύμιο «Αγιαλένη», το αλώνι με το εικονοστάσι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης], το σχήμα και τη θέση τού ιερού της «αγια-Παρασκευής» μέσα στα σιτάρια και στο προϊστορικό  κάστρο πάνω στην Ακρόπολη, την παράδοση για την /Τουρκάλα" μάνα που έχασε εδώ το μοναχοπαίδι της και στέρεψε τα νερά, ότι η Αγιαλένη-Δήμητρα-Γη-Μητέρα  με το ασκεπές «κατά κορυφήν» ιερό της βρίσκεται λανθάνουσα και εδώ, στο σιταρότοπο της Γλανιτσάς, κοντά στο «γεφύρι της Κυράς», πίσω από το μεταγενέστερο, φαίνεται, αγιωνύμιο  «αγια-Παρασκευή». Και σιγουρευόμουν πιο πολύ, καθώς η φράση της γιαγιάς της Λένας Αντωνοπούλου, ήταν "πηγαίναμε για νερό στην Αγιαλένη" και η μαρτυρία του φοιτητή του Γ. Ν. Πολίτη (που φυλάσσεται, μαζί με τα άλλα πρώτα, πολύτιμα  χειρόγραφα συλλογής λαογραφικού υλικού, στην "κιβωτό" του ΚΕΕΛ)  αναφέρει για νερό κοντά στην "αγια-Παρασκευή".

΄Εμενε τώρα να δω αν υπάρχουν και τα γνώριμα «χριστιανικά" σημάδια  τηςΕλένης/Αγιαλένης και μέσα στο ναό της Κοίμησης της Παναγίας,  του χωριού. Πήγα πάλι στο καφενείο όπου η καφετζού στενοχωρήθηκε με την, αναμενόμενη από την ίδια, αποτυχία μου και το χαμένο κόπο μου. Είχε ήδη ειδοποιήσει και τον ιερέα, ότι τον αναζητούσα. Έφτασε ένας γελαστός, πράος, ευπροσήγορος παπάς, δουλεμένος, εκτός από τα ιερά μέσα στο ναό και  πάνω στη γη, όπως έδειχναν τα αργασμένα χέρια του και το ηλιοκαμένο πρόσωπό του. Ο τετραγωνισμένος ναός ευρύχωρος, περιποιημένος χωρίς κολώνες να χωρίζουν κλίτη ή να στηρίζουν τον μεγάλο, πολυγωνικό τρούλο του, όπως και σε άλλους όμοιους ναούς στη Γορτυνία (Λάστα, Δημητσάνα). Το τέμπλο,  που φέρει βεβαίως και την αφιερωματική εικόνα της Κοίμησης, είναι χτιστό, με γύψινες χρυσοβαμμένες φυτικές και προτομές αγγέλων διακοσμήσεις, ενώ ένας πελώριος, ημισφαιρικός  κρυστάλλινος πολυέλαιος δεσπόζει στο χώρο. Και εδώ το (κάτ’ εμέ) «σημάδι» τής, «Κοιμώμένης», εδώ χριστιανικά,  θεάς: στα δύο άκρα του τέμπλου, οι «ως δίδυμοι» καβαλάρηδες άγιοι Θεόδωροι στο βόρειο και οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη, στο νότιο τοίχους, στο όλο συμφραζόμενο της τοπικής έντονης παρουσίας των δύο Αγίων στην ευρύτερη περιοχή, πάνω σε όλα σχεδόν τα τέμπλα των ναών ή σε περίοπτη θέση.


Γλανιτσά Γορτυνίας, 11/9/2003. Ο ενοριακός ναός της Κοίμησης, το τέμπλο


Γλανιτσα Γορτυνίας, 11/9/2003. Πάνω και κάτω:  εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης  πάνω στο τέμπλο, στη ΝΑ γωνία του ναού. 

Ο νέος  σχετικά ιερέας, μου είπε ότι είναι γέννμα-θρέμμα της Μυγδαλιάς, στο συνοικισμό της «Μουριά» στις  όχθες του Λάδωνα ο οποίος έχει τώρα καλυφθεί από τα νερά της τεχνητής λίμνης του φράγματος για το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ στον ποταμό (σκέφτηκα τη σύμπτωση να γειτνιάζει η «Αγιαλένη» με τόπους παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, στη Λυκόσουρα από τη γη, εδώ από το νερό). Τον ρώτησα βεβαίως αν γνώριζε κάτι για το τοπωνύμιο «Αγιαλένη» και πήρα αρνητική απάντηση.

Ο ιερέας βγαίνοντας από το ναό, προθυμοποιήθηκε να με συνοδεύσει ως κάτω στο ποτάμι και στο  «Γεφύρι της Κυράς» σκεπασμένο επίσης πλέον από τα νερά της λίμνης. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και κατηφορίσαμε προς την κοιλάδα όπου ρέει ο Λάδωνας, σύνορο εδώ μεταξύ των νομών Αρκαδίας και Αχαας ανάμεσα στους ορεινούς όγκους ένθεν και ένθεν της ροής του, μέσα σε ένα πανέμορφο τοπίο.  Πλησιάζοντας, είδα ότι λόγω τέλους καλοκαιριού και πριν πληθύνουν τα πρωτοβρόχια, τα νερά της τεχνητής λίμνης είχαν αποτραβηχτεί και είχαν αναδυθεί  τα πέτρινα κουφάρια 2-3 πνιγμένων σπιτιών του συνοικισμού της Μουριάς, όπως με ενημέρωσε ο παπάς. «Το βλέπεις εκείνο το πιο δεξιό;» μου είπε, «ήτανε ο μύλος εδώ και αλέθαμε όλη η Γλανιτσά, το χειμώνα δεν φαίνεται καθόλου, το σκεπάζει το νερό».


Λάδων ποταμός, 11/9/2003  τεχνητή λίμνη φράγματος. Το παλιό , πέτρινο "Γεφύρι της Κυράς" (από ανάντη) όπως φαίνεται το καλοκαίρι όταν λιγοστεύουν  τα νερά της τεχνητής λίμνης. 

Στο άκρο αριστερά της κοιλάδας όπου τα βουνά προσεγγίζουν μεταξύ τους σε «κλεισούρα» από όπου συνεχίζει ο ποταμός τη ροή του, έβλεπα δύο γεφύρια. Ένα πιο αριστερά, πολύ υπερυψωμένο, τσιμεντένιο με μεταλλική κουπαστή βαμμένη σε κόκκινο και μπλε χρώμα,  είναι το καινούργιο γεφύρι που χτίστηκε μαζί με το φράγμα της ΔΕΗ, όπως μου είπε ο παπάς και αυτό χρησιμοποιείται σήμερα για το πέρασμα από τη μια όχθη στην άλλη και από τον ένα νομό στον άλλο. 




Λάδων ποταμός, 11/9/2003  τεχνητή λίμνη φράγματος. Το παλιό , πέτρινο "Γεφύρι της Κυράς" (από κατάντη) όπως φαίνεται το καλοκαίρι όταν λιγοστεύουν  τα νερά της τεχνητής λίμνης.


Λάδων ποταμός, 11/9/2003  τεχνητή λίμνη φράγματος. Παλιός νερόμυλος και άλλα κτίσματα του καλυμμένου από τα νερά συνοικισμού "Μουριά" της Γλανιτσάς,   όπως φαίνονται το καλοκαίρι όταν λιγοστεύουν  τα νερά της  λίμνης.

Στα δεξιά αυτού του γεφυριού, σε μικρή σχετικά απόσταση από αυτό, φαινόταν να προεξέχει κάπως από τα νερά ένα άλλο, πέτρινο, κτιστό πεντάτοξο γεφύρι, όπως φαινόταν και από τις άλλοτε ψηλές καμάρες του που διακρινόντουσαν να προεξέχει η κορυφή τους ελάχιστα, μια ιδέα,  από τα νερά. «Είσαι τυχερή που ήρθες αυτή την εποχή και το βλέπεις το γιοφύρι της Κυράς» μου είπε ο παπάς, «γιατί σε λίγο και όλο το χειμώνα δεν θα φαίνεται, το σκεπάζουν τα νερά». Στο προεξέχον πάνω από τα νερά παραπέτο του πέτρινου γεφυριού καθόταν έναν άνδρας και ψάρευε με καλάμι, ενώ δυο-τρεις ξύλινες βάρκες ήταν δεμένες στα δύο άκρα της. «Γιατί το λένε “της Κυράς” το γεφύρι;» ρώτησα τον παπά. «Ε, έτσι το λένε», μου απάντησε, «κάποια νεράιδα , λένε, πως ήτανε αυτή, ή η βασίλισσα του πύργου της Άκοβας που είναι λίγο παρακάτω από εδώ, στο Βυζίκι, Φράγκισσα ήτανε αυτή». Συγκατένευσα, ενώ σκεφτόμουν ότι εγώ μάλλον γνώριζα ποια ήταν στην κρυμμένη και εδώ η «Κυρά», σε συνδυασμό και με το εκκλησάκι της «Μάνας και Κόρης» στη γέφυρα του Αλφειού στην Καρύταινα, την «Αγιαλένη» στο κατά κορυφήν της αρχαίας ακρόπολης ιερό της κρυμμένη πίσω από την αγια-Παρασκευή εδώ στη Γλανιτσά, τις εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στους ναούς μαζί με τους «ως δίδυμους» πεζούς και καβαλάρηδες αγίους, τον «πνιγμένο» πλέον μύλο που δηλώνει τα σιτηρά.  Και βέβαια, το πώς μπορεί οι μύθοι να μετεξελίσσονται χωρίς να χάνουν το μυθικό πυρήνα τους  και οι μυθικές-συμβολικές οντότητες αλλού να μετονομάζονται στο πέρασμα των αιώνων προσαρμοζόμενα στο εκάστοτε νέο πολιτισμικό και ιστορικό περιβάλλον, αλλού να παραμένουν, λανθανόντως,  αναλλοίωτα.

«Παλιά, ήτανε τρομερό το γιοφύρι», συνέχισε ο παπάς, «ο τόπος ήταν άγριος, κλεισούρα, και το γιοφύρι ψηλό πολύ, δεν ήτανε χωμένο έτσι στο νερό, οι πέντε καμάρες του φαινόσαντε πολύ, ψηλά, το είχε φτιάσει αυτή, η “Κυρά της Άκοβας”». «Εγώ εδώ έμενα», πρόσθεσε, «και πηγαινορχόμουνα κάθε μέρα στη Γλανιτσά με τα πόδια για το σχολείο, ήμαστε πολλά παιδιά τότε στο χωριό».Τον ρώτησα και για την «αγια-Παρασκευή» και μου είπε και αυτός ότι δεν θυμότανε ποτέ εκκλησάκι εκεί απάνου και ότι ήτανε κάστρο αρχαίο εκεί. Λυπήθηκε και αυτόςπου δεν είχα μπορέσει να το βρω, ενώ ήταν πολύ εύκολο (κι εγώ ακόμα περισσότερο…).  

Κατεβήκαμε ως το ποτάμι και περπατήσαμε ως το παλιό γεφύρι, δείχνοντάς μου τα σημεία που εκείνος γνώριζε από παιδί και επιστρέψαμε στη Γλανιτσά. Με συμβούλεψε φεύγοντας να μην πάρω το δρόμο που περνάει μέσα από το Βαλτεσινίκο αλλά να στρίψω δεξιά, μέσα στον Βαλτεσινικιώτικο τον κάμπο και ν’ ακολουθήσω έναν ολοκαίνουργιο, ασφαλτοστρωμένο δρόμο που περνάει μέσα από δάσος και βγάζει πολύ σύντομα έξω από τα Λαγκάδια., στην εκεί Αγία Παρασκευή, στις πηγές του Λούσιου ποταμού κι από εκεί στη Βυτίνα που ήταν ο τελικό προορισμός μου για σήμερα το βράδυ. Τον ευχαρίστησα θερμά για όλα και τον αποχαιρέτισα.

Αμέσως σχεδόν αφού βγήκα από το χωριό προς τα ΝΔ, παρέκαμψα το λόφο με τη Μυκηναϊκή ακρόπολη. Παρέκαμψα και το ίδιο το Βαλτεσινίκο που είχα ήδη επισκεφθεί,  όπως και τα Μαγούλιανα και την ερημωμένη Λάστα,  που είχα εξερευνήσει, στην προ  τριετίας επιτόπια έρευνά μου και μπήκα στον Βαλτεσινικώτικο κάμπο, ένα όντως μεγάλο, εντυπωσιακό οροπέδιο ανάμεσα στα βουνά, καλλιεργήσιμο, το οποίο καθιστά το Βαλτεσινίκο προνομιούχο χωριό στην περιοχή, καθώς τα χρυσαφιά ίχνη των σιτηρών ήταν και εδώ ορατά. Βρήκα εύκολα τον καινούργιο δρόμο που μου υπέδειξε ο παπάς, ο οποίος δρόμος, περνώντας μέσα από το πυκνό δάσος, ήταν μούσκεμα ακόμα από την νεροποντή που φαίνεται εγώ την είχα γλυτώσει όταν περιπλανιόμουν πάνω στο λόφο της ακρόπολης στη Γλανιτσά, ευτυχώς. Ήταν πια σκοτάδι όταν βγήκα στη μικρή απλωσιά της Αγίας Παρασκευής των Λαγκαδιών (άλλη ιερή Κόρη, πάνω στις πηγές του Λούσιου, αυτή) και έστριψα προς τη Βυτίνα, όπου έφτασα νύχτα πλέον, έφαγα στο εστιατόριο και πήγα για ύπνο στο ξενοδοχείο, την τελευταία νύχτα μου στη Γορτυνία…

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2003

Σηκώθηκα νωρίς, μάζεψα τα πράγματά μου, πλήρωσα τους «αόρατους» σχεδόν ξενοδόχους (αφού λόγω των ωραρίων μου δεν τους είχα συναντήσει σχεδόν καθόλου), φόρτωσα το αυτοκίνητο και πήγα στα γραφεία του Δήμου για να πάρω υπογραφή για τη λήξη της «εντεταλμένης λαογραφικής αποστολής» μου, όπως είναι απαραίτητο για την «εκτός έδρας» παρουσία του ερευνητή και τη σχετική ημερήσια αποζημίωση. Αν και ήμουν πολύ κουρασμένη από την κοπιώδη και περιπετειώδη περιπλάνησή μου επί τρεις εβδομάδες τώρα, όπως και την καταθέτω στα εθνογραφικά ημερολόγιά μου, ήμουν λυπημένη, με βαριά καρδιά,  που είχαν τελειώσει οι «εντεταλμένες» ημέρες της επιτόπιας έρευνας. Είχαν μείνει αρκετά ανεξερεύνητα χωριά και κυρίως όλη η περιοχή της επαρχίας «Ηραίας» που θα απαιτούσε ειδική «αποστολή» εκεί, επί τούτου[34].  Ωστόσο, δεν είχα τελειώσει ακόμα την περιήγηση, με περίμεναν αρκετά χωριά στη ΝΔ Γορτυνία, κάθ’ οδόν προς την αναχώρησή μου από το νομό.

Στο Δημαρχείο έτυχε να είναι υπάλληλος μια συμπατριώτισσα μου, από τα Λεχαινά (κατι που δηλώνει και τις ποικίλες, διαχρονικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις όμορες Αρκαδία και Ηλεία), έτσι εξυπηρετήθηκα ακόμα πιο γρήγορα και εύκολα. Αγόρασα φιλμ και αναχώρησα από τη Βυτίνα με κατεύθυνση προς Καρκαλού-Λαγκάδια-Τρόπαια, αφού αποχαιρέτισα προσκυνηματικά και την κλασικίζουσα  εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στον, ανοιχτό στους επισκέπτες,  ναό του αγρότη-αμπελουργού-θεριστή αγίου Τρύφωνα.


Βυτίνα Γορτυνίας, Αύγ. 2000. Η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (ως κόρης με αρχαιοπρεπή ενδυμασία) πάνω στο τέμπλο του  ναού του πολιούχου αγίου Τρύφωνα. 

Αγία Παρασκευή

Πρώτη στάση στο μαστορικά πετροχτισμένο ξωκλήσι της αγια-Παρασκευής, ανάμεσα στην Καρκαλού και στα Λαγκάδια.  Στα θεμέλια του βόρειου τοίχου του, αναβλύζει, ως πολύκρουνη και πετρο-πελεκητή βρύση, η πηγή του ποταμού Λούσιου με τα πλούσια, κρύα νερά της να αναβλύζουν αέναα μέσα από τον τοίχο. Ο ποταμός, ωσάν πλούσιο σε νερά ρυάκι αρχικά, συνεχίζει την πορεία του από εκεί και μετά, εμπλουτιζόμενο σε νερά, ρέει ορμητικός  στο φαράγγι κάτω από τη Δημητσάνα, μέχρι να χυθεί στον Αλφειό.  Η αγία Παρασκευή εδώ ευλαβείται και ως υδροχαρής «Κόρη της πηγής», σκέφτηκα. 

Λαγκάδια,12/9/2003.   Ξωκλήσι αγίας Παρασκευής, εξωτερικά και εσωτερικά

Λαγκάδια, Αγία Παρασκευή, 12/9/2003. Στο κέντρο πέτρινο , παλιό αλώνι 

Εγώ ωστόσο, πριν μπω μέσα στο ανοιχτό ευτυχώς, ξωκλήσι,  παρατηρούσα τις γύρω πλαγιές των υψικόρυφων βουνών που κατεβαίνουν ομαλά προς το πλάτωμα της Αγίας Παρασκευής και έβλεπα τις κλιμακωτές πεζούλες σιτηρών και τα αλώνια πάνω σε αυτές, «σημάδια της θεάς» και εδώ, κάτ’ εμέ και σκέφτηκα, βλέποντας και ένα πετράλωνο λίγο πιο πάνω στην βόρεια πλαγιά, [φωτ.] ότι δεν πρέπει να είναι τυχαίο συμβολικά το ότι η γιορτή της Αγίας και το μεγάλο πανηγύρι συμπίπτουν, εποχικά και  παραγωγικά, με την ολοκλήρωση του θερισμού και του αλωνίσματος των δημητριακών.

Το πετροχτισμένο «μαστορικά» από τους διάσημους Λαγκαδινούς μαστόρους, εκκλησάκι, ήταν γνωστό μου από τις προηγούμενες επισκέψεις μου στα Λαγκάδια Μέσα στον φρεσκοβαμμένο, περιποιημένο ναό ήταν δύο γυναίκες μόνες οι δυο τους, που είχαν ανάψει τα καντήλια και κεριά και έψαλλαν κάποια  «Παράκληση» μέσα από ένα βιβλίο. Δεν είδα κάπου εικόνα την αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (είδα όμως τους «ως δίδυμους» αγίους Θεοδώρους), οπότε άφησα τις γυναίκες να ψάλλουν και βγήκα από το ναό.

 Πριν αναχωρήσω για τα Λαγκάδια, ήπια κρύο νερό από την πηγή και κάθισα για λίγο στην παχιά  σκιά  του πλάτανου.Το ξωκλήσι και η γύρω απλόχωρη, ανοιχτή περιφέρεια αποτελεί και τοπόσημο για τους Λαγκαδινούς κυρίως όσο και για τα γύρω χωριά μέχρι και τη Βυτίνα, τη Δημητσάνα και τα Τρόπαια, όχι μόνο ως κόμβος επικοινωνίας αλλά κυρίως ως πανηγυρότοπος, αφού εδώ λαβαίνει χώρα και το μεγάλο, θρησκευτικό και εμπορικό πανηγύρι της Αγίας στις 26 Ιουλίου, που συνοδεύεται και από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις όπως διαγωνισμό δημοτικού τραγουδιού και άλλες που συγκεντρώνουν πλήθη κόσμου, [35]. Εδώ αναρτώ φωτογραφίες από μεταγενέστερη επίσκεψή μου στο μεγάλο αυτό πανηγύρι, κατά το 2ο10: 

Λαγκάδια Γορτυνίας, πανηγύρι αγίας Παρασκευής, παραμονή, πανηγυρικός εσπερινός  25/7/2010.


Λαγκάδια Γορτυνίας, πανηγύρι αγίας Παρασκευής, παραμονή  25/7/2010. Πάνω: η πολύκρουνη  πηγή του Λούσιου ποταμού κάτω από το βόρειο τοίχο του ναού της Αγίας. Κάτω: Πανηγυριώτισσα παίρνει αγιασμένο νερό από την πηγή














Λαγκάδια Γορτυνίας, εμποροπανήγυρο  αγίας Παρασκευής, παραμονή  25/7/2010.  Από πάνω προς τα κάτω:  πάγκοι με είδη σπιτιού, ρουχισμού, εργαλεία,  κουδούνια για τα ζώα, παιχνίδια κ.ά.  
Λεπτομέρεια του παραπάνω χάρτη της Γορτυνίας με εστίαση στην περιοχή νότια της τεχνητής λίμνης  του Λάδωνα από τα  Λαγκάδια στα Τρόπαια και τα χωριά που αναφέρονται παρακάτω:

Λαγκάδια

Μπαίνοντας στα πανέμορφα, πετροχτισμένα  από τους ντόπιους μαστόρους Λαγκάδια[36], που μοιάζουν ωσάν να είναι «χυμένα» από ψηλά μέσα στη βαθιά λαγκαδιά όπου είναι οικοδομημένα,  γνωστά και οικεία  πλέον καθώς και αγαπητά σε μένα ύστερα από τόσες επισκέψεις ιδιωτικά, όσο και για επιτόπια έρευνα εκεί[37]. Κάποτε ανθηρή κωμόπολη/κεφαλοχώρι με χιλιάδες κατοίκους, σήμερα με μερικές εκατοντάδες μόνιμους κατοίκους και όλους τους Λαγκαδινούς της εσωτερικής και εξωτερικής διασποράς να γεμίζουν τα πέτρινα, πολυώροφα, λόγω και της απότομης κατωφέρειας του εδάφους,  σπίτια τους τα καλοκαίρια για το πανηγύρι της αγια-Παρασκευής,  για τη γιορτή του 15Αύγουστου και στις εθνικές και αυτοδιοικητικές εκλογές. Τέτοια εποχή, προς τα μέσα του Σεπτέμβρη πλέον,  υπέθεσα ότι θα είχαν απομείνει μόνο οι μόνιμοι κάτοικοι, ίσως πιο χαλαροί και με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους.

Σταμάτησα πρώτα στον ενοριακό ναό του Άη-Ταξιάρχη, πάνω στον κεντρικό δρόμο (από τους ελάχιστους οριζόντιους δρόμους στον κατωφερικό οικισμό, που τον κόβει στη μέση σε πάνω και κάτω τμήματα), που ήταν ευτυχώς -και ανέλπιστα-  ανοιχτός.  Ναός σχετικά στενός στο φάρδος, λόγω στενότητας χώρου, στο χτίσιμο του οποίου οι ντόπιοι μαστόροι, γεξιοτέχνες της πέτρας, έχουν βάλει όλη τη «μαστοριά» τους, ακόμα και με λιθανάγλυφο  πρόσωπο πάνω στο τριγωνικό υπέρθυρο της κύριας εισόδου στο νότιο τοίχο, όπως και σε άλλα δημόσια και μη, κτίσματα στον οικισμό, άλλωστε.  


Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003.  Πάνω και κάτω: ενοριακός ναός Ταξιάρχη., το ξυλόγλυπτο τέμπλο

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Ναός Ταξιάρχη, ΒΑ γωνία. Δεξιά η ασημοντυμένη αφιερωματική εικόνα του Ταξιάρχη. 

Αν και τον υπέθετα ωσεί «διοσκουρικό» εσωτερικά,  είδα όταν μπήκα πάνω στο ξυλόγλυπτο τέμπλο τον φτερωτό, ασημοντυμένο  άη-Ταξιάρχη, μόνο του, στην αφιερωματική εικόνα, επεναλαμβανόμενος, ακριβώς δίπλα, χωρίς ασημένια επένδυση, πάνω στη βόρεια  θύρα προς το ιερό, τοποθέτηση που του προσδίδει κάπως μια «δυαδικότητα. Ωστόσο πάνω στην προσκυνηματική, μεγάλη εικόνα που βρισκόταν κοντά στην είσοδο του ναού πάνω σε ξύλινο στασίδι, εικονίζονται οι άγιοι Ταξιάρχες όρθιοι και φτερωτοί ομού, «ως δίδυμοι». Εικόνα του ζεύγους των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης δεν έβλεπα. Τράβηξε όμως την προσοχή μου μια μεγάλη εικόνα πάνω στο ανατολικό άκρο του βόρειου τοίχου του ναού, σε γωνία με το τέμπλο, και ως προέκτασή του, που εικονίζει δύο «ως δίδυμους» και πάλι, καβαλάρηδες, υπέθεσα τους αγίους Θεοδώρους, όπως εικονίζονται συνήθως στις εικόνες.



Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Ενοριακός ναός Ταξιάρχη. Εικόνα των "ως δίδυμων" καβαλάρηδων Γεωργίου και Δημητρίου, στη ΒΑ γωνία του ναού.


 

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Ναός Ταξιάρχη. Λεπτομέρεια της εικόνας των αγίων Γεωργίου και Δημητρίου. 

 Όταν όμως πλησίασα, διαπίστωσα από τις εικονικές λεπτομέρειες, όσο και από τη σχετική επιγραφή, ότι πρόκειται για τους καβαλάρηδες αγίους Δημήτριο και Γεώργιο, «ζευγαρωμένους» «διοσκουρικά, ωσεί δίδυμους», με τα διαφορετικά, καφετί και λευκό, αντίστοιχα, χρώματα των αλόγων τους στα πόδια των οποίων κείνται κατάχαμα ο Νέστορας και ο δράκοντας δίπλα-δίπλα. Ο ιερέας, στην κουβέντα που πιάσαμε εντω μεταξύ, δεν γνώριζε να μου εξηγήσει αυτόν τον συνδυασμό των αγίων «Έτσι την αφιέρωσαν», μου είπε. Η εικόνα, απ’ όσο μπορώ να κρίνω,  μου φαινόταν παλιά, των αρχών του 20ού αι, όπως προκύπτει και από την επιγραφή αφιέρωσης: 12/9/02, έργο κάποιου λαϊκού εικονογράφου. Ο οποίος εικονογράφος, σε μια μικρή, παρένθετη εικόνα δίπλα στην επιγραφή και κάτω από τον δράκοντα, έχει ιστορήσει μια θρησκευτική σκηνή που δεν μπορούσα να καταλάβω τι απεικονίζει, ίσως τον φόνο του Νέστορα.  Ο ιερέας με ενημέρωσε για το ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] που υπάρχει και στα Λαγκάδια, και ότι ήταν ανοιχτός και μπορούσα να πάω μόνη μου να τον δω. Μου  έδειξε και το εκκλησάκι ο ιερέας, όταν βγήκαμε από τον ναό,  χτισμένο σε ένα στενό πλάτωμα πάνω στην ανατολική πλαγιά της χαράδρας όπου είναι χτισμένα τα Λαγκάδια, στην ανατολική είσοδο του χωριού από την κατεύθυνση της Καρκαλούς, αμέσως κάτω από τον εθνικό  δρόμο από όπου είχα μόλις πριν λίγο περάσει.   Οπότε, αφού τον ευχαρίστησα,  πισωγύρισα με το αυτοκίνητο προς την κατεύθυνση της Βυτίνας και πάλι και πολύ σύντομα έφτασα στο εκκλησάκι.

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Γενική άποψη από το ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης].

Από τη μικρή  αυλή που είναι εμπρός στη δυτική είσοδο στο ναό, έχει κανείς  πανοραμική θέα όλου του κατωφερικού οικισμού των Λαγκαδιών,  όπως ξεχύνεται με τα πετροχτισμένα σπίτια, τις ρούγες και τις συνοικίες του από ψηλά ως κάτω χαμηλά στη λαγκαδιά από όπου φαίνεται και το όνομά τους. Παρατηρούσα με ικανοποίηση, ότι ο οικισμός δεν έχει πλέον την ερειπωμένη εικόνα, ιδιαίτερα στις κάτω συνοικίες του, που είχα δει το 1982 κατά την τότε επιτόπια έρευνά μου και με είχε κάνει να τον ονομάσω «Μυστρά της Γορτυνίας», ως προς τα μισο-γκρεμισμένα σπίτια του τότε. Φαίνεται ότι οι Λαγκαδινοί στα χρόνια που μεσολάβησαν είχαν την οικονομική  δυνατότητα και την αγάπη για τον τόπο τους και είχαν ανακαινίσει πολλά από αυτά τα σπίτια σε όλο τον οικισμό, έστω για να τα κατοικούν λίγες ημέρες στις διακοπές τους, όπως προανέφερα, καθώς έβλεπα πολλά κατάκλειστα. 
Αν και η πλαγιά κάτω από το εκκλησάκι είναι σχεδόν κάθετη, ακόμα και εδώ έβλεπα χτιστές σιταροπεζούλες μόλις να διακρίνονται κάτω από την άγρια βλάστηση που τις καλύπτει πλέον, σημάδι της δύσκολης καλλιέργειας των δημητριακών έστω και εδώ  στο ελάχιστο χώμα που μπορούν να συγκρατούν αυτές οι πεζούλες, και που δικαιολογούσε, αμφίδρομα για μένα, το χτίσιμο του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] σε αυτή την απότομη πλαγιά και μου έδινε ένα ακόμα «σημάδι» της θεάς.
Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης] εσωτερικό, το τέμπλο. 

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης] . Η αφιερωματική εικόνα των δύο Αγίων πάνω στο τέμπλο με το μεταλλικό τάμα και τη γκλίτσα.

Ο ναός, αρκετά μεγάλος, σχετικά με το χώρο  όπου είναι χτισμένος, εσωτερικά είχε γυμνούς ασβεστωμένους τοίχους και ξύλινο  τέμπλο απλό, πλην λουστραρισμένο. Τόνο πολυτέλειας και δη σε αντίθεση με το μέγεθος του ναού και το εσωτερικό του εν γένει, ο μεγάλος κρυστάλλινος πολυέλαιος στο κέντρο του. Αναρωτήθηκα εάν είναι πρωτογενής η τοποθέτησή του εδώ, που δηλώνει και το μεγάλο σεβασμό και την ευλάβεια των Λαγκαδιών προς τους δύο αγίους ή αν ίσως σε δεύτερη χρήση από κάποιο άλλο ναό που ανακαινίστηκε.  Στην αφιερωματική εικόνα των δύο αγίων πάνω στο τέμπλο, στο κάτω μέρος της δεξιά, είδα αφιερωμένο ένα μεταλλικό, μάλλον ασημένιο, «τάμα» με την ανάγλυφη μορφή μιας κοπέλας και φρέσκα κλωνάρια βασιλικού, που ενίσχυσαν την πρώτη εκδοχή για τον πολυέλαιο, καθώς δηλώνουν  την πίστη  στις θεραπευτικές ιδιότητες των Αγίων και τη  συνεχή, καθημερινή  επίσκεψη στον μικρό ναό. Κάτω από την ίδια εικόνα ήταν ακουμπημένη και μια ξύλινη γκλίτσα (χαρακτηριστικό τεχνούργημα της ξυλογλυπτικής στα Λαγκάδια, τόσο για τη χρήση της στις ανωφέρειες και κατωφέρειες όσο και προς πώληση στους περαστικούς) μάλλον αφιερωμένη στους αγίους επίσης, εκτός κι αν κάποιος την είχε ξεχάσει εκεί.  Το εσωτερικό του ιερού ήταν κάπως σε εγκατάλειψη, ενώ μια παλιά, φθαρμένη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ήταν ακουμπημένη στο πάτωμα, πίσω από την αφιερωματική των αγίων εμπρός στο τέμπλο.

Λαγκάδια Γορτυνίας, 1997. Άποψη του οικισμού από τη συνοικία της Αγίας Τριάδας. 


Λαγκάδια Γορτυνίας, Αύγ. 1983. Συνομιλώντας στη "Ρούγα" με κατοίκους της Αγίας Τριάδας και ηχογραφώντας (δεξιά) κατά την τότε επιτόπια έρευνα. 

Άφησα το εκκλησάκι και με το αυτοκίνητο ανηφόρισα προς την ψηλότερη, στην κορυφή του οικισμού γειτονιά, τη «Ρούγα»  της Αγίας Τριάδας όπου και νεκροταφείο και όπου φθάνει, ευτυχώς, και αυτοκίνητο. Γειτονιά οικεία σε μένα πέραν της επιτόπιας έρευνας όπου καθόμασταν και συνομιλούσαμε με τους ντόπιους (φωτ),  όσο και λόγω  του ότι εδώ βρίσκεται και το πατρικό του συζύγου αγαπημένης φίλης που επισκέπτομαι αρκετές φορές αλλά είχαν ήδη επιστρέψει στην Αθήνα. Στάθμευσα το αυτοκίνητο κάτω από τον πλάτανο και τη βρύση, ένα είδος σκιερής, δροσερής πλατείας τα καλοκαίρια, όπου μαζεύονται "στη Ρούγα" τα απογεύματα οι γειτόνοι, άνδρες και γυναίκες και κουβεντιάζουν και πήρα το σύντομο δρομάκι που βγάζει στην εκκλησία της αγίας Τριάδας και το νεκροταφείο, όπου πριν έξι χρόνια είχε κηδευτεί η πεθερά της φίλης μου και είχα παρευρεθεί στον  αποδομούμενο τοπικά  από συγγενείς τής θανούσας,  θρήνο και την κηδεία της  (https://fiestaperpetua.blogspot.com/2015/08/mourning-ritual-in-arcadia.html[38]

Λαγκάδια Γορτυνίας 1997. Ο κοιμητηριακός ναός της αγίας Τριάδας, στην ομώνυμη συνοικία 

Ο ναός  ήταν ανοιχτός, όπως συμβαίνει συχνά στα νεκροταφεία,  και μπήκα μέσα.  Το ενδιαφέρον μου να την επισκεφθώ ήταν, πέραν του χθόνιου συμβολισμού που έχουν τα νεκροταφεία και οι άγιοι στους οποίους αφιερώνονται οι κοιμητηριακοί ναοί, και στο ότι, όπως εξήγησα παραπάνω, φαίνεται ότι οι πιστοί «βλέπουν» και «διαβάζουν» τις εικόνες της Αγίας Τριάδας ωσάν να είναι δύο ιεροί, «ως δίδυμοι» άνδρες ενώ συχνά τις συνδυάζουν, μη τυπικά ή δογματικά, με εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, προσδίδοντας έτσι, με υπολανθάνοντα, άδηλο τρόπο, και ένα «διοσκουρικό» υπονοούμενο  στην εικόνα σε αυτές τις περιπτώσεις, κάτ’ εμέ. Ήθελα λοιπόν να δω τι ισχύει συμβολικά και ως κοινωνικό και λατρευτικό  «habitus» και εδώ.  Περιποιημένος και καθαρός ο ναός με απλό, όμορφο τέμπλο και σχετικά μεγάλο, κρυστάλλινο πολυέλαιο, σε αντίθεση με άλλους κοιμητηριακούς που έβλεπα να είναι κάπως απεριποίητοι εφόσον υπάρχει άλλος ενοριακός ναός, φαίνεται να λειτουργούσε και να λειτουργεί εδώ και ως  «ενοριακός» για αυτή την απάνω-απάνω, δυσπρόσιτη, προ αυτοκινήτων, όσο και αρκετά μεγάλη γειτονιά.

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Κοιμητηριακός ναός αγίας Τριάδας. Εσωτερικό, το τέμπλο

Το τέμπλο, λόγω στενότητας χώρου, φέρει μόνο τις δεσποτικές εικόνες, ημι-καλυμμένες από πάνω ως κάτω με λευκές «εικονισματοποδιές», εν είδει κουρτίνας με τα δύο κομμάτια τους τραβηγμένα στο πλάι και δεμένα με κορδέλες ώστε να διακρίνονται τα κεντρικά σημεία των  παραστάσεων στις εικόνες. Το περίεργο σε αυτό το τέμπλο, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι στη θέση όπου τοποθετείται τυπικά η εικόνα του αγίου ή των αγίων στους οποίους αφιερώνονται οι ναοί, εδώ αντί της εικόνας της αγίας Τριάδας είναι τοποθετημένη η εικόνα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (όπου εικονίζονται τρεις ανδρικές ιερές μορφές και που οι πιστοί, όπως προανέφερα ήδη, την «βλέπουν» και την αποκαλούν κατά κανόνα ως «Αγια-Σωτήρω»), αυτή χωρίς τη λευκή κουρτίνα /εικονισματοποδιά, κάτι που την διαφοροποιεί από τις δεσποτικές του τέμπλου δίπλα της. Απορημένη και περίεργη, αναζήτησα την αφιερωματική εικόνα της αγίας Τριάδας, καθώς δεν γίνεται να λείπει από τον ναό η εικόνα όπου είναι αφιερωμένοι οι ναοί.

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Κοιμητηριακός ναός αγίας Τριάδας. Εικονική σύνθεση στη ΒΑ γωνία του ναού

Πάνω στο βόρειο τοίχο, σε γωνία με το τέμπλο, ωσάν σε προέκτασή του,  ωστόσο δίπλα στην εικόνα της «αγια-Σωτήρας» καλυμμένη αυτή με λευκή, πιο κοντή, δαντελένια «εικονισματοποδιά», είδα μια μεγάλη σε μέγεθος, εικόνα σε ξύλινη κορνίζα και με τζάμι. Το άνοιγμα της τραβηγμένης κουρτίνας-«ποδιάς» μου επέτρεπε να δω μόνο το κεντρικό τμήμα του κάτω μέρους της εικόνας και είδα εκεί τη μορφή της Παναγίας με τα χέρια υψωμένα σε «δέηση» και κάτω από αυτήν τις κεφαλές τεσσάρων ανδρικών μορφών, αναρωτώμενη εάν είναι οι Ευαγγελιστές. Δίπλα και κάτω από αυτήν την εικόνα,  ήταν τοποθετημένες πολλές διαφορετικές εικόνες, δημιουργώντας σε εκείνη τη γωνία, συνδυαστικά με την εικόνα της Μεταμόρφωσης/«αγια_Σωτήρως» του τέμπλου, ένα είδος «παρεκκλήσιου», ωσάν με μια «άλλη ιστόρηση» μέσα στο ναό, θα έλεγα, που αφορά την Παναγία, σκέφτηκα, σύμφωνα με  ό,τι  ξεχώρισα με μια πρώτη ματιά από τη μεγάλη, υπερκείμενη εικόνα.  Ανάμεσα στις  εικόνες εκεί, εκτός από μερικές τυπικές της αγίας Τριάδας, ήταν αυτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, "σημάδι" της θεάς για μένα και εδώ.  Μια κάπως μεγάλη της αγίας Τριάδας, ανάμεσά τους, ιστορούσε μια αναπαράσταση που εγώ τουλάχιστον έβλεπα πρώτη φορά: στα πόδια του Πατρός και του Υιού με την Περιστερά πάνωθέ τους, εικονιζόταν η θηλυκή μορφή της Παναγίας καθιστής, με τα χέρια της απλωμένα να ακουμπούν ένθεν και ένθεν πάνω στα γόνατα του Πατρός και του Υιού, αντίστοιχα. Οι δύο θεϊκοί άνδρες κρατούσαν έκαστος με το ανάλογο χέρι, υπερυψωμένη πάνω από το κεφάλι της Παναγίας μια χρυσή κορώνα. Αν δεν εικονιζόταν και η αγία Περιστερά, δεν θα ταύτιζα αυτή την εικόνα με την αγία Τριάδα, καθώς εγώ τουλάχιστον δεν είχα δει τέτοια ιστόρησή της ξανά. Αναρωτήθηκα τι άραγε να σημαίνει αυτό το «παρεκκλήσι»  και τι να «ιστορούσε» για τους πιστούς -κυρίως τις πιστές,  που αυτές συνήθως αναθέτουν τις κινητές εικόνες-, πόσο μάλλον που είχε και εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.


Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Κοιμητηριακός ναός αγίας Τριάδας. Εικονική σύνθεση στη ΒΑ γωνία του ναού

Πού να βρισκόταν άραγε η μεγάλη, αφιερωματική εικόνα της αγίας Τριάδας κατά το τυπικό, που εδώ έλειπε από το τέμπλο;  αναρωτήθηκα. Πλησίασα και ανασήκωσα τη δαντελένια «ποδιά» της υπερκείμενης μεγάλης εικόνας για να δω τι εικονίζεται στο πάνω μέρος της. Είναι και αυτή της αγίας Τριάδας, άρα η θεωρούμενη ως η αφιερωματική, αφού είναι σχετικά  μεγάλη και σε θέση ωσάν προέκταση του τέμπλου. Με τη διαφορά, ότι όπως είχα ήδη δει, ήταν μαζί τους, στο κάτω μέρος της εικόνας και η μορφή της Παναγίας ως «δεομένης» προς Αυτούς, τον Πατέρα και τον Υιό. Γεν είχα ξαναδεί, σε τόσους ναούς που είχα επισκεφθεί, τέτοιες εικόνες της αγίας Τριάδας. Συλλογιζόμουν, κοιτώντας την, ότι εδώ έχουμε, εικονικά, ως προς τα πρόσωπα που εικονίζονται και «βλέπουν» οι πιστοί,  «πραγματική τριάδα»: δύο «ως δίδυμες» ανδρικές ιερές μορφές και μια γυναικεία ανάμεσά τους. Δεν γνώριζα αν είναι τυπική και συχνή αυτή η απεικόνιση και εγώ δεν τύχαινε να την έχω ξαναδεί. Ωστόσο, ο συνδυασμός όλων αυτών των εικόνων κάτω από αυτή την, επαναλαμβανόμενη εδώ,  «τριάδα»  που σχηματίζουν ένα είδος «παρεκκλήσιου» στη ΒΑ γωνία του ναού της «αγίας Τριάδας» και η παρουσία εικόνων των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ανάμεσά τους, με επανέφερε σε μια «διοσκουρική» αφήγηση. Ότι δηλαδή οι πιστοί, όσο «αιρετικό» χριστιανικά  και αν φαίνεται αυτό, εδώ βλέπουν και «διαβάζουν», μη συνειδητά, την «τριάδα» ως μια κεντρική Κόρη ανάμεσα σε «δίδυμες» ανδρικές, συγγενικές της μορφές, όπως εκτιμώ ότι συμβαίνει και με την μεγάλη διάδοση της εικόνας των αγίων Ραφαήλ και Νικολάου με την κόρη  Ειρήνη ανάμεσά τους (πέρα βεβαίως από την χριστιανική πίστη στις θαυματουργές τους ιδιότητες) συνδυαστικά με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ήμουν ταραγμένη, αναρωτώμενη μήπως αυθαιρετώ θέλοντας να «στήσω» το αφήγημα της Ελένης/Αγιαλένης, ωστόσο, οι εικόνες, οι συνδυασμοί τους και ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί σε αυτή τη γωνία ξεχωριστά, ωσάν σε «άλλο» παρεκκλήσι,   με ιδιαίτερες προσφορές εδώ ελαίου και λουλουδιών, κηροπήγιων, λιβανωτού, αφηγούνταν κάτι «αλλιώτικο» μέσα στον ευρύτερο χώρο του ναού, για όποιον μπορούσε να το «διαβάσει», με βάση και σε συνδυασμό και με τα άλλα σχετικά τεκμήρια, στην ευρύτερη περιοχή, βεβαίως.

Λαγκάδια Γορτυνίας, 12/9/2003. Κοιμητηριακός ναός αγίας Τριάδας. Στο βάθος  διακρίνεται το  εκκλησάκι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης].

Βγήκα συλλογισμένη στο προαύλιο του ναού και κοιτώντας την υπέροχη θέα της λαγκαδιάς και όλου του οικισμού από εκεί ψηλά, διέκρινα στην κορυφή τής απέναντι πλαγιάς ωσάν μικρή κουκίδα το εκκλησάκι του «Αγιοκωσταντίνου»[και Ελένης] και σκέφτηκα ότι η λανθάνουσα θεά Ελένη/Αγιαλένη, κρυμμένη πίσω από τους χριστιανικούς μετασχηματισμούς της, προστατεύει (ή πιο σωστά,  την θέλουν οι κάτοικοι να προστατεύει) τον οικισμό και από τις δύο άκρες του… Η θεά  μου είχε δώσει τα «σημάδια» της και στα Λαγκάδια και μάλιστα, όπως συχνά,  με τρόπο αναπάντεχο και εδώ και έφυγα συλλογισμένη και ευχαριστημένη από το νεκροταφείο.    Φτάνοντας στη μικρή, πλακοστρωμένη πλατεία της «Ρούγας», έρημης τώρα,  όπου είχα αφήσει το αυτοκίνητο, είδα μιαν άκρη της σχεδόν μαύρη από τα πεσμένα, πατημένα υπερώριμα σύκα. Τα σύκα έπεφταν από μια συκιά σε έναν έρημο, χορταριασμένο κήπο που ακουμπούσε τα κλαδιά της πάνω στο φράχτη και προεξείχαν ατρύγητα, κατάφορτα από μαύρα, ζουμερά σύκα,  πάνω στην πλατεία. Έφαγα κάμποσα σύκα και αποχαιρέτισα  τα Λαγκάδια.

Σταυροδρόμι

Επόμενη στάση στο χωριό Σταυροδρόμι[39] (πρώην Αρβάνιστα), που όπως δηλώνει και το σημερινό όνομά του βρίσκεται πάνω στη διασταύρωση της εθνικής οδού Βυτίνας-Αρχαίας Ολυμπίας και του επαρχιακού δρόμου που οδηγεί στα Τρόπαια. Ο καιρός είχε συννεφιάσει και πάλι και μύριζε βροχή. Στη στάση των λεωφορείων πάνω στο δρόμο στεκόταν ένας ιερέας, οπότε σταμάτησα και του έπιασα κουβέντα. Μετά τις συστάσεις, μου είπε ότι περίμενε το λεωφορείο για να πάει στο χωριό Δόξα, όπου υπάρχει εκκλησάκι του «Αγιοκωσταντίνου»[και Ελένης], ενώ στο χωριό Σταυροδρόμι, όχι. Οπότε θα κατευθυνόμουν προς το χωριό Δόξα. Του πρότεινα να τον πάρω με το αυτοκίνητο αφού είχαμε τον ίδιο προορισμό αλλά αρνήθηκε.

Δόξα Γορτυνίας, 12/9/2003. Το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης] 

Προχώρησα και εντόπισα τον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη] πάνω στη διασταύρωση του δρόμου προς Αρχαία Ολυμπία με τη διακλάδωσή προς το χωριό Δόξα, πάνω σε ένα ύψωμα με ψηλή περίφραξη γύρω του και υπέθεσα ότι θα ήταν κλειστός. Όταν έφτασα εκεί έβρεχε πλέον καταρρακτωδώς ενώ αστραπές χαράκωναν τον βαρύ, σκούρο  ουρανό και συχνοί κεραυνοί έσκαγαν σχετικό κοντά με κρότο. Περίμενα λίγο μέσα στο αυτοκίνητο να κοπάσει το μπουρίνι και όταν λιγόστεψε κάπως, επέστρεψα στο Σταυροδρόμι όπου κατέφυγα σε ένα καφενείο και αναζήτησα τον ιερέα. Αφού τον ειδοποίησαν, συναντηθήκαμε στο προαύλιο του  μεγαλόπρεπου, πετροχτισμένου ναού της Κοίμησης, δυσανάλογα μεγάλου με το μέγεθος του οικισμού, όπως μου φάνηκε.

Σταυροδρόμι Γορτυνίας, 12/9/2003.. Ενοριακός ναός της Κοίμησης, εσωτερικό .

Ο μεγαλοπρεπής και εσωτερικά ναός  είναι μονόχωρος, με μεγάλο τρούλο στηριζόμενο με «κοίλα τρίγωνα» πάνω στους τοίχους, έχει καλοδουλεμένο σκούρο, ξυλόγλυπτο τέμπλο του οποίου οι εικόνες πλαισιώνονται από μακριές λευκές κουρτίνες-«ποδιές» τραβηγμένες στα άκρα τους και δεμένες με κόκκινες κορδέλες. Ένας τεράστιος, κρυστάλλινος, λαμπυρίζων πολυέλαιος κρέμεται πανέμορφος από το κέντρο του ημισφαίριου του τρούλου, αιωρούμενος στο κέντρο  του ναού, φωτίζοντας το χώρο και μόνο με την παρουσία του εκεί. Όπως συμφώνησε και ο παπάς, οι ομογενείς ξενιτεμένοι έχουν βάλει και εδώ βαθιά το χέρι στην τσέπη για την αγαπημένη τους πατρίδα. Η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ήταν εκεί επίσης, τοιχογραφημένη στο νότιο τοίχο, πάνω από το ανατολικό παράθυρο, δίνοντας σε μένα το «σημάδι» Της αλλά δεν την φωτογράφισα, κάνοντας (ευτυχώς, για το τι με περίμενε) οικονομία στο φιλμ. 

Ο ιερέας ήταν κάπως βιαστικός και ενώ δεν είχε να μου πει κάτι άλλο σχετικά με τα ζητούμενα από εμένα, έφυγα ευχαριστώντας τον, με κατεύθυνση τα Τρόπαια, μήπως και προλάβω εκεί κάποιο εστιατόριο ανοιχτό, καθώς είναι κεφαλοχώρι και τοπικό διοικητικό κέντρο[40]. Προσπερνώντας την ταμπέλα για το  χωριό Βυζίκι, βρέθηκα αμέσως μετά μέσα στον οικισμό των Τρόπαιων.  Αυτό όμως που τράβηξε την προσοχή μου και με τάραξε, ήταν η παρόδια ταμπέλα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ανάμεσά τους, που δείχνει «προς Αρχαία Θέλπουσα», την πόλη με μεγάλο ιερό και λατρεία της Δήμητρας κατά την αρχαιότητα. Σκέφτηκα ότι μπορεί και να μην ήταν τόσο αυθαίρετο το «διάβασμα» που είχα κάνει για την αγια-Τριάδα στα κοντινά Λαγκάδια… Θυμήθηκα τότε ότι εδώ κοντά, πάνω από τη δεξιά, κατάντη, όχθη του Λάδωνα στο σύνορο, στο χωριό Βούτσι είχα εντοπίσει μιαν ακόμα Αγιαλένη, ως εικονοστάσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης μέσα σε ένα αλώνι! Σταμάτησα και κοίταξα στο χάρτη να δω πόσο μακριά από  τα Τρόπαια και την Θέλπουσα  βρίσκεται το Βούτσι (ή Βούτσης). Διαπίστωσα πόσο κοντά είναι, στο χαρτί,  λαμβανόμενου υπόψιν και του ανάγλυφου του εδάφους όσο και τη ροή του ποταμού Λάδωνα ανάμεσά τους (κατόπιν υπόδειξης του πρώην συναδέλφου ερευνητή στο Κέντρο Ερεύνης των Ελληνικών Τοπικών Ιδιωμάτων και Διαλέκτων της Ακαδημίας Αθηνών,   Νικόλαου Τσουκνίδα, που κατάγεται από το το Βούτσι, βλ. και χάρτη):




Βούτσης Γορτυνίας, 20/3/2012. Από πάνω προς τα κάτω: η περιοχή όπου το  τοπωνύμιο "Αγιαλένη " πάνω σε (χορταριασμένο πλέον) αλώνι,  με εικονοστασι της εικόνας των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και άλλες.

Ταυτόχρονα  είδα στο χάρτη και χωριό με την ονομασία «Δήμητρα» (πρώην Δίβριτσα)[41] λίγο πιο πάνω, στην πλευρά της Αρκαδίας, στην αριστερή όχθη του Λάδωνα, που συνεχίζει εδώ την πορεία του προς τα ΝΔ μετά το φράγμα. Η  η ονομασία αυτή είναι νεότερη, και   υποψιαζόμουν, καθώς δεν είχα εκείνη τη στιγμή άλλα στοιχεία για το χωριό, μήπως το όνομα είχε σχέση με κάποια αρχαιολογικά ευρήματα  λατρείας  προς τη θεά Δήμητρα στο χωριό. Τι γίνεται εδώ; αναρωτήθηκα, να είναι άραγε ακόμα, υπολανθάνουσα πάντα, η θεά Μητέρα-Γη-Δήμητρα-Ελένη-Αγιαλένη της Θέλπουσας  παρούσα στα τοπωνύμια της περιοχής  και στη λατρευτική  μνήμη των ντόπιων; (Και όπως βεβαίως έμαθα αργότερα, αυτό ακριβώς συμβαίνει εκεί, βλ. υποσημ. αρ, 41).

Έφτασα στα Τρόπαια. Ο τόπος ήταν μούσκεμα ακόμα από τη μπόρα και είχε υγρασία.  Στην πλατεία συνάντησα δύο μόνον άντρες, οι οποίοι με πληροφόρησαν ότι τα εστιατόρια είχαν ήδη κλείσει, καθώς οι υπάλληλοι που εργάζονται στα Τρόπαια και συχνάζουν σε αυτά είχαν ήδη φύγει λόγω Παρασκευής, ήταν άλλωστε περασμένες τρεις η ώρα. Είχαν όμως την καλοσύνη να τηλεφωνήσουν σε ένα μαγέρικο στο Σταυροδρόμι για να μου ετοιμάσουν εκεί κάτι πρόχειρο να φάω και ξεκίνησα για εκεί.

Επέστρεψα στο Σταυροδρόμι, πιο πολύ για να περάσει η μεσημεριανή ανάπαυλα και μετά να αναζητήσω συνομιλητές, παρά για να γευματίσω. Ωστόσο η γυναίκα που κρατούσε το εστιατόριο, αφού της έκανα τον διερμηνέα σε κάτι ξένους τουρίστες που ζητούσαν οδηγίες για το δρόμο και ξενοδοχείο στην περιοχή, κάθισε και μιλήσαμε αρκετά για τη δουλειά μου, το χωριό, την ίδια και κάποια προβλήματά της, για την κοντινή «κυρά της Άκοβας». Είχε φτιάξει πρόχειρα πατάτες και αυγά τηγανητά, τοματοσαλάτα, φρέσκα όλα και πεντανόστιμα και τα ευχαριστήθηκα, το καλύτερό μου έδεσμα! Για την «κυρά της Άκοβας» δεν γνώριζε και πολλά, ότι ήταν κάποια βασίλισσα, ξένη. Μου είπε όμως ότι στο Βυζίκι, από όπου θα πήγαινα στο κάστρο της Άκοβας, υπάρχει και ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] κοντά στο κάστρο. Νατο πάλι το «σημάδι της θεάς» εδώ, σκέφτηκα εγώ και ξεκίνησα για εκεί. Φεύγοντας, με κέρασε και μισό καρβέλι ψωμί ζυμωτό, δικό της , «για να έχω να βάζω κάτι στο στόμα μου», όπως μου είπε, όμως εγώ το πρόσθεσα και αυτό στα «σημάδια της θεάς».

Πήρα το δρόμο για το Φράγκικο «κάστρο της Άκοβας» (σύμφωνα με άλλους και ένα ακόμα «κάστρο της Ωριάς»), γνωστό και μελετημένο από ιστορικούς και αρχιτέκτονες. Στο Βυζίκι σταμάτησα και ρώτησα πάλι, για να σιγουρευτώ, για το δρόμο προς το κάστρο όσο και για τον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη] και προχώρησα. Ο δρόμος ήταν ανώμαλος μεν και λασπωμένος, όμως βατός, με προσοχή, ενώ τα σύννεφα δεν είχαν απομακρυνθεί και ήταν πιθανό να ξεσπάσει και πάλι καταιγίδα. Έσπευσα, φοβούμενη και μην κολλήσω στις λάσπες σε περίπτωση που θα έπεφτε βροχή. Προχώρησα με τα βουνά τριγύρω μου σκοτεινά κι ανταριασμένα, υποθέτοντας τον Λάδωνα να ρέει κάπου εκεί κοντά ανάμεσά τους και πιο πίσω μου, στα ΒΑ, το «Γεφύρι της Κυράς» και το χωριό Αμυγδαλιά με το αρχαίο, υπαίθριο «κατά κορυφήν» ιερό τής «αγια-Παρασκευής (ή της «Αγιαλένης», όπως υπέθετα εγώ, παρόλο που δεν το είχα δει αλλά βεβαιωνόμουν σιγά-σιγά από τα σημερινά ευρήματα της έρευνας) και την "Αγιαλένη" στο Βούτσι.

Κάστρο δεν έβλεπα, ο ανώμαλος δρόμος αποκτούσε διακλαδώσεις και με μπέρδευαν, παρά την πινακίδα που έγραφε «κάστρο Άκοβας»  αλλά ένα εκκλησάκι πολύ ψηλά (σε σχέση με το πού βρισκόμουν εγώ) σε μια απότομη, δύσβατη  κορυφή τράβηξε την προσοχή μου και σε λίγο ένα εικονοστάσι με την εικόνα των αγίων επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι επρόκειτο για τον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη]. Η πλαγιά ήταν πυκνά δασωμένη με πουρνάρια και εδώ αλλά τα ασκημένα μάτια μου διέκριναν της μισο-κρυμμένες  σιταροπεζούλες ανάμεσά τους που έζωναν το τοπίο ως την κορυφή του λόφου. Αυτό που δεν έβλεπα, ήταν δρόμος ή μονοπάτι που να με οδηγήσει ως το εκκλησάκι.




Βυζίκι Γορτυνίας, 12/9/2003. Πάνω και κάτω:  το εικονοστάσι/σήμα για το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης και η θέση του πάνω στο λόφο] 

Υποψιαζόμουν πως το Κάστρο πρέπει να ήταν κάπου εκεί πολύ κοντά και όντως δεν άργησα να ξεχωρίσω εμπρός μου, στην κορυφή ενός χαμηλού σχετικά λόφου,  δυσδιάκριτου σχεδόν πάνω στο φόντο των μολυβί σύννεφων που όλο και πύκνωναν, κάποιους ψηλούς και ισχυρούς καστρότοιχους, χωμένους ωστόσο και αυτούς μέσα στο σφιχταγκάλιασμα των πουρναριών, καμιά σχέση με την εικόνα του κάστρου της Άκοβας σε παλιές γκραβούρες όπου υψώνεται ισχυρό και περίβλεπτο… Έφερα ένα γύρω τη βάση του λόφου για να βρώ κάποια δίοδο να ανεβώ στο κάστρο, ενώ εντωμεταξύ άρχισε να ψιχαλίζει.  

Βυζίκι Γορτυνίας, 12/9/2003. . Πάνω: η περιοχή όπου το κάστρο της Άκοβας" σε σχέση με τη θέση του  ξωκλησιού το "Αγιοκωσταντίνου [και Ελένης]. Κάτω: στο άκρο πάνω δεξιά τμήμα του τοίχους του κάστρου της Άκοβας. 

Συνάντησα μια ταμπέλα που σηματοδοτεί την «Παναγία του Ευαγγελισμού»,  αλλά όταν έφτασα στην είσοδο, όπως υπέθεσα, του κάστρου ήταν αδύνατον να μπω γιατί ήταν και αυτή πνιγμένη στα πουρνάρια. Η βροχή δυνάμωνε και πήρα το δρόμο επιστροφής στα Τρόπαια, εγκαταλείποντας την προσπάθεια να μπω στο κάστρο, που φαντάστηκα ότι και μέσα δεν θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση.  Δεν προσπάθησα να δω και τον «Αγιοκωσταντίνο» [και Ελένη], γιατί αφενός δεν έβλεπα πώς θα μπορούσα να ανέβω ως εκεί και δη μέσα στη βροχή που είχε δυναμώσει πολύ αλλά και γιατί σίγουρα το εκκλησάκι θα ήταν κλειδωμένο.  Ωστόσο μου αρκούσε το ότι το «σημάδι» της θεάς υπάρχει εκεί, ανάμεσα στα σπαρτά των σιτηρών και τόσο κοντά στο «κάστρο της Κυράς».

Τρόπαια Γορτυνίας, 12/9/2003. Ενοριακός ναός αγίου Νικολάου, το τέμπλο

Μέχρι να φτάσω στα κοντινά Τρόπαια, η βροχή είχε σταματήσει, ο ουρανός είχε ανοίξει και ο απογευματινός, χαμηλωμένος ήδη ήλιος έλουζε το μουσκεμένο, κάθυγρο  τοπίο με ένα κοκκινωπό φως.  Στο καφενείο που μπήκα και ρώτησα τα σχετικά, πώς θα μπορέσω να δω την εκκλησία του αγίου Γεωργίου, για καλή μου τύχη ήταν θαμώνας και ο επίτροπος της εκκλησίας, ο οποίος ήρθε πρόθυμα να μου ανοίξει τον ναό. Κάπως πιο φτωχός από το ναό της Κοίμησης στο Σταυροδρόμι, έχει χτιστό τέμπλο με γύψινες νεοκλασικίζουσες διακοσμήσεις  και είδα μια μεγάλη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης κρεμασμένη πάνω στο κέντρο του βόρειου τοίχου. Το να έλειπε αυτή η εικόνα από εδώ θα ήταν περίεργο για μένα, μετά από τόσα «σημάδια» της θεάς στην περιοχή.

Καθώς δεν είχα εγκαταλείψει εντελώς την επιθυμία να δω το εκκλησάκι του «Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης] τώρα μάλιστα που είχε σταματήσει η βροχή, ρώτησα τον επίτροπο σχετικά με το πώς θα μπορούσα να πάω να το δω. Με απέτρεψε κατηγορηματικά να το κάνω, μετά μάλιστα από τη βροχή που θα είχε λάσπες και νεροσυρμές   ο δρόμος που έτσι και αλλιώς είναι δύσβατος. Εγώ επέμενα παρόλ’ αυτά,  και παρόλο που μου είπε ότι δεν έχει το κλειδί, έτσι  μου έδωσε οδηγίες πώς να πάω και ξεκίνησα για εκεί. Όταν έφτασα πάλι στη βάση του λόφου σκέφτηκα ότι τώρα πρέπει να το είχα προσεγγίσει από άλλη πλευρά, γιατί έβλεπα δύο πανύψηλες κεραίες κινητής τηλεφωνίας ένθεν και ένθεν από το εκκλησάκι που δεν τις είχα δει πριν. Οπότε  σκέφτηκα ότι μάλλον είχα ακολουθήσει λάθος τις οδηγίες κα ίσως δεν ήταν αυτός ο «Αγιοκωσταντίνος» [και Ελένη] και αποφάσισα να μην πάω τελικά. Κοιτώντας τον χάρτη είδα ότι αν προχωρούσα βόρεια από εκεί και παράλληλα με το ρου του ποταμού, θα έφτανα περνούσα από τα χωριά Σπάθαρης και χωριό Δήμητρα, όπου πολύ πιθανό να εύρισκα και «Αγιοκωσταντίνο»[και Ελένη ή μόνο Αγιαλένη, ίσως], με βάση και το όνομα του χωριού. Καθώς όμως η ώρα προχωρούσε, ο καιρός ήταν ακόμα άστατος και δεν είχα ακόμα δει το Βυζίκι, ενώ έμεναν λίγες ώρες πριν σκοτεινιάσει και φύγω οριστικά από το νομό με τη λήξη της «αποστολής», απέρριψα την ιδέα, αφήνοντας για άλλη ευκαιρία την επίσκεψή μου εκεί [πολύ κακώς, γιατί πολύ αργότερα από αυτή τη δική μου επιτόπια έρευνα, η συνάδελφος Ανδρομάχη Οικονόμου, κύρια ερευνήτρια στο ΚΕΕΛ, κατά τη δική της επιτόπια έρευνα στην περιοχή, το 2011, έμαθε από τον τοπικό ιερέα ότι στο χωριό Σπάθαρης υπάρχει «παλιά εκκλησία, ερειπωμένη", που ήταν αφιερωμένη στην αγία Ελένη, μια Αγιαλένη, δηλαδή…:] .

Βυζίκι

Πήγα στο Βυζίκι και στάθηκα σε ένα καφενείο-παντοπωλείο. Μπήκα μέσα να ρωτήσω τα σχετικά, πώς θα βρω κάποιον, ιερέα ή επίτροπο,  να μου ανοίξει το ναό του αγίου Νικολάου, ενοριακό του χωριού. Μέσα στο μαγαζί ήταν οι ιδιοκτήτες, μεσόκοπο ανδρόγυνο πίσω από τον πάγκο, και μια μικρή παρέα ανδρών καθισμένοι γύρω  από  ένα από τα τραπέζια. Με κοίταξαν περίεργα όταν μπήκα, ως συνήθως. Κάθισα και εγώ σε ένα τραπέζι και παράγγειλα καφέ. Βέβαια μετά άνοιξα κουβέντα, είπα τα σχετικά με το ποια είμαι και τι θέλω. Για τον ιερέα του ναού που ρώτησα, μου είπαν ότι σίγουρα θα περνούσε από το καφενείο σε λίγο πηγαίνοντας στο ναό για τον εσπερινό και να τον περιμένω εκεί, να πήγαινα μαζί του. Εντωμεταξύ, από μια πόρτα πίσω από τον πάγκο, είχε βγει η κόρη των νοικοκυραίων, όπως την σύστησαν, μια όμορφη, νέα κοπέλα με ντύσιμο και αέρα αστής, όχι χωριού, σαν να μην ήταν μόνιμος κάτοικος εκεί πλέον, αν και έδειχνε να έχει πολύ μεγάλη άνεση στο χώρο και οικειότητα με τους πελάτες χωριανούς. Εν αναμονή του παπά, η κουβέντα αφορούσε την «Κυρά της ‘Ακοβας» και μου αφηγούνταν, πελάτες και μαγαζάτορες, αλληλο-συμπληρούμενοι, την ιστορία της, οπότε έβαλα, με την άδειά τους, το μαγνητόφωνο να γράφει. Έλεγαν ότι η Κυρά δεν ήταν μόνο βασίλισσα αλλά και νεράιδα και μάλιστα μονοβύζα, με ένα βυζί πολύ μεγάλο, τόσο, που το έριχνε πίσω στον ώμο της και πως «πάνιζε» με αυτό το φούρνο όταν έψηνε τα ψωμιά της. Εγώ αναρωτήθηκα, μέσα μου, αν το όνομα του χωριού «Βυζίκι» είχε σχέση με αυτό το βυζί αλλά δεν διέκοψα την αφήγηση να ρωτήσω σχετικά. Έλεγαν ότι κάποτε κάποιοι εχθροί ήρθαν νύχτα και πολιόρκησαν το κάστρο της Μονοβύζας  και το πήραν με μπαμπεσιά και πως αυτή η Κυρά για να διαφύγει, έβαλε στα άλογα τα πέταλα ανάποδα ώστε να αφήνουν ίχνη αντίθετα από την κατεύθυνση που πήγαινε αυτή στην πραγματικότητα, όπως και έγινε. Μου φαινόταν ότι άκουγα την ίδια αφήγηση που αφορά και την Ελένη, την κυρά του κάστρου της Ώλενας στην Ηλεία![42] Μήπως , όπως είχα ήδη υποθέσει για «τη γέφυρα της Κυράς»  με βάση τα ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή, και αυτής εδώ της Κυράς το «κύριο» όνομα έκρυβε μιαν Ελένη;

Κάποια στιγμή πέρασε έξω από το καφενείο ο αναμενόμενος παπάς και του φώναξαν να μπει μέσα. Ηλικιωμένος, ψηλός, λεπτός μέσα στα μαύρα ράσα του, μπήκε και κάθισε.  ΄Εγιναν οι συστάσεις και έλαβε και αυτός μέρος στη συζήτηση για την Κυρά, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα και εμπλουτίζοντας τα στοιχεία, καθώς λόγω ηλικίας και ίσως λειτουργήματος, γνώριζε περισσότερα. Εγώ καθώς σκεφτόμουν παράλληλα και την ιστορία της Ελένης, της Κυράς της Ώλενας, σκέφτηκα να ρωτήσω κάτι ακόμα όλους και ιδιαίτερα τον ηλικιωμένο ιερέα. Δεν το είχα κάνει ήδη,  κακώς, γιατί καθώς υπήρχε  ήδη ένας «Αγιοκωσταντίνος» [και Ελένη]  στο χωριό, δεν θα είχε και άλλον. Οπότε ρώτησα, αποτεινόμενη στον παπά ειδικότερα, μήπως τυχόν υπήρχε στο χωριό και στην περιοχή του κάποιο εκκλησάκι, όχι Κωνσταντίνου και Ελένης αλλά  κάποιο χάλασμα από εκκλησάκι ή κάτι άλλο που να γνώριζε,  αφιερωμένο μόνο στην αγία Ελένη/ Αγιαλένη.  Ο παπάς με κοίταξε παραξενεμένος και διστάζοντας κάπως αλλά με ένα υπομειδίαμα, μου είπε με σημασία, «ναι, υπάρχει, αλλά εσείς πώς το ξέρετε;» «Αλήθεια;» , φώναξα εγώ όλο χαρά και ταραχή, «δεν το ξέρω,  γι’ αυτό ρωτάω, πού είναι;» «Τι λες, παπούλη», έπεσαν πάνω του οι υπόλοιποι, «πού το βρήκες εσύ τέτοιο εκκλησάκι; Τον Αγιοκωσταντίνο μαζί με την  Ελένη εκεί στην Άκοβα, έχουμε». «Όχι», επέμεινε ο παπάς, «έχουμε και Αγιαλένη, το θυμάμαι πολύ καλά, στου Μάγουση»! «Στου Μάγουσηηη;» είπαν όλοι κάπως αναστατωμένοι και παραξενεμένοι, ενώ εγώ κόντευα να λιποθυμήσω από την ταραχή μου, όχι μόνο για την Αγιαλένη αλλά και για τον τόπο της, «στου Μάγουση»! «Δεν υπάρχει εκκλησία βέβαια», συνέχισε ο παπάς, «τίποτα δεν υπάρχει, αλλά είναι εκεί κι εκεί κι εκεί (έδινε  τα σημάδια του τόπου που οι ντόπιοι γνώριζαν αλλά όχι εγώ) και το λέγανε οι παλαιοί κι ακόμα το λένε μερικοί, στην Αγιαλένη». Βλέποντας ο παπάς την ταραχή και την απορία μου, «ακούστε κυρία μου», μού είπε σοβαρά, «αυτό το μέρος ήταν κάποτε συνοικισμός του χωριού, τώρα έχει ερημώσει σχεδόν, εκεί λένε πως ήταν η αρχαία πόλη ΄Ογκειον[43] (βλ. και υστερόγραφο στο τέλος σχετικά) , και το λέμε Μάγουση εμείς αυτό το μέρος, λένε ότι “κρατάει”, ότι έχει ξωτικά, φαντάσματα και τέτοια και βρίσκουμε εκεί πολλά αρχαία»[44]. Άναυδη εγώ να ακούω αυτές τις πληροφορίες να πλαισιώνουν εδώ μια ακόμα Αγιαλένη και μάλιστα από το στόμα ενός ιερέα, δεν πίστευα στ΄αυτιά μου! Ο μαγαζάτορας εν τω μεταξύ, ακούγοντας τον παπά,  θυμήθηκε  και αυτός την  «Αγιαλένη στου Μάγουση» και μέσα στο μαγαζί γενικεύτηκε η συζήτηση σχετικά με τον «μαγεμένο», πρώην συνοικισμό του Μάγουση, ότι ήταν κάπως περίεργο μέρος, ότι βγαίνουνε νεράιδες, ότι βογκούν,  σκούζουν, κάποιοι αδικοσκοτωμένοι, ότι βγαίνουνε φαντάσματα και άλλα ξωτικά.

«Σιτάρια έχει σε αυτό το μέρος, στην Αγιαλένη;» ρώτησα εγώ, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση. «Είχε, τώρα δε σπέρνουμε», είπε ο παπάς, «γιομάτος ο τόπος, πολλά στάρια εκεί πέρα, ίσαμε κάτω το ποτάμι, έχει και κάμποσα αλώνια εκεί ακριβώς». «Στου Μάγουσηηη; Παναγία μου!» έλεγε η νεαρή κόρη του καταστηματάρχη, η Δέσποινα,  κοιτώντας με, «δεν έχω πάει ποτέ εκεί, φοβάμαι, λένε πολλά για αυτό το μέρος!» Μου έκανε εντύπωση αυτή η τόσο δεισιδαιμονική αντίδρασή της, πόσο μάλλον που εντωμεταξύ είχα μάθει ότι  είναι καθηγήτρια φιλόλογος, πρωτο-διορισμένη μάλιστα εκείνη τη σχολική χρονιά να διδάσκει στο Γυμνάσιο στα Τρόπαια, γι’ αυτό και βρισκόταν τέτοια εποχή στο χωριό. Τρομερός τόπος, λοιπόν, η Αγιαλένη, σκεφτόμουν, αντάξιος της στυγερής, «ριγαδενής» αρχαίας θεάς Ελένης και πάνω σε αρχαίο οικισμό!..  

«Πώς μπορώ να πάω στου Μάγουση και στην Αγιαλένη, σας παρακαλώ;» ρώτησα εγώ, αποφασισμένη βέβαια να πάω πάραυτα εκεί, όσο δύσβατο κι αν ήταν το μέρος, καθώς μάλιστα θα σουρούπωνε σύντομα τέτοια εποχή και δη μέσα στα βουνά. Όλοι με απέτρεψαν, όχι μόνο γιατί το αυτοκίνητό μου ήταν χαμηλό και θα χτυπούσε  στις πέτρες αλλά και γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να βρω μόνη μου την Αγιαλένη, όπως είπε ο παπάς, αφού δεν υπήρχε τίποτα, πέραν του τοπωνύμιου, απολύτως τίποτα, ούτε εικονοστάσι. «Ίσως τίποτα πέτρες», πρόσθεσε, «αλλά κανένας δεν θα μπορούσε να πει αν ήταν από κάποιο χτίσμα ή πεζούλα, τίποτα, δεν φαίνεται τίποτα, θα σας πήγαινα εγώ εκεί αν ήταν άλλη ώρα, αλλά τώρα πάω για τον Εσπερινό και δεν μπορώ» και σηκώθηκε να φύγει.  

Βυζίκι Γορτυνίας, 12/9/2003. Ενοριακός ναός αγίου Νικολάου. Αριστερά: εξωτερική, δυτική όψη. Δεξιά: μεγάλη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης πάνω στο βόρειο τοίχο

Απελπισμένη εγώ, παρακαλούσα  τον ιερέα και τους καταστηματάρχες μήπως μπορούσαν να μου δώσουν πιο πολλά στοιχεία για να μπορέσω να πάω «στου Μάγουση» αλλά μου το απέκλεισαν. Η Δέσποινα, η νεαρή καθηγήτρια, μου είπε "θα μπορούσα να σε πάω εγώ αλλά αφενός δεν ξέρω σε ποιο σημείο είναι η Αγιαλένη και αφετέρου φοβάμαι πολύ να πάω στου Μάγουση!" Τους ευχαρίστησα όλους και ακολούθησα τον παπά για να πάω μαζί του, πεζή βέβαια,  στο ναό του αγίου Νικολάου. Ο ναός μεγαλοπρεπής, πέτρινος, χτισμένος και με την οικονομική συμβολή των ντόπιων ομογενών στις ΗΠΑ.  Πανύψηλος, σε σχέση μάλιστα με το μέγεθος του χωριού Βυζίκι, είναι ορατός από όλα τα σημεία της ευρύτερης περιοχής. Εσωτερικά ήταν από, ό,τι φαινόταν, πρόσφατα τοιχογραφημένος με τις σύγχρονες, «βυζαντινού» τύπου τοιχογραφίες, μεταξύ των οποίων και μία με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη και τους «ως δίδυμους» αγίους Αναργύρους δίπλα τους,  πάνω στο βόρειο τοίχο. Δεν έβγαλα φωτογραφίες γιατί είχαν μείνει πολύ λίγες στο φιλμ και καθώς ο νους μου ήταν κολλημένος στην «Αγιαλένη», ενώ δεν είχα ακόμα εγκαταλείψει την ιδέα να την αναζητήσω στο φοβερό και τρομερό «Μάγουση», έστω και μόνη μου (και παρά το πάθημά μου με την «αγια-Παρασκευή» στη Γλανιτσά που δεν την είχα, παρά τις μοναχικές προσπάθειες μου, εντοπίσει ), ήθελα να έχω ακόμα τη δυνατότητα να βγάλω φωτογραφίες, από τον τόπο, γενικά. Ήμουν συγκλονισμένη από αυτή την «επιφάνεια της θεάς» την τελευταία στιγμή πριν ολοκληρώσω την εντεταλμένη επιτόπια «αποστολή» μου και ήθελα να προλάβω να την βρω πριν νυχτώσει, παρόλο που δεν ήξερα πώς. Πόσο μάλλον που, πέρα από τη λατρεία της Γης-Μητέρας-Δήμητρας στη Θέλπουσα, θυμόμουν θολά από τον  Burkert (ό.π.. υποσημ. αρ. 43) όσα  είχα διαβάσει σε αυτόν σχετικά με τη Θέλπουσα όταν είχα εντοπίσει την Αγιαλένη στο απέναντι χωριό Βούτσι, πάνω σε αλώνι επίσης, ότι και το Όγκειον είχε κάτι σχετικό με αυτή τη λατρεία και που το τεκμηρίωνε, αμφίδρομα για μένα, και η αναφορά στην Αγιαλένη στο σημείο όπου εντοπίζεται ο αρχαίος οικισμός. Τι γίνεται εδώ; σκεφτόμουν ταραγμένη, τι «Αγιαλενότοπος» είναι αυτός;!

Μάγουση

Επέστρεψα στο καφενείο όπου είχα αφήσει το αυτοκίνητο και είδα την Δέσποινα, την καθηγήτρια, μαζί με την μητέρα της έξω από αυτό, σαν  να με περίμεναν. «Ελάτε, ελάτε», μου φώναξε με ενθουσιασμό πριν καλά-καλά πλησιάσω, «θα σας πάω εγώ με το δικό μου αυτοκίνητο που είναι ψηλό, στου Μάγουση, θα έλθει μαζί και η μητέρα μου να μας δείχνει το δρόμο, έχουμε και κάτι θείους που μένουν ακόμα εκεί και έχουν στάνη, αυτοί θα μας δείξουν και την Αγιαλένη!» Τρελάθηκα, ομολογώ ότι δεν το περίμενα μετά τις τόσες επιφυλάξεις της για το μαγεμένο, στοιχειωμένο τόπο. «Έχω κι εγώ τώρα μεγάλη περιέργεια να δω αυτό το μέρος», συμπλήρωσε, «να είμαι από ’δώ και να μην το ξέρω!». Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε. Φαίνεται, σκεφτόμουν, την είχε παρακινήσει το όλο θέμα  όσο και η δική μου ταραχή και επιμονή να θέλω οπωσδήποτε να πάω στου Μάγουση, το είχε συζητήσει με τους δικούς της όσο εγώ ήμουν στο ναό με τον παπά και το είχαν αποφασίσει. Στο δρόμο προσπάθησα να της εξηγήσω, με πιο εθνογραφικούς όρους πλέον,  την ερευνητική μου υπόθεση σχετικά με την Αγιαλένη και τα ευρήματα που την τεκμηριώνουν, εν συντομία βέβαια, ώστε να κατανοήσει πόσο μεγάλη σημασία είχε για την έρευνά μου το να πάω επιτόπου στου Μάγουση.

Βυζίκι Γορτυνίας, "Μάγουση" 12/9/2003(όπου περίπου τοποθετείται ο αρχαίος οικισμός 'Ογκειον, κατά τον ιερέα)  Πάνω: στο βάθος το σπίτι των κατοίκων και μπροστά το διαλυμένο αλώνι. Κάτω: δεξιά το πέτρινο καλύβι.

Κατεβαίναμε μέσα από μια όμορφη κοιλάδα  που την διασχίζει ένα ρέμα, παραπόταμος του Λάδωνα. Σε κάποιο σημείο η μητέρα της μου έδειξε το μέρος πάνω στην απότομη πλαγιά που λένε ότι «φωνάζει» γιατί κάποιος σκοτώθηκε εκεί πριν δυο-τρία χρόνια. Ανεβήκαμε προς το πάνω μέρος της πλαγιάς, νότια του ρέματος, και φτάσαμε σε ξάγναντο, ανοιχτό τόπο μέσα στις πλαγιές και τα δέντρα και σταματήσαμε σε ένα πλακοστρωμένο πλάτωμα μπροστά από μια παλιά, πέτρινη αγροικία, που όταν κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο, διαπίστωσα ότι επρόκειτο για παλιό αλώνι (φωτ.). Η μητέρα τής Δέσποινας φώναξε και αμέσως βγήκε από το σπίτι μια γυναίκα, η οποία σκούπιζε τα βρεμένα μαλλιά της με μια πετσέτα. Έκανε μεγάλες χαρές και καλωσορίσματα με αγκαλιές και φιλιά όταν είδε την Δέσποινα και την μητέρα της, παρά την έκπληξή της για την απρόσμενη επίσκεψή τους και μάλιστα μαζί με μια άγνωστη. «Ωρέ, πώς ήταν και τούτο, να ‘ρθείτε στου Μάγουση!» έλεγε χαρούμενη και στρεφόμενη προς την Δέσποινα της είπε, «εσύ δεν πιστεύω να έχεις ξανάρθει προς εδώ, και όμως, ο παππούλης σου εδώ έχει μεγαλώσει, μένανε πολλοί εδώ, τότε»! «Αλήθεια, πρώτη φορά έρχομαι», είπε η Δέσποινα, «και λυπάμαι, γιατί είναι πολύ ωραία εδώ, μου αρέσει!» Καθώς η γυναίκα με κοίταζε περίεργα (ενώ  εγώ εντωμεταξύ «ρούφαγα», με τα μάτια τον «σιταρότοπο» τριγύρω) με σύστησαν και μένα, όπως μπορούσαν, είπαν κάποια οικογενειακά νέα και μετά η γυναίκα μας πρότεινε να μας φτιάξει καφέ. «Όχι, όχι, τον καφέ μετά», είπε η Δέσποινα, «θέλω πρώτα να μας πεις πού είναι η Αγιαλένη!» Η γυναίκα την κοίταξε πολύ παραξενεμένη και μετά από μια μικρή παύση, της είπε, «δεν πιστεύω να θες να σου δείξω καμιά εκκλησία ή κάτι τέτοιο, γιατί δεν υπάρχει, εδώ χάμου είναι η Αγιαλένη, εδώ το λένε το μέρος έτσι αλλά δεν υπάρχει τίποτα να δεις, τίποτα, αλλά έτσι το λένε». Και πρόσθεσε συλλογισμένη, «Δεν ξέρω γιατί, όπως ξέρεις, εγώ έχω έρθει νύφη εδώ αλλά ακούω και τα πεθερικά μου που έτσι λένε, Αγιαλένη, και ούτε αυτοί έχουνε δει ποτέ εκκλησία ή κάτι τέτοιο, πού σού ’ρθε τώρα αυτό;» «Η κυρία εδώ, κάτι ψάχνει», της είπε η Δέσποινα. «Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο σημείο», ρώτησα τότε εγώ, «που να το λένε έτσι, Αγιαλένη, μήπως εδώ επάνω σε αυτό το αλώνι που πατάμε;» «Εδώ χάμου, να, απέναντι σε ’κείνη τη χαμοκέλα, δεν ξέρω ακριβώς πού»,  είπε η γυναίκα. Έδειχνε σε ένα σημείο κοντά, απέναντί μας όπου ήταν ένα καλύβι παμπάλαιο, χτισμένο ξερολιθιά. 

Βυζίκι Γορτυνίας, "Μάγουση", 12/9/2003. Πάνω: πεζούλες ξερολιθιάς με ίχνη καλλιέργειας δημητριακών. Κάτω: στο κέντρο το μονοπάτι-παλιός δρόμος που οδηγούσε κάτω στον Λάδωνα, δίπλα στον οποίο τοποθετείται στο περίπου, η θέση του τοπωνύμιοπυ "Αγιαλένη" (βλ. και υποσημ. αρ. 44)


Βυζίκι Γορτυνίας, "Μάγουση", 12/9/2003. Πάνω και  κάτω: ίχνη του παλαιού κτηνοτροφικού οικισμού και πεζούλες ξερολιθιάς καλλιέργειας δημητριακών 

Εμένα το όλο τοπίο τριγύρω με είχε επηρεάσει συναισθηματικά, ήταν σαν να είχα κάνει ταξίδι στο χρόνο και να βρισκόμουν στη νεολιθική εποχή με τις πέτρινες, αρκετά εμφανείς, καλοχτισμένες και καλοδιατηρημένες  πεζούλες ξερολιθιάς να ζώνουν τις πλαγιές της κοιλάδας, από πάνω μέχρι κάτω, το μισο-χαλασμένο πετράλωνο, τα πέτρινα παλιά κτίσματα (φωτ). Τι κρίμα που είχα ελάχιστο πλέον, φιλμ στη μηχανή! Αρκετά πιο πέρα, είδα ανάμεσα στις πέτρες ένα μισολιωμένο κουφάρι κατσίκας με τα κόκαλα να φαίνονται μεριές-μεριές και μυριάδες μύγες και μυρμήγκια να κάνουν φαγοπότι, που επέτεινε αυτή την εντύπωση.

Εντωμεταξύ στην παρέα προστέθηκε με καλωσορίσματα και εξηγήσεις για τη δική μου παρουσία εκεί  και ο άνδρας της γυναίκας που μας είχε υποδεχθεί, ο οποίος ως γέννημα-θρέμμα του Μάγουση, γνώριζε πολύ καλύτερα από τη «φερτή» ως νύφη γυναίκα του τα κατατόπια. Πήγαμε προς το καλύβι, μαζί και η Δέσποινα, με τις συστάσεις της μητέρας της να προσέχει τις πέτρες, μην πέσει και χτυπήσει. Ο άνδρας μού υπέδειξε ως, περίπου, τόπο της Αγιαλένης όχι το καλύβι αλλά ένα σημείο μόλις λίγο πιο ψηλά στην πλαγιά δίπλα σε ένα πέτρινο μονοπάτι-καλντερίμι, το οποίο, όπως μου είπε, παλιά ήταν κάτι σαν «εθνική οδός» που συνέδεε το Βυζίκι, το κάστρο της Άκοβας με το ποτάμι που κυλάει εκεί από κάτω και με τα άλλα χωριά, περιγραφή που ταίριαζε και με όσα είχε περιγράψει και ο ιερέας. Πλησιάσαμε ακριβώς εκεί αλλά δεν υπήρχε κάτι συγκεκριμένο που να υποδηλώνει έστω ιερό κτίσμα ή τόπο, αν και μία από τις πέτρες της ξερολιθιάς του δρόμου μου φάνηκε κάπως πελεκημένη, ωσάν να ήταν πιο επεξεργασμένη, αλλά δεν ήμουν σίγουρη. Κατεβήκαμε κατόπιν ως το βάθος-βάθος  της λαγκαδιάς  από ένα πετροστρωμένο επίσης, στενό μονοπάτι.

Βυζίκι Γορτυνίας, "Μάγουση", 12/9/2003. Παλιό πηγάδι στο βάθος της κοιλάδας μαε τα σιτηρά. 

Βυζίκι Γορτυνίας, "Μάγουση", 12/9/2003. Πάνω: το παλιό πηγάδι. Κάτω: πεζούλες σιτηρών

 Όταν φτάσαμε, με εξέπληξε  το ότι εκεί βρίσκεται  ένα πηγάδι, «αρχαίο» το αποκάλεσε ο συνοδός μας, με πέτρινα φιλιατρά και μάλιστα με νερό, όπως διαπίστωσα σκύβοντας πάνω από τα φιλιατρά του. Ο άνδρας μάς έλεγε για το πόσα πολλά σιτάρια καλλιεργούσαν πριν στις γύρω πλαγιές και ότι είχαν και οπωροφόρα δέντρα και μικρούς κήπους εδώ χαμηλά στη λαγκαδιά  που τους πότιζαν από το πηγάδι, όπως και τους κατοίκους του συνοικισμού, όταν ήταν μικρός, όλα ερημωμένα και  εγκαταλελειμμένα, πλέον. Επίσης ότι αυτός και η γυναίκα του κρατούν εδώ αιγοπρόβατα και έρχονται την ημέρα στο καλύβι για να ασχολούνται με αυτά και το βράδυ επιστρέφουν στο χωριό, στο Βυζίκι. Κοιτάζοντας εγώ προς τα πάνω και βλέποντας τις δύο πλαγιές να συγκλίνουν σιγά-σιγά και ομαλά  προς το μέρος μας ωσάν «γαζωμένες» από τις ξερολιθιές των δημητριακών, με κάποια άγρια κατάλοιπά τους να χρυσίζουν ακόμα εδώ κι εκεί και το αλώνι στην κορυφή τους, συλλογιζόμουν πόσο παλιά να ήταν εδώ αυτή η καλλιέργεια που ημερεύει τούτο τον άγριο, ορεινό τόπο και θρέφει τα πλάσματα ένθεν και ένθεν του Λάδωνα και πόσο πίσω να μας πήγαινε η μνήμη και εδώ τής Ελένης/Αγιαλένης, της τρομερής Μητέρας-Γης-Δήμητρας[/Ελένης], θεάς της ζωής και του θανάτου  πάνω στο αρχαίο Όγκειο, με τόσα αρχαία ιερά αφιερωμένα στη λατρεία της σε αυτή την περιοχή…

Το σούρουπο έπεφτε πλέον γοργά μέσα στην λαγκαδιά (ήρθε στο νου μου η εισαγωγή από το δημοτικό τραγούδι της Ελένης: Πού πας Ελένη από βραδιού τώρα το βράδυ-βράδυ / που σκοτεινιάσαν τα βουνά κ’ ησκιώσαν τα λαγκάδια;) και οι συνοδοιπόροι μου ήθελαν να επιστρέψουμε στο Βυζίκι, οπότε αφού ήπιαμε τον κερασμένο καφέ με το σταφύλι γλυκό του κουταλιού,  επιστρέψαμε στο χωριό. Στο δρόμο-δρόμο κουβεντιάζαμε για τα όσα είχαμε δει και η  Δέσποινα ενθουσιασμένη με ευχαριστούσε  που εξαιτίας μου πήγε στο στοιχειωμένο, μαγεμένο  τόπο, «στου Μάγουση» και ότι στο εξής θα το επισκεπτόταν συχνά.  Φτάνοντας στο καφενείο, τους ευχαρίστησα όλους όσο πιο θερμά γινόταν, υπόχρεη πραγματικά...

Επίλογος

 Έφυγα προς την κατεύθυνση της όμορης Ηλείας, έχοντας ολοκληρώσει την «λαογραφική αποστολή» μου στα πλούσια, λανθάνοντα ή μη,  στη Γορτυνία «ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» εκείνης της χρονιάς. Και μόνον η μνήμη της Αγιαλένης  ονομαστικά και τοπωνυμικά πάνω στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Λυκόσουρας, στο μεγάλο ιερό τής  μυστηριακής λατρείας τής Δέσποινας και της Κόρης (Γης-Μητέρας-Δήμητρας-Ελένης] στην φερόμενη ως «πρώτη πόλη του κόσμου», στην καρδιά της Γορτυνίας όσο και εδώ, σε τρία τουλάχιστον τοπωνύμια Αγιαλένη (Βούτσης, Βυζίκι-Μάγουση, Σπάθαρης) στις όχθες του Λάδωνα με τόσα αρχαία ιερά αφιερωμένα στη λατρεία της πολυώνυμης Δήμητρας  (Ελευσίνειας,  σε Θέλπουσα, Ερινύας στο Όγκειον ) στο τοπογραφικό και σιτοπαραγωγικό συμφραζόμενο,  πέραν βεβαίως και των άλλων που,  εκτιμώ τεκμηριωμένα,  ότι υπολανθάνουν πίσω από τους αγίους  Κωνσταντίνο και Ελένη σε ναούς, ξωκλήσια και σε εικόνες πάνω στα τέμπλα ή σε περίοπτες θέσεις όλων σχεδόν των ενοριακών ναών της Γορτυνίας,  άξιζαν τον κόπο και αυτής της περιήγησης…


Υστερόγραφο: Για το Όγκειον βλ. https://www.gtp.gr/LocInfo.asp?infoid=54&PrimeCode=EGRPAC10TRE&PrimeLevel=7&LocId=8639&lng=1  (πρόσβαση 28/1/2024). Όπως είδα σε αυτό το link εκ των υστέρων, εκτός από τα ιερά της Δήμητρας στην κοντινή στο Βυζίκι  Θέλπουσα όσο και ιερό της Ελευσίνειας Δήμητρας στο σημερινό χωριό Σπάθαρι   στην ευρύτερη αυτή περιοχή. Το επίσης εντυπωσιακό ως προς τα «ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» σε αυτήν εδώ την περιοχή, είναι η (μεταγενέστερη από τη δική μου επιτόπια έρευνα εκεί) πληροφορία της συναδέλφου στο ΚΕΕΛ, κύριας ερευνήτριας Ανδρομάχης Οικονόμου, ……

 Για τη Θέλπουσα, το Όγκειον   και τη λατρεία της Δήμητρας και της Μεγάλης θεάς γενικά κ.λπ. βλ. και  Walter Burkert, Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία. Δομή και Ιστορία, μετάφραση Ηλέκτρα Ανδρεάδη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, β΄έκδοση, Αθήνα 1997, σελ. 194 κ.ε.

 [Θα επακολουθήσει εν καιρώ σε επόμενη ανάρτηση εδώ στο blog, συνέχεια της περιήγησης "στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης στο νομό Μεσσηνίας] 


Η σελ. αρ. 1174 σκαναρισμένη από το χειρόγραφο ημερολόγιο της επιτόπιας έρευνας, που αφορά τμήμα της συνομιλίας σχετικά με το τοπωνύμιο  Αγιαλένη  "στου Μάγουση" , στο Βυζίκι Γορτυνίας, στις 12/9/2003

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Το παλιότερο όνομα του χωριού ήταν Γρανίτσα.βλ https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CF%85%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82

[4] Βλ.

[8] Πρώην Μουλάτσι (βλ. https://ellinikogortynias.gr/%CF%84%CE%BF-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%8C/)

[12] Για τις υποχθόνιες κόρες βλ.

[14] Ελένη Ψυχογιού 1981, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, χειρόγραφο αρ. ….

[15] Βλ. σχετικά fiesta

[16] Βλ…..

[17] Όπως είναι γνωστό, το αρχαίο γράμμα f που σύμφωνα με τον γλωσσολόγο Δ. Βαφιακάκο,  έχει διασωθεί στην προφορικότητα σε κάποιες δασυνόμενες λέξεις στην Κεντρική και Δυτική Πελοπόννησο , όταν μπαίνει στην αρχή λέξης προφέρεται ως β, γ, κ.  

[18] Οι μαγνητοταινία με ονοματεπώνυμο του γέροντα και  τη συνομιλία μας εναπόκειται στο αρχείο του ΚΕΕΛ.

[19] Βλ….

[21] Αθυρόστομος, ήρωας της αντίστασης ο γέρο-Γιώργης, λόγιος, όταν του είχα δώσει φωτοτυπία του άρθρου μου  για τον θρήνο που προανέφερα και που  είχα καταγράψει στη γειτονική Καμενίτσα, όταν ξαναπέρασα από το σπίτι τους και αφού  το είχε διαβάσει, αντί άλλης κριτικής, μου είχε πει με έμφαση κραδαίνοντας το άρθρο στο χέρι του: «είσαι πούτανος»!!  Φράση που τη θεωρώ παράσημο για εκείνη τη δουλειά μου από ντόπιο γνώστη του τοπικού λαϊκού πολιτισμού, γνωρίζοντας την ανταρσιακή  νοοτροπία του  και τα αθυρόστομα εκφραστικά του μέσα…

[25] Η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο δεξιό βημόθυρο φέρει αφιερωματική επιγραφή  που δηλώνει ότι είναι προσφορά Κωνσταντίνου Κουσούρη, αφιέρωμα εξαιτίας και του ονόματός του, προφανώς, υπέρ υγείας.

[26] Χαρακτηριστικό παράδειγμα για μένα είναι το πανηγύρι της Γαστούνης Ηλείας που γίνεται στη μνήμη των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ δεν υπήρχε τέτοιος ναός στον οικισμό, και παρά το ότι υπάρχει στις παρυφές του η μονή της «Παναγίας Καθολικής» με τον περίφημο βυζαντινό ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση, οπότε θα ήταν λογικό να γίνεται το πανηγύρι το 15Αύγουστο. Η έρευνά μου σχετικά με αυτό το παράδοξο, αποκάλυψε ότι κοντά και ανάμεσα στην «Καθολική» και στο νεκροταφείο των «ως δίδυμων» αγίων Ταξιαρχών,  υπάρχει τοπωνύμιο «Αγιαλένη» που το σηματοδοτεί ένα μικρό οδικό εικονοστάσι με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, εκεί όπου αρχίζουν και τα εκτεταμένα σιταροχώραφα. Το τοπωνύμιο  υπέδειξε σε μένα την υπολανθάνουσα, τοπικά και συμβολικά/θρησκευτικά,  σχέση της «Καθολικής», στο ναό της οποίας ενσωματώνονται και αρχαία οικοδομικά υλικά, με την πανάρχαια σιταροθεά «Αγιαλένη». Επίσης στο χωριό των γονιών μου, το Νεοχώρι Κυλλήνης, αν και ο ενοριακός ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στον άγιο Γεώργιο, το πανηγύρι εξακολουθεί να γίνεται προς τιμήν του άη-Θανάση, που είναι ο ναός τού εκτός του οικισμού νεκροταφείου, κάποτε ενοριακός και κοιμητηριακός ναός του παλιού χωριού, φαίνεται, όπως προκύπτει και από το τοπωνύμιο «Παλιοχώρι» στην περιοχή όπου βρίσκεται.

[28] Βλ. και παρακάτω, στο Πικέρμι.

[29] Για το χωριό Κερπινή και τη συμβολή του στην Ελληνική Επανάσταση, βλ. και https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%AE_%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82

[30] Βλ. σχετικά

[31] Για το χωριό βλ. και https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC_%CE%91%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82  , 

 Και  https://mygdalia.blogspot.com/     

[32]Βλ. Πετρόπουλος (ή Σαγιάς) Γ. Δ., Μεσαιωνικά τοπωνύμια ποταμών Αρκαδίας, Αθήνα1978 . Του ίδιου, Αρχαιολογία, Ιστορία, Γεωγραφία και η ιστορική αλήθεια, Αθήνα1987. Του ίδιου, Οι Λενακαίοι του χωριού Επισκοπή Τεγέας, Αθήνα 1988.

[33]  Βλ…..

[34] Ημερολόγιο για την επιτόπια έρευνα στην Ηραία, βλ…..

[35] Βλ…

[37] Βλ….

[38] Βλ…

[40] Βλ. και  https://buk.gr/el/poli-perioxi/tropaia  αλλά και :  https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B1_(%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7)  

[42] Για το φράγκικο κάστρο της Ώλενας και την κυρά του, την Ελένη, βλ.  https://fiestaperpetua.blogspot.com/2014/05/blog-post.html

 

[43] Για το Όγκειον και την λατρεία της «Δήμητρος Ερινύος» σε αυτό, βλ. πρόχειρα στο https://www.gtp.gr/LocInfo.asp?infoid=54&PrimeCode=EGRPAC10TRE&PrimeLevel=7&LocId=8639&lng=1  (πρόσβαση 28/1/2024. Στο Όγκειον, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, στο παραπάνω link, υπήρχε μεταξύ άλλων και ιερό της «Δήμητρας Ερινύος», δηλαδή  η θεά στην υποχθόνια, τρομερή μορφή της φαίνεται, δοξασίες και λατρεία που συμφωνούν και με το «φοβερό» του τόπου της «Αγιαλένης» σήμερα,  στου Μάγουση. Ανέθεταν, αναφέρει ο Παυσανίας,  και «τάματα» από μέλη ανθρώπων προς ίαση, ως και υποχθόνια,  θεραπεύτρια θεά, όπως προκύπτει και από την ύπαρξη ιερού  του Ασκληπιού επίσης Όγκειο, αλλά και στο κοντινό χωριό Βούτσι, όπου επίσης «Αγιαλένη» όσο και αλλού όπου εντοπίζεται «Αγιαλένη», π.χ. στην αρχαία Αλίφειρα κ.α. Για τη Θέλπουσα, το Όγκειον   και τη λατρεία της Δήμητρας και της Μεγάλης θεάς γενικά κ.λπ. βλ. και  Walter Burkert, Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία. Δομή και Ιστορία, μετάφραση Ηλέκτρα Ανδρεάδη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, β΄έκδοση, Αθήνα 1997, σελ. 194 κ.ε.

 

Η Ελένη Ψυχογιού γεννήθηκε το 1946 και μεγάλωσε στα Λεχαινά Ηλείας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,στη Φιλοσοφική Σχολή (1964-1968), από όπου πήρε πτυχίο ιστορίας και αρχαιολογίας (1969). Από το 1972 έως το 2006 εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Σχόλια