Friday, June 1, 2012

Ψυχές-Ψυχοσάββατο: τα κόλλυβα






[Βλ. και την  ανάρτηση σε αυτή την ιστοσελίδα: "Του κύκλου της ζωής, Θάνατος: Μοιρολογίστρες, νεκροί και σιτάρι".



 Παναγιώτα Αργυροπούλου (Λιού), 78 ετών, εγγράμματη,νοικοκυρά, γιάτρισσα, μοιρολοΐστρα

 (Απομαγνητοφωνημένη αφήγηση, από συνέντευξη που έλαβε χώρα στην Ανδραβίδα Ηλείας, τον Αύγουστο του  1985 (Βλ. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας,  χειρόγραφο  αρ. 4467, επττόπια έρευνα: Ελένη Ψυχογιού)




Ψυχοσάββατο, Νεοχώρι 2007





Το δίσκο [των κόλλυβων για μνημόσυνο] τόνε φτιάνουμε:
Παίρνουμε μια λεκάνη και βάνουμε το σπερνό μέσα [το βρασμένο στάρι]. Υπάρχουνε και ειδικά, καλά στάρια γι’ αυτή τη δουλειά, που είναι πολύ καλύτερα απ’ το ντόπιο. Άμα όμως δεν έχει κανένας να πάρει τέτοιο, χρησιμοποεί το δικό μας, το ντόπιο. Το καθαρίζουμε [πριν το βράσουν] καλά-καλά, ένα-ένα κλωνάκι να μην έχει τίπτ’ άλλο μέσα, βρώμη, κριθάρι, ούτε κομμένο [σπειρί], γιατί αυτό λασπίζει και δε γκάνει. Το βράζεις -το πλένεις πριν τρία νερά λένε, για το μπεθαμένονε, και μετά το βάνεις στο καζάνι και το βράζεις. Το βράζεις δυο ώρες, κι’ απάνου στσι δυο ώρες αρχίζει και σκάει το στάρι. Και θα ντου ρίξεις νερό κρύο μέσα. Θα ντο κουπώσεις, θα ντ’ αφήκεις κουπωμένο μια ώρα, αν είν μεγάλο το καζάνι θα ντο σκεπάσεις -θα ντου βάλεις μια σανίδα, ό,τι- με μια μεσάλα [=τραπεζομάντηλο] απάνου, μ’ έν’ αυτό, νά ειναι σκεπασμένο. Και μετά από μία ώρα αν’εί [=ανοίγει] το στάρι, είναι τέλειο. Το βάνεις στη γκόφα, το σουρώνεις, το πλένεις με νερό κρύο και μετά το απλώνεις. Τ’ αφήνεις κσαμμιά ώρα δύο στη γκόφα και μετά τ’ απλώνεις στο τραπέζι και στεγνώνει. Άμα είναι για τέτοια δουλειά [μνημόσυνο], το κάνεις μονομερνά, άμα είναι τέτοια εποχή [καλοκαίρι], γιατί άμα μείνει, θα χαλάσει το στάρι. Ενώ το χειμώνα, το βράζεις κι από το βράδυ το στάρι και τό ’χεις έτοιμο, να στεγνώξει κιόλα.


 Ψυχοσάββατο, Νεοχώρι 2007

 Και μετά βάνεις το βρασμένο στάρι σε μια λεκάνη μέσα, για να φτιάσουμε το δίσκο τώρα. Και μέσα ρίνεις τη σταφίδα [μαύρη σταφίδα], τη σουλτανίνα [ξανθή σταφίδα], σουσάμι κοπανισμένο, κανέλλα, γαρύφαλλο, γλυκάνισο κοπανισμένο, φρυγανιά κοπανισμένη που φτιάνουνε τα γλυκά, για να στεγνώξει αυτό όλο, και τα κάνεις ένα χαρμάνι.


 


 Παίρνεις το δίσκο με λαδόχαρτο απού κάτου ή μ’ ασημόχαρτο τώρα που βγήκε, μ’ ό,τι θέλεις, τόνε στρώνεις ωραία το δίσκο, παίρνεις απ’ αυτό [το χαρμάνι] ανάλογα. Βάνεις και καρύδια κι αμύγδαλα, πολύ λίγα στο δίσκο γιατί σκάει ο δίσκος, βάνεις λίγα απού κάτου, αν θέλεις, στο κάτω μέρος και λίγο ρόιδο πού ειναι για την ψυχή, δροσίζετ’ η ψυχή. Είδες, τη Μαγδαληνή τη μποτίσανε ρόιδο που σταυρώσανε το Χριστό, γι’ αυτό το δίνουνε αυτό, για πένθιμο και για δροσιστικό.




 Λοιπόν και στρώνεις το δίσκο σου με όλ’ αυτά, τόνε πατηκώνω καλά, παίρνω χαρτί λαδόκολλα και το μπατάω τόσο πολύ, που να κάτσει. Όλο το μείγμα, αυτά όλα, να κάτσει, να είναι τέρμα. Κι ανάλογα με τη μοδίστρα που θα ντο φτιάσει, να σε κάμω να καταλάβεις. Μερικές γυναίκες φτιάνουνε με τούμπα έτσι [σαν τύμβο, βουναλάκι]. Εγώ δε φτιάνω τέτοιο πράμα, δε μ’ αρέσει έτσι. Τόνε φτιάνω στρωτό το δίσκο, με λίγο γάρμπος [κλίση] να είναι γερτός, και έχω και ειδικόνε σταυρό και τόνε φτιάνω όταν πρόκειται για δικό μου άνθρωπο και θέλω να τον εξυπερετήσω και είναι καλό το σπίτι, τόνε φτιάνω με κρούστα [ασπράδια αβγών χτυπημένα σφιχτή μαρέγκα με ζάχαρη και λεμόνι] αυτόν όλον και τόνε βάνω μέσ’ στη μέση και είναι όρθιος ο σταυρός τόοσος μεγάλος καί ’να γύρω τόνε κεντάω με μαργαρίτες, με διάφορα πράματα. Απάνω στο στάρι όπως το έχω στο δίσκο θα βάλω λίγο σουσάμι [κοπανισμένο], θα ντο πατήσω το σουσάμι. Αυτό θα ντο σκεπάζει το στάρι.

 


 Και ύστερ’ απ’ αυτό, θα βάλω φρυγανιά. Η φρυγανιά [τριομμένη] το σκεπάζει τέλεια! Παλιά που δεν είχε φρυγανιά, κοπανάγανε και τότε ψωμί ξερό. Φρύγανε ψωμιά στο φούρνο και τα κοπανάγανε. Εγώ θυμάμαι τη μπεθερά μου, εδώ και σαράντα χρόνια, κοπανάγαμε στα τζουμπέκια. Πρώτα είχανε τζουμπέκια μεγάλα που κοπανάγανε τους καφέδες και μύλους που αλέθανε τους καφέδες. Δεν ήσαντ’ έτοιμοι οι καφέδες που τους παίρναμε! Και το στρώνεις έτσι καλά, το πατηκώνεις. Κι αφού στρωθεί αυτό [η φρυγανιά], ρίνεις και λίγο με μια κρισάρα απάνου, μ’ ένα κόσκινο και στρώνει τελείως κι ύστερα παίρνεις στο κόσκινο άσπρη άχνη ζάχαρη. Παλιά τη γκοπανάγαμε τη ζάχαρη, παλιά ήσαντε πολύ δύσκολα τα μνημόσυνα, κουραζόσαντε. 

 

Εζυμώνανε τα ψωμιά στο σπίτι. Διακόσα ψωμάκια! Τα στέλνανε στους φούρνους και ψένανε. Ενώ τώρα, τα παραγγέλνεις στο φούρνο, πάπ, πας τα παίρνεις, είσαι ήσυχη, κατάλαβες; Κι αφού στρώσεις αυτό [τη ζάχαρη], εντάξει, κανονίζεις και το σταυρό, ανάλογα τι σταυρό θα βάλεις. Τη ζάχαρη τη μπατηκώνεις καλά, όλο να είναι ίσο. Και τόσο πατήκωμα, που είναι χυλιστό, δεν έχει ούτε μια σηκωσούλα, πουθενά. Τοποθετείς, αν έχεις, σταυρό όρθιο. Αν δεν έχεις [όρθιο σταυρό] και τόνε φτιάσεις με κουφέτα [οριζόντιο, πάνω στην επιφάνεια του σταριού], έχουμε και κομμένα χαρτιά ειδικά, το πατάς απάνου στη ζάχαρη και φαίνεται το σχήμα. Και σηκώνεις το χαρτί και βλέπεις τί θα κάμεις. Μετά φτιάνεις κρούστα. Σπας αβγό, το ασπράδι του αβγού, στο ποτήρι -τα πρώτα χρόνια, τώρα είναι και τα μίξερ και βάνουνε δύο αβγά, τρία και βάνουνε το μίξερ και το δέρνουνε. Και ρίνεις και ζάχαρη άχνη μέσα και γίνεται νια κρέμα, νια κρούστα καλή. Ρίνεις και λίγο λεμόνι μέσα που το σφίγγει αυτό και μετά φτιάνω ένα χωνί –εγώ έχω ένα έτοιμο που μού ηφερε ένα ανηψιδάκι μου από την Ιταλία που σπούδαζε ’κεί αλλά δε μπορώ να δουλέψω με ’κείνο- φτιάνω χωνιά με χαρτί, με λαδόκολλα. Το φτιάνω χωνί, πώς είναι τα χωνιά που πουλάνε οι μπακάληδες, και βάνω μέσα κρούστα και όπου θέλω να φτιάσω, βάνω το σταυρό, φέρ’ ειπείν, πρώτονε, να ιδώ πού θα με πάρει ο δίσκος, και μετά θα κανονίσω τα άλλα στολίδια. Μετά δίπλα θα βάλω το όνομα. Το σταυρό, αν τόνε φτιάσω κάτου, θα βάλω όπου είναι το περιχυμένο εκείνο [το αποτύπωμα] κρούστα και από πάνου κουφέτα [στερεώνονται όρθια πάνω στην κρούστα την οποία χύνεις πάνω στο δίσκο με το χάρτινο χωνί]. Και απάνω από τα κουφέτα ’κείνα βάζω πάλι κρούστα για να σφίξουν, να στερεωθούν τα κουφέτα. Και από πάνου βάνω μικρά ασημένια κουφετάκια. Και παλιά είχανε κάτι αλλιώτικα, ψιλά χρωματιστούλια κουφετάκια και βάναμε. Βάνεις λοιπόν από ’δώ μεριά, απ’ τη μια άκρη του σταυρού και απ’ τηνάλλη, το όνομα, τα αρχικά δηλαδή. Αφού φτιάσεις το σταυρό και το όνομα, μετά σε κανονίζει ο δίσκος. Αν είναι τόσο μεγάλος, τί μαργαρίτες θα ντου βάλεις, θα βάλεις μια σειρά κουφέτα ένα γύρω-γύρω-γύρω το δίσκο, κι αν είναι πολύ μεγάλος, βάνεις και δεύτερη. Κι όσο τόνε κεντάς, γίνεται και καλύτεροος. Όλα τα κεντήματα γίνονται με την κρούστα. Φτιάνεις στη μέση και κλάρες και τονε κεντάς, ωραίες, βάνεις λίγη κρούστα για να κολλήσει το κουφέτο και προχωράς. Και γίνονται ωραίοι οι δίσκοι. Εδώ στο χωριό τους φτιάνουμε οι ειδικές γυναίκες πού ειμαστε καλύτερες από του ζαχαροπλαστείου. Του ζαχαροπλαστείου, είτε τρώγουνται, είτε τσου προσέχουνε, ξυνίζουνε, αυτώνουνε, ενώ το σπερνό είναι σκέτο, το βλέπεις, το τρως. Κι η κάθε μία σου λέει, «ποια τά ’φτιαξε, η Παναγιώτα τά φτιαξε; θέλω να φάω», σου λέει, κατάλαβες; Ό,τι και νά ’χεις απ’ το σπίτι σου, σου φαίνεται καλύτερο απ’ ό,τι άλλο.



Αυτό το δίσκο τόνε φτιάνουμε απ’ το βράδυ, όχι πολύ νωρίς, γιατί άμα περάσουνε εικοσιτέσσερες ώρες, σκάει αυτό. Χαλάει η κρούστα και χειμώνας νά ειναι, και το πολύ κρύο κι αυτό το λασπίζει. Τον φτιάνουμε όταν τελειώνει ο κόσμος [που έχει έρθει μετά τα «σπερνά» στο μνήμα] , πάει η οικογένεια και καθόμαστε και τόνε φτιάνουμε. Τελειώνουμε στις μία η ώρα το βράδυ, στις δύο και είναι ταμάμ [όπως πρέπει] το πρωί, κοκκαλιασμένος, είναι όπως το χιόνι, κατάλαβες; Και το χειμώνα και το καλοκαίρι. Γιατί άμα το φτιάσεις νωρίς το καλοκαίρι, θα μυρίσει. Μυρίζουνε ούλα ’κείνα τα μπαχαρικά, τα αυτά, και δεν τρώγουνται. Αν τα φτιάσεις το χειμώνα πάλε, νοτίζει. Τον νοτίζει η υγρασία. Όσο και να του βάλεις παξιμάδι, θα νοτίσει. 



[Ο δίσκος  με τα κόλλυβα στις φωτογραφίες είναι από το ετήσιο μνημόσυνο (2006) της μητέρας μου Διονυσίας, φτιαγμένος από τις κόρες,τις νύφες και τις εγγονές της] 

(Βλ. και Ελένη Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 24, Αθήνα 2008, σ. 402-404.)
.

No comments:

Post a Comment