Tuesday, November 14, 2017

Ταξιδιωτικά -περιηγητικά στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης στο νομό Λακωνίας ( 12-30 Αυγούστου 2002 Travelling on the marks of Helen/St. Helen in Lakonia, ethnographic diary-3

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ –ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΑ ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ/ΑΓΙΑΛΕΝΗΣ
ΝΟΜΟΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ, 12-30 Αυγούστου 2002

Εθνογραφικό ημερολόγιο επιτόπιας έρευνας  (συνέχεια,  αρ. 3)



Από την ίδια επιτ. έρευναστο νομό Λακωνίας  βλ. και από την αρχή του ημερολόγιου  στα: http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2015/08/traveling-on-th-marks-of-helensthelen.html και http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2017/11/2-laconia-greece-ethnographic-diary.html



Εισαγωγικά (επαναλαμβανόμενα και στις άλλες σχετικές αναρτήσεις στον ιστότοπο, ως απαραίτητα  για όσους μπαίνουν για πρώτη φορά στις περιηγήσεις "στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης")

Καθώς η έρευνά μου για την Ελένη-Αγιαλένη κρατάει πάνω από είκοσι χρόνια τώρα ―και συνεχίζεται― είναι πλέον πολλά τα επιμέρους δημοσιεύματά μου σχετικά με αυτήν, είτε ως επιστημονικά άρθρα και δοκίμια, είτε ως εθνογραφικά ημερολόγια της  επιτόπιας  έρευνας. Αναρωτιέμαι λοιπόν (όπως ίσως και οι τυχόν αναγνώστες της δουλειάς μου) μήπως κινδυνεύω να αποκτήσω, ή και μην έχω ήδη αποκτήσει, κάποια μονομανία ή και ιδεοληψία σχετικά με αυτό το θέμα. Αρχίζοντας όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 να συγκροτώ αυτή την ερευνητική υπόθεση, δεν  φανταζόμουν το πόσο εκτεταμένη θα προέκυπτε, ούτε ως προς την τοπική έκταση, ούτε ως προς το χρόνο (τόσο ως προς τη διάρκεια της έρευνας όσο και ως προς το χρονικό βάθος των δεδομένων),  ούτε ως προς την πολιτισμική ευρύτητα και ποικιλία των εθνογραφικών και των γραπτών ευρημάτων που οδηγούν τα βήματά μου. Δεδομένης δε και της  ολισθηρότητας της ερμηνείας των μυθικών και των συμβολικών θεμάτων, ιδιαίτερα όταν άπτεται της σχέσης τους με τη διαχρονική διάρκεια των πολιτισμικών φαινομένων, γίνεται ιδιαίτερα δυσχερής η τεκμηρίωση της ερευνητικής υπόθεσης. Για να μπορεί λοιπόν να δομηθεί και να γίνει τεκμαρτή η ερευνητική μου υπόθεση, χρειάζεται το «δείγμα» του φαινόμενου Ελένη/Αγιαλένη να είναι όχι μόνον επαναλαμβανόμενο και εκτεταμένο αλλά και να αφορά τις  πολλές όψεις και πτυχές του, δηλαδή τα χωροταξικά, τοπωνυμικά, ιστορικά, αρχαιολογικά, συμβολικά, μυθικά, αφηγηματικά, συναισθηματικά, παραγωγικά και άλλα ευρήματα που εκτιμώ ότι το δομούν ως τέτοιο.
 Μέσα από αυτό το πρίσμα, η  έρευνα για την Ελένη/Αγιαλένη έχει καταστεί για μένα μια μακροχρόνια, συναρπαστική περιηγητική και πατριδογνωστική περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις, «θαύματα» και κινδύνους και ταυτόχρονα ένα είδος εθνογραφικού θρίλερ, μια παρακινδυνευμένη όσο και γοητευτική/γητευτική περιπλάνηση στον τόπο, στο χρόνο, στην προφορική παράδοση,  στους μύθους και στα σύμβολα, στα παραδοσιακά τραγούδια, στις τελετουργίες, στις παραγωγικές διαδικασίες, στις κατά τόπους κοινότητες που επισκέπτομαι. Κατόπιν αυτών, επιλέγοντας από το πολυποίκιλο υλικό της έρευνας δημοσιεύω τα επιμέρους σχετικά άρθρα και κείμενα (έντυπα αλλά κυρίως ηλεκτρονικά πλέον, υποκύπτοντας στις σειρήνες της μπλογκόσφαιρας) παράλληλα με την εθνογραφική επιτόπια όσο και τη βιβλιογραφική έρευνά μου, επιδιώκοντας να  συγκροτώ  συντωχρόνω την ερευνητική μου υπόθεση και να επιχειρώ σταδιακά την «ανάγνωση» και ερμηνεία των συμβολικών, μυθικών και τελετουργικών ευρημάτων (διασταυρώνοντας τεκμηριωτικά ή αναιρώντας), συνδυαστικά και με τα διαφορετικά πολιτισμικά πεδία που εκτιμώ ότι την αφορούν με τις αλλαγές και τις μεταμφιέσεις της μορφής και του μύθου της στη διαχρονία μέσα στις εκάστοτε ιστορικές, θρησκευτικές και κοινωνικές συνθήκες θέτοντας, κατά την κρίση μου,  νέα ερωτήματα.  Οι επιμέρους αυτές δημοσιεύσεις με εμμονή στην Ελένη/Αγιαλένη αποσκοπούν λοιπόν στο  να αναδεικνύω και να μοιράζομαι τις ποικίλες επιμέρους πτυχές της εκτεταμένης τοπικά και χρονικά αυτής έρευνας και μακρόχρονης εμπειρίας, εφόσον είναι και δύσκολη η ―ευκταία, πλην ανέφικτη μάλλον― συνολική τους δημοσίευση. Επιμένω λοιπόν κατά τις δυνάμεις μου,   εφόσον εκτιμώ (όσο αυτό  είναι αντικειμενικά δυνατόν, κυρίως από τον αριθμό  των βιβλιογραφικών αναφορών σε αυτά όσο και από τις επισκέψεις στις ηλεκτρονικές μηχανές αναζήτησης), ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα, προς το παρόν τουλάχιστον, προκαλούν κάποιο ενδιαφέρον.
Η συγκεκριμένη επιτόπια έρευνα «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» έχει την ιδιομορφία να γίνεται όχι με την κλασική έννοια της έρευνας πεδίου με την παραμονή του λαογράφου ή ανθρωπολόγου ερευνητή σε ένα συγκεκριμένο τόπο ―όπως ήταν και η δική μου άλλωστε, πριν μπω στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης―  αλλά είναι έρευνα περιπλάνησης, ταξιδιού από τόπο σε τόπο με συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο πέρα από την εξέλιξη της συγκεκριμένης έρευνας και τον τρόπο που συγκροτείται βήμα-βήμα η ερευνητική μου υπόθεση για την Ελένη/Αγιαλένη και τη σχέση της με την θεά Μητερα-Γη, στα ημερολόγια αναδεικνύεται  και για τους μη ειδικούς η δουλειά του ερευνητή (μεροληπτικά ως ένα βαθμό, μέσα από την οπτική και την κρίση του): οι ερευνητικοί στόχοι,  οι τρόποι που επιλέγει να τους διαχειριστεί και να τους πραγματώσει στο πεδίο, το ερευνητικό ήθος του, οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ερευνητή και συνομιλητώνο επιτυχημένος ή μη χειρισμός καταστάσεων, οι δυσκολίες, οι περιπέτειες, οι επιτυχίες και τα λάθη του.  Επίσης οι εθνογραφικές πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά τα  ημερολόγια -κατ' επιλογή του ερευνητή πάντα και με επίκεντρο την ερευνητική μου υπόθεση- περιγράφουν αφηγηματικά, σχολιάζουν, αποτυπώνουν και απαθανατίζουν φωτογραφικά ιερά ή μη τοπία, οικισμούς, ναούς, ξωκλήσια, τοιχογραφίες, εικόνες και πολλά άλλα πολιτισμικά στοιχεία, χρονολογημένα, όπως τα βρίσκω κατά την έρευνα, πολλά από τα οποία δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά -ίσως και για τελευταία. Τέλος αποτυπώνονται κάποιες όψεις της εκάστοτε τοπικής θρησκευτικής, τελετουργικής και κοινωνικής καθημερινότητας και οι ανθρώπινες συμπεριφορές που αφορά η λαογραφική έρευνα, στο πλαίσιο και της όποιας  ιστορικής και πολιτικής επικαιρότητας, όσο τουλάχιστον διαρκεί χρονικά  η, έστω σύντομη, επίσκεψή μου σε κάθε τόπο, όσο  βέβαια επιτρέπουν οι δυνάμεις και η όποια εθνογραφική και αφηγηματική μου ικανότητα.



Ακολουθώντας λοιπόν και πάλι τα επιτόπια, υλικά και άυλα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης, ως διαχρονικής, συμβολικής όψης της γης, της Μεγάλης Μητέρας, οδηγήθηκα και στο νομό Λακωνίας πραγματοποιώντας εντεταλμένη από την Ακαδημία Αθηνών επιτόπια εθνογραφική έρευνα[1]. Η έρευνα για τα ίχνη της Ελένης στο συγκεκριμένο νομό ήταν πολύ σημαντική για την ερευνητική μου υπόθεση, καθώς στη Λακωνία εντοπίζεται ο αρχαίος γενέθλιος ―και όχι μόνο― μύθος αλλά και η λατρεία της Ελένης ως θεάς. Έχοντας  ως πυξίδα τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο που είχα αποστείλει μεταξύ άλλων και στις Μητροπόλεις του νομού Λακωνίας σχετικά με τους ναούς ή ξωκλήσια αφιερωμένα στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη ή στην αγία Ελένη/Αγιαλένη μόνο, ξεκίνησα και το 2002 με ερευνητική λαχτάρα και τρακ για τη Λακωνία. 



Το λακωνικό ακρωτήριο Μαλέας  με τους τόπους της περιήγησης , από βορρά προς νότο



Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2002

(πρώτη δημοσίευση)



Μολάοι
«…Αφήσαμε πίσω μας το χωριό Νιάτα και επιστρέφοντας στην εθνική οδό Σπάρτης-Κροκεών-Μολάων-Μονεμβασιάς, προχωρήσαμε προς τα ΝΑ και σταματήσαμε στους Μολάους, γιατί είχα πληροφορία για την ύπαρξη κάποιου ναού των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και εδώ.  Χτισμένοι σ’ ένα ύψωμα στη δεξιά  πλευρά του δρόμου, οι Μολάοι  φαινόντουσαν μεγάλη και πλούσια κωμόπολη. Κάναμε στάση στην είσοδο του οικισμού και ρωτήσαμε μια γυναίκα για τη ζητούμενη εκκλησία. Μας πληροφόρησε πρόθυμα ότι ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης είναι η εκκλησία του νεκροταφείου που βρίσκεται στα αριστερά της εθνικής οδού, σε ένα ίσιωμα προς τις ΒΑ γειτονιές της κωμόπολης.


Μολάοι Λακωνίας, 17/8/2002. Ο νέος νεκροταφειακός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Δεξιά   το νεότερο νεκροταφείο όπου και το παλιό ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου, γύρω από το οποίο ιδρύθηκε.

Ακολουθήσαμε τις υποδείξεις της και βρεθήκαμε σε ένα ανοιχτό χώρο σαν μεγάλη πλατεία, όπου δεσπόζει ένας νεόχτιστος, μεγάλος ναός με πέτρινη επικάλυψη, στη νότια πλευρά του οποίου βρίσκεται η μάντρα του νεκροταφείου, με μια συστάδα κυπαρίσσια να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα μνήματα με τους μαρμάρινους σταυρούς. Είδαμε ότι τα κυπαρίσσια αυτά πλαισιώνουν ένθεν και ένθεν ένα μικρό, παλιό εκκλησάκι κοντά στην είσοδο του νεκροταφείου και αναρωτηθήκαμε ποιος από τους δύο ναούς να είναι αυτός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.



 Μολάοι Λακωνίας, 17/8/2002. Το παλιό ξωκκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου και το  νέο νεκροταφείο.



 Δύο άντρες που στεκόντουσαν ακουμπώντας στα κάγκελα του περίβολου και κουβέντιαζαν μας πληροφόρησαν ότι και οι δύο εκκλησίες είναι αφιερωμένες στον άγιο Κωνσταντίνο. Στην απορία μας γιατί συμβαίνει αυτό, μας εξήγησαν ότι το μικρό εκκλησάκι είναι πολύ παλιό και ότι υπήρχε ως ξωκλήσι σε αυτό τον τόπο πολύ πριν μεταφερθεί εδώ το παλιό νεκροταφείο,  το οποίο ήταν αλλού, στα ΝΔ, στο πάνω μέρος του χωριού και είχε εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο.  Ότι το παλιό νεκροταφείο μεταφέρθηκε στον παλιό «Αγιοκωσταντίνο» πριν χρόνια γιατί δεν χωρούσε άλλους τάφους το παλιό και έτσι έχτισαν την καινούργια εκκλησία που ολοκληρώθηκε  το 1999 και την αφιέρωσαν στον άγιο Κωνσταντίνο. Ότι  το παλιό εκκλησάκι κλείστηκε έτσι μέσα στον περίβολο του νέου νεκροταφείου ανάμεσα στα μνήματα και ότι σε αυτό τώρα μαζί με τον άγιο Κωνσταντίνο συστεγάζεται και ο άη-Γιώργης, που ήταν ο άγιος του παλιού νεκροταφείου. 



Μολάοι Λακωνίας, 17/8/2002.  Πάνω και κάτω: το τέμπλο και λεπτομέρεια του τέμπλου με τις εικόνες, στο  παλιό ξωκλήσι του αγ. Κωνσταντίνου

Η νέα εκκλησία ήταν κλειδωμένη και δεν την είδαμε εσωτερικά. Η παλιά ήταν ανοιχτή και μπήκαμε μέσα. Λόγω της νέας εκκλησίας, η παλιά ήταν μισο-εγκαταλελειμμένη,  σε χρήση ωστόσο, με πολλές μικρές εικόνες αντί των μεγάλων δεσποτικών τοποθετημένες ανάκατα πάνω σε ένα πεζούλι και σε δύο καμαρωτές εσοχές στο χτιστό, ασβεστωμένο τέμπλο, μια-δυο και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπως είναι εύλογο, όχι όμως και του αγίου Γεωργίου. Κάποια σημάδια στην καμαρωτή στέγη του ιερού με έκαναν να υποψιαστώ ότι ίσως να είχε τοιχογραφίες παλιότερα, αλλά μια στρώση κάπνας δεν μου επέτρεπε να είμαι βέβαιη. Ο συνομιλητής μας ήταν οργισμένος με το κλείδωμα του νέου ναού του νεκροταφείου γιατί ο κόσμος πηγαίνει συνεχώς εκεί και θέλει να ανάβει κερί αλλά και με την απουσία του παπά. Όντως, αν και ήταν προχωρημένο μεσημέρι, αυτοκίνητα με πενθούντες και μη ερχόντουσαν συνέχεια, οι οποίοι πήγαιναν να ανάψουν το καντήλι και να περιποιηθούν τον τάφο των οικείων τους. Οι επισκέψεις αυτές φαίνεται ότι πολλαπλασιάζονται το καλοκαίρι, λόγω της άφιξης στο χωριό των ξενιτεμένων  –και η Λακωνία έχει πολλούς, στις ΗΠΑ, όπως διαπιστώναμε και από τις δωρεές και τα αφιερώματα στους ναούς– οι οποίοι θέλουν να επισκεφθούν και τα μνήματα.

Αγγελώνα

Φύγαμε από τους Μολάους και, παρόλη τη ζέστη του μεσημεριού, εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας. Μετά το χωριό Συκέα κάναμε και άλλη παράκαμψη από τον κύριο δρόμο για να πάμε στην Αγγελώνα, αναζητώντας ένα  ακόμα εκκλησάκι «Αγιοκωσταντίνος».  



Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002.  Η ελαιόφυτη λάκα του βουνού όπου το χωριό. Στο άκρο αριστερά πάνω στο λόφο, τα σπίτια του  χωριού και ο μεγαλοπρεπής ναός του Ευαγγελισμού.

Σταματήσαμε σε μια μικρή πλατεία λίγο μετά την είσοδο του χωριού, που είναι χτισμένο σε ένα ψήλωμα. Στο καφενείο τρεις-τέσσερις άντρες έπαιζαν έξω χαρτιά και το γκαρσόνι κατάβρεχε τριγύρω με ένα λάστιχο, να δροσίσει τον τόπο. Δώσαμε το «στίγμα» μας (ποιες είμαστε και τι ζητάμε) και ρωτήσαμε για τον «Αγιοκωσταντίνο». Ένας από τους χαρτοπαίζοντες έδειξε  –προς έκπληξη και χαρά μας– ενθουσιασμένος με το ενδιαφέρον μας για αυτό το εκκλησάκι και μας είπε ότι βρίσκεται 3-4 χιλιόμετρα έξω από το χωριό, κοντά στα μαντριά του και –το σπουδαιότερο– ότι θα μας συνόδευε ο ίδιος ως εκεί, όταν τελείωνε η παρτίδα των χαρτιών που έπαιζε. Ταυτόχρονα έστειλε το γκαρσόνι να ξυπνήσει (!) τον Επίτροπο του ενοριακού ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου για να έρθει να μας τον ξεκλειδώσει για να τον δούμε, παρά την –χλιαρή ομολογώ– διαμαρτυρία μου να μην το κάνει, τέτοια ώρα. Ωστόσο ο Επίτροπος κατέφθασε σε λίγο, φρέσκος από τον ύπνο και ευδιάθετος.

      


Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002.  Πάνω και κάτω: ο ενοριακός ναός του Ευαγγελισμού, δυτική και νότια όψη.



 Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Άποψη του Πάρνωνα από την ανατολική πλευρά του ναού του Ευαγγελισμού.

Εξυπηρετικός, μας οδήγησε και μας ξενάγησε στην επιβλητική, πετρόχτιστη εκκλησία, που δεσπόζει στην κορυφή του οικισμού. Ένας τεράστιος, κρυστάλλινος τριανταφυλλί πολυέλαιος κρέμεται και στολίζει το κέντρο του ναού και καθώς ο Επίτροπος τον άναψε, φώτισε με ένα απόκοσμο φως το ναό και τα πρόσωπα των αγίων. 

 

    Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Η τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και των «ως δίδυμων» αγίων πάνω στο νότιο τοίχο.

Όπως μας αφηγήθηκε ο Επίτροπος, η τοπική προφορική  παράδοση λέει  ότι ο ναός, παρά το επιβλητικό του μέγεθος,  χτίστηκε μέσα σε λίγες ημέρες με πέτρες που κουβαλούσαν «ζαλιά» οι γυναίκες από μια τοποθεσία στο βουνό, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες. Ότι σε αυτό το επίμοχθο, δυσανάλογο με τις δυνάμεις τους, έργο βοήθησε τις γυναίκες στρατιά αγγέλων, στους οποίους οφείλεται και το όνομα του χωριού, «Αγγελώνα», λόγω της θρυλούμενης αυτής βοήθειας. Έβαλαν όμως το χεράκι τους και οι ομογενείς από την Αμερική, σκεφτόμουν εγώ, όπως είχα δε να γράφει μια πλάκα εντοιχισμένη πάνω από τη νότια είσοδο, αλλά δεν είπα τίποτα, βέβαια. Ο νους μου πήγε και στην Αγγέλω-Ελένη καθώς παρατηρούσα τις εικόνες μέσα στο ναό, γιατί  στο νότιο τοίχο του ναού, ένθεν και ένθεν του δυτικού εκεί παράθυρου, έβλεπα τοιχογραφημένες στα μεν αριστερά του τη γνωστή εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και στα δεξιά του, σε «εραλδική» διάταξη, το «ως δίδυμο» ζευγάρι στρατιωτικών αγίων, που δεν ξεχώριζα ποιοι είναι ακριβώς. Μια ακόμα μικρή, κινητή εικόνα των δύο αγίων (Κ+Ε) ήταν τοποθετημένη πάνω σε στασίδι εμπρός από μια μεγάλη, προσκυνηματική εικόνα του αγίου Νεκταρίου, εμπρός από το βόρειο τοίχο.



Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Επιστρέψαμε στο καφενείο και καθώς είχε τελειώσει η παρτίδα των χαρτιών, ο κυρ-Γιάννης σηκώθηκε, έτοιμος να μας συνοδεύσει και να μας οδηγήσει στον «Αγιοκωσταντίνο». Μπήκε στη θέση του συνοδηγού στο σαραβαλάκι μου ενώ η Αγγελική στριμώχτηκε στο πίσω κάθισμα ανάμεσα σε κάμερες, μαγνητόφωνα, φιλμς, χάρτες, νερά, φρούτα, ζακέτες κλπ, που ήταν εκεί φίρδην μίγδην.
Κατηφορίζαμε ένα στενό  χωματόδρομο πνιγμένοι στη σκόνη, όπως ήταν και οι ελιές που γέμιζαν τον τόπο γύρω μας, φυτεμένες σε μια εκτεταμένη λάκα ανάμεσα στις πλαγιές του γυμνού εδώ Πάρνωνα.



 Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Ο συνομιλητής μας στην έρευνα κυρ-Γιάννης, μας δείχνει τις παλιές σιταρο-πεζούλες δίπλα στο ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου»

Ο συνοδός μας, ο κυρ-Γιάννης, 60-65 χρονών περίπου,  ήταν εξαιρετικά ευγενικός, αεικίνητος  και ομιλητικός. Γνώριζε τα πάντα για την περιοχή και μάλιστα τα «παλαιά», όπως τα προσδιόριζε, και στο δρόμο-δρόμο μας ξεναγούσε για τις τοποθεσίες και τις ιστορίες τους, αφήγηση που μας επέτρεψε με χαρά να ηχογραφούμε, κάτι  που έκανε  η Αγγελική, καθώς εγώ οδηγούσα .



Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Πηγάδι με πέτρινα «φιλιατρά» και γύρω του «αλώνι».

Από ένα  πηγάδι που συναντήσαμε έβγαιναν κάτι χοντροί σωλήνες που με τη μέθοδο του σιφωνιού, όπως μας εξήγησε,  πότιζαν τις νέο-φυτεμένες ελιές πάνω στις πέτρινες πεζούλες που ανακρατούσαν τα παλιά, κακοτράχαλα, πετρώδη χωράφια των δημητριακών, ελιές ειρηνικές, που αντιμάχονταν τα επιθετικά πουρνάρια που τείνουν να κατακλύσουν τις εγκαταλελειμένες, πρώην σιταρο-πεζούλες, όπως είχαμε δει και σε όλη τη διαδρομή μας.
       


Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Πάνω και κάτω:  το ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ΝΑ και δυτική όψη.

Στο ΒΔ άκρο αυτής της ελαιόφυτης πλέον λάκας μέσα σε ένα περιμαντρωμένο  αλσύλλιο από πεύκα και ελιές  βρίσκεται το παμπάλαιο ξωκλήσι «του Αγιοκωσταντίνου» [και Ελένης], όπως ήταν αναμενόμενο για μένα, λόγω της παλιάς καλλιέργειας των δημητριακών στον αυχμηρό αυτό τόπο. Το αλσύλλιο αυτό ήταν το καμάρι του κυρ-Γιάννη γιατί, όπως μας πληροφόρησε,  είναι δικό του δημιούργημα: φύτεψε και πότιζε τα δέντρα γύρω από το παλιό ξωκλήσι μέχρι να μεγαλώσουν, και με δική του προτροπή ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού φρόντισε για την κατασκευή της πέτρινης μάντρας όσο και για την επισκευή και τη συντήρηση του μικρού ναού.  Ήταν μεγάλος ο σεβασμός του για το  μικρό αυτό ιερό, γιατί, όπως μας εξήγησε, δίπλα στο ξωκλήσι ήταν τα χωράφια-πεζούλες με τα σιτηρά και τα μαντριά των παππούδων, τον γονιών και σήμερα τα δικά του, υπό τη σκέπη, την προστασία και την ευλογία των δύο αγίων
          

                      

Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η είσοδος στο δυτικό τοίχο και λεπτομέρειες της λίθινης και  λιθανάγλυφης διακόσμησης πάνω από και στο πλαίσιο της θύρας.

Το εκκλησάκι φρεσκο-ασβεστωμένο, έλαμπε στο φως του απομεσήμερου. Η παλαιότητά του φάνηκε στη μοναδική είσοδό του στο δυτικό τοίχο, που είναι πλαισιωμένη με λαξευτές πέτρες  ενώ  στο υπέρθυρο στολίζεται με παλαιά, μαρμάρινα  λιθανάγλυφα που έμοιαζαν να είναι εντοιχισμένα στο εκκλησάκι από κατασκευής. Διακρίναμε μια επιγραφή πάνω στην πέτρα του υπέρθυρου και για να την φωτογραφίσουμε  από κοντά, η Αγγελική ανέβηκε σε μια καρέκλα και τράβηξε τη φωτογραφία που μας αποκαλύπτει τη χρονολογία (1875 ή 73),  κάποιας   από τις ανακαινίσεις του ναού, και όχι της κτίσεως, όπως μας είπε ο κυρ-Γιάννης.








Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης: πάνω και κάτω: εσωτερικό, και λεπτομέρεια του τέμπλου με τις εικόνες.

Το εσωτερικό του ναΐσκου μονόχωρο, απέριττο, ασβεστωμένο και καθαρό, με καμαρωτή οροφή. Το χτιστό τέμπλο λευκό, ένας απλός τοίχος με μια απόπειρα διακόσμησης με διπλό, κλιμακωτό τόξο πάνω από την πύλη του ιερού, φέρει μικρές φτωχικές, κινητές εικόνες πάνω σε εσοχές διαμορφωμένες σαν ερμάρια, που τα στολίζουν πλεχτές, χειροποίητες δαντέλες.  Εκτός από μία εικόνα του άη-Γιάννη του βαπτιστή,  δεν υπήρχαν άλλες από τις «δεσποτικές» εικόνες που μπαίνουν τυπικά στα τέμπλα των ορθόδοξων ναών αλλά  είχαν τοποθετηθεί δύο μεγάλες σχετικά εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, δύο μικρές του Ευαγγελισμού (που παραπέμπει στον ενοριακό ναό της Αγγελώνας) και μία μικρή της αγίας Τριάδας, δίπλα-δίπλα με μία των αγίων Κ+Ε, στο ίδιο ερμάρι. Παρά τη γνωστή, μεγάλη δογματική σημασία και αξία της αναπαράστασης της αγίας Τριάδας για τη Χριστιανική θρησκεία που καθιστά απαραίτητη την παρουσία της στους ναούς, ο τρόπος που ήταν τοποθετημένη εδώ κολλητά με αυτή των αγίων Κ+Ε, με παρέπεμπε και πάλι σε «ως δίδυμες» μορφές (όπως υποστηρίζω αναλυτικά σε άλλο σχετικό κείμενο, βλ…..).
Η παρουσία ενός  λιβανιστηριού πάνω στο σκαλοπάτι του αγίου Βήματος που έδειχνε να είναι λειτουργικά χρηστική, με έκανε να αναρωτηθώ μήπως το εκκλησάκι είναι παλαιοημερολογίτικο, όπως είχα διαπιστώσει αλλού, αλλά ο κυρ-Γιάννης παρέκαμψε τη σχετική ερώτησή μου.


 Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η προσκυνηματική εικόνα των αγίων, με μεταλλικά τάματα και νομίσματα (1 ευρώ και 20λεπτα) τοποθετημένα στη βάση της.

Μια ακόμα προσκυνηματική εικόνα των αγίων Κ+Ε πάνω σε στρωμένο με κεντημένη ποδιά στασίδι  με ένα στεφάνι από ψεύτικα λουλούδια πάνωθέ της αναδεικνύει  την ευλάβεια των πιστών προς τους δύο αγίους, δεχόμενη και τα μεταλλικά τάματα με ομοιώματα ανθρώπινων μελών προς θεραπεία όσο  και  τον οβολό τους, όπως φαινόταν από αυτά που ήταν τοποθετημένα στο κάτω μέρος της.




 Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Ξωκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η σωζόμενη τοιχογραφία της Παναγίας «Πλατυτέρας» στην κόγχη του ιερού.

Στο άδειο από εικόνες και αγία τράπεζα ιερό, μια παλιά, φθαρμένη τοιχογραφία της Παναγίας ως «Πλατυτέρας» στην αψίδα της κόγχης φανερώνει την παλαιότητα του μικρού αυτού ναού (μεταβυζαντινό, τουλάχιστον), επαληθεύοντας την πληροφορία του κυρ-Γιάννη ότι η χρονολογία στο υπέρθυρο, το 1875, δεν αφορά την κτίση του ναΐσκου. Ο τρόπος που περιβάλλει το ασβέστωμα αυτή την, παρόλη τη φθορά της, όμορφη τοιχογραφία, υποδεικνύει αφενός ότι αυτή ήταν μεγαλύτερη από όση σώζεται και αφετέρου ότι  το εκκλησάκι μάλλον θα ήταν ιστορημένο και με άλλες τοιχογραφίες που ίσως κάποιες να βρίσκονται ακόμα κάτω από τα αλλεπάλληλα στρώματα ασβέστη.
Ο ξεναγός μας έδειχνε να μη θέλει να ξεκολλήσει από το αγαπημένο του εκκλησάκι, όπως και εμείς άλλωστε, ωστόσο έπρεπε να συνεχίσουμε το δρόμο μας και αφήσαμε με βαριά καρδιά το ξωκλήσι στη σιωπή του, με συντροφιά τα ζώα του  κυρ-Γιάννη.  Στο δρόμο του γυρισμού στην Αγγελώνα ο κυρ-Γιάννης συνέχισε την ξενάγησή του και επέμενε να μας πάει να δούμε και την εκκλησία  του αγίου Δημητρίου στο βόρειο  άκρο του χωριού πληροφορώντας μας ότι εκεί ήταν και ο παλαιός πυρήνας  του οικισμού, όπου ήταν και η αγορά και όλα τα εγκαταλελειμμένα σήμερα, πέτρινα αρχοντόσπιτα.  Λόγω και του ότι ήθελα να διαπιστώσω, με την ευκαιρία, αν και μέσα σε αυτό το ναό, τον αφιερωμένο σε καβαλάρη στρατιωτικό άγιο, εύρισκα και εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που συνδυαστικά να αναδείκνυαν κάποιο «διοσκουρικό» συμβολισμό, ακολουθήσαμε την υπόδειξή του. Όταν φτάσαμε εκεί διαπιστώσαμε την αλήθεια των λεγομένων του κυρ-Γιάννη, καθώς μερικά ερειπωμένα αρχοντόσπιτα στέκουν εκεί κοντά στο παρεκκλήσι του αγίου Δημητρίου .

                             
                          
     Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Παρεκκλήσι αγίου Δημητρίου, νότιος τοίχος, είσοδος στο ναό και δεξιά λεπτομέριεα με το  υπέρθυρο. Εμπρός σύκα αποξηραινόμενα στον ήλιο.

Πλησιάσαμε  στο  παρεκκλήσι και είδαμε μια συγκομιδή σύκων να αποξηραίνεται στον ήλιο κατάχαμα, στο νότιο προαύλιο. Η ευμεγέθης, μακρόστενη αυτή εκκλησία φαινόταν  παλιά, παλιότερη από τον ενοριακό ναό του Ευαγγελισμού, και αναρωτήθηκα μήπως, λόγω και της θέσης της στο παλαιό κέντρο του χωριού, ήταν ο παλιός ενοριακός αλλά ατυχώς παρέλειψα να το ρωτήσω. Ήταν ανοιχτή και μπήκαμε από την είσοδο στο νότιο τοίχο. Μια οξυκόρυφη, καμαρωτή εσοχή πάνω από το υπέρθυρο, που κάποτε ίσως να είχε κάποια τοιχογραφία  ή κινητή εικόνα του αγίου Δημητρίου ή άλλη, δηλώνει την παλαιότητα του ναού, ίσως συνομήλικου  με το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου, κρίνοντας και από το πέτρινο πλαίσιο αυτής της εσοχής, που όμως ο μεταγενέστερος σοβάς που το καλύπτει δεν επιτρέπει να φανεί αν έχει και λιθανάγλυφα διακοσμητικά στοιχεία.





 Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Παρεκκλήσι αγίου Δημητρίου, εσωτερικό και λπτομέρειες του τέμπλου.

Στο μονόχωρο, ασβεστωμένο εσωτερικό με την καμαρωτή οροφή, το επιχρυσωμένο, ξυλόγλυπτο τέμπλο υποστηρίζει επίσης την παλαιότητα του ναού, με έναν μεγαλοπρεπή σταυρό στην κορυφή του να στριμώχνεται κάπως στην καμαρωτή οροφή, πλαισιωμένο από τους τυπικούς δράκοντες.  Το σύνολο του περίτεχνου, όμορφου αυτού τέμπλου  έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τη γυμνή λευκότητα των τοίχων και της οροφής, αντίθεση που καθιστά πιο έντονη η πλαισίωση  με θαλασσί χρώμα των εικόνων, ιδιαίτερα στο κάτω τμήμα του.  Λόγω του περιορισμένου πλάτους του ναού το τέμπλο, σχηματίζοντας γωνίες,  επεκτείνεται και πάνω στο βόρειο και στο νότιο τοίχο του ναού, επέκταση που έχω δει να γίνεται αρκετά συχνά σε παλιούς ναούς.  ΄Ετσι πάνω στο κύριο τμήμα του φέρει εκτός από αυτές του δωδεκάορτου στο πάνω μέρος,  μόνο τις τρεις δεσποτικές εικόνες, του Χριστού, της Παναγίας  και του Ιωάννη του Βαπτιστή, την ωραία Πύλη και την βόρεια θύρα προς το ιερό με τον αρχάγγελο Μιχαήλ.

 Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Παρεκκλήσι αγίου Δημητρίου, το κύριο τμήμα του τέμπλου με τις εικόνες. Στα δύο άκρα, αριστερά η αφιερωματική εικόνα του αγίου δημητρίου και απέναντί της, δεξιά η εικόνα της Εύρεσης και Ύψωσης του Σταυρού από την αγία Ελένη

Στις προεκτάσεις του, στο μεν βόρειο τοίχο φέρει τυπικά την αφιερωματική εικόνα του καβαλάρη αγίου Δημητρίου. Πάνω στην  προέκταση στο νότιο τοίχο, ήταν η έκπληξη, για μένα: μια μεγαλοπρεπής, πολύτιμη εικόνα της Εύρεσης και Ύψωσης του τιμίου Σταυρού από την αγία Ελένη! Καίριας σημασίας για την ίδρυση του  Χριστιανισμού αυτή η εικονική αναπαράσταση βεβαίως, οπότε εύλογη η παρουσία της στους ναούς.

     Αγγελώνα Λακωνίας, 17.8.2002. Παρεκκλήσι αγίου Δημητρίου,  ΝΑ γωνία του τέμπλου και οι ως «δίδυμες» εικόνες του αγίου Δημητρίου, τοποθετημένες κάτω από την εικόνα της Εύρεσης και Ύψωσης του Σταυρού από την αγία Ελένη.

 Ωστόσο, μια εικόνα που αφορά αφηγηματικά όσο και δογματικά κυρίως την αγία Ελένη, η τιμητική τοποθέτησή της στο τέμπλο ισότιμα και εραλδικά με την αφιερωματική  του καβαλάρη  αγίου  Δημητρίου και  η τοποθέτηση κοντά της δύο επιπλέον μικρών εικόνων του καβαλάρη άη-Δημήτρη (όσο και αν αυτή θεωρηθεί αυτονόητη μόνο και μόνο  λόγω της αφιέρωσης σε αυτόν του ναού), ο τρόπος που είναι ανά δύο τοποθετημένες κοντά της –όσο και σε άλλα σημεία του ναού– δηλώνει για μένα το «διοσκουρικό» συμβολισμό του συνόλου αυτών των εικόνων. Επιπλέον αυτών,  ένα βάζο με λουλούδια τοποθετημένο κάτω από το παραπάνω σύνολο εικόνων της Ύψωσης και όχι κάτω από τη μεγάλη, αφιερωματική εικόνα του αγίου Δημητρίου όπως θα ήταν εύλογο, υποδήλωνε για μένα, (όπως είχε συμβεί με τις ανάλογες εικόνες και στον παλαιό  ναό του καβαλάρη αγίου Γεωργίου  στα γειτονικά Νιάτα και αλλού βεβαίως) μια μη συνειδητή μεν,  πλην υπαρκτή στη λαϊκή μνήμη έμφαση και ευλάβεια  προς το συνδυασμό αυτών των ιερών μορφών -και μάλιστα στη Λακωνία.
Ευχαρίστησα τον κυρ-Γιάννη για την πρότασή του να μας ξεναγήσει και σε αυτό το ναό –γιατί,  εν αγνοία του, μου έδωσε έναν ακόμα λόγο να είμαι ευχαριστημένη από την επίσκεψη στην Αγγελώνα ως προς την ερευνητική μου υπόθεση για την Ελένη/Αγιαλένη, συνδυαστικά με  το ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου».
Ήταν σχεδόν πέντε η ώρα όταν αποχωριστήκαμε με ευχαριστίες την τόσο διαφωτιστική συντροφιά του κυρ-Γιάννη και φύγαμε από την Αγγελώνα. Νηστικές και κουρασμένες από την περιήγηση, κατευθυνθήκαμε χωρίς παρεκκλίσεις προς τη Μονεμβασιά, μήπως τυχόν προλαβαίναμε εκεί και κάποιο εστιατόριο ανοιχτό, μια που είναι και τουριστικός προορισμός.

Μονεμβασιά
Δεν είχα επισκεφθεί ξανά τη Μονεμβασιά και είχα  περιέργεια και ανυπομονησία να δω την πολυπαινεμένη αυτή καστρόπολη. Φτάσαμε στην πυκνο-χτισμένη συνοικία «Γέφυρα», που βρίσκεται από την πλευρά της στεριάς στην αρχή  της γέφυρας που τη συνδέει με την παλιά πόλη, γεμάτη ξενοδοχειακές μονάδες και παραθαλάσσια εστιατόρια για τους τουρίστες, και ομολογώ ότι απογοητεύτηκα. Ξεπεζέψαμε, παρκάραμε με ασφάλεια το αυτοκίνητο και καθώς δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα στην παλιά πόλη, φορτωθήκαμε τα μηχανήματα και άλλα απαραίτητα και κατευθυνθήκαμε σε ένα παραλιακό εστιατόριο δίπλα στη γέφυρα που ήταν ανοιχτό. Η πείνα μας θέριζε  αλλά η Αγγελική, λόγω και της μεγάλης ζέστης, προτίμησε να κάνει μια σύντομη βουτιά στα δροσερά νερά λίγο πιο κάτω. Εγώ εντωμεταξύ παράγγειλα ψαράκια μέχρι να έλθει και, καθώς δεν είχε πολύ κόσμο εκείνη την ώρα, έπιασα κουβέντα με την σερβιτόρα. Ήταν μια ντόπια, πρόθυμη, ευγενική και ομιλητική νέα κοπέλα. Στην ερώτησή μου για την ύπαρξη στη Μονεμβασιά κάποιου ναού, μικρού ή μεγάλου, αφιερωμένου στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, μου απάντησε ότι δεν γνώριζε ούτε είχε ακούσει να υπάρχει και όταν της είπα ότι εγώ είχα σχετική πληροφορία και μάλιστα από ιερέα, για να βεβαιωθεί πήγε και ρώτησε την ηλικιωμένη μαγείρισσα της ταβέρνας. Εκείνη απάντησε επίσης αρνητικά σχετικά με τη Μονεμβασιά αλλά είπε ότι ήξερε ότι υπήρχε «Αγιοκωσταντίνος» σε ένα άλλο χωριό, πιο κάτω.




Μονεμβασιά, 17.8.2002. Συνοικία «Γέφυρα» στην είσοδο προς το νησί με την καστροπολιτεία. Η μαρίνα.

Καθώς κοίταζα απογοητευμένη τη μαρίνα εμπρός από το μαγαζί όπου λικνιζόντουσαν αρκετές ψαρόβαρκες, είδα ακριβώς μπροστά μου μία με το όνομα «Ελένη», σαν να με περιγελούσε για την ερευνητική μου εμμονή! Εντωμεταξύ ήλθε σύντομα και η Αγγελική και μετά τον καφέ πήραμε το τοπικό λεωφορείο που μεταφέρει τους τουρίστες στην παλιά πόλη. Σε λίγο περνούσαμε πεζή την επιβλητική καστρόπορτα και βρεθήκαμε στα στενά σοκάκια της Μονεμβασιάς. Οι δρόμοι γεμάτοι από τα μαγαζιά με τουριστικά, έθνικ και μη, είδη «λαϊκής τέχνης», ρούχα και κοσμήματα που συναντά κανείς σε όλα τα διάσημα τουριστικά θέρετρα απ’ άκρου εις άκρον του κόσμου σχεδόν πανομοιότυπα και με την ίδια περίπου πραμάτεια, με αποτέλεσμα να χάνει η πόλη τη γοητεία που εγώ είχα φανταστεί. Παρόλ’ αυτά, σύντομα με γοήτευσε η ομορφιά που συνθέτουν  τα καλντερίμια της, τα πέτρινα αρχοντικά (άλλα ερειπωμένα και άλλα ανακαινισμένα και κατοικημένα είτε ως ξενοδοχεία είτε ως κατοικίες ανθρώπων με οικονομική άνεση), οι εκκλησιές,  οι τάπιες του τείχους πάνω από το απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους, το φρούριο που στεφανώνει την πόλη με τη φράγκικη αγια-Σοφιά στα σπλάχνα του, η διάφανη ατμόσφαιρα, τα χρώματα,  το ποικίλο πλήθος που περιδιάβαινε στα στενά σοκάκια, οι μνήμες τόσων και τόσων που την κατοίκησαν διακριτές πάνω στα οικοδομήματα, η  ιστορική βαρύτητα .  Σκεφτόμουν με λύπη ότι κάπως έτσι για να μην πω «ακριβώς έτσι», μια «Μονεμβασιά του Ιόνιου», θα ήταν και η φράγκικη Γλαρέντζα με το λιμάνι της, πάνω στο σημερινό «Παλιόκαστρο» της Κυλλήνης, αν δεν την είχε ισοπεδώσει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος για λόγους στρατηγικούς και οικονομικούς. Το φιλμ στη μηχανή είχε τελειώσει και δεν τράβηξα φωτογραφίες «τουριστικού», ας πούμε, ενδιαφέροντος. Κόντευα  εξάλλου να  ‘μισάσω όσα φιλμ είχα πάρει από την υπηρεσία και κατόπιν θα έπρεπε να τα αγοράζω με δικά μου χρήματα, οπότε  ήμουν φειδωλή, γιατί βρισκόμουν  ακόμα στην αρχή σχεδόν της επιτόπιας έρευνας.


   Μονεμβασιά 17.8.2002. Ναός αγίας Άννας, γενική άποψη και κόγχη του ιερού.

Έξω από την εκκλησία του «Ελκόμενου Χριστού» μια ντόπια, ηλικιωμένη γυναίκα κατάβρεχε την αυλή της και δοκίμασα να  ρωτήσω και πάλι  αν γνώριζε κάτι για «Αγιοκωσταντίνο». Σκέφτηκε για λίγο και απαριθμώντας μία-μία  τις εκκλησιές  που γνώριζε –και ήταν πολλές–  κατέληξε πως όχι, δεν υπήρχε «Αγιοκωσταντίνος» στη Μονεμβασιά. Ανάμεσα στις εκκλησίες που καταμέτρησε άκουσα και αυτή της αγίας Άννας, δηλαδή τη Μητέρα της Παναγίας, ιερή μορφή που παραπέμπει συμβολικά στο μύθο Μάνα-και-κόρη που σχετίζεται με την Μητέρα και αφού μας έδωσε οδηγίες πήγαμε εκεί να την φωτογραφίσουμε. Βρεθήκαμε σε έναν ανοιχτό, ερειπωμένο ναό, με έντονα φράγκικα στοιχεία. Ό, τι σηματοδοτεί  πως πρόκειται για εκκλησία είναι ένα εικονοστάσι όπου έχει τοποθετηθεί η εικόνα της αγίας Άννας με την Παναγία αγκαλιά και μερικές άλλες, μέσα σε μια εσοχή με οξυκόρυφη καμαρωτή απόληξη μέσα στην κόγχη του πάλαι ποτέ ιερού του ναού.
Κατάκοπες, επιλέξαμε για καφέ τον εξώστη ενός  παμπάλαιου καστρόσπιτου, κρεμασμένου   πάνω από τα τείχη και τη θάλασσα. Αποφασίσαμε  να χαλαρώσουμε επιτέλους τα καταπονημένα μας σώματα ιδιοτεύοντας,  και να απολαύσουμε την υπέροχη θέα, καθώς το αρχόμενο δειλινό σκούραινε το μπλε της θάλασσας και έβαφε μοβ τον ορίζοντα, με υπόκρουση κλασικής μουσικής από το μαγαζί.  Μετά τις ολοήμερες κούρσες των τελευταίων ημερών, αποφάσισα πως παρά τα περιορισμένα οικονομικά, έστω κι αν πλήρωνα κάτι παραπάνω, μας άξιζε –και ιδιαίτερα στην εθελοντικά εργαζόμενη Αγγελική– μια διανυκτέρευση μέσα στο κάστρο αντί να τρέχουμε πάλι με το λεωφορείο πίσω στη «Γέφυρα» και να ψάχνουμε εκεί  για κατάλυμα. Εξάλλου πότε άραγε θα είχαμε ξανά την ευκαιρία να διανυκτερεύσουμε στη Μονεμβασιά; Η Αγγελική συμφώνησε αλλά επεσήμανε ότι με τόσο κόσμο μέρες Δεκαπενταύγουστου, ήταν αμφίβολο αν θα βρίσκαμε δωμάτιο ελεύθερο μέσα στο Κάστρο. Τελικά σταθήκαμε τυχερές και βρήκαμε ένα που κενώθηκε απρόοπτα και θα ήταν στη διάθεσή μας μετά τις εννέα το βράδυ. Έτσι αφού ξεκουραστήκαμε λιγάκι συνεχίσαμε τις βόλτες στις εκκλησιές και στα σοκάκια, στις τάπιες  και στα μαγαζιά μέχρι να έρθει η ώρα  να πάμε στο δωμάτιο. Χαλαλίσαμε και δύο καρέ του πολύτιμου φιλμ για να αλληλλο-απαθανατιστούμε στη Μονεμβασιά. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, είδαμε ότι το δωμάτιό μας συνόρευε με μια «γνωστή»  μας: είναι μεσοτοιχία με το βόρειο τοίχο της «Παναγίας της Χρυσαφίτισσας» την εκκλησία της οποίας  είχαμε συναντήσει στο ομώνυμο χωριό πριν δυο ημέρες, και που, όπως είχαμε πληροφορηθεί εκεί, η εικόνα της έχει μεταφερθεί στη Μονεμβασιά από τη Χρύσαφα.  Την εκκλησία καθάριζε εκείνη την ώρα, μετά τον εσπερινό του Σαββάτου,  η γυναίκα που είχαμε συναντήσει και νωρίτερα στον «Ελκόμενο Χριστό» και έτσι μπήκαμε μέσα και είδαμε αυτή την περίφημη αυτή εικόνα της βρεφοκρατούσας Παναγίας.  
Στο ξενοδοχείο ταχτοποιηθήκαμε στο ισόγειο δωμάτιό μας και βγήκαμε για δροσιά έξω, στην πετροστρωμένη μικρή αυλή του, όμορη με τη Χρυσαφίτισσα, και πήραμε δύο ποτά. Η γυναίκα της ρεσεψιόν που μας τα σέρβιρε, είχε όρεξη για κουβέντα και κάθισε μαζί μας, στην αυλή-μπαρ. Αφού πληροφορήθηκε  ό,τι αφορούσε εμάς τις δύο, μετά μας έκανε πλήρη αναφορά για τα τεκταινόμενα εντός του κάστρου.  Έτσι, χωρίς να ρωτήσουμε,  μάθαμε όλα τα άπλυτα των πλούσιων, διανοούμενων στην πλειονότητά τους, όπως είπε, νέων κατοίκων του κάστρου που έχουν αγοράσει παλιά σπίτια, τα έχουν ανακαινίσει και μένουν μόνιμα ή παραθερίζουν εκεί, καθώς και των τακτικών επισκεπτών της Μονεμβασιάς που διαμένουν στους ξενώνες.  Έρωτες, μοιχείες, πάθη, μίση, αλληλλοφαγώματα, εκμετάλλευση των ντόπιων εργαζόμενων, οικονομικές πελατειακές σχέσεις με την τοπική και κεντρική εξουσία και άλλα πολλά που κατά τη δική της αντίληψη και πληροφόρηση συνέβαιναν εντός των τειχών. Τα ασυγκράτητα χασμουρητά μας την έκαναν κάποια στιγμή να μας καληνυχτίσει και μείναμε λίγο ακόμα αμίλητες στη σιγαλιά της νύχτας να αφουγκραζόμαστε τον απαλό παφλασμό των κυμάτων πάνω στα τείχη, με το τρεμουλιαστό φως των καντηλιών της Χρυσαφίτισσας πίσω από τα θαμπά τζάμια του διπλανού ναού να ταράζει λίγο το σκοτάδι.
Πέσαμε ξερές για ύπνο με τα παράθυρα ορθάνοιχτα, παρόλο που το δωμάτιο ήταν στο ισόγειο σχεδόν πάνω στο σοκάκι, αφού η αυλή είναι ξέφραγη, αλλά από την κούραση και με την οικειότητα του περίκλειστου κάστρου, ούτε καν σκεφτήκαμε ότι μπορεί να ήταν επικίνδυνο, με τόσο κόσμο που κυκλοφορούσε ολημερίς κι ολονυχτίς.


  Μονεμβασιά, 17.8.2002. Η γράφουσα, Ε. Ψ., στη βόρεια πύλη του κάστρου (φωτ. Α. Σ.)

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2002

Νόμια
Το πρωί σηκωθήκαμε νωρίς, αποχαιρετίσαμε την πανέμορφη Μονεμβασιά, διασχίσαμε περπατώντας το γεφύρι που ενώνει το καστρο-χτισμένο νησί-πόλισμα με τη στεριά και γυρίσαμε στη συνοικία της Γέφυρας όπου είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Αγοράσαμε φρέσκο, ζεστό ψωμί και από μια τυρόπιτα από ένα φούρνο και πήραμε το δρόμο νότια, για το χωριό Νόμια, όχι μακριά από τη Μονεμβασιά.
Το χωριό είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στις δύο πλαγιές μιας στενής κοιλάδας που την διαρρέει ένα –ξερό το καλοκαίρι– ποτάμι, που χωρίζει το χωριό σε δύο συνοικίες που ενώνονται, το χειμώνα που το ποτάμι έχει νερό, με μια γέφυρα. Η άφιξή μας εδώ οφειλόταν βεβαίως στην πληροφορία ότι ο ενοριακός ναός του είναι αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.  



  Νόμια Λακωνίας, 18.8.2002. Νέος ενοριακός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, εσωτερικό 
"
Νόμια Λακωνίας  18.8.2002, νέος ναός αγίων Κ+Ε: η προσκυνηματική εικόνα των δύο αγίων με  εικόνα  των ίδιων ενιαία με εικόνα ζεύγους "ως δίδυμων αγίων" στη βάση της.

 Νόμια Λακωνίας, 18.8.2002. Νέος ενοριακός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης εικόνες "ωε δίδυμων" αγίων στη βάση του Τέμπλου. 

Ο ναός, σταυροειδής με τρούλο, κατάλευκος με μπλε πορτοπαράθυρα, φαινόταν νεόχτιστος  και ήταν κλειδωμένος, παρόλο που είχαμε ξεκινήσει νωρίς για να προλάβουμε την κυριακάτική λειτουργία, ώστε να τον βρούμε ανοιχτό. Ρωτήσαμε το γιατί έναν συμπαθή,  ηλικιωμένο άνδρα που ήταν έξω από την εκκλησία παλεύοντας κάτι με τα χέρια του και  μας πληροφόρησε ότι το χωριό δεν έχει δικό του παπά και ότι δεν είχε γίνει λειτουργία εκείνη την ημέρα, γι’ αυτό ο ναός ήταν κλειστός. Ωστόσο για καλή μας τύχη είχε εκείνος τα κλειδιά, οπότε μας άνοιξε πρόθυμα και ευγενικά να  μπούμε.
Το εσωτερικό, απέριττο, με λευκούς τοίχους και  λίγες σχετικά εικόνες, καθαρό και περιποιημένο, με χτιστό τέμπλο  έδειχνε  όντως  να είναι κάπως νέος ο ναός. Όπως μας επιβεβαίωσε  ο συνοδός μας και Επίτροπος, ο ναός είναι όντως νεότερος και χτίστηκε για λόγους περισσότερης χωρητικότητας σε σχέση με τον παλιό ενοριακό ναό των δύο Αγίων, που εξακολουθεί να υπάρχει στην απέναντι συνοικία του χωριού, μαζί με το νεκροταφείο που τον περιέβαλλε ανέκαθεν.  Όταν περιέφερα το βλέμμα μου παρατηρώντας τριγύρω τις εικόνες, έμεινα με ανοιχτό τα στόμα! Μου δινόταν η εντύπωση ότι ακόμα κι αν έμπαινα για πρώτη φορά σε ναό, εντελώς αθώα από την ερευνητική μου υπόθεση περί Ελένης/ Αγιαλένης, δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναρωτηθώ  γιατί τόσες πολλές εικόνες ζευγών «ως δίδυμων» αγίων, συνδυασμένων με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, μέσα στον ίδιο τους το ναό. Όσες επιφυλάξεις κι αν είχα σχετικά με το «διοσκουρικό» συνδυασμό των εικόνων των αγίων Κ+Ε και των ως «δίδυμων» αγίων, εδώ αναιρούνταν. Εκτός λοιπόν από την ευνόητη παρουσία μικρών και μεγάλων εικόνων των αγίων Κ+Ε, αφού ο ναός είναι αφιερωμένος σε αυτούς, η πλειονότητα των άλλων εικόνων, μικρών και μεγάλων, ήταν «δίδυμων» αγίων, πεζών και καβαλάρηδων: αγίων Θεοδώρων, Ταξιαρχών, Αναργύρων, Αποστόλων, ακόμα και αγίας Τριάδας, που η παρουσία της εδώ ενίσχυε την υποψία μου ότι οι πιστοί σε αυτές τις περιπτώσεις την «βλέπουν» ωσάν να παριστάνει «δίδυμες» ιερές μορφές. Τη «χαριστική βολή» στην άρση των αμφιβολιών μου και ενίσχυση της εικασίας περί του «διοσκουρικού» συμβολισμού,  την έδωσε μια εικόνα μετρίου μεγέθους,  ακουμπημένη εμπρός από μια μεγάλη, προσκυνηματική  εικόνα των αγίων Κ +Ε, πάνω σε ξυλόγλυπτο στασίδι δίπλα στο παγκάρι του ναού.  Η εικόνα με ψευδο-ασημοκάλυψη, αναπαριστά ενιαία, χωρίς καν κάποια διαχωριστική γραμμή, ωσάν να συναποτελούν ομού αδιαίρετο σύνολο, δύο «ζεύγη»: αυτό των αγίων Κ+Ε και αυτό των αγίων Αποστόλων.  Αυτό το συνδυασμό των δύο ζευγών αγίων  τον είχα συναντήσει συχνά σε μοναστήρια και θεωρώ ότι εκεί ιστορικά και δογματικά  σχετίζονται μεταξύ τους, ως Απόστολοι και «ισαπόστολοι», ιδρυτές και καθιερωτές, αντίστοιχα, της χριστιανικής θρησκείας. Εδώ όμως, μέσα στο συγκεκριμένο απλό ναό σε εικόνα που την είχε αγοράσει και αφιερώσει κάποιος ιδιώτης πιστός -όπως με πληροφόρησε ο συνοδός μας-  και δεν την είχε ζωγραφίσει σε καθολικό μονής κάποιος μοναχός με δογματική αυστηρότητα, συνδυαστικά και με τα άλλα ζεύγη των ως «δίδυμων» αγίων,  προσλάμβανε «διοσκουρικό» συμβολισμό. Αλλιώς γιατί οι αφιερωμένες εικόνες στο συγκεκριμένο ναό να αναπαριστούν τόσο πολλά «ως δίδυμα» ιερά πρόσωπα, αναρωτιόμουν.
Συλλογιζόμουν στο πλαίσιο και των όσων είχα δει τις τελευταίες ημέρες, ότι όσο απομακρυνόμασταν από την πρωτεύουσα Σπάρτη , όπου και η έδρα της Χριστιανικής και κοσμικής εξουσίας, τόσο «φυτρώνουν», μεταμορφωμένοι, και οι παλαιοί μυθικοί και θρησκευτικοί συμβολισμοί που αφορούν την αρχαία λατρεία της  Μητέρας-Γης Ελένης και των Διόσκουρων…
 Ο ευγενικός ξεναγός μας προσφέρθηκε να μας συνοδεύσει και στον παλιό ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο νεκροταφείο. Διασχίσαμε με το αυτοκίνητο τη γέφυρα του ξερού τούτη την εποχή ποταμού και περάσαμε στην απέναντι, τη δυτική πλαγιά της κοιλάδας. Καθ΄ οδόν  ο επίτροπος  μας αφηγούνταν τα σχετικά με το χωριό και η Αγγελική, με την άδειά του, τα μαγνητοφωνούσε. Πλουτοπαραγωγικός πόρος του χωριού λοιπόν είναι η εύφορη αυτή κοιλάδα που ποτίζεται και λιπαίνεται από τον ποταμό, κατάφυτη από ελαιώνες, κήπους και περιβόλια. Μας εξήγησε ότι επειδή παρόλ’ αυτά ο καλλιεργήσιμος χώρος είναι  περιορισμένος, υπήρχε παλιότερα ειδικό κονοτικό δίκαιο για την κατοχή γης και τη διανομή του νερού, τα λεγόμενα «νόμιμα», από όπου προέρχεται και το όνομα του χωριού Νόμια, με παραφθορά της λέξης.
Επηρεασμένη και από όσα είχα δει και συλλογιστεί μέσα  στον ναό, το όνομα του χωριού, το Νόμια και το ότι προέρχεται από το «νόμιμα», όπως μας έλεγε ο επίτροπος, μου έφερε στο νου ότι «το ρήμα νέμειν –«βόσκω», «οδηγώ στη βοσκή», «περιφέρομαι» ή «απλώνομαι»– έχει και δεύτερη έννοια, που φτάνει πίσω στον Όμηρο: «μοιράζω», «κατανέμω», ή «απονέμω»- ιδιαίτερα γη, τιμή, κρέας ή ποτό. Νέμεση είναι η «απονομή δικαιοσύνης».  Νόμισμα σημαίνει «τρέχον χρήμα», απ’ όπου η «νομισματολογία»…[1]». Η θεά Νέμεσις  ήταν μητέρα της Ελένης κατά μια εκδοχή, συγγένεια  που θέλει μάλλον να δηλώσει και τη σχέση της θεάς Ελένης ακριβώς με την καλλιεργήσιμη και δίκαια μοιραζόμενη γη, όπως γινόταν και εδώ στο χωριό με τα «νόμιμα»/Νόμια. Συλλογιζόμουν επίσης το ότι  οι μύθοι, όσο και αν συσκοτιστεί το νόημά τους από τις αλλεπάλληλες πολιτισμικές στρώσεις και μεταμορφώσεις, δεν παύουν να είναι αποκαλυπτικοί σχετικά με το αρχέτυπο συμβολικό νόημα και τις συμβολικές ιδιότητες των μυθικών προσώπων και των μεταξύ τους σχέσεων, αν τους παρατηρήσουμε προσεκτικά, μέσα στα πολιτισμικά, συμβολικά  και παραγωγικά τους συμφραζόμενα, διαχρονικά. Στην περίπτωση της «λησμονημένης» ως θεάς Ελένης, εκτός από την παραπάνω μητροθυγατρική σχέση της με τη Νέμεση και τις υποχθόνιες συνδηλώσεις της,  το γενεαλογικό της δέντρο την συνδέει απαρχής με την καλλιεργήσιμη και παραγωγική γη, προσδιορίζοντάς τη μορφή της συμβολικά ως Μητέρα-Γη-Δήμητρα:    ως προπάππος της φέρεται  ο Μύλης, γιαγιά της η Σπάρτη.
Ο ξεναγός μας συνέχιζε την κουβέντα με προσωπικές τώρα εξομολογήσεις, λέγοντάς μας με μάτια βουρκωμένα ότι με βάση το τοπικό, εθιμικό κληρονομικό δίκαιο, όπως είπε, η αδελφή του είχε κληρονομήσει το σπίτι της μάνας τους, το οποίο πούλησε μετά σε ξένους και  ότι καίγεται η καρδιά του να το βλέπει τώρα ανακαινισμένο από τους νέους ενοίκους του και η οικογένεια, και ιδιαίτερα ο ίδιος, να είναι αποξενωμένη από αυτό. Πονεμένος, ευαίσθητος  άνθρωπος ο συνομιλητής μας, είχε μείνει χήρος  και μόνος στο χωριό, στα γεράματα. Έδειχνε –όπως και ο κυρ-Γιάννης στην Αγγελώνα– να έχει μια ιδιαίτερη, «θηλυκή» σχέση και επικοινωνία με το ιερό, όσο και με τη φύση.
Εντωμεταξύ είχαμε φτάσει στο μικρό, κλιμακωτό , λόγω της κατωφέρειας της πλαγιάς, νεκροταφείο του αγίου Κωνσταντίνου με τον ομώνυμο ναό, που ήταν παλιότερα και ο ενοριακός του χωριού, όπως είδαμε. Από εκεί βλέπαμε την απέναντι, ανατολική, καταπράσινη από τους ελαιώνες πλαγιά της εύφορης αυτής κοιλάδας και χαμηλά την κοίτη του ποταμιού,  κοντά στην οποία και έχει μετατοπιστεί πλέον το κέντρο του χωριού  –αφρόνως κατά τον πικραμένο και από αυτή τη μετατόπιση συνομιλητή μας, «γιατί κάποια στιγμή θα τους πνίξει το φουσκωμένο ποτάμι».



 Νόμια Λακωνίας, 18.8.2002. Ο παλιός και νεκροταφειακός ναός του αγίου Κωνσταντίνου.

Η μικρή σχετικά εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ασπροβαμμένη εξωτερικά, βρίσκεται στη χαμηλότερη  σε σχέση με τους τάφους πεζούλα,  έχοντας το νεκροταφείο πίσω και ψηλότερα από τον βορεινό τοίχο της.  Ένα χαμηλό καμπαναριό είναι χτισμένο στη ΝΑ εξωτερική γωνία του ναού.




Νόμια Λακωνίας, 18.8.2002. παλιός ναός αγ. Κωνσταντίνου, εσωτερικό.

Μπήκαμε στην εκκλησία από τη δυτική είσοδο  στο μονόχωρο, στενόμακρο, κάτασπρο  εσωτερικό με την καμαρωτή οροφή, που μου φάνηκε όμοιο και μάλλον συνομήλικο με τον άη-Δημήτρη της Αγγελώνας. Το δάπεδο στρωμένο με παλιού τύπου, χοντρά, ασπρόμαυρα πλακάκια με κυβοειδή σχέδια,  σκοτεινιάζει  κάπως  το χώρο, τον οποίο όμως φωτίζει, εκτός από τον παλιό, μπρούτζινο πολυέλαιο  και τους λευκούς τοίχους, το γαλάζιο χρώμα του τέμπλου και των βαθμίδων που, μαζί με αυτό, διαχωρίζουν το υπερυψωμένο ιερό από τον υπόλοιπο ναό.
Εμπρός από το βόρειο τοίχο  στέκεται ένα ψηλό, πυργωτό ξυλόγλυπτο στασίδι που φέρει την προσκυνηματική εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με ένα μπρούτζινο μανουάλι εμπρός της για να τοποθετούν και να ανάβουν τα κεριά οι πιστοί. Δίπλα από αυτήν, στραμμένο προς τη δυτική είσοδο, ένα μικρότερο, απλό στασίδι με μια μικρότερη εικόνα των αγίων, υποδέχεται τους εκκλησιαζόμενους.

 Νόμια Λακωνίας, 18.8.2002. παλιός ναός αγ. Κωνσταντίνου, εσωτερικό. Η επίστεψη του τέμπλου.

Στο σανιδένιο, με λίγα ένθετα ή διάτρητα ξυλόγλυπτα στολίδια τέμπλο, λόγω στενότητας είναι αναρτημένες μόνο  οι δεσποτικές εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και του άη-Γιάννη, μέσα σε γαλάζιο φόντο ένθεν και ένθεν της Ωραίας Πύλης, ενώ μένει λίγος χώρος και για την πλαϊνή, βόρεια  θύρα, που αντί για το θυρόφυλλο με τον αρχάγγελο Μιχαήλ καλύπτεται, όπως και η ωραία πύλη,  από μια λευκή κεντημένη κουρτίνα, έργο και αφιέρωμα κάποιας πιστής, προφανώς. Λύσεις θαυμαστές, που επινοεί η λαϊκή εφευρετικότητα και ευλάβεια για να καλύπτει τις ελλείψεις της  πολυτέλειας με καλλιτεχνική μάλιστα επιδεξιότητα. Η αφιερωματική εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που τυπικά μπαίνει στο τέμπλο, κρέμεται, λόγω αυτής της στενότητας πάνω στο βόρειο τοίχο, στη ΒΑ γωνία, όπως είχαμε δει και στον άη-Δημήτρη της Αγγελώνας και αλλού. 



 Νόμια Λακωνίας, 18.8.2002. παλιός ναός αγ. Κωνσταντίνου, εσωτερικό, οι ΝΑ και ΒΑ γωνίες.

 Στο  πάνω μέρος του τέμπλου είναι αναρτημένες μερικές εικόνες του Δωδεκάορτου, μικρότερες από τις δεσποτικές και  σε πιο σκούρο, καφετί φόντο. Η έκπληξη με περίμενε στην κορυφή του τέμπλου: ένθεν και ένθεν του σταυρού που μπαίνει τυπικά ωσάν να δεσπόζει σε όλους τους ναούς, αντί για τους δράκοντες που τον πλαισιώνουν κανονικά στη βάση του, έβλεπα δύο ξύλινες, κατακόκκινες καρδιές.
Το σχήμα τους του οποίου η απόληξή παραπέμπει σε ουρά, ενώ η εσοχή στο πάνω  μέρος σε ανοιχτό στόμα, δεν μου άφηνε αμφιβολία ότι οι κόκκινες αυτές καρδιές είναι μετασχηματισμός αυτών των χθόνιων συμβολικά,   φοβερών δρακόντων, πλην τρυφερά, κατά τα φαινόμενα, που απομυθοποιώντας τους από τον  αρχικό συμβολισμό, τους εντάσσουν σε άλλη συμβολική αφήγηση που εμπεριέχει σίγουρα την αγάπη, λόγω του συμβολισμού της κόκκινης καρδιάς, και η οποία αφήγηση παραμένει ωστόσο ιερή, καθώς οι δύο καρδιές βρίσκονται ένθεν και ένθεν του Σταυρού, στην κορυφή του τέμπλου, μέσα σε ναό. Αναρωτιόμουν ποια χέρια και γιατί να έκαναν εδώ αυτό τον «αγαπησιάρικο» μετασχηματισμό των δρακόντων, διαπιστώνοντας για μια φορά ακόμα την μεταβλητότητα των συμβόλων, χωρίς ωστόσο, μετασχηματιζόμενα,  να αποβάλλουν τον αφηγηματικό-μυθικό πυρήνα τους.
Στη βάση του τέμπλου, πάνω στα σκαλοπάτια,  ήταν τοποθετημένες και άλλες εικόνες των αγίων Κ+Ε, εωώ μια εικόνα της αγίας Τριάδας τοποθετημένη δίπλα σε μια από αυτές, παρέπεμπε και πάλι, κατ’ εμέ,  σε «διοσκουρικό» συμβολισμό.
Κατεβήκαμε πίσω στο χωριό, αποχαιρετίσαμε τον συμπαθέστατο οδηγό και ξεναγό μας και συνεχίσαμε νότια το δρόμο μας.
Το οδικό δίκτυο που ακολουθούσαμε μας οδηγούσε σε κυκλικές διαδρομές που συνδέουν κάποια απομονωμένα χωριά που βρίσκονται χωμένα ή σκαρφαλωμένα στις αυχμηρές, πετρώδεις απολήξεις του Πάρνωνα κατά μήκος του ακρωτήριου Μαλέας, έτσι που τη μια στιγμή αντικρίζαμε το Μυρτώο πέλαγος και την άλλη το Λακωνικό Κόλπο, μέσα στο υπέροχο, ορεινό περιβάλλον.

Λιρά
Στο χωριό Λιρά βρήκαμε την εκκλησία ανοιχτή ακόμα, μετά την πρωινή λειτουργία, και μπήκαμε μέσα. Είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση  αλλά  την προσοχή  μας τράβηξε η δεσποτική εικόνα της Παναγίας βρεφοκρατούσας στο τέμπλο, εδώ ως  «Γαλακτοτροφούσας», να θηλάζει από τον μικρό Χριστό, αναπαράσταση  σπάνια για αυτή την εικόνα σε τέμπλο.
                               
Λιρά Λακωνίας  18.8.2002. ενοριακός ναός Κοίμησης. Η δεσποτική εικόνα της Παναγίας ως «γαλακτοτροφούσας» πάνω στο τέμπλο.

Οι εικόνες και ο τρόπος που ήταν τοποθετημένες πάνω στο τέμπλο και στους τοίχους, δήλωνε ότι προερχόντουσαν από άλλον, μεγαλύτερο και παλιότερο, ίσως, ναό. Όπως παραδείγματος χαρη δύο με τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ πάνω σε  παλιότερα βημόθυρα που το τωρινό τέμπλο δεν έχει, και που τώρα ήταν αναρτημένες ένθεν και ένθεν του τέμπλου πάνω στους βόρειο και νότιο τοίχο.

Ελληνικό
Καθώς δεν είχαμε κάτι άλλο που να αφορά την έρευνα στα Λιρά, συνεχίσαμε προς το χωριό Ελληνικό, όπου είχα πληροφορία για ξωκλήσι του «Αγιοκωσταντίνου».
Το όνομα και μόνο του χωριού (αν βεβαίως ήταν ανέκαθεν αυτό το όνομά του και δεν είχε πρόσφατα «ελληνοποιηθεί»)   θα το καθιστούσε «ύποπτο» ως προς την ερευνητική μου υπόθεση, γιατί σύμφωνα με τον ιστορικό της Ύστερης Αρχαιότητας [2] Brown, δήλωνε όχι εθνοτική αλλά θρησκευτική ταυτότητα των κατοίκων, ότι δηλαδή είναι πιστοί στην αρχαία και όχι στη χριστιανική θρησκεία.
Φτάσαμε στο όμορφο, ορεινό αυτό χωριό, σκαρφαλωμένο κλιμακωτά στο κέντρο περίπου της δυτικής πλαγιάς της νότιας προέκτασης του Πάρνωνα, που δημιουργεί το ακρωτήριο Μαλέας. Ο ιερέας, που ευτυχώς τον βρήκαμε στο χωριό, αφενός μας πληροφόρησε ότι το όνομα «Ελληνικό» του χωριού είναι μετωνομασία από το παλιό όνομα που  ήταν  «Κουλέντια», οπότε διέγραψα την  παραπάνω «υποψία» μου, αφετέρου προθυμοποιήθηκε να μας οδηγήσει ο ίδιος στο ξωκλήσι του άγιου Κωνσταντίνου [και Ελένης].





 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002. Ανηφορίζοντας μέσα από τα παλιά σιταροχώραφασ προς το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου .

Βγήκαμε από το χωριό και μετά από λίγο ανηφορίζαμε σε ένα στριφογυριστό χωματόδρομο, προς τα ΒΑ, ανάμεσα σε πετρώδεις πλαγιές. Συναντήσαμε και διασχίσαμε μια αρκετά εκτεταμένη «λάκα» της οποίας το χρυσαφένιο χρώμα όσο και οι πετροχτισμένες πεζούλες πάνω στις  πλαγιές, δήλωναν καλλιέργεια δημητριακών, κάτι που επιβεβαίωσε ο παπάς. Χμ, τα «σημάδια» φάνηκαν, συλλογιζόμουν εγώ, άρα ο «Αγιοκωσταντίνος» δεν θα είναι μακριά από εδώ.   Μπροστά μας, ανατολικά, υψωνόταν μια απόκρημνη, βραχώδης, επιμήκης  βουνοκορφή που άγγιζε τα βαριά, μολυβένια σύννεφα με τρόπο που να μην ξεχωρίζουμε πού τελείωνε η κορυφή και που άρχιζε ο  ουρανός. Ωστόσο στο δεξιό άκρο αυτής της βουνοκορφής διέκρινα πάνω στα γυμνά σχεδόν από βλάστηση  αυτά βράχια τον όγκο ενός κτίσματος και ενός καμπαναριού που το προσδιόριζε ως ναό –και ήμουν σίγουρη ποιον. «Να τος ο άγιος Κωνσταντίνος!», είπε ο παπάς, επιβεβαιώνοντας τη σκέψη μου



 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002. Πλησιάζοντας προς το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου που σημειώνεται με βέλος στο άκρο δεξιά.

Θωρώντας το ιερό κτίσμα πάνω σε αυτά τα  «ανεμοδαρμένα ύψη» μού ήρθε στο νου η προσωνυμία «ορεία» που αποδίδεται, μεταξύ των άλλων, στην μεγάλη Μητέρα και τα πάμπολλα «ιερά κορυφής» που της έχουν αφιερώσει διαχρονικά οι πιστοί, γιατί ο σιταρότοπος που είχαμε μόλις διασχίσει, δήλωνε για μιαν ακόμα φορά σε ποιαν ιερή μορφή  ήταν επί της ουσίας αφιερωμένος ο «κατά κορυφήν» αυτός ναός όσο και αν ονοματίζεται του «Αγίου Κωνσταντίνου» [και Ελένης, βεβαίως, άρρητα]. 
Καθώς ανηφορίζοντας πλησιάζαμε το  ιερό κτίσμα –με το αυτοκίνητο πάντα, καθώς ο κακοτράχαλος δρόμος οδηγούσε εκεί– διαπίστωσα  από τις διπλές, καμπύλες  στέγες του που διαγράφονταν στον ουρανό με το καμπαναριό ανάμεσά τους στη δυτική πλευρά, ότι το κτίσμα δεν ήταν ένα αλλά δύο, δίπλα-δίπλα, ωσάν δίδυμα εκκλησάκια. «Δύο εκκλησίες είναι;» ρώτησα τον παπά. «Ναι», μου απάντησε, «παλιά ήταν ο ένας αφιερωμένος στην αγία Ελένη και ο άλλος στον άγιο Κωνσταντίνο, χωριστά, αλλά με τα χρόνια ατόνησε η χωριστή λατρεία προς την αγία Ελένη, ο ναός της δεν λειτουργούνταν, αφού γιορτάζουν μαζί, και έτσι ο μεν βόρειος ναός  έγινε κοινός του αγίου Κωνσταντίνου και της αγίας Ελένης μαζί ο δε νότιος αφιερώθηκε στον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό».
 Η απάντηση/αφήγηση  του παπά περιέγραφε για μένα συνοπτικά  την ιστορία όλων των ναών των αφιερωμένων αποκλειστικά στην «Αγιαλένη» που αφορούν την ερευνητική μου υπόθεση: την πρωταρχική τους ίδρυση σε σιταρότοπους ή υγρότοπους και την αφιέρωσή τους στην προχριστιανική «Αγιαλένη» ως όψη της μεγάλης Μητέρας, την εξαφάνισή τους συντωχρόνω με αποτέλεσμα να παραμένει αλλού μόνο το τοπωνύμιο «Αγιαλένη» και αλλού   την  επαν-οικοδόμηση ή εξέλιξή τους σε χριστιανικούς ναούς «του αγίου Κωνσταντίνου» –και της αγίας Ελένης βεβαίως. Συλλογιζόμουν και πάλι  το πώς αυτή η θρησκευτική εξέλιξη και αλλαγή είναι και ωσάν ένα είδος ιερής, ειρωνικής εκδίκησης (πέρα από το ότι μπορεί και να είναι κατασκευασμένη «άνωθεν», από την Εκκλησία), δηλαδή το να διασώζεται η «πότνια σίτου», προχριστιανική   Αγιαλένη  μέσα από τη μορφή τής εκ των ιδρυτικών μορφών του Χριστιανισμού, Ισαποστόλου και «αγίας» Ελένης! Αναρωτιόμουν αν θα βρίσκαμε στη συνέχεια και οικοδομικά ίσως σημάδια προ-ύπαρξης και αρχαίου ιερού επιτόπου, που να τεκμηριώνουν αυτές τις αλλαγές στην αφιέρωση του διπλού ναού.



 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου, δυτική όψη και προαύλιο.


Εντωμεταξύ «ξεπεζέψαμε» στον τσιμεντοστρωμένο περίβολο του «δίδυμου» ναού και βρεθήκαμε… στον ουρανό! Τυλιγμένοι μέσα στα  σύννεφα στην ιερή  αυτή κορυφή, αντικρίζαμε ένα συγκλονιστικό θέαμα απίστευτης ομορφιάς και ψυχικής ανάτασης: τριγύρω μας μια πανοραμική θέα των βουνοκορφών του Μαλέα ενώ πέρα χαμηλά, στην ανατολή, άστραφτε η γκρίζα, λόγω συννεφιάς, ρυτιδιασμένη επιφάνεια του Μυρτώου Πελάγους  μέχρι σχεδόν τον Αργολικό κόλπο, στα βόρεια.




 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου, ανατολική όψη με τις  δύο κόγχες των δίδυμων ιερών των δύο ναών.



 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου,Δίλοβο παράθυρο των αψίδων του ιερού

Ο διπλός ναός, ιδρυμένος πάνω στο ανατολικό άκρο ενός πλατώματος της κορυφής, μας έδειχνε τη δυτική του πλευρά με ένα απλόχωρο, περιφραγμένο με σύρμα και κάγκελα  προαύλιο εμπρός της. Στο σημείο όπου ενώνονται οι δύο στέγες προεξέχει ένα κοινό,  δίλοβο καμπαναριό. Τα σιδερένια δοκάρια μιας γυμνής πέργκολας που καλύπτουν το προαύλιο δήλωναν ότι χρησιμεύουν για να στερεώνονται σκιερές τέντες για το πανηγύρι.  Μια βαμμένη σε έντονο μπλε χρώμα, μεγάλη δεξαμενή νερού (για τις ανάγκες του πανηγυριού, όπως μας πληροφόρησε ο παπάς) είναι ακουμπημένη στο κέντρο τού, εξωτερικά ενιαίου, δυτικού τοίχου του διπλού ναού, προφανώς για να τροφοδοτείται με βρόχινο νερό από τις δύο κεραμοσκεπείς, καμαρωτές σαν ζεύγος φρυδιών,  στέγες του. Η δεξαμενή αναγκαία μεν, αλλά σε δυσαρμονία με το κτίσμα του ναού και το όλο ιερό περιβάλλον. Δύο καμαρωτά θυρανοίγματα-είσοδοι  πάνω σε αυτό τον δυτικό τοίχο κλεισμένα με καγκελόπορτες, δηλώνουν και την ξεχωριστή συμβολική υπόσταση και αφιέρωση των επιμέρους δύο τμημάτων του ναού. Το πέτρινο, καμαρωτό  πλαίσιό τους, φέρει μια τραπεζοειδή προεξοχή στην κορυφή κάθε καμάρας με έναν ανάγλυφο σταυρό, ενώ λίγο ψηλότερα από κάθε πόρτα  ανοίγονται πάνω στον τοίχο  δύο μικροί, στρογγυλοί φεγγίτες.
Αν και το  άβαφο κονίαμα που τον καλύπτει δεν μου επέτρεπε να ανιχνεύσω πιθανά, παλιότερα ή αρχαία, οικοδομικά πέτρινα ή μαρμάρινα υλικά σε επανάχρηση στην τοιχοδομή του, ωστόσο δύο επιμήκη πέτρινα, με κλιμακωτές γλυφές –επίτηδες εμφανή και προεξέχοντα μέσα από τον σοβά–  οικοδομικά μέλη, εντοιχισμένα ανάμεσα στους φεγγίτες και στα θυρανοίγματα, άρχισαν να με υποψιάζουν για την παρουσία τέτοιων στοιχείων στο ναό.



 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου, εσωτερικό. Η διπλή καμάρα που χωρίζει κατά μήκος τους δύο «δίδυμους» ναούς.

Ο ιερέας μας άνοιξε την πόρτα  και μπήκαμε. Οι δύο ναοί εσωτερικά χωρίζονται –και ταυτόχρονα ενώνονται– από μια διπλή, παχύτατη και χαμηλή καμάρα  που στηρίζεται σε έναν ανάλογου πάχους πεσσό[3]. Επικέντρωσα την προσοχή μου στην παρατήρηση πρώτα του νότιου τμήματος του ναού, το αφιερωμένο παλιότερα (σύμφωνα με τη μαρτυρία του παπά, ωστόσο πότε; αναρωτιόμουν) στην αγία Ελένη/Αγιαλένη και πλέον στους δύο χριστιανικούς αγίους, Κωνσταντίνο και Ελένη, ομού. Οι αλλεπάλληλες στρώσεις ασβεστωμάτων που καλύπτουν το  λευκό, χτιστό τέμπλο, δεν καταφέρνουν να κρύψουν τους πέτρινους κίονες που στηρίζουν και ορίζουν τα τμήματά του και τα επίπεδα ανάγλυφα κομμάτια της επίστεψής του.  



    Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου, το βόρειο τμήμα, αφιερωμένο πριν στην αγία Ελένη και τώρα  στον άγιο άγιο  Κοσμά τον Αιτωλό,  με το πέτρινο τέμπλο. Δεξιά μέρος τη; διπλής καμάρας που οδηγεί στο νότιο παρεκκλήσι 

Αναρωτιόμουν, όσο μπορούσα να κρίνω, αν είχαν προέλευση από παλιότερη οικοδομική χρήση, αλλά οι στρώσεις του ασβέστη δεν το επέτρεπαν.





 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου. Το νότιο παρεκκλήσι αφιερωμένο στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Το πέτρινο, ασβεστωμένο τέμπλο 





 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου. Το νότιο παρεκκλήσι αφιερωμένο στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.  Αριστερά η καμάρα  που το χωρίζει από το βόρειο παρεκκλήσι.




 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου. Η ΝΑ γωνία του  νότιου παρεκκλησιού.  αφιερωμένου στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, όπου και με εικόνες των αγίων.

 Οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου είναι καινούργιες, αφιερωμένες από πιστούς, με βάση κάποιες  επιγραφές πάνω τους, με την αφιερωματική των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης τοποθετημένη πάνω στα σκαλοπάτια της βάσης του, κάτω από την εικόνα της βρεφοκρατούσας Παναγίας, με μεταλλικά τάματα με ανάγλυφες ανδρικές φιγούρες, ένα μάτι και κάτι άλλο δυσδιάκριτο, να κρέμονται στο πάνω μέρος της. Μία ακόμα  μεγάλη εικόνα των δύο αγίων κρέμεται δίπλα στο τέμπλο, πάνω στο νότιο τοίχο και άλλη μία προσκυνηματική πάνω σε στασίδι, καθώς και μερικές ακόμα μικρότερες, διάσπαρτες.


  Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου. Το νότιο παρεκκλήσι.  Προσκυνηματική εικόνα των αγίων Κ+Ε. Πίσω ο άγιος Νικόλαος.

Πέρασα στο βόρειο τμήμα του διπλού ναού, αφιερωμένο σήμερα στον Κοσμά τον Αιτωλό. Η κάπως υποβαθμισμένη εδώ λατρεία έναντι του άλλου τμήματος του ναού, του αφιερωμένου στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, φάνηκε στο τέμπλο, που δεν έχει δεχτεί –ευτυχώς από μιαν άλλη άποψη- αλλεπάλληλα ασβεστώματα, οπότε είναι εμφανές το πέτρωμα που έχει σκαλιστεί για να χτιστεί, ένα είδος πωρόλιθου, απ’ όσο μπορούσα να κρίνω.

 Έτσι κατάλαβα ότι οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν στα τέμπλα δεν είναι σε δεύτερη οικοδομική χρήση αλλά φαίνεται ότι πελεκήθηκαν με τέχνη εξαρχής για αυτόν  εδώ το ναό, -και για τα δύο τμήματά του.  Οι δεσποτικές εικόνες πάνω στο τέμπλο καινούργιες και εδώ, πλην με τις ιερές μορφές που απεικονίζουν ολόσωμες, σε όρθια στάση και με την αφιερωματική του αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Στη βάση του τέμπλου, δεξιά της ωραίας πύλης, μια μικρή εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης συνδυασμένη με μία των ως «δίδυμων» αγίων Αναργύρων, ήταν  για μένα  ένα ακόμα στοιχείο που δήλωνε το μύθο της Ελένης/Αγιαλένης και εδώ.

[Σημείωση:  Ο Λάκωνας φίλος Νίκος Μπαριάμης  σε πρόσφατο, στις  3/12.2017 ,σχόλιό του στο fb με πληροφόρησε το εξής:

"Ενα απο τα αγαπημένα χοροτραγουδα στα Κουλέντια (νυν Ελληνικο):

"Κάτου στον Άγιο Θόδωρα, στον Αγιο Κωσταντίνο -μα τι καημός 'ταν 'κείνος.
Συνάζοντ' οι Αυγερινοί να χτίσουν μοναστήρι -γλυκύτατό μ' αχείλι.

Απ' τ' Όρος φέρνουν το νερό κι απ' την Οξιά το χώμα -γλυκύτατο μου στόμα
Κι απ' την Κωσταντινούπολη φέρνουν τα κεραμίδια -μαυρα γλαρά μ' αφρύδια..." "

Ο αρχικός στίχος αυτού του τραγουδιού συναντάται και σε άλλα χορευτικά τραγούδια που επιτελούνται σε  μεγάλα πανηγύρια και γιορτές στις κρίσιμες καμπές του κύκλου του χρόνου και της βλάστησης, και μας πληροφορεί και για τη σπουδαιότητα του πανηγυριού και εδώ.  Οι επόμενοι στίχοι  είναι φανερό ότι δηλώνουν τη μεγάλη σημασία του ιερού, αφού τα υλικά για το χτίσιμο του ναού μεταφέρθηκαν από άλλους ξακουστούς ιερούς τόπους]. 




  Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου, βόρειο  παρεκκλήσι, αφιερωμένο αρχικά στην αγία Ελένη. Αρχαία, πέτρινα  οικοδομικά μέλη στη Βάση του τέμπλου (πάνω)  και στην δυτική πόρτα εξόδου (κάτω).

Κάποια σκόρπια πέτρινα αρχιτεκτονικά μέλη στη βάση του τέμπλου και αλλού με έκαναν να αναρωτηθώ  και πάλι αν εδώ προϋπήρχε κάποιο ιερό και ρώτησα σχετικά τον ιερέα. Η απάντησή του (βλ. και την απομαγνητοφωνημένη συνομιλία μας στην υποσημείωση[4])  δικαίωσε τις υποψίες μου, καθώς μου είπε ότι υπάρχει παράδοση πως εδώ υπήρχε κάποιο πολύ παλαιό, μυκηναϊκό ισχυρό φρούριο  ή κάστρο-μονάστηρο, ελάχιστα ίχνη του ισχυρού (κατά τον παπά) τείχους του οποίου σώζονται περιμετρικά του περίβολου καθώς και ένα κτίσμα-ασκηταριό. Επίσης  πως υπάρχει θαμμένο χρυσάφι και μάλιστα ότι ήταν κρυμμένο και μέσα στην κάπως ανθρωπόμορφη, γλυπτή αρχαία πέτρα που  βλέπαμε  μέσα στο ναό  και ότι κάποιοι Άγγλοι «λόρδοι» έχουν ερευνήσει αρχαιολογικά το χώρο.  Εντωμεταξύ εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στην εκκλησία και ένας άλλος άντρας, «επίτροπος», όπως συστήθηκε, του ενοριακού ναού των Εισοδίων στο χωριό, λέγοντας ότι είχε ανέβει στο βουνό να ποτίσει τα γίδια του, είδε το αυτοκίνητο απέξω και ήρθε να δει τι συμβαίνει. Η ιδιότητά του ωστόσο, με υποψίασε ότι μάλλον θα είχε ειδοποιηθεί από  κάποιους στο χωριό για την παρουσία μας εκεί και ήρθε, όχι τυχαία. Η άφιξή  του ωστόσο ήταν πολύτιμη, για μένα, γιατί μας επέτρεψε όχι μόνο να διασταυρώσουμε αλλά και να εμπλουτίσουμε όσα μαθαίναμε από τον ιερέα.




    
Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου. Πάνω και κάτω: ίχνη παλιότερων   κτισμάτων στο νότιο  περίβολο.

Ο ίδιος μας επιβεβαίωσε την ύπαρξη παλαιού, ισχυρού τείχους στην περίμετρο του σημερινού περίβολου, χτισμένου με τεράστιες πέτρες, το οποίο  δυστυχώς, όπως είπε, χάλασαν από άγνοια σιγά-σιγά οι χωριανοί για να πάρουν τις πέτρες να φτιάξουν μαντριά. «Σίγουρα ήταν κάποιο αρχαίο κάστρο εδώ πάνω», κατέληξε, «βρίσκουμε κι άλλες αρχαίες πέτρες εδώ τριγύρω αλλά πού να τα ξέρουμε εμείς αυτά, κι έτσι τα καταστρέψαμε!...» Μας είπε επίσης ότι πολύ κοντά στο ιερό υπάρχει η ανεμοδαρμένη τοποθεσία «Αλώνα», στην οποία υπάρχει πρόγραμμα να τοποθετηθούν αναμογεννήτριες. Εμένα ωστόσο το τοπωνύμιο μου επιβεβαίωσε την καλλιέργεια των σιτηρών κοντά στο διπλό αυτό ναό, οπότε είχα πλέον και τα τρία «σημάδια» της Ελένης /Αγιαλένης: ναό, αρχαιολογικό χώρο (βεβαιούμενο κατά παράδοση από τους ντόπιους, αν και δεν γνώριζα συγκεκριμένα πράγματα για αυτόν)  και σιτηρά.


 Ελληνικό Λακωνίας, 18.8.2002.  Ξωκλήσι αγίου Κωνσταντίνου. Ο χώρος και η  θέα  στα ανατολικά του ναού.

Μάθαμε επίσης ότι εδώ γίνεται μεγάλο πανηγύρι στις 21 Μαΐου, στη γιορτή των δύο Αγίων,  που συγκεντρώνει και σήμερα πολύ κόσμο από όλα τα γύρω χωριά, παλιότερα πολύ περισσότερο.
Βγήκαμε έξω από το ναό και οι ξεναγοί μας μάς έδειξαν κάποιες πέτρες που φαινόντουσαν δομημένες, απομεινάρια του αρχαίου τείχους, όπως μας είπαν, καθώς και ένα επίμηκες κτίσμα που δεν ξεχώριζε από τον βράχο που κατ’ αυτούς ήταν ένα είδος δεσμωτήριου ή ασκηταριό αλλά και τις γύρω πλαγιές όπου καλλιεργούνταν παλιότερα με δημητριακά. Ο «επίτροπος», ωσάν για να δείξει όψιμο ενδιαφέρον και φροντίδα για το ιερό κτίσμα μετά τα όσα είχαμε συζητήσει, προσπάθησε επίμονα να στερεώσει ένα κομμάτι πέτρας από το πλαίσιο της αριστερής θύρας του ναού, που προεξείχε,  έτοιμο να πέσει.
Φυσούσε τώρα ένας δυνατός αέρας στην ιερή αυτή κορυφή όπου στεκόμασταν, τα σύννεφα είχαν πυκνώσει και μελανιάσει περισσότερο, ενώ χοντρές, βαριές  σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Αν και δεν ήθελα να αποχωριστώ αυτό τον υποβλητικό ιερό τόπο, νιώθοντας ωσάν απογειωμένη πάνω σε αυτή την ανεμοδαρμένη κορυφή με το «διπλό» ναό της Ελένης/Αγιαλένης και του σύνευνού της, με προσγείωσε η προτροπή του ιερέα για αναχώρηση γιατί έπρεπε να επιστρέψει το δυνατόν γρήγορα στο σπίτι του, όπου είχε αφήσει σύξυλους κάτι φιλοξενούμενους, προκειμένου να μας συνοδεύσει.
Φύγαμε βιαστικά καθώς και η βροχή δυνάμωνε, αποχαιρετώντας και τον «επίτροπο» που πήγε στο μαντρί των γιδιών του, για να πάρει το αγροτικό του αυτοκίνητο.
Φτάσαμε πάλι στο Ελληνικό και ο ιερέας μας άνοιξε τον ενοριακό ναό των Εισοδίων, να τον δούμε. Εγώ σκεφτόμουν, συνδυαστικά με την «πότνια σίτου» Ελένη/Αγιαλένη του βουνού και τη "λάκα" με τα σιτηρά, ότι ο ναός είναι αφιερωμένος στην Παναγία την αποκαλούμενη «Μεσοσπορίτισσα», σε μια ανάλογη συμβολικά μητρική ιερή μορφή, δηλαδή.  
Απέξω,  στη μικρή πλατεία βόρεια του ναού, κάτι νεαροί μάζευαν καρέκλες και τραπέζια  από το γλέντι της προηγούμενης βραδιάς, που είχε οργανώσει ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού. Η δουλειά γινόταν υπό τον εκκωφαντικό ήχο καψουρο-τράγουδων  και ο παπάς, ενοχλημένος, μας είπε ότι υπάρχει διαμάχη ανάμεσα στον ίδιο και στο Σύλλογο για να τους παραχωρήσει τη μικρή αυτή πλατεία, ως ιδιοκτησία του. Ο ίδιος αρνείται να το κάνει, μας εξήγησε, αφενός γιατί έτσι κι αλλιώς τους την παραχωρεί για να  διοργανώνουν εκεί τα γλέντια τους παρόλο που διαφωνεί με το είδος της μουσικής που ακούνε και τον θόρυβο αλλά και γιατί η εκκλησία έχει ήδη παραχωρήσει και τον τόπο όπου ανοίχτηκε ο μοναδικός αμαξιτός δρόμος στο αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό. Μέσα στο νεοκλασικού στυλ ναό, είδαμε δύο εικόνες της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, η μία ως δεσποτική πάνω στο τέμπλο, η άλλη κινητή, «ασημοντυμένη».


     Ελληνικό Λακωνίας, 18/8/2002. Ενοριακός ναός Εισοδίων της Θεοτόκου. Εικόνες της «Παναγίας Γαλακτοτροφούσας».

Καθώς τέτοια εικόνα της Παναγίας είχαμε δει προηγουμένως και στο χωριό Λιρά, σκέφτηκα ότι η προτίμηση σε αυτή την απεικόνιση της στην περιοχή, ως «Γαλακτοτροφούσας» που δεν συναντάται συχνά, καθώς σκοντάφτει κάπως στην άποψη  της χριστιανικής θρησκείας για την αποκάλυψη μελών του γυναικείου σώματος, όπως το στήθος, όσο κι αν γίνεται για να τραφεί το θείο βρέφος, ίσως να δηλώνει κάποια έμφαση που αποδίδουν οι ντόπιοι στην ιερή  Μητέρα ως τροφό, όπως είναι και η τροφοδοτούσα με σιτηρά «πότνια σίτου» και μητρική Ελένη/Αγιαλένη. Ο παπάς μας έδειξε πάνω στο περβάζι ενός από τα παράθυρα  του νότιου τοίχου μια τετράγωνη πέτρα με ανάγλυφο σταυρό και ρόδακες ανάμεσα στις κεραίες του, την οποία έχει μεταφέρει εδώ από τον άγιο Κωνσταντίνο του βουνού, για να την προστατεύσει, όπως είπε.


 Ελληνικό Λακωνίας, 18/8/2002. Ενοριακός ναός Εισοδίων της Θεοτόκου. Εικόνες της «Παναγίας Γαλακτοτροφούσας». Πέτρα με ανάγλυφο σταυρό και ρόδακες μεταφερμένη εδώ από το διπλό ναό του «αγίου Κωνσταντίνου» πάνω στο βουνό.

Παρόλο που βιαζόταν, μας κέρασε αναψυκτικά στο καφενείο  και μετά τον αποχαιρετίσαμε  με πολλές ευχαριστίες και χωρίσαμε, εκείνος για το σπίτι. Εμείς, ενώ η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει, ευτυχώς σιγανή, ποτιστική, ξεκινήσαμε για το χωριό με το  ενδιαφέρον, πλην περίεργο για όνομα  χωριού, το ιερό  όνομα «Παντάνασσα» και μάλιστα γειτονικό με το διπλό ξωκλήσι της Ελένης/Αγιαλένης που είχαμε επισκεφθεί πριν λίγο.

Παντάνασσα
Οδηγώντας προσπαθούσα, όσο μου επέτρεπαν οι συνεχείς  στροφές του δρόμου και η ασφάλεια της οδήγησης, να εντοπίσω αυτή την ιερή κορυφή της «Ελένης» αλλά δεν τα κατάφερα, καθώς ήταν φαίνεται κρυμμένη πίσω από τις βουνοκορφές. Στο νεότερο, όπως μάθαμε μετά, χωριό «Παντάνασσα» βρήκαμε μετά από τη συνήθη, σχετική ταλαιπωρία τον επίτροπο της εκκλησίας.




 Ο βυζαντινός ναός της Παντάνασσας, αφιερωμένος στην Κοίμηση, στο παλιό, ερημωμένο  χωριό Παντάνασσα Λακωνίας 18.8.2002.

Μας συνόδευσε στο ομώνυμο παλιότερο, εγκαταλελειμμένο σήμερα, χωριό όπου βρίσκεται η παμπάλαια, πεντάτρουλλη εκκλησία της Παναγίας "Παντάνασσας" (βασίλισσα των πάντων), που ονοματίζει τόσο το παλιό όσο και το νεότερο χωριό, κοιμητηριακή σήμερα και των δύο χωριών. Το να διατηρούν οι κάτοικοι του νέου χωριού εδώ ακόμα το νεκροταφείο με εντυπωσίασε, καθώς το παλιό χωριό είναι σε αρκετά μεγάλη απόσταση και σε ψηλότερο υψόμετρο από το νέο χωριό, ενώ δεν σώζεται σχεδόν τίποτα από τα  σπίτια του παλιού. Κατεβήκαμε στον ανοιχτό, έρημο  χώρο εμπρός από το δυτική είσοδο του ναού, όπου όπως μας πληροφόρησε ο επίτροπος ήταν πριν το κέντρο του παλιού χωριού και θαυμάσαμε από εκεί μια πανοραμική θέα σε όλο το νότιο τμήμα του ακρωτήριου Μαλέας.
 Ο ναός βυζαντινός, ογκώδης, υποβλητικός, πλην με τους τοίχους του καλυμμένους με ασβέστωμα που κρύβει τη λιθοδομή του και με δύο χοντρές χτιστές αντηρίδες να στηρίζουν εξωτερικά το νότιο  τοίχο του, είναι δισυπόστατος, αφιερωμένος στην Κοίμηση και στον άγιο Αθανάσιο. Οι άβαφες, κεραμοσκεπείς σκεπές του ωστόσο φανερώνουν εξωτερικά τον «σταυροειδή μετά τρούλου» βυζαντινό ρυθμό του με τους μικρότερους τέσσερις τρούλους στις εσωτερικές γωνίες του σταυρού. Το νεκροταφείο κρύβεται πίσω από τον ανατολικό τοίχο του ναού, ενώ η αφιέρωση στην Κοίμηση όσο και στον χθόνιο, με νεκρικό συμβολισμό άγιο Αθανάσιο έδινε έντονο νεκρικό συμβολισμό στο χώρο για μένα που τον καθιστούσε υποβλητικό. Πολύ περισσότερο που ο επίτροπος μας είπε ότι η «Παντάνασσα» είναι πολύ σεβαστή σε όλη την ευρύτερη περιοχή και ότι θεωρείται θαυματουργή.




 Παλιό, ερημωμένο  χωριό Παντάνασσα Λακωνίας, 18.8.2002. Το ηρώο. Εμπρός κάτω βάση αρχαίου κίονα. Στο βάθος διακρίνεται το Μυρτώο Πέλαγος.



 Το παλιό, ερημωμένο  χωριό Παντάνασσα Λακωνίας 18.8.2002. Ερειπωμένος τοίχος στη θέση της αγοράς του παλιού χωριού και ο κεντρικός δρόμος του.

Λίγο πιο ‘κεί, στα νότια του ναού, μια μαρμάρινη, περιφραγμένη με χαμηλό κιγκλίδωμα στήλη, αποτελεί το «Ηρώο των πεσόντων» του παλιού και του νέου χωριού, ενισχύοντας αυτή την αίσθηση.  Η μαρμάρινη βάση ενός αρχαίου κίονα που βρίσκεται εκεί μπροστά στο Ηρώο με έκανε να αναρωτηθώ για την ύπαρξη κάποιου αρχαίου οικοδομήματος εδώ, ίσως και ιερού, αλλά ο επίτροπος δεν γνώριζε κάτι, αν και το ότι είναι τοποθετημένο σε αυτή τη θέση, δηλώνει ένα είδος σεβασμού, συνειδητού ή μη,  σε αυτό το αρχαίο μαρμάρινο κομμάτι.


 Παλιό, ερημωμένο  χωριό Παντάνασσα Λακωνίας 18.8.2002. Βυζαντινός ναός της Κοίμησης, εσωτερικό, το τέμπλο.

Ο ναός και εσωτερικά υποβλητικός, με τα πολλά τόξα και τους τρούλους της οροφής του βαμμένα γαλάζια. Οι ασβεστωμένοι τοίχοι δεν επιτρέπουν να αντιληφθεί κανείς αν ήταν και ιστορημένος με τοιχογραφίες. Το τέμπλο χτιστό, ασβεστωμένο και αυτό, διατηρεί μόνο στο πάνω μέρος του ένα ξυλόγλυπτο διάζωμα, βαμμένο πρασινωπό με χρυσαφιά ανάγλυφα φυτικά θέματα,  με ένθετες παλιές εικόνες του Δωδεκάορτου και άλλες, καθώς και τον κορυφαίο σταυρό με τους δύο δράκοντες ένθεν και ένθεν πάνω από την Ωραία πύλη. Οι δεσποτικές, η αφιερωματική της Κοίμησης  και άλλες εικόνες στο κατώτερο τμήμα του τέμπλου είναι νεότερες, διαφόρων μεγεθών, κρεμασμένες ακανόνιστα πάνω στο άσπρο ασβέστωμα, από τις οποίες δεν έλειπαν και αυτές των αγίων Δημητρίου και Γεωργίου, ως «διοσκουρικές», καθώς ήταν τοποθετημένες εραλδικά δίπλα από τη νότια και τη βόρεια θύρα προς το ιερό.   Το ασβεστωμένο αυτό τέμπλο και οι ανάκατες, νεότερες εικόνες πάνω του, συνδυαστικά με το ξυλόγλυπτο διάζωμα στο πάνω μέρος, δηλώνουν ότι το κάτω μέρος του πρέπει να έχει υποστεί κάποια ολική καταστροφή, από πυρκαγιά ίσως.


 Παλιό, ερημωμένο  χωριό Παντάνασσα Λακωνίας, 18.8.2002. Βυζαντινός ναός της Κοίμησης-Παντάνασσας. Δύο φωτογραφίες του τέμπλου συγκολλημένες, ώστε να φαίνεται η εραλδική, ως «διοσκουρική»  τοποθέτηση των εικόνων των αγίων Δημητρίου (άκρο αριστερά) και Γεωργίου (άκρο δεξιά) πάνω σε αυτό.

Αν και δεν έβλεπα εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, η τοποθέτηση  των δύο εικόνων των αγίου Γεωργίου και Δημητρίου ωσεί «διοσκουρικών» καθιστούσε για μένα έμμεσα αισθητή την παρουσία και της Ελένης/Αγιαλένης και εδώ.
Όταν βγήκαμε από το ναό, ο επίτροπος μας ξενάγησε στα ελάχιστα ερείπια, ένα-δυο τοίχους,  από την αγορά του παλιού χωριού και στον κεντρικό δρόμο του. Μου φάνηκε απίστευτο το πόσο λίγα σώζονται από το παλιό χωριό, παρόλο που χρησιμοποιείται  ακόμα τόσο η βυζαντινή εκκλησία όσο και το νεκροταφείο και ρώτησα σε τι οφείλεται η εγκατάλειψη του χωριού αλλά ο επίτροπος δεν γνώριζε, γιατί είχε γίνει πολλά χρόνια πριν, όπως είπε.

Ελίκα
Την Αγιαλένη την συναντήσαμε ωστόσο στον επόμενο σταθμό μας, στο γειτονικό χωριό Ελίκα που επισκεφθήκαμε στη συνέχεια, στον ενοριακό ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Ο ναός είναι τρίκλιτος και τρισυπόστατος, με το κεντρικό κλίτος αφιερωμένο στον άγιο Χαράλαμπο, το νότιο στον Ευαγγελισμό και το βόρειο στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.


   Ελίκα Λακωνίας, 18.8.2002. Ενοριακός ναός αγίου Χαραλάμπους. Πάνω το τέμπλο και κάτω το παρεκκλήσι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο βόρειο κλίτος του ναού.

Και εικονικά μου φάνηκε εδώ η Ελένη/Αγιαλένη παρούσα, καθώς απέναντι από τη μεγάλη τοιχογραφία της εικόνας των δύο αγίων στο βόρειο τοίχο  του ναού, έβλεπα απέναντί της πάνω στο νότιο τοίχο τα ως «δίδυμα» ιστορημένα ζεύγη των αγίων Γεωργίου και Δημητρίου και των αγίων Θεοδώρων. Επιπλέον αυτών μια ακόμα μεγάλη τοιχογραφημένη εικόνα των αγίων Κ+Ε πάνω σε ένα πεσσό του τέμπλου και μια μικρή, κινητή εικόνα τους πάνω στην  αγία τράπεζα του παρεκκλησιού του αφιερωμένου σε αυτούς. Ο ιερέας δεν είχε να μας δώσει βεβαίως άλλη εξήγηση για την έντονη παρουσία των αγίων Κ+Ε στο ναό, πέρα από το ότι είναι Ισαπόστολοι που καθιέρωσαν το Χριστιανισμό.

Δαιμονιά
Φεύγοντας από την Ελίκα συνεχίσαμε την πορεία μας  δεξιά, προς την  κατεύθυνση του λακωνικού κόλπου για να πάμε στο χωριό Δαιμονιά. Τόσο το όνομα του χωριού όσο και το ότι είχα πληροφορία ότι είχε ξωκλήσι του αγίου  Κωνσταντίνου μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο που μια γυναίκα που συναντήσαμε στο δρόμο φτάνοντας εκεί και της πιάσαμε κουβέντα σχετικά και με το όνομα του χωριού, μας είπε ότι το Δαιμονιά είναι παραφθορά του ονόματος Λεμονιά (!). Πληροφορία που για μένα σήμαινε ακριβώς ότι το όνομα είναι Δαιμονιά αλλά προτιμούν κατ’ ευφημισμό όσο και αποτροπαϊκά να θεωρούν ότι είναι το «Λεμονιά», άρα κάτι μη χριστιανικό να συνέδεε το χωριό με το όνομά του. Το όνομα  μου έφερνε στο νου και την κωμόπολη «Διαβολίτσι» στην Άνω Μεσσηνία, όπου είναι έντονη η παρουσία της «Αγιαλένης, όπως γνώριζα ήδη.  Ως προς το εκκλησάκι, παρεκκλήσι ή ξωκλήσι, του αγίου Κωνσταντίνου με απογοήτευσε, γιατί η ίδια δεν γνώριζε να υπάρχει τέτοιο στο χωριό. Μας μίλησε ωστόσο για μια μεγάλη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης  που είναι εντοιχισμένη εξωτερικά στον ενοριακό ναό, τον αφιερωμένο στην Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα, όπως μας είπε.  Μας συνόδευσε ως εκεί και είδαμε την μεγάλη εικόνα των δύο αγίων τοποθετημένη σε μια ειδική εσοχή στον πέτρινο τοίχο της  δυτικής πρόσοψης του ναού, δεξιά στον εισερχόμενο, μέσα σε ένα είδος βιτρίνας, καλυμμένη με τζάμι, ωσάν ένα είδος παρεκκλησιού. Αναρωτήθηκα αν αυτό εννοούσε ο παπάς που μου είχε στείλει την πληροφορία περί ύπαρξης παρεκκλησιού των δύο αγίων στο χωριό. Η γυναίκα μας είπε ότι την έχει αφιερώσει ένας χωριανός στη μνήμη της πεθαμένης γυναίκας του και ότι όσο ζούσε εκείνος δεν είχε αφήσει ούτε ένα βράδυ την εικόνα χωρίς αναμμένο καντήλι. Η εικόνα, παρόλη την έντονη παρουσία της, ως προσωπικό αφιέρωμα στη μνήμη θανούσας ονόματι Ελένης, δεν μου επέτρεπε να κάνω κάποιο τυχόν συνδυασμό της Αγιαλένης με το «δαιμονικό» όνομα του χωριού.
 Ο ίδιος ο ναός ήταν κλειδωμένος, ο παπάς απών, η ώρα σχεδόν τέσσερις και εμείς νηστικές και σε συνεχή μετακίνηση από το πρωί, οπότε είπα να κατεβούμε σε μια κοντινή παραλία όπου έχει εστιατόρια, μήπως βρίσκαμε κάτι για φαγητό. Ευτυχώς βρήκαμε εστιατόριο και ενώ η Αγγελική έκανε κατόπιν προτροπής μου μια αποχαιρετιστήρια –καθώς θα έφευγε το ίδιο  βράδυ για Αθήνα– βουτιά στο Λακωνικό κόλπο,  εγώ κάθισα κουρασμένη σε ένα τραπέζι κοντά στο κύμα και παράγγειλα κόκορα κοκκινιστό και πατάτες τηγανητές για να φάμε –αποχαιρετιστήριο από μένα γεύμα με την Αγγελική, επίσης.
Το φαγητό ήταν κατά κοινή μας ομολογία πεντανόστιμο και το απολαύσαμε δεόντως, νηστικές και κουρασμένες καθώς ήμασταν. Όταν άνοιξα το πορτοφόλι να πληρώσω, διαπίστωσα ότι μου έλειπαν χρήματα  και ευτυχώς όσα λίγα είχα ήταν αρκετά για να πληρώσω το γεύμα. Τότε συνειδητοποίησα ότι η κοπέλα στη ρεσεψιόν στο ξενοδοχείο στη Μονεμβασιά είχε κρατήσει το πρωί  το αντίτιμο για το δωμάτιο, παρόλο που το είχα προπληρώσει αποβραδίς, παίρνοντας έτσι τα διπλά, ενώ εγώ μέσα στη φούρια της αναχώρησης δεν το πρόσεξα! Μετά από όσα είχαν μεσολαβήσει όλο το πρωί, είχα την εντύπωση ότι είχαν περάσει μέρες αφότου φύγαμε από τη Μονεμβασιά και σκέφτηκα ότι ήταν χαμένα τα χρήματα, κάτι που δεν είχα την πολυτέλεια να μου συμβεί. Καταλαβαίνοντας όμως ότι ήταν το ίδιο εκείνο πρωί που είχαμε φύγει και έχοντας ευτυχώς κρατήσει την κάρτα του ξενοδοχείου, τηλεφώνησα και εξήγησα το πρόβλημα. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ήταν ευτυχώς η ίδια και διαπίστωσε στα βιβλία της το λάθος της –και δικό μου–  το οποίο  προς τιμήν της (ως γνωστόν «μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται»), το  παραδέχτηκε  και επανόρθωσε μετά από λίγες ημέρες βάζοντας τα επιπλέον εισπραχθέντα χρήματα στο λογαριασμό μου, στην τράπεζα.

Τάλαντα
Η ώρα προχωρούσε και εμείς δεν είχαμε καλύψει όλη την προγραμματισμένη περιήγηση, οπότε σαν αποφάγαμε ξεκινήσαμε για το χωριό Τάλαντα.


 Τάλαντα Λακωνίας, 18.8.2002. Εμπρός ο παλιός και πίσω του, στα δεξιά,  ο νεότερος ναός της Αγίας Τριάδας.

 Στο χωριό βρήκαμε δύο ναούς αφιερωμένους στην αγία Τριάδα, παλιότερο και νέο, να στέκουν δίπλα-δίπλα. Βλέποντας ότι χτίζοντας τον νέο ναό δεν γκρέμισαν τον παλιό, δεν  μπόρεσα να μη σκεφτώ με λύπη τους συγχωριανούς μου στο Νεοχώρι Ηλείας (το τότε εκκλησιαστικό συμβούλιο κυρίως) που πρώτη τους δουλειά ήταν να γκρεμίσουν τον παλιό, υπεραιωνόβιο πέτρινο ναό του αγίου Γεωργίου όταν έχτισαν τον καινούργιο, κηρύσσοντας τον παλιό σεισμόπληκτο, προκειμένου να πάρουν δάνειο για να χτίσουν αναψυκτήριο…! Βρήκαμε τον νεωκόρο και μας οδήγησε πρώτα στον νεότερο και μεγαλύτερο ναό, ένα χτίσμα σταυροειδές με εμφανείς και εξωτερικά τις κεραίες του σταυρού, με τρούλο.


  Τάλαντα Λακωνίας, 18.8.2002. Νεότερος ναός της Αγίας Τριάδας, εσωτερικό, ΝΑ γωνία. Αριστερά η εικόνα των αγίων Κ+Ε πάνω στο τέμπλο, συνδυασμένη με δύο εικόνες των ωσεί «δίδυμων»  καβαλάρηδων αγίων Γεωργίου και Δημητρίου πάνω στο νότιο τοίχο. 


Παρατηρώντας τις εικόνες στο εσωτερικό του ναού, αναρωτήθηκα και πάλι για την «ανάγνωση» από τους πιστούς της εικόνας της αγίας Τριάδας ωσάν να αναπαριστά δύο ωσεί «δίδυμες», «διοσκουρικές» ανδρικές μορφές και να τις συνδυάζουν με την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Έβλεπα δηλαδή μέσα σε ναό της αγίας Τριάδας  μια μεγάλη εικόνα των δύο αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης πάνω στο τέμπλο συνδυασμένη με τους δύο καβαλάρηδες αγίους Γεώργιο και Δημήτριο δίπλα-δίπλα πάνω στο νότιο τοίχο σε γωνία με αυτήν, όπως έχω περιγράψει και σε άλλους ναούς τόσες πολλές φορές και όχι μόνο στη Λακωνία.



   Τάλαντα Λακωνίας, 18.8.2002. Ο παλιός ναός της Αγίας Τριάδας, εσωτερικό. Αριστερά το τέμπλο και δεξιά η Ωραία πύλη με τον ύπτιο Χριστό στο υπέρθρο και την εικόνα των αγίων Κ+Ε κάτω από την εικόνα της Παναγίας.

Στον απέριττο, μονόχωρο παλιό ναό της αγίας Τριάδας με την καμαρωτή οροφή εσωτερικά που επισκεφτήκαμε στη συνέχεια, είδα μόνο μια μικρή εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη βάση του τέμπλου, κάτω από τη δεσποτική της Παναγίας. Πάνω από την  Ωραία Πύλη κρέμεται μια εικόνα του Χριστού ύπτιου, ωσάν νεκρού, και θυμήθηκα ότι το ίδιο είχα δει και στο παρεκκλήσι της ενοριακής εκκλησίας στο χωριό Λιρά.  Βγαίνοντας από το ναό, είδαμε ότι είχε αρχίσει σχεδόν να σουρουπώνει και αγχώθηκα γιατί αφενός δεν είχαμε ολοκληρώσει την επίσκεψη σε όλα τα προγραμματισμένα χωριά, αφετέρου έπρεπε να είμαστε το βράδυ στην απομακρυσμένη  Σπάρτη για να πάρει η Αγγελική το λεωφορείο για Αθήνα. Πρότεινα λοιπόν να ξεκινήσουμε αμέσως για τη Σπάρτη αλλά εκείνη επέμενε να συνεχίσουμε την περιήγησή μας αφού θα ήταν δύσκολο για μένα να επιστρέψω σε αυτή την περιοχή και να επισκεφθώ τα εναπομείναντα χωριά, λέγοντας ότι αν δεν προλάβαινε έστω το νυχτερινό λεωφορείο για Αθήνα, θα έπαιρνε το πρώτο πρωινό.

Φλόκα
Συνεχίσαμε λοιπόν το δρόμο μας κατευθυνόμενες λίγο προς τα βόρεια ώστε να προσεγγίζουμε το δυνατόν τη Σπάρτη.




 Φλόκα Λακωνίας, 18.8.2002. Το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου.

Στο Φλόκα, ένα συνοικισμό του χωριού Άγιος Δημήτριος, βρήκαμε τη νεωκόρα που φρόντιζε το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου η οποία μας εμπιστεύτηκε το κλειδί του για να πάμε μόνες μας να το δούμε, αφού μας έδωσε οδηγίες πώς να το βρούμε. Χτισμένο πάνω σε ένα λόφο λίγο πριν την είσοδο του συνοικισμού μέσα σε ένα περιποιημένο άλσος από πεύκα το ξωκλήσι, φαινόταν σχετικά καινούργιο.



 Φλόκα Λακωνίας, 18.8.2002. Το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου, εσωτερικό, ΒΑ γωνία.



  Φλόκα Λακωνίας, 18.8.2002. Το ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου. Εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο νότιο και δυτικό τοίχο. Κάτω μια από τις εικόνες, η φτιαγμένη με υφάσματα.

Στο απέριττο, καθαρό εσωτερικό του είδα δίπλα σχεδόν στην αφιερωματική εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης του τέμπλου μια εικόνα των «ως δίδυμων» αγίων Αποστόλων. Βγαίνοντας μεταξύ πολλών άλλων εικόνων των αγίων Κ+Ε , τράβηξε την προσοχή μου μια κάπως περίεργη εικόνα τους κρεμασμένη στ΄ αριστερά της δυτικής πόρτας εξόδου.  Η εικόνα έχει  ζωγραφισμένα μόνο το σταυρό, τα πρόσωπα και  τα χέρια των δύο αγίων ενώ τα σώματα και τα ρούχα τους σχηματοποιούνται ωσάν ανάγλυφα, με πολύχρωμα υφάσματα στολισμένα με πούλιες με τρόπο που έβλεπα πρώτη φορά.
Επιστρέψαμε για να παραδώσουμε το κλειδί στη νεωκόρα, που ζει μαζί με το γιο της σε ένα σπίτι απέναντι από το εκκλησάκι, πάνω από το δρόμο, στην είσοδο του χωριού, θέση που της επιτρέπει να εποπτεύει και  την κίνηση, όπως διαπιστώσαμε. Τη ρώτησα σχετικά με την εν λόγω εικόνα. «Παραείναι, καημένη,», μου είπε, «δεν μου αρέσει, πολύ φανταχτερή, δεν μοιάζει με εικόνα!». Πρόσθεσε ότι πρόσφατα είχαν φέρει να αφιερώσουν άλλη μία ίδια αλλά δεν την κρέμασε.  Πέραν αυτών, η λαλίστατη νεωκόρα μας είπε και πολλά άλλα, για το χωριό, τη ζωή της, το γάμο της και μαγνητοφωνήσαμε την αφήγησή της, την ευχαριστήσαμε και φύγαμε.

Βελλιές
 Το επόμενο κοντινό χωριό στο δρόμο μας που είχε ενδιαφέρον για την έρευνά μου, ήταν οι Βελλιές.




Βελλιές Λακωνίας, 18.8.2002. Διάβασμα ευχής σε καινούργιο αυτοκίνητο από τον ιερέα, στο προαύλιο του παλιού ναού του προφήτη Ηλία.

 Φτάνοντας στο χώρο έξω από την εκκλησία του χωριού, βρήκαμε τον παπά να διαβάζει ευχή σε  καινούργιο, φρεσκο-αγορασμένο, ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, παρουσία των ιδιοκτητών του και περιμέναμε να τελειώσει. Εντωμεταξύ διαπιστώσαμε ότι ο ενοριακός ναός, αφιερωμένος στον προφήτη Ηλία, είναι και εδώ διπλός, δηλαδή ο παλιός και ο νέος δίπλα-δίπλα. Όταν τελείωσε με την ευχή και πήρε και την αμοιβή του, ο ιερέας μας ξενάγησε πρώτα στον νεότερο ναό.




     Βελλιές Λακωνίας, 18.8.2002. Νεότερος ενοριακός ναός του προφήτη Ηλία, η ΝΑ γωνία και λεπτομέριά της.

Και σε αυτόν υπάρχει μεγάλη εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης πάνω στο τέμπλο και στη βάση της είδα μια ακόμα, μικρή εικόνα τους και δίπλα της (ενώ ταυτόχρονα και κάτω από τη μεγάλη τους εικόνα)  μία μικρή εικόνα του αγίου Δημητρίου που κάλυπτε μια άλλη εικόνα τοποθετημένη εκεί. Συνηθισμένη πλέον να βλέπω τις εικόνες των αγίων Κ+Ε συνδυασμένες με αυτές των «ως δίδυμων» αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, περίεργη ανασήκωσα την πάνω εικόνα του αγ. Γεωργίου και, όντως, είδα πίσω της αυτή του αγίου Δημητρίου! Αφού τις ξανα-τοποθέτησα όπως ακριβώς τις βρήκα, τη μια πάνω στην άλλη, σκεφτόμουν τη δύναμη του συνδυασμού «ως δίδυμων» αυτών των εικόνων στο λαϊκό φαντασιακό, που γίνεται ακόμα κι αν δεν είναι άμεσα ορατός, φτάνει που τον γνωρίζουν οι πιστοί.


 Βελλιές Λακωνίας, 18.8.2002. Ο παλιός ενοριακός ναός του προφήτη Ηλία, το τέμπλο.

Στον παλιότερο, μονόχωρο και με καμαρωτή οροφή (όπως όλοι εν τέλει οι παλιότεροι ναοί που συναντήσαμε στην ευρύτερη περιοχή) καλοδιατηρημένο ναό του προφήτη Ηλία με το απλό,  εν μέρει ξυλόγλυπτο τέμπλο του, είδα και πάλι την εικόνα του Χριστού ύπτιου πάνω από την Ωραία πύλη (που προέκυπτε έτσι ως τοπική λατρευτική συνήθεια) όσο και μια μικρή εικόνα των αγίων Κ+Ε στη βάση του τέμπλου, κάτω από αυτή του άη-Γιάννη.
Μετά τις Βελλιές, πήραμε πλέον χωρίς σταματήματα το δρόμο του γυρισμού στη Σπάρτη. Λίγο πριν τους Μολάους άρχισε να βρέχει, βροχή που καθώς προχωρούσαμε γινόταν σωστός κατακλυσμός που συνεχίστηκε σε όλη τη διαδρομή, με αποτέλεσμα να έχω ελάχιστη ορατότητα, πράγμα που με έκανε να οδηγώ με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Φτάσαμε έτσι με μεγάλη καθυστέρηση στη Σπάρτη και σπεύσαμε κατευθείαν στο ΚΤΕΛ αλλά το τελευταίο λεωφορείο για Αθήνα είχε αναχωρήσει πριν πολλή ώρα, οπότε ή Αγγελική δεν είχε άλλη επιλογή από το να φύγει με το πρώτο πρωινό λεωφορείο.
Στην πλατεία του οσίου Νίκωνα όπου είχα παρκάρει το αυτοκίνητο, παρά την προχωρημένη ώρα,  είδα τον ναό του ανοιχτό για κάποιο γάμο, οπότε δεν έχασα την ευκαιρία να μπω μέσα.

      
Σπάρτη, 18.8.2002. Ναός οσίου Νίκωνα «του Μετανοείτε», νότιος τοίχος.

Πολυτελής ο ναός, και παρόλο που με ορμητήριο  τη Σπάρτη ο όσιος Νίκων φαίνεται να έκανε προσηλυτισμό στους εναπομείναντες μη Χριστιανούς στη Λακωνία, όχι με ειρηνικές μεθόδους πάντα, έβλεπα και μέσα στο ναό του την «αφήγηση» της Ελένης/Αγιαλένης: πάνω στο νότιο τοίχο του ναού μέσα σε ειδικές τοξωτές εσοχές, στέκουν οι ασημο-ντυμένες, μεγαλοπρεπείς εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και δίπλα τους μία των ως «δίδυμων» γιατρών αγίων Αναργύρων, καθώς και των καβαλάρηδων αγίου Γεωργίου και Δημητρίου. 
Όταν ανεβήκαμε επιτέλους στο ξενοδοχείο, πέσαμε όπως ήμασταν, με τα ρούχα πάνω στα κρεβάτια μας, λιώμα στην κούραση. Εμένα ειδικά η οδήγηση βράδυ μέσα στην καταρρακτώδη βροχή μετά από την τόσο κουραστική ημέρα, μου είχε δώσει τη χαριστική βολή, δεν είχα κουράγιο ούτε να πετάξω τα παπούτσια από τα πόδια μου. Παρόλ’ αυτά, μετά από μιας ώρας ξεκούραση και αναζωογονητικό ντους, ντυθήκαμε και κατεβήκαμε στο όμορφο και προσεγμένο μπαρ-εστιατόριο του Δημαρχείου, για ένα αποχαιρετιστήριο ποτό…



Το επόμενο πρωί μας ξύπνησε χαράματα το κουδούνισμα του ξυπνητηριού που είχαμε βάλει για την έγκαιρη αναχώρηση της Αγγελικής, γιατί με την κούραση που είχαμε, αποκλείεται να ξυπνούσαμε από μόνες μας. Η Αγγελική επέμενε να μη την συνοδεύσω στο σταθμό του λεωφορείου τέτοια ώρα, οπότε αποχαιρετιστήκαμε εκεί και εγώ συνέχισα τον ύπνο μου για καμια-δυο ώρες ακόμη...


(συνεχίζεται)









[1] Τσάτουιν, Μπρους 1990, Τα μονοπάτια των τραγουδιών, μετάφραση Σοφία Φιλέρη, Χατζηνικολής, Αθήνα, σ.229.

[2] Peter Brown, Η κοινωνία και το Άγιο στην ύστερη Αρχαιότητα, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2000  και του ίδιου,  H δημιουργία της ύστερης Αρχαιότητας, μτφ. Θεοδόσης Νικολαΐδης, εκδ. βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2000.

[3] Την ίδια διάταξη είδα αργότερα στους «διπλούς» ναούς  του αγίου Δημητρίου στη μονή «Αβγό» στο όρος Δίδυμο της Αργολίδας (2004) και στο νεκροταφειακό ναό της αγίας Άννας, στην Ελεύθερνα Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, στην Κρήτη (2005), οι οποίοι  εκτιμώ ότι σχετίζονται με την Αγιαλένη, επίσης ( σχετικά με τις ερευνητικές υποθέσεις μου για τη  σχέση  της εικόνας και των ναών των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με αυτά  των «ως δίδυμων»  αγίων, βλ. http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2014/10/icons-of-saints-constantine-and-helen_27.html)
[4] Απομαγνητοφωνημένη συνομιλία της ερευνήτριας Ελένης Ψυχογιού με τον ιερέα του χωριού Ελληνικό κατά την επίσκεψη του ξωκλησιού του «αγίου Κωνσταντίνου:
Ερευνήτρια:  Το όνομα του χωριού ήταν πάντα «Ελληνικό»;
Παπάς: Όχι, το λέγανε «Κουλέντια» πριν αλλά το θεωρήσανε τούρκικο και το αλλάξαν και μετά θεωρήσαν ότι κάνανε λάθος και θέλουν να το αλλάξουν.

Ερ. Εσείς τι εκκλησία έχετε;
Παπάς: Τα Εισόδια της Θεοτόκου.

Ερ. Αυτό το εκκλησάκι που πάμε είναι παλιό;
Παπάς: Ναι, παλιό, αλλά δεν ξέρω του πότε. Δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες από τους ντόπιους, μόνο οι αρχαιολόγοι μπορούν να το βρουν. Έχει ένα τέμπλο σκαλιστό που δείχνει μια εποχή άλλη. Είναι από πωρόλιθο. Γύψινα πράγματα δεν έχει…

[πολύ θόρυβος στο αυτοκίνητο, κατσάβραχα, κάτι κουβέντες για τον Άγιο Κοσμά]
Ήταν σίγουρα μοναστήρι το μέρος αλλά η κατασκευή θυμίζεις μυκηναϊκή εποχή, κάστρο. Ήταν εδώ πέρα στην άκρη και το γκρεμίσαν. Δεν φαίνεται τίποτα. Μόνο αυτό έχει μείνει. Αυτό μπορεί να ήταν πύργος αλλά κάποιοι λένε ότι το χρησιμοποιούσαν οι καλογέροι σαν ασκητήριο για να απομονώνονται.

Ερ.: Αυτό είναι στέρνα εδώ μπροστά;
Παπάς: Ναι, στέρνα. Λένε ότι κι εκεί πίσω έχει χαλάσματα αλλά δεν έχω πάει ποτέ. Αυτά κάποτε σπερνόντουσαν, φαίνονται οι πεζούλες.
Και αυτό είναι το πόδι της Λακωνίας που φτάνει ως το Ταίναρο. Κι από κει είναι το Αιγαίο. Τα Κύθηρα είναι από κει κι από δω η Ελαφόνησος.
Αυτό το πράγμα δείχνει παλαιότητα, μπορεί να είναι και παλαιοχριστιανικό. Πρέπει να υπήρχε αρχαίος ναός και πάνω να χτίστηκε ο χριστιανικός. Κάναμε και μια προσπάθεια να το καθαρίσουμε. Θα πρέπει να ήταν πολύ παλιά φρούριο και μετά έγινε η εκκλησία στο φρούριο. Ήταν ένα πολύ χοντρό τείχος που δυστυχώς το καταστρέψανε. Δεν ήξερε ο κόσμος, κάνουν παρεμβάσεις και κάνουν ζημιά. Το μόνο που έχει μείνει έξω ακριβώς από το τείχος είναι ένα ημικύκλιο με μια στέρνα που μάζευε νερό. Εδώ όταν κοιτούσε επάνω έβλεπες τον ουρανό. Και μετά μαζεύτηκαν και ρίξανε τσιμέντο. Θεωρούσαν ότι από δω ήταν ο Α. Κωνσταντίνος κι από δω η Α. Ελένη.

Ερ.:Αυτό είναι αλώνι;
Παπάς: Όχι. λίγο παρακάτω είναι ένα μέρος που λέγεται Αλώνα κι εκεί θέλουν να βάλουν τις ανεμογεννήτριες. Εκείνο το κτιριάκι έχω ακούσει πως ήταν φυλακή, απομόνωση, όταν ο καλόγερος έκανε αμαρτία. Η εκκλησία είχε χρυσές καμπάνες. Χτυπούσαν εδώ κι ακούγονταν στα Κύθηρα. Ήταν επίσης μια κολωνίτσα, οι πέτρες υπάρχουν ακόμα μέσα, κι έμοιαζε με ανθρωπάκι. Κι ήταν κούφια αλλά δεν το ξέρανε κι είχε μια επιγραφή που έλεγε «Όποιος σπάσει την κεφαλή του θε να φάει την εμυαλή του». Ο κόσμος δεν το πλησίαζε γιατί φοβόταν. Κάποτε είχαν έρθει κάτι λόρδοι αρχαιολόγοι από την Αγγλία. Ήξεραν από τα χαρτιά τους ότι υπήρχε εδώ εκκλησία με ιστορία και τριγυρίζαν και ψάχνανε. Κάποια μέρα εξαφανίστηκαν κι όταν ήρθαν οι ντόπιοι είχαν σπάσει αυτό το πραματάκι και απ’ ότι είπαν ήταν γεμάτο χρυσό. Υπάρχει ακόμα ο σκελετός που είναι εκεί μέσα. Σαν ανθρωπάκι.

Ερ.: Άλλη παράδοση για το μέρος υπάρχει;
Παπάς: Πρέπει να ήταν μοναστήρι. Εδώ είναι μικρά κτισματάκια που μπορεί να ήταν κελιά. Και πιο πέρα έχει χαλασματάκια που ίσως να ήταν για καταφύγιο. Τα χωραφάκια λίγο πιο κάτω τα καλλιεργούσαν κι ήταν γεμάτο πέρδικες. Τώρα έρχονται ακόμα αλλά είναι λίγες. Λένε ότι γύρω γύρω ήταν κάτι τρύπες περιστεριάδες και κάποιος πάππος έσκαβε κάποτε με τον πιτσιρικά που τον βοηθούσε. Τώρα ο πιτσιρικάς είναι 80 χρονών. Και μας έλεγε ότι όταν σκάψανε για να βρούνε χρυσό βρήκανε έναν σκελετό και όταν τον βγάλανε ήταν τόσο παλιός που μόλις ήρθαν σ’ επαφή με τον αέρα διαλύσανε. Λίγο πιο πίσω από δω. Ή τον είχαν σκοτώσει και τον είχαν ρίξει μέσα ή πήγε να βρει εκεί καταφύγιο και δεν μπόρεσε να βγει. Ήταν σαν σπηλιά.

Συνομιλία στο χωριό Ελληνικό, για την εκκλησία των Εισοδίων:
Παπάς:  Αυτή είναι του 1900 και τελείωσε το 1905. εδώ υπήρχε ένας μικρός ναός, Παναγία πάλι, και η εκκλησία είχε μεγάλη περιουσία παρά που το χωριό ήταν φτωχό. Πολλές εικόνες είναι από τις αρχές του αιώνα που το Άγιο Όρος έκανε αναγέννηση. Αυτή είναι παλιά εικόνα και τούτη δω επίσης.

Ερ,: Στο Ελληνικό είχαν σχέση με τη Μονεμβασιά;
Τα καλά τα κρατούσαν αυτοί. Σκάλα και κάτω τα είχαν αυτοί όλα. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Μόνο αυτές οι δυο οικογένειες. Αν είχε κάποιος άλλος κάτι ήταν σαν τη μύγα μες στο γάλα. Τριάντα χιλιάδες οκάδες λάδι από τα νοίκια που βόσκαν τα κτήματα, από τις βοσκές. Σκέψου το γινόταν. Χειρότεροι κι απ’ τους τούρκους. Μερικά κτίρια πρεσβειών και άλλα στην Αθήνα ήταν δικά τους.

Με την Έλωνα την Παναγία είχατε σχέση;
Ναι, κάναμε προσκύνημα μεγάλο. Άσχετα αν ανήκει στο νομό Αρκαδίας κι εμείς στη Λακωνία.

Άλλο πανηγύρι στις 23 του μηνός;
Έχει στα Τέρια, στην Παναγιά κι εδώ στα Φούτια έχω ένα μικρό εξωκλήσι. Αλλά δεν είναι μεγάλα πανηγύρια.

Μεταφέρουν την εικόνα από την Έλωνα στον Κοσμά και 8 Σεπτέμβρη την πάνε στο Λεωνίδιο.

Μου είπαν και για τη Ζερμπίτσα.
Αυτό είναι ψηλά στον Ταύγετο. Είναι ένας συνοικισμός, παλιά γινόταν και γλεντάκι αλλά αυτά δυστυχώς λιγοστεύουν. Έτσι όπως πάμε θα τα χάσουμε όλα.

Έχω προσέξει ότι όπου βλέπεις εκκλησία είναι μέσα στα στάχυα. Υπάρχει λόγος;
Δεν ξέρω.

Για την Αγία Ελένη πάντως δεν λένε πολύ;
Όχι. Δεν έχω ακούσει ξωκλήσι να λέγεται Αγιαλένη