Wednesday, July 30, 2014

Στον κύκλο του χρόνου και της βλάστησης: θυσία ταύρων και νεκρικά έθιμα στο πανηγύρι της Κοίμησης της Παναγίας στ' Αγρίδια της Ίμβρου. Taurus sacrifice in Assumption feast : Old Grek tradition in Imvros Island (Gökçeada)





Προλεγόμενα στην παρούσα αναδημοσίευση




Σχέδιο της συνταξιδιώτισσας ανεψιάς μου για την έναρξη του ταξιδιού πάνω στο κάλυμμα  πακέτου τσιγάρων, αφιερωμένο  



 Οι συνταξιδιώτες  και τα αυτοκίνητά τους στην αρχή του ταξιδιού (φωτ. Λιάνα Παρλαμά)


Οι συνταξιδιώτες πάνω στα τείχη της Κωνσταντινούπολης (φωτ. Μαρία Θεοχάρη) 


Στην Άσσο
 

Τον Αύγουστο (4-28) του 1990, μια συντροφιά  7 ατόμων από συγγενείς και φίλους πραγματοποιήσαμε με δύο ιδιωτικά αυτοκίνητα ένα ταξίδι  στην Τουρκία: στην Κωνσταντινούπολη, στα Πριγκηπόννησα, κατά μήκος της νότιας ακτής της θάλασσας του Μαρμαρά/Προποντίδας, κατά μήκος της  δυτικής ακτής της Μ. Ασίας, όσο και στη νήσο  Ίμβρο. Την παρέα αποτελούσαν η αδελφή μου με τον Ίμβριο άνδρα της, τρεις φίλες τους  (και οι πέντε κατ’ επάγγελμα αρχαιολόγοι), η γράφουσα (κατ’ επάγγελμα ερευνήτρια λαογράφος-πτυχιούχος αρχαιολογίας) και η νεαρή ανεψιά μου, κόρη των πρώτων (μαθήτρια λυκείου).  Το ταξίδι στην πραγματικότητα ήταν προσκύνημα στα πάτρια εδάφη του Ίμβριου άνδρα της παρέας, που είχε να τα επισκεφθεί τριάντα σχεδόν χρόνια, λόγω αφαίρεσης της υπηκοότητας. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ταξίδι μας ήταν εξαρχής περισσότερο φορτισμένο συγκινησιακά απ’ ότι είναι έτσι κι αλλιώς φορτισμένοι ιστορικά και συναισθηματικά  για τους  Έλληνες  αυτοί οι τόποι. Φόρτιση που εκτιμώ ότι, πέραν της σχέσης όλων μας όσων συμμετείχαμε στο ταξίδι με την ιστορία, την αρχαιολογία, την εθνολογία, επηρέασε  και τον τρόπο που βιώσαμε την εμπειρία μας σε αυτό το ταξίδι.



Αύγουστος, 12,  1990. Η γράφουσα, Ε. Ψ.,   στο Τσανάκκαλε, πριν πάρουμε το φεριμπότ για την Ίμβρο 
(φωτ. Γιάννα Ανδρέου )


Αύγουστος, 13,  1990.  Η γράφουαα, Ε. Ψ., κρατώντας  σημειώσεις για το ταξίδι, μέσα στο πλοίο  προς την Ίμβρο (φωτ. Γιάννα Ανδρέου)

Παρόλο που είναι αυτονόητο, θέλω να επισημάνω, λόγω και των ευαίσθητων ιστορικών όσο και προσωπικών στοιχείων στο πλαίσιο των οποίων, όπως προείπα, βιώνεται το ταξίδι, ότι τα εισαγωγικά στοιχεία όσο και η καταγραφή του πανηγυριού στα Αγρίδια στο παρακάτω κείμενο, αφορούν βεβαίως την εποχή της καταγραφής και το ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιό της, που αφορά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία δεκαετία υπήρξαν εντάσεις στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, πολιτικές εντάσεις και αλλαγές στο εσωτερικό  και των δύο γειτονικών (που θα έπρεπε να λέγονται και να είναι και αδελφικές),  χωρών.
Στο πλαίσιο των γενικότερων ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, όσο και της εξομάλυνσης  των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας (στο μέτρο που μπορούν να εξομαλυνθούν, σε κρατικό επίπεδο, αυτές οι σχέσεις) μετά από σχεδόν 25 χρόνια, σήμερα βεβαίως αυτό το ταξίδι θα είχε βιωθεί αλλιώς και το παρακάτω κείμενο θα ήταν γραμμένο διαφορετικά. Ιδιαίτερα ως προς την Ίμβρο, αν και τα τραύματα των διωγμών και της συνακόλουθης αναγκαστικής εξόδου των κατοίκων δύσκολα επουλώνονται και  αν και οι Έλληνες μόνιμοι κάτοικοι είναι πια ελάχιστοι, αρκετά ελληνικά σπίτια έχουν ανακαινισθεί και συντηρηθεί, η μετάβαση στο νησί γίνεται όλο και πιο εύκολη συγκοινωνιακά και διαδικαστικά, καθώς έχει καταργηθεί και η ειδική «βίζα» που χρειάζονταν μέχρι το 1994 οι μη Τούρκοι υπήκοοι για να πατήσουν στο νησί. Είναι χαρακτηριστική αυτών των αλλαγών και η (επί της ουσίας συμβολική, λόγω έλλειψης ελληνόπουλων) επανίδρυση, μετά από σχεδόν 60 χρόνια, ελληνικού δημοτικού σχολείου στο νησί. Σε όλα αυτά έχει συμβάλει τα μέγιστα και το γεγονός ότι η Ίμβρος έχει μεταβληθεί σε πολύ σημαντικό  τουριστικό προορισμό για τους Τούρκους, λόγω και της κοντινής της σχετικά απόστασης από την μεγαλούπολη των 15 και πάνω εκατομμυρίων ανθρώπων, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και για Βαλκάνιους τουρίστες, συνθήκη που έχει μεταβάλει τόσο το κοινωνικό πλαίσιο όσο εν μέρει και το τοπίο στο νησί. (βλ. και http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?TEMPORARY_TEMPLATE=10&image=/media/gallery/high/2232/images/big/eksofyllo_ghs.jpg)

Το πανηγύρι στα Αγρίδια διατηρεί τα τελετουργικά στοιχεία του, τη θυσία των ταύρων, το μοίρασμα του σφάγιου και της κουρκούτας, την επίσκεψη στο νεκροταφείο και τα νεκρόδειπνα. Ωστόσο έχει προσλάβει περισσότερο «φολκλορικό» χαρακτήρα, έχει κάπως ατονήσει η ιερότητα της θυσίας, ενώ, τόσο το πανηγύρι όσο και το νησί γενικότερα, έχουν γίνει έκτοτε αντικείμενο κινηματογράφησης και videoσκόπησης από ειδικούς σκηνοθέτες και ταξιδιώτες ή και από τους ίδιους τους Ίμβριους.  Αρκετές από αυτές τις καταγραφές έχουν προβληθεί σε ειδικές εκπομπές στην τηλεόραση, σε κινηματογραφικά ή άλλα φεστιβάλ, στην Ελλάδα, στην  Ίμβρο και αλλού.΄



Χάρτης της Ίμβρου. (πηγή: .Ανδρέου  Γιάννα και Ανδρέου Ηλίας, 1991, «Η Ίμβρος στην αρχαιότητα», Αρχαιολογία και τέχνες 41, σ. 92-100).
.
 Θέλω επίσης να αναφέρω ότι  η παρακάτω  καταγραφή του πανηγυριού στα Αγρίδια  προκάλεσε στη συνέχεια  συζητήσεις με τον συνταξιδιώτη Ίμβριο αρχαιολόγο  τόσο από αρχαιολογική σκοπιά (η Ίμβρος είναι πλούσια σε αρχαιολογικές θέσεις) όσο και από τις παιδικές και εφηβικές του, έντονες, μνήμες από τη ζωή στο νησί, το λαϊκό βίο, την προφορική παράδοση, την υλική και άυλη πολιτισμική κληρονομιά. Τα παραπάνω, συνδυαστικά με την ερευνητική μου υπόθεση για την Ελένη-Αγιαλένη (βλ. τις σχετικές αναρτήσεις σε ατό εδώ το blog) που το 1990 ήταν ακόμα στα σπάργανα, βοήθησαν όχι μόνο στη συγκρότηση αυτής της ερευνητικής  υπόθεσης αλλά εκτιμώ ότι αναδεικνύουν την Ίμβρο (όπως συμβαίνει  και στα άλλα Θρακικά Νησιά), όπως εξάλλου εκτιμώ ότι αναδεικνύεται και στο παρακάτω κείμενο που αφορά το δρώμενο της θυσίας,  έναν από τους τόπους που διατηρούν τις μνήμες και τις προφορικές  αφηγήσεις που -μη συνειδητά για τους σύγχρονους Έλληνες Ίμβριους φορείς αυτής της παράδοσης-  συγκροτούν τη μορφή της Ελένης/Αγιαλένης ως μία από τις όψεις της Μεγάλης Μητέρας θεάς, που ευσεβείται ακόμα χριστιανικά σε ξωκλήσια αφιερωμένα στην Αγιαλένη στο νησί. 

(Βλ. για παράδειγμα, και Ακαδημία Αθηνών, Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής, της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τυπογραφείον η «Εστία», 1933, τ. Α΄, λήμμα αγιά-Ελένη= η ίρις, το ουράνιον τόξον, αγγέλλον παύσιν βροχερού καιρού ή τουναντίον, φαινόμενον την αυγήν, καταιγίδα (ως άγγελος κακοκαιρίας και παρ’ Ομήρω Ρ 547) [ ....] Λέσβ[ος]: Δες σ’ τουν ουρανό τ’ν αγιά-Λέν’ , δε θα βρέξ’ πεά. Τ’ν αυγή φάν’κι η αγιά-Λέν’, θα ’χουμι φουρτούνα.. Συνώνυμα: ...ζώνη της αγίας Ελένης-της καλόγραιας-της Κυράς-της Παναγίας (την ίδια σημασία της «Αγιαλένης» συναντούμε και στην Κύπρο, την Ίμβρο (αγια-Σολένη) ενώ στην Καππαδοκία το ρήμα λενώ=βρέχω). (Από το βιβλίο Ελένη Ψυχογιού, "Μαυρηγή" και Ελένη. Τελετουργίες Θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα ΚΕΕΛ αρ. 24, Αθήνα 2008, σελ. 85, υποσημ. αρ.152).





Από πάνω προς τα κάτω: το ξωκλήσι της Αγιαλένης στην Ίμβρο και η θέα του Αιγαίου από αυτό. Βρίσκεται απέναντι από το σημερινό χωριό  Σχοινούδι, κατά την παράδοση στην τοποθεσία όπου ήταν πριν το χωριό, το οποίο εγκαταλείφθηκε λόγω επιδρομής πειρατών και αρπαγής κόρης (φωτ. Γιάννα Ανδρέου, Ιούλιος 2009)




ΘΥΣΙΑ ΤΑΥΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΚΡΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤ’ ΑΓΡΙΔΙΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ[1]


[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού, «Θυσία ταύρων και νεκρικά έθιμα στ’ Αγρίδια της Ίμβρου», Αρχαιολογία και Τέχνες 41 (1991), σ. 83-91.
Δεύτερη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού, "Μαυρηγή" και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης. Χθόνια μυθολογία, νεκρικά δρώμενα και μοιρολόγια στη σύγχρονη Ελλάδα, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 24, Αθήνα 2008, σ. 233-245]

Εισαγωγικά

Το ταξίδι στην Ίμβρο αποτελεί αληθινή ψυχική δοκιμασία, εξαιτίας των αντιφατικών συναισθημάτων που κατακλύζουν κάθε στιγμή τον επισκέπτη[2]. Απ’ τη μια το όμορφο τοπίο, με την εναλλαγή βουνών και κοιλάδων, με τα παλιά ελληνικά χωριά χτισμένα στις πλαγιές, και η παρουσία πάμπολλων αρχαίων και μεσαιωνικών ερειπίων σε συγκινούν γιατί, με την πρώτη ματιά, νομίζεις πως τίποτα δεν άλλαξε, ένα τελευταίο κομμάτι ελληνισμού υπάρχει ακόμα εκεί, μέσα στην Τουρκία, και αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου. Απ’ την άλλη, ανακαλύπτεις με πόνο ψυχής ότι τα χωριά είναι φαντάσματα με τούρκικα πλέον ονόματα, τα σπίτια άδεια και λεηλατημένα, οι εκκλησιές, τα ξωκλήσια και τα σχολεία κατεστραμμένα ή κλειδωμένα, οι άνθρωποι φευγάτοι. Στον κάμπο ξεφυτρώνουν νέα, τούρκικα χωριά που τα κατοικούν ξένοι, Ασιάτες έποικοι και τα χωράφια, οι ελληνικές περιουσίες, έχουν γίνει τσιφλίκια τους. Και παντού η έντονη παρουσία του τουρκικού στρατού που κατακλύζει το νησί δημιουργεί στους ελάχιστους πια Έλληνες κατοίκους αλλά και στον επισκέπτη tην αίσθηση πως βρίσκεται σ' ένα τόπο κατακτημένo[3].
Κι ενώ, μετά απ' όλ' αυτά τα οδυνηρά, νομίζεις πως όλα είναι πλέον χαμένα, στ' Αγρίδια, το Δεκαπενταύγουστο, σε περιμένει το θαύμα! Το έρημο σχεδόν, κατοικούμενο από ελάχιστους πια ηλικιωμένους Έλληνες χωριό, σε πείσμα όλων αυτών, πανηγυρίζει.
Κάθε καλοκαίρι, οι Ίμβριοι, όπου γης, ακούγοντας τη φωνή της καρδιάς τους, αναζητώντας τις μνήμες και τις ρίζες τους, έρχονται, για λίγες έστω μέρες, αψηφώντας τα έξοδα και την ταλαιπωρία[4]. Κάνοντάς το ακόμα και σαν πράξη αντίστασης, φτάνουν σ' ένα τόπο κουρσεμένο, που δεν τους ανήκει πια κι ας είναι δικός τους, να προσκυνήσουν τα πατρικά τους σπίτια, τις εκκλησιές και τους νεκρούς τους, να ξαναδώσουν ζωή στα παλιά καλοκαιρινά πανηγύρια και ιδιαίτερα στο πανηγύρι της Παναγίας, στ' Αγρίδια, το Δεκαπενταύγουστο.
Είναι γνωστό πως τα πανηγύρια, πέρα από τον λατρευτικό, ψυχαγωγικό και οικονομικό χαρακτήρα που έχουν, αποτελούν κορυφαία κοινωνική εκδήλωση, στα πλαίσια της οποίας τα άτομα επαναβεβαιώνουν τους εθνικούς, κοινοτικούς και συγγενικούς δεσμούς τους καθώς και τη σχέση τους με το χώρο και το χρόνο, ως φορείς μιας αδιάσπαστης εθνικής και πολιτισμικής συνέχειας. Όλα αυτά πραγματώνονται μέσα από ένα πλέγμα πολυήμερων θρησκευτικών και κοινωνικών εκδηλώσεων καθώς και τελετουργιών με μαγικοθρησκευτικό χαρακτήρα και αυστηρά καθορισμένο τυπικό, που επαναλαμβάνονται χρόνο με το χρόνο.



Ίμβρος, 14/8/1990. Άποψη του  χωριού Αγρίδια (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Στο πανηγύρι της Παναγίας στ' Αγρίδια, όπου είχα την τύχη να παρευρεθώ τον Αύγουστο του 1990, εξακολουθούν να γίνονται, μεταξύ των άλλων, και δύο αρχαϊκής μορφής τελετουργίες, τις οποίες φωτογράφησα και κατέγραψα: αιματηρή δημοτελής θυσία βοοειδών (το κοινώς λεγόμενο κοuρμπάνι ή κοuλμπάνι), με μαγείρεμα και διανομή του θύματος στους πανηγυριστές, και νεκρόδειπνο, προσφορά δηλαδή τροφών στους νεκρούς με συνεστίαση στους τάφους
Η καταγραφή και η μελέτη ειδικά τέτοιων εκδηλώσεων πίστεως, εθίμων που επιβιώνουν παρά τις αλλεπάλληλες πολιτιστικές μεταβολές και μάλιστα, όπως στην Ίμβρο, κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, υπό το διωγμό μιας εξουσίας αλλοεθνούς και αλλόθρησκης, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, εκτός των άλλων, και για λόγους που αφορούν τις έννοιες της εθνικής συνείδησης και της πολιτισμικής ταυτότητας.
Κατά τον Γάλλο ιστορικό F. Braudel, «οι πολιτισμοί έχουν την ιδιότητα να διασχίζουν το χρόνο, να θριαμβεύουν απέναντι στη διάρκεια. Ενώ γυρίζει η ταινία της ιστορίας, εκείνοι παραμένουν στη θέση τους ατάραχοι. Αυτή η ακινησία ριζώνει τους πολιτισμούς σε ένα παρελθόν πολύ παλιότερο ακόμα απ' ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά... Ο πολιτισμός είναι μια συνέχεια που όταν αλλάζει, ακόμα και σε τόσο βάθος όσο συνεπάγεται μια νέα θρησκεία, ενσωματώνει παλιές αξίες που επιζούν μέσα σ' αυτόν και παραμένουν η ουσία του... Στην πραγματικότητα, κάθε παλιός, καθιερωμένος πολιτισμός υποτάσσεται μόνο φαινομενικά και τότε συνειδητοποιείται περισσότερο, αγανακτεί και αναπτύσσει έναν αδιάλλακτο πολιτισμικό εθνικισμό...»[5]. Στην Ίμβρο, που σήμερα «όλα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά», τα παραπάνω βρίσκουν την πλήρη τους έκφραση.




Ίμβρος, Αγρίδια, 14/8/1990. Η αποτρόπαια στιγμή της  θυσίας ενός εκ των  ιερών ταύρων
 (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)


Α. Η θυσία

Το έθιμο της θυσίας ζώων, ευρύτατα διαδεδομένο στον ελληνικό και σε όλους σχεδόν τους λαούς κατά την αρχαιότητα αλλά και στις μέρες μας, έχει μελετηθεί διαχρονικά από θρησκειολόγους, αρχαιολόγους, εθνολόγους και λαογράφους. Αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά λατρευτικά έθιμα της αρχαίας θρησκείας που επιβίωσε ως τις μέρες μας και μεταπήδησε στη χριστιανική, διατηρώντας ανέπαφο όχι μόνο τον μαγικό πυρήνα και τον λατρευτικό χαρακτήρα του, αλλά κατά μεγάλο μέρος και το τελετουργικό τυπικό του[6].
Η θυσία ζώου εντάσσεται στους τρόπους προσφοράς τροφής προς το θείο που γίνονται για λόγους εξευμενισμού, αποτροπής κακού −κυρίως αρρώστιας−, εξιλέωσης, ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας. Αυτές οι προσφορές-θυσίες μπορεί να είναι αιματηρές ή αναίμακτες, δημόσιες ή ιδιωτικές, να τελούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα ή επۥ ευκαιρία και έχουν λατρευτικό ή και δεισιδαιμονικό-μαγικό περιεχόμενο.
Η έννοια των προσφορών αυτών είναι συνδεδεμένη και με την ιερότητα του φαγητού. Το κοινό γεύμα συνδέει με ιερούς δεσμούς όσους παίρνουν μέρος σ' αυτό. (Ας θυμηθούμε εδώ και την παροιμιώδη φράση «φάγαμε ψωμί κι αλάτι».) Η θυσία λοιπόν, αιματηρή ή αναίμακτη, είναι ένα κοινό γεύμα ανάμεσα στο θεό και τους πιστούς, που συνδέονται μۥ αυτό τον τρόπο στενά μεταξύ τους.
Η αιματηρή θυσία είναι επιπλέον και προσφορά αίματος. Το αίμα ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή γιατί κλείνει μέσα του ζωτική δύναμη, τονωτική και γονιμική, που τη μεταβιβάζει σ' όσους το δέχονται· γι' αυτό χρησιμοποιείται σε πολλές μαγικοθρησκευτικές πράξεις με καθαρτικό, γονιμικό κλπ. χαρακτήρα (βλέπε  θυσία ταύρου και στην ανάρτηση: http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/10/women-cult-anastenaria-festival.html) .
Στην Ίμβρο, δημόσιες θυσίες (κουρμπάνια) γινόντουσαν, και γίνονται, ως ένα βαθμό (εκτός από το Δεκαπενταύγουστο) του Αγίου Γεωργίου, των Αγίων Αναργύρων, του Αγίου Παντελεήμονος, αλλά και πολλές ιδιωτικές, σε γιορτές αγίων προς εκπλήρωση τάματος για αρρώστια, όπως π.χ. σεληνιασμό. Τα ζώα που σφάζονται είναι ταύροι, αγελάδες, πρόβατα, αρνιά, κατσίκια και όρνιθες[7].
Τα Αγρίδια είναι χωριό ορεινό, χτισμένο στην πλαγιά του Προφήτη Ηλία. Τη δεκαετία του ۥ60 το κατοικούσαν εκατό περίπου οικογένειες Ελλήνων[8]. Στο χωριό, όπως και σε όλα τα χωριά της Ίμβρου, δεν υπήρχαν Τούρκοι και τώρα ακόμα οι κάτοικοι δεν πουλούν ούτε νοικιάζουν σπίτια σε Τούρκους έποικους. Σήμερα μένουν εκεί μόνιμα περίπου εξήντα άτομα ελληνικής καταγωγής, μεγάλης ηλικίας. Οι κάτοικοι, που θεωρούνται απ' τους άλλους Ίμβριους ιδιαίτερα εργατικοί και παραγωγικοί («βγάζουν νερό απ' την πέτρα», λένε χαρακτηριστικά γι' αυτούς), ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το χωριό ήταν πλούσιο, τα σοκάκια του στρωμένα με καλντερίμι, τα σπίτια πέτρινα, διώροφα κατά κανόνα· άδεια τώρα στην πλειοψηφία τους, διατηρούν ωστόσο την παλιά τους αρχοντιά.
 Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, αλλά το πανηγύρι γίνεται στην Κοίμηση, στις 15 Αυγούστου. Το κουρμπάνι αυτής της ημέρας στ' Αγρίδια είναι η πλέον επίσημη πάνδημη δημοτελής θυσία της Ίμβρου. Θυσιάζονται πολλοί ταύροι, που αποτελούν προσφορές των πιστών κυρίως για αρρώστια[9]. Η τελετουργία, όπως την παρακολούθησα τον Αύγουστο του 1990, έγινε ως εξής:
Νωρίς το απόγευμα τα ζώα συγκεντρώθηκαν στο χώρο της θυσίας, η οποία τελέστηκε αρκετά μακριά από την εκκλησία, στην άκρη του χωριού, κάτω από μια καρυδιά. Οι επτά ταύροι-θύματα, τάματα κατοίκων του νησιού αλλά και Ίμβριων της διασποράς, συγκεντρώθηκαν από τους δωρητές το πρωί της παραμονής στο προαύλιο της εκκλησίας όπου και τους ευλόγησε ο ιερέας με την ειδική γι' αυτό τον σκοπό ευχή.


Ίμβρος, Αγρίδια. : οι ιεροί ταύροι έτοιμοι προς θυσία  (παλιότερη φωτογραφία δημοσιευμένη  σε Ιμβριακό περιοδικό , εδώ  από το φωτογραφικό αρχείο του ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών)



Ίμβρος, Αγρίδια. Πάνω και κάτω: παλαιότερες εικόνες από την ευλογία των ιερών, προς θυσία ταύρων από τον ιερέα στην είσοδο του ενοριακού ναού του Ευαγγελισμού (φωτογραφίες δημοσιευμένες  σε Ιμβριακά περιοδικά, εδώ  από το φωτογραφικό αρχείο του ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών)

 

Ίμβρος, Αγρίδια. Πάνω και κάτω: παλαιότερες εικόνες από τη  θυσία των ταύρων,  για σύγκριση και με αυτές του 1990 ( φωτογραφίες δημοσιευμένες  σε Ιμβριακά περιοδικά , εδώ  από το φωτογραφικό αρχείο του ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών)
Εκεί παραβρέθηκαν, εκτός από τους δωρητές, οι θύτες (χασάπηδες οι περισσότεροι, που το θεωρούν τιμή και καλό για τουςίδιους και την οικογένειά τους να λάβουν μέρος στη θυσία) και αρκετοί θεατές, κυρίως άνδρες και παιδιά, αλλά και γυναίκες, που παρακολουθούσαν ωστόσο από κάποια απόσταση τα διαδραματιζόμενα[i]. Ο Γ. Μέγας περιγράφοντας τη θυσία στον Άι-Βλάση, λέει επί λέξει: «ήρξαντο συρρέοντες εις το αλώνιον περί τον ταύρον άνδρες και παιδία, ουδεμία δε γυνή...» [10]. Στα Αγρίδια παρατήρησα πως οι ηλικιωμένες γυναίκες προσέρχονται, αλλά στέκονται απόμερα από το χώρο της θυσίας και παρακολουθούν με δέος και κάποιο αποτροπιασμό την όλη τελετή. 



Ίμβρος, Αγρίδια, 14/8/1990. Το ιερό σφάγιο κρεμασμένο στο δέντρο για να διαμελιστεί για το μαγείρεμα και το μοίρασμα. Δεξιά στο βάθος οι γυναίκες παρακολουθούν από απόσταση (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Μόνο νεότερες κοπέλες, που δεν μένουν πια στην Ίμβρο, πλησίασαν με άνεση το χώρο. Η παρουσία των παιδιών (αγοριών κυρίως) ήταν και εδώ έντονη. Ήταν σοκαρισμένα από το θέαμα και αρκετά έκλαιγαν, λυπούμενα τους μικρούς ταύρους, τους οποίους χάιδευαν μέχρι λίγο πριν από τη σφαγή.
Οι θυσιαστές είναι τρεις-τέσσερις (αφού τα ζώα είναι πολλά και το γδάρσιμό τους θέλει χέρια) και δρουν υπό την άμεση επίβλεψη του γερο-χασάπη των Αγριδιών που ζει ακόμα μόνιμα στο χωριό. Όσο διαρκεί η θυσία κερνιούνται ρακή, ανταλλάσσουν ευχές και προσφέρουν ρακή και στους παριστάμενους. Όλ' αυτά γίνονται σε μια ατμόσφαιρα σοβαρότητας και σεβασμού που υποδηλώνει πως κάτι ιερό συντελείται. Κάθε ζώο, χρώματος μαύρου ως επί το πλείστον, οδηγείται σ' ένα κατωφερές σημείο κάτω απ' το δέντρο. Το ξαπλώνουν και του δένουν σφιχτά τα πόδια. Στη συνέχεια ένας θυσιαστής, αφού σηκώσει το κεφάλι του ζώου ώστε ν' ατενίζει τον ήλιο, το ακουμπάει πάνω σ' ένα κλαδί με φύλλα, πατάει το λαιμό του με το πόδι και αφού σταυρώσει με το μαχαίρι το σημείο της σφαγής το χώνει στο λαιμό του, αφήνοντας το αίμα που χύνεται να τρέξει προς τα κάτω, στην κατωφέρεια όπου γίνεται η θυσία. Το ζώο σχίζεται στην κοιλιά και, αφού αφαιρεθεί το κεφάλι, κρεμιέται στα κλαδιά, γδέρνεται από πάνω προς τα κάτω και τεμαχίζεται σε μεγάλα κομμάτια.

Το θέαμα είναι αποτρόπαιο. Αν δεν υπήρχε η ιερότητα της τελετουργίας, σε τίποτα δε θα διέφερε από μια συνηθισμένη σκηνή σφαγείου.
Κατόπιν το κρέας τοποθετείται σε καλάθια που φορτώνονται σε γάιδαρο και μεταφέρεται στην εκκλησία, όπου αποθηκεύεται σε μια απ' τις αίθουσες του παλιού σχολείου. Αρκετές οικογένειες αγοράζουν απۥ αυτό το κρέας για το σπίτι· το θεωρούν«καλό». Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται με όλα τα ζώα της θυσίας. Τα κεφάλια, τα δέρματακαι τα εντόσθια προσφέρονται στην εκκλησία, που τα βγάζει σε πλειστηριασμό. Η σπάλα κάθε ζώου προσφέρεται στον παπά της εκκλησίας της Παναγίας, λέγεται μάλιστα παροιμιακά στην Ίμβρο η φράση, «η σπάλα του παπά».
Μετά την τέλεση του εσπερινού και αφού έχει αρχίσει πια να βραδιάζει, οι χασάπηδες κόβουν τα κρέατα σε μικρά κομμάτια και τα τοποθετούν σε μεγάλα χαλκωματένια λεβέτια που δανείζουν οι κάτοικοι για την περίσταση ή σۥ αυτά της εκκλησίας.





Ίμβρος, Αγρίδια, 14/8/1990. Πάνω και κάτω: προετοιμασία μαγειρέματος του ιερού σφάγιου  στα καζάνια 
(φωτ. Ελένη Ψυχογιού)



Ίμβρος, Αγρίδια, 14/8/1990. Βράσιμο του  ιερού σφάγιου και της κουρκούτας . Αριστερά, πίσω από τον μάγειρο, η γράφουσα ερευνήτρια, Ε. Ψ.  (φωτ. Γιάννα Ανδρέου)



Ίμβρος, Αγρίδια. 14/8/1990. Το βράσιμο του ιερού σφάγιου (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)


Ίμβρος, Αγρίδια. Βράσιμο ιερής κουρκούτας το 15Ααύγοστο (πηγή: Αικατερινίδης, 1979, πίν. VII, εικ. 1,  δεν αναφέρεται χρονολογία).  Οι άνδρες παρασκευαστές της κουρκούτας φαίνεται να είναι γεωργο-κτηνοτρόφοι με την τοπική ενδυμασία. Το κοινό που παρευρίσκεται είναι μόνο παιδιά και άνδρες ντυμένοι«ευρωπαϊκά» πράγμα που ίσως υποδηλώνει ότι ανήκουν σε διαφορετική κοινωνική ομάδα.Η φωτογραφία πρέπει να έχει τραβηχτεί κατά το Μεσοπόλεμο, αν κρίνουμε απ' το ντύσιμο



Οι Ίμβριοι κρατούν το έθιμο της θυσίας και στις νέες εστίες τους στην Ελλάδα: θυσία κριαριών από Ίμβριους στην Αγία Μαρίνα Αττικής (πηγή: περιοδικό Ίμβρος 1951, τεύχος 51-52)

Εν τω μεταξύ, χαλώντας σε μερικά −τα ίδια κάθε χρόνο− σημεία, που επιδιορθώνονται, το καλντερίμι έξω απ' τον περίβολο της εκκλησίας, ανοίγουν λάκκους όπου ανάβουν οι φωτιές για το βράσιμο του κρέατος και οι γέροντες κουβαλούν με τα ζώα ξύλα για τη φωτιά. Έχει πια νυχτώσει και οι φωτιές φεγγοβολούν, φωτίζοντας το καλντερίμι. Πρώτα μπαίνουν στη φωτιά τα δύο μεγάλα λεβέτια με τα κόκαλα και ένας τέτζερης με εντόσθια-μεζέ για όσους άνδρες θα ξενυχτήσουν για το βράσιμο του κρέατος και της κουρκούτας. Οι μάγειροι είναι άνδρες, συνήθως οι ίδιοι, η όλη τελετουργία εξάλλου (θυσία, παρασκευή γεύματος) είναι αποκλειστικά ανδρική υπόθεση, που τελείται από ένα είδος ιερατείου με προεξάρχοντα τον γερο-χασάπη του χωριού. Η σφαγή, το γδάρσιμο, η μεταφορά, το κομμάτιασμα, η προετοιμασία και το μαγείρεμα του σφάγιου, καθώς και το μοίρασμά του στους πιστούς, γίνονται αποκλειστικά από άνδρες και μάλιστα ηλικιωμένους, πεπειραμένους, «μυημένους»[11].

Ίμβρος, Αγρίδια, 14/8/1990. Παιδιά παίζουν στο προαύλιο της εκκλησίας με άλλα, μικρότερα ζώα προορισμένα για θυσία (πρόβατα, κριάρια) , προσφορές των πιστών από τάμα (φωτ. Ελένη Ψυχογιού) 

Και ενώ οι άνδρες κατά τη διάρκεια της νύχτας ασχολούνται με την παρασκευή της κουρκούτας, οι γυναίκες τελούν τα δικά τους «νόμιμα», που αφορούν τηφροντίδα του νεκρού, της Παναγίας. Οι ηλικιωμένες, μαυροφορεμένες κυρίως, γυναίκες ξενυχτούν μέσα στην εκκλησία το λείψανο της Παναγίας, ψέλνοντας, δηλαδή μοιρολογώντας την κατά κάποιο τρόπο, όπως κάνουν σε πολλά μέρη και για το νεκρό Χριστό τη νύχτα της Μ. Πέμπτης.
Γύρω στα μεσάνυχτα μπαίνουν στη φωτιά τα λεβέτια με το κρέας, που βράζει ως τα χαράματα[12]. Τότε περίπου οι μάγειροι αφαιρούν τα βρασμένα κόκαλα και στο ζουμί τους ρίχνουν το σπασμένο σιτάρι, για να βράσει και να γίνει η «κουρκούτα». Όταν τελειώσει το μαγείρεμα, είναι πια πρωί, ανήμερα της Παναγίας. Η «κουρκούτα» (με το όνομα αυτό εννοείται συχνά και το κρέας και το σιτάρι, κατ' επέκταση) μεταφέρεται με τα λεβέτια στην αίθουσα του σχολείου, όπου το κρέας απλώνεται πάνω στους πάγκους και σκεπάζεται με ειδική σίτα, ενώ η κουρκούτα μένει στα λεβέτια, σκεπασμένη με λαδόκολλες.



Ίμβρος , Αγρίδια, 15/8/1990. Πάνω και κάτω: ευλoγία του μαγειρεμένου ιερού σφάγιου και της ιερής κουρκούτας από τον Επίσκοπο Ίμβρου και Τενέδου (φωτ. Ελένη Ψυχογιού) 
  
Στο κέντρο της αίθουσας τοποθετείται ένα τραπέζι πάνω στο οποίο ακουμπούν ένα πιάτο κρέας και ένα πιάτο κουρκούτα. Μετά την απόλυση της πανηγυρικής λειτουργίας της ημέρας, ο επίσκοπος Ίμβρου και Τενέδου, που χοροστατεί, μπαίνει τελετουργικά, όπως είναι ντυμένος με τα ιερά άμφια, μαζί με τους άλλους ιερείς και τους πιστούς στην αίθουσα όπου είναι η κουρκούτα και διαβάζει πάνω απۥ τα αντιπροσωπευτικά δείγματα που είναι τοποθετημένα στο τραπεζάκι ειδικές ευχές υπέρ υγείας, μακροημέρευσης και εθνικής σωτηρίας τηςΊμβρου, Τενέδου και των λοιπών αλύτρωτων Ελλήνων, και τα ευλογεί. Αφού γευτεί ο ίδιος και οι ιερείς την κουρκούτα αποχωρεί, και ένας ηλικιωμένος άνδρας αρχίζει να «μερνάει», να μοιράζει δηλαδή την κουρκούτα στο εκκλησίασμα. Ο κόσμος έρχεται εφοδιασμένος με ειδικά −συχνά μεγάλου μεγέθους, μια που η κουρκούτα είναι άφθονη− δοχεία, με τα οποία την μεταφέρουν στο σπίτι για να την γευτούν όλα τα μέλη της οικογένειας αλλά και οι επισκέπτες, που δεν λείπουν αυτή την ημέρα από κανένα σπίτι, για υγεία. Αρκετοί τη δοκιμάζουν επιτόπου, ιδιαίτερα οι ξένοι, που μετά τη λειτουργία φεύγουν.






Ίμβρος, Αγρίδια, 15/8/1990. Από πάνω προς τα κάτω: μοίρασμα και παραλαβή  του ιερού, μαγειρεμένου σφάγιου με την κουρκούτα  σε δοχεία από τους πανηγυριώτες,  άνδρες και γυναίκες,  στο προαύλιο της εκκλησίας  για μεταφορά στο σπίτι ή κατανάλωση επιτόπου (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Αυτό είναι «τ’  αντέτι» , όπως λένε, που επαναλαμβάνεται με θρησκευτική ευλάβεια κάθε χρόνο, γιατί «έτσι το βρήκαμε», «για το καλό». Το έθιμο, λόγω των ειδικών συνθηκών, τελείται μέσα σε ατμόσφαιρα βεβαρημένη, πέρα από το δέος που προκαλεί η τελετουργία αυτή καθ' εαυτή, με συγκινησιακό φορτίο που του δίνει τις διαστάσεις μιας πράξης εθνικής αντίστασης. Η Ίμβρος είναι πλέον η μοναδική ίσως περιοχή όπου το έθιμο τελείται ακόμα ως έκφραση μιας γνήσιας λαϊκής θρησκευτικότη­τας, χωρίς ίχνος φολκλορισμού.
Θυσίες κάνουν οι Ίμβριοι και στις νέες τους εστίες, στην Ελλάδα, κυρίως στη Θεσσαλονίκη (Νέα Μηχανιώνα) και την Αθήνα (στην Αγία Μαρίνα στο Λαγονήσι, του Αγίου Φανουρί­ου, στη Σαλαμίνα στη Χάρη της Παναγίας της Ιμβριώτισσας, όπως λέγεται η εκκλησία που έχτισαν, το Δεκαπενταύγουστο), μόνο που δεν θυσιάζονται ταύροι αλλά κριάρια.


Ίμβρος, Αγρίδια, νεκροταφείο, 15/8/1990.  Τρισάγιο στα μνήματα από τον Επίσκοπο Ίμβρου και Τενέδου. Δεξιά, γυναίκα κρατάει  τις νεκρικές προσφορές (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Β. Τα νεκρόδειπνα

Οι προσφορές τροφών στους νεκρούς αποτελούν επιβίωση μιας πανάρχαιας νεκρολατρείας που, αν και αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία περί ψυχής, εντάχθηκε ωστόσο στη χριστιανική λατρεία.
Τόπος της λατρείας αυτής είναι τα νεκροταφεία και οι τάφοι. Ο τάφος είναι ο οίκος και ο τόπος ανάπαυσης του νεκρού, μέσα στον οποίο πιστεύεται ότι ζει την ατομική του ζωή που συνδέ­εται και με τη ζωή του γένους του. Στους τάφους-οίκους τελούνται από την αρχαιότητα τα«νόμιμα», οι προσφορές δηλαδή προς το νεκρό, που είναι τροφή στερεή (ψωμί, μειλίγματα, καρποί) ή υγρή (κρασί, λάδι, νερό), για τη συντήρηση και την ευχαρίστησή του.
Η προσφορά τροφής προς το νεκρό, που αρχίζει πριν από την ταφή, με την τοποθέτηση ψωμιού στο μέρος που ξεψύχησε, συνεχίζεται με τροφές που τοποθετούνται μέσα στο φέρετρο ή πάνω στον τάφο του. Στο νεκρικό τραπέζι (παρηγοριά), όπου συμμετέχουν συγγενείς και χωριανοί, συντρώει και ο νεκρός, όπως και στα τραπέζια που γίνονται σε τακτά διαστήματα, σταμνημόσυνα. Οι προσφορές αυτές, εκτός απ' την ικανοποίηση της ψυχής στον κάτω κόσμο, όπου ο νεκρός συνεχίζει τη ζωή του, εξασφαλίζουν και την επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς, μέσα απ' τη φροντίδα της παρασκευής τους και τη συνεστίαση στον τάφο, πράγμα που αποτρέπει τη λησμονιά και συντηρεί τη μνήμη του.
Κατά βάθος όμως, οι προσφορές αφορούν την άλλη πλευρά του νεκρού, τη δαιμονική ιδιότητά του. Ο νεκρός συν τω χρόνω ανέρχεται στη χώρα του«δαίμονος», δηλαδή ταυτίζεται με το θείο και ο τάφος είναι ο βωμός του. Όπως οι άνθρωποι θυσιάζουν και προσφέρουν χοές στον τάφο του ήρωα −ή, στη χριστιανική θρησκεία, του άγιου, (ας μην ξεχνάμε ότι και ο ναός με την Αγία Τράπεζα είναι ένα είδος τάφου-βωμού του άγιου στο όνομα του οποίου είναι χτισμένη και λείψανα του οποίου συχνά περιέχει)−, έτσι προσφέρουν και στον τάφο-βωμό του νεκρού. Ηρωοποιημένος πλέον, ο νεκρός έχει περάσει μέσα από τον κοινό χαρακτήρα του δαίμονα στη σφαίρα των θεϊκών-υπερφυσικών όντων. Οι προσφορές αυτές σήμερα γίνονται σε τακτές περιπτώσεις, ιδιαίτερα τα Ψυχοσάββατα και την Πεντηκοστή, οπότε πιστεύουν ότι οι ψυχές κυκλοφορούν ελεύθερες, τη Μ. Παρασκευή, το Δεκαπενταύγουστο κ.α., και αποβλέπουν στο να εξευμενίσουν, να ευχαριστήσουν ή να εξιλεώσουν τον δαίμονα-νεκρό.
Επιπλέον, η προσφορά καρπών που συνδέονται με τη γονιμική λειτουργία των πνευμάτων διατηρεί τον τύπο των «απαρχών», δηλαδή των πρώτων ώριμων καρπών που θυσιάζονται, προσφέρονται στο θείο, πριν τους γευτεί ο άνθρωπος.



Ίμβρος, Αγρίδια, νεκροταφείο, 15/8/1990.  Τρισάγιο στα μνήματα από τον Επίσκοπο Ίμβρου και Τενέδου
 (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)



Ίμβρος, Αγρίδια, νεκροταφείο, 15/8/1990.  Τρισάγιο στα μνήματα από τον Επίσκοπο Ίμβρου και Τενέδου. Εμπρός, πάνω στον  τάφο, φαίνεται το καλάθι με τις νεκρικές προσφορές (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Στα Αγρίδια, το μεσημέρι του Δεκαπενταύγουστου, μετά τη θεία λειτουργία και το μοίρασμα της «κουρκούτας», ο επίσκοπος και οι ιερείς μαζί με τους κατοίκους του χωριού, γυναίκες και άνδρες κάθε ηλικίας, πηγαίνουν στο νεκροταφείο. Προηγουμένως, ή και ταυτόxρoνα, oι γυναίκες έχουν τοποθετήσει σε μια απ' τις γωνίες του οικογενειακού τους τάφου έναν όμορφα στολισμένο δίσκο, ο οποίος περιέχει γλυκίσματα (λουκούμια, μπακλαβά, κλπ.) και φρούτα εποχής (καρπούζι, σταφύλια, ροδάκινα κ. ά.), και καθισμένες πάνω στους τάφους, συζητούν και κερνιούνται από τους δίσκους συγχωρώντας τους νεκρούς. Η έννοια των «απαρχών» ήταν εντονότερη παλιότερα, που πρόσφεραν ψωμί φτιαγμένο απ' το καινούργιο σιτάρι κάθε χρονιάς, το «αυτόζυμο» ή«γοργό», δηλαδή επτάζυμο.





Ίμβρος, Αγρίδια, νεκροταφείο, 15/8/1990. Νεκρικές προσφορές (καρπούζι και γλυκά)  στον τάφο που θα μοιραστούν  και  αναλωθούν επιτόπου (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)


Ίμβρος, Αγρίδια, νεκροταφείο, 15/8/1990.  Κεράσματα για τις ψυχές των νεκρών 
(φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Όταν φτάσει ο δεσπότης και οι ιερείς, συγκεντρώνονται όλοι στο κέντρο του νεκροταφείου, μπροστά στο εκκλησάκι που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Μόδεστο, που είναι προστάτης των γεωργών και των αροτριώντων ζώων.
Εκεί ο επίσκοπος ψάλλει γονατιστός ειδική δέηση και κάνει ομαδικό τρισάγιο για όλες τις ψυχές, όπου αναπέμπει ευχές υπέρ των ζώντων και αλύτρωτων Ελλήνων και μνημονεύει τους νεκρούς. Στη συνέχεια πηγαίνει, κατόπιν προσκλήσεως, στους τάφους και διαβάζει τρισάγιο, καθώς και οι ιερείς. Τους προσφέρουν από τα μειλίγματα των δίσκων και όλοι συνεχίζουν να αλληλοκερνιούνται, λέγοντας, «Θεός σχωρέσۥ τον», δηλαδή ότι «θυμούμαστε και τους νεκρούς, μέρα που είναι», όπως λένε χαρακτηριστικά, εξηγώντας τα δρώμενα.
Σημειωτέον ότι ομαδική δημόσια έξοδος στους τάφους και προσφορά στους νεκρούς, κατά τη μαρτυρία τους, γίνεται μόνο αυτή την ημέρα στ' Αγρίδια.



Ίμβρος, 15/8/1990. Η πανηγυρική λειτουργία του 15Αύγουστου στον ενοριακό ναό  της Κοίμησης, στην Παναγία, πρωτεύουσα το νησιού (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Γ. Παρατηρήσεις
Το πανηγύρι της Παναγίας στ' Αγρίδια με τις τελετουργίες που περιγράφηκαν λεπτομερώς περιέχει αρκετά ενδιαφέροντα, άξια προς παρατήρηση στοιχεία, που μπορεί να οδηγήσουν τον ερευνητή σε παραπέρα έρευνα σχετική με την αδιάσπαστη πολιτισμική συνέχεια στο νησί και την ευρύτερη περιοχή:
α. Είναι εντυπωσιακή η διάδοση της λατρείας της Παναγίας στο νησί, όπως και σ' όλα τα νησιά του Αιγαίου άλλωστε. Όλα σχεδόν τα χωριά του έχουν την κύρια εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου ή σε άλλη γυναίκα-αγία (όπως π.χ. στην Αγία Μαρίνα, στο Κάστρο). Τα περισσότερα απ' τα διακόσια πενήντα ξωκλήσια του νησιού είναι επίσης αφιερωμένα στην Παναγία[13]. Είναι αξιοσημείωτο ότι και η πρωτεύουσα της Ίμβρου ονομάζεται Παναγία, καθώς και ότι οι Ίμβριοι της Αττικής ίδρυσαν στη Σαλαμίνα εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση, την Παναγία την Ιμβριώτισσα, που τείνει να γίνει το νέο πανιμβριακό προσκύνημα.
Εκτός απ' το επίσημο κουρμπάνι στ' Αγρίδια, γίνονται ιδιωτικές θυσίες και σε όλες τις εκκλησίες και τα ξωκλήσια που γιορτάζουν την Κοίμηση, την επομένη της γιορτής ή στα εννιάμερα της Παναγίας (23 Αυγούστου).
β. Το έθιμο της θυσίας ζώων είναι ευρύτατα διαδεδομένο στο νησί. Από το μήνα Μάιο, μέχρι και τον Σεπτέμβρη, που γίνονται τα πανηγύρια, κάνουν θυσίες, είτε βοοειδών είτε προβάτων. Αλλά και στις νέες εστίες τους, στην Ελλάδα, οι Ίμβριοι κάνουν πολλές θυσίες και μάλιστα πάντοτε με μεγάλο αριθμό θυμάτων[14].
γ. Το πάνδημο, πανιμβριακό κoυρμπάνι γίνεται στην επέτειo της Κοίμησης της Παναγίας, την ημέρα δηλαδή της κηδείας της. Το γεγονός μας φέρνει στο νου τις «παρηγοριές», το κοινό τραπέζι την ημέρα της κηδείας, προσφορά δηλαδή σε νεκρή, χθόνια γυναικεία θεότητα. Μερικά τυπολογικά γνωρίσματα της λατρείας εξάλλου, όπως είναι το μαύρο −κατά κανόνα− χρώμα των θυμάτων και η τέλεση της θυσίας σε κατωφέρεια ώστε να εξασφαλίζεται η ροή του αίματος προς τα κάτω, ανάγουν στο τυπικό της αρχαίας θυσίας σε χθόνιες θεότητες.
δ. Η τέλεση την ίδια μέρα ομαδικού, επίσημου νεκρόδειπνου στο νεκροταφείο με συμμετοχή του επισκόπου υποδηλώνει μια ευρύτερη λατρευτική εκδήλωση προς όλους τους νεκρούς, τις χθόνιες δηλαδή θεότητες-δαίμονες.
ε. Ο πάνδημος, πανιμβριακός χαρακτήρας του εθίμου, ο εντυπωσιακός αριθμός των σφαγίων σε σχέση με το μέγεθος και τον πληθυσμό του νησιού, σε αντίθεση μάλιστα με τις θυσίες σε άλλες περιοχές, όπου το θύμα είναι ένας μόνο ταύρος, η τήρηση αρκετών στοιχείων του τυπικού της τελετουργίας σε συνδυασμό με την ανεπιφύλακτη, επίσημη συμμετοχή της εκκλησίας[15], προδίνουν μια αρχαϊκότητα που υποδηλώνει παλιά και παγιωμένη παράδοση του εθίμου και της μεγάλης γιορτής.
στ. Θυσία ταύρου στην Κοίμηση της Παναγίας, όπως είδαμε, συναντάμε σε λίγες σχετικά περιοχές. Είναι ενδιαφέρον το ότι οι περισσότερες απ' αυτές ανήκουν στον θρακικό χώρο (Θράκη και Θρακικά Νησιά). Γίνεται επίσης στη Λέσβο, τις Β. Σποράδες και την Εύβοια. Αυτόν το χώρο, γεωγραφικά και πολιτισμικά, τον ενώνει το Βόρειο Αιγαίο. Σ' αυτές τις περιοχές, όπου επιβίωνε ως την ύστερη αρχαιότητα και πελασγικός πληθυσμός, υπήρχε λόγω της επικοινωνίας από θαλάσσιους δρόμους κοινή πολιτισμική και λατρευτική παράδοση.
Η κοινή λατρευτική παράδοση στην αρχαιότητα ήταν η προελληνική, πελασγική θρησκεία των Καβείρων, η οποία, με επίκεντρο τη Σαμοθράκη, ήταν διαδεδομένη στην περιοχή.
Πρόκειται για μιαν ανεξιχνίαστη ως προς την καταγωγή και το λατρευτικό τυπικό της, ακόμα και για τους αρχαίους, μυστηριακή θρησκεία, δεύτερη σε σπουδαιότητα μετά τα Ελευσίνια μυστήρια. Η Ίμβρος, που διατηρούσε αμιγή πελασγικό πληθυσμό και πολιτισμό ως τον 50 π.Χ. αι., οπότε την εποίκησαν οι Αθηναίοι, ήταν από τα πιο σημαντικά κέντρα της λατρείας των χθόνιων θεοτήτων των Καβείρων, λατρεία που σεβάστηκε η μητροπολιτική Αθήνα και οι έποικοι, οι οποίοι μάλιστα την ενστερνίστηκαν[16]. Η θρησκεία των Καβείρων περιελάμβανε και xθόνιες γυναικείες θεότητες της γονιμότητας, κάτι αντίστοιχο του τρίπτυχου Δήμητρα - Κόρη - Άδης (Αξίερος - Αξιόκερσα - Αξιόκερσος). Στην Ίμβρο έχει εντοπιστεί μεγάλο ιε­ρό προς τιμήν του καβείριου θεού Ίμβραμου-Ερμή, που ήταν ψυχοπομπός, σε τοποθεσία της περιοχής των Αγριδιών, στον Άγιο Δημήτριο.
Απ' όλα τα θρακικά νησιά, η Ίμβρος προσηλυτίστηκε τελευταία στον Χριστιανισμό, κατά πάσα πιθανότητα τον 50 μ.Χ. αι., από τον Κόνωνα. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα που περιγράφει τον εκχριστιανισμό της Ίμβρου: «Σ' ένα ειδωλολατρικό πανηγύρι στ' Αγριδιανό βουνό, παρουσιάστηκε ο Κόνων απ' την Ανατολή και τους εδίδαξε για το Χριστό. Όταν τον έδιωξαν οι ειδωλολάτρες, έγινε σεισμός, όπως τους προείπε ο Κόνων, και κατέστρεψε ναούς, ανθρώπους και ζώα. Αυτό το μέρος ονομάζεται "θαμμένη γη"»[17]. Κατά μια άποψη, η μύηση στα Καβείρια μυστήρια τελούνταν τους καλοκαιρινούς μήνες, από το τέλος Μαΐου ως τον Σεπτέμβριο[18].
Να δείχνουν άραγε όλ' αυτά πως η πάνδημη λατρεία της Κοίμησης της Θεοτόκου και το πανηγύρι της Παναγίας στ' Αγρίδια με τη θυσία-εκατόμβη ταύρων και τα νεκρόδειπνα ανακρατούν στοιχεία μιας πανάρχαιας ντόπιας λατρείας προς τις χθόνιες γυναικείες θεότητες της γονιμότητας; Η συντηρητική δύναμη της παράδοσης, και μάλιστα της λατρευτικής, είναι μεγάλη. Ο ευρύτερος εξάλλου χώρος της Θράκης είναι από τους τόπους που κατεξοχήν διατήρησαν πανάρχαια δρώμενα και τελετουργίες, όπως τις θυσίες, γονιμικές μιμικές παραστάσεις, τ' αναστενάρια κλπ. Το θέμα χρειάζεται συστηματική επιτόπια έρευνα και μελέτη άλλων, παράλληλων πολιτισμικών στοιχείων.
Το ζήτημα είναι, ως πότε θα υπάρχουν στην Ίμβρο κάτοικοι ελληνικής καταγωγής που θα συντηρούν την ελληνική πολιτισμική συνέχεια, σε πείσμα των καιρών;



Αύγουστος 1990.  Μετά την Ίμβρο, προσκύνημα της γράφουσας, Ελένης Ψ., στα τείχη της Τροίας (φωτ. Γιάννα Ανδρέου)


Η παρουσίαση της Ελένης από τον Πάρη στον Πρίαμο και την Εκάβη, στο παλάτι της Τροίας.  Ταχυδρομικό δελτάριο. Ισπανίa,  Zaragoza, ταπισερί στον  καθεδρικό ναό de la Seo, Cumplimientos de las Profesias del Salvador. S. XVI.


[1]Ανακοίνωση στο Πανιμβριακό Συνέδριο Αθήνα, lούνιος 1991. 
[2] Το ταξίδι μου είχε περιηγητικό χαρακτήρα και ομολογώ πως βρέθηκα εντελώς απροετοίμαστη να παρακολουθώ και να προσπαθώ να καταγράψω τα διαδραματιζόμενα. Θα ήταν ευτυχές έργο να οργανωθεί κάποια ομάδα έρευνας για να μελετήσει και να καταγράψει επιτόπου τα στοιχεία του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού που απέμειναν, όσο είναι ακόμα καιρός.
[3] Ο ελληνικής καταγωγής πληθυσμός της Κων/πόλεως, της Ίμβρου και της Τενέδου, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης (24.7.1923), δεν ανταλλάχθηκε αλλά παρέμεινε υπό την τουρκική κυριαρχία. Σύμφωνα με τη Συνθήκη, οι ελληνικής καταγωγής χριστιανοί, όπως και οι άλλοι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Τουρκίας, έχουν δικαίωμα να μιλούν και να διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα, να διατηρούν τον πολιτισμό και τη θρησκεία τους, κλπ. Το πόσο τηρήθηκαν όλ' αυτά από τις τουρκικές κυβερνήσεις είναι γνωστό (βλ. Τενεκίδης 1986).
[4] Φθάνουν Ίμβριοι όχι μόνον από την Πόλη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, αλλά και την Αμερική, τη Β. Ευρώπη, την Αυστραλία, την Αφρική. Για μερικούς, το «κάλεσμα» είναι τόσο δυνατό, που ακόμα κι αν έχουν αποφασίσει για κάποιους λόγους να μην πάνε στην Ίμβρο, τους είναι αδύνατο να μη βρεθούν εκεί το Δεκαπενταύγουστο. Είχα προσωπική εμπειρία ενός περιστατικού τέτοιου είδους. Ίμβρια, γιατρός το επάγγελμα, που μένει μόνιμα στη Ρόδο, ξύπνησε την παραμονή της Παναγίας στο σπίτι της και κατάφερε να βρίσκεται το βράδυ της ίδιας ημέρας, στον Εσπερινό της Παναγίας, στ' Αγρίδια! Για όσους ξέρουν τις αποστάσεις, τις συγκοινωνιακές δυσκολίες και τις διατυπώσεις που απαιτούνται είναι ευνόητο ότι πρόκειται περί άθλου.
[5]Βλ. Braudel 1990.
[6] Βλ. Αικατερινίδης 1979. Σύμφωνα με την τουρκική απογραφή του 1951, το χωριό Αγρίδια είχε 1076 Έλληνες κατοίκους (βλ. περ. Ίμβρος, 51-52 [1951]) και 171 μαθητές στο δημοτικό σχολείο του. Στο χωριό εκτρέφονταν τα περισσότερα γιδοπρόβατα του νησιού.
[7]Βλ. Αικατερινίδης 1979:. 25-26, 93-96. Στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, το κουρμπάνι της Παναγίας στις 15 Αυγούστου είναι από τα λιγότερο διαδεδομένα. Έχουμε μαρτυρίες ότι γινόταν ή γίνεται ακόμα στη Θράκη και τα Θρακικά νησιά, τις Β. Σποράδες, την Εύβοια, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, τη Μικρά Ασία και τα Δωδεκάνησα (βλ. Αικατερινίδης 1979: 93-96).
[8] Σχετικά με την ίδρυση της εκκλησίας στ’ Αγρίδια καθώς και αιτιολογική παράδοση της προέλευσης της εκεί θυσίας, βλ. Αικατερινίδης 1979: 96. Όταν ζήτησα από μια Αγριδιανή γερόντισσα που μένει τώρα στην Αθήνα να μου εξηγήσει γιατί ενώ η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό, το πανηγύρι γίνεται στην Κοίμηση της Παναγίας, μου απάντησε, «έτσι το βρήκαμε» και συμπλήρωσε πως όταν κάποτε ένας προύχοντας πρότεινε να σταματήσει η θυσία και το πανηγύρι, ακριβώς επειδή δεν ταίριαζε με την αφιέρωση της εκκλησίας, του ψόφησε το ένα απ’ τα δύο βόδια που είχε για το ζευγάρι. Έτσι τον επόμενο χρόνο το πανηγύρι ξανάγινε και ο προύχοντας θυσίασε το άλλο βόδι στη χάρη Της. Όχι μακρυά από τ’ Αγρίδια πάντως, κοντά στο Σχοινούδι, στη θέση Μεσάδι, είναι το εκκλησάκι της Παναγιάς της Μπαλωμένης, αφιερωμένο στην Κοίμηση, στο οποίο γίνεται επίσης πανηγύρι την επομένη του 15Αύγουστου, με θυσία και εγκοίμηση των πιστών στο χώρο του. Εκεί υπάρχει επίσης και πηγή.
[9] Παλιότερα σφάζονταν 12-15 ταύροι (αξίας, σήμερα 1.500.000 δρχ. περίπου) ή και περισσότεροι. Για τη σύγκριση του τυπικού της θυσίας στ' Αγρίδια με το τυπικό της θυσίας γενικότερα, πβ. Αικατερινίδης 1979: 166-172.
[10] Βλ. Μέγας 1911: 152.
[11] Η ενασχόληση των ανδρών με το ψήσιμο των σφαγίων στις τελετουργίες του γάμου, των πανηγυριών, των γιορτών (Πάσχα) κ.λπ. είναι παραδοσιακή.
[12] Παλιότερα, μόνο για το κρέας, χρειαζόντουσαν 12-13 λεβέτια. (βλ. Αικατερινίδης, 1979, πίν. VII, εικ. 1).  Οι άνδρες παρασκευαστές της κουρκούτας είναι γεωργοκτηνοτρόφοι με την τοπική ενδυμασία. Το κοινό που παρευρίσκεται είναι μόνο παιδιά και άνδρες ντυμένοι«ευρωπαϊκά» πράγμα που ίσως υποδηλώνει ότι ανήκουν σε διαφορετική κοινωνική ομάδα.
[13] Στις κορυφές των δύο ψηλότερων ηφαιστειογενών βουνών της Ίμβρου, του Προφήτη Ηλία (Αγριδιανό βουνό) και της Αρασιάς, υπάρχουν ξωκλήσια της Παναγίας, η Παναγιά Μνημορίτσα και η Παναγιά Αρασιανή, αντίστοιχα. Άλλα ξωκλήσια αφιερωμένα στη Χάρη της είναι η Παναγιά Καταβιρνή (=καταβορεινή), Παναγιά Μπαλωμένη, Παναγιά Ταξιδιανή κ.ά. Ξωκλήσια και εκκλησίες είναι αφιερωμένες και στην Αγία Μαρίνα, Αγία Άννα, Αγία Θεοδώρα, Αγία Παρασκευή, Αγία Ελένη κ.ά.
[14] Παραδείγματος χάρη, στην Αγία Μαρίνα Αττικής όπου μένουν το 1989, στην γιορτή του Αγίου Φανουρίου που έκαναν οι Ίμβριοι, θυσιάστηκαν 49 κριάρια. Σημειώνω πως κατά το 1951 εκτρέφονταν στην Ίμβρο 988 βόδια (βλ. περ. Ίμβρος, 51-52 [1951]).
[15] Σε αρκετά μέρη ασκήθηκε κατά καιρούς από την Εκκλησία αυστηρή πολεμική κατά των θυσιών, ως ειδωλολατρικού εθίμου.
[16] Βλ. Ανδρέου και Ανδρέου 1991. Πβ. και «...Το κυριότερον όμως κέντρον της λατρείας των Καβείρων, ένθα διετήρησεν αύτη την αρχαίαν σπουδαιότητά της μέχρι των ελληνικών και ρωμαϊκών χρόνων και απετέλεσε την φωτοβόλον εστίαν της, είναι η άλυσις των νήσων ήτις επεκτείνεται εκ της Ευβοίας μέχρι του Ελλησπόντου και όπου ακριβώς όλαι αι παραδόσεις της Ελλάδος δεικνύουν την μέχρι πολύ βραδείας εποχής διακρινομένην των Ελλήνων καθαράν πελασγικήν φυλήν, ευρούσαν το τελευταίον καταφύγιόν της..» (βλ. Λέτσας 1952, τ.2, σ. 287).
[17] Βλ. Ζαφειριάδης 1971: 260-261.
[18]Βλ. Κουρτίδης 1934: 42.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ


ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΙΔΗΣ Γ. Ν., 1979, Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες. Λειτουργία-μορφολογία-τυπολογία, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα.
ΑΝΔΡΕΟΥ Γιάννα και ΑΝΔΡΕΟΥ Ηλίας, 1991, «Η Ίμβρος στην αρχαιότητα», Αρχαιολογία και τέχνες 41, σ. 92-100.
BRAUDEL Fernand, 1990, Η Μεσόγειος. Ο χώρος και η ιστορία, μτφ. Έφη Αβδελά - Ρίτα Μπενβενίστε, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
−, 1991, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, τόμος Α΄, Ο ρόλος του περίγυρου, μτφ. Κλαίρη Μητσοτάκη, έκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα.
ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ Π., [1971], «Εκκλησιαστική ιστορία της Ίμβρου», Θρακικά 45, σ. 259-297.
ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Γ., 1934, Τα αρχαία ελληνικά μυστήρια, εν Αθήναις.
ΛΕΤΣΑΣ Αλέξανδρος Ν., 1952, Μυθολογία της γεωργίας, τ. Ι, II, ΙΙΙ, Θεσ/νίκη.
ΜΕΓΑΣ Γεώργιος Α., 1911, «Θυσίαι ταύρων και κριών εν τη Βορειοανατολική Θράκη», Λαογραφία 3, σ. 148-171.
ΤΕΝΕΚΙΔΗΣ Γεώργιος, 1986, Ίμβρος και Τένεδος, Θεσσαλονίκη.


No comments:

Post a Comment