Tuesday, October 14, 2014

Νεοελληνική μυθολογία. Στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης. Ανιχνεύοντας τους μύθους στα σύγχρονα παραδοσιακά τραγούδια: τα "μανουσάκια" και η αρπαγή της Κόρης







...Έπειτα πιάνω ολημερίς το τραγούδι,
τόσο που ξεχνώ και να φάω.

Προφορικός δόθηκε ο κόσμος λέω'

ποια χρεία να τον ζήσουμε γραπτό;

Και ξεμαθαίνω κάθε μέρα

γραφή και ανάγνωση.



(απόσπασμα από το ποίημα του  Χρήστου Ντάντου, "Μετανοημένος γραφιάς"  από τη συλλογή "Επί ανέμων ασπαλάθων κι απήγανων", Οροπέδιο, 2014] 

(Για το μύθο της υποχθόνιας κόρης/νύφης βλ. και http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2016/05/blog-post.html)



[Προ-δημοσίευση εδώ, με αφορμή την αρχαιολογική αποκάλυψη και τη δημοσιογραφική δημοσίευση  του ψηφιδωτού της Αρπαγής από το ταφικό μνημείο του λόφου Καστά, στην Αμφίπολη. 
Απόσπασμα από το υπό δημοσίευση κείμενό μου:  «”Γέροι” και “Γενίτσαροι”, θρησκευτικές θιασικές ομάδες στη ΒΔ Πελοπόννησο: συμβολή στην ερμηνεία  των δρώμενων και στην ιστορία του λαϊκού φαντασιακού», ανακοίνωση στην Επιστημονική Ημερίδα:  «Διαβατήρια και ευετηριακά δρώμενα.  ανακοίνωση στην Επιστημονική Ημερίδα:  «Διαβατήρια και ευετηριακά δρώμενα. Παλαιές μορφές – σύγχρονοι προβληματισμοί – νέες ερμηνείες», οργάνωση Δήμος Θηβαίων, ΚΕΕΛ Ακαδημίας Αθηνών, Παραδοσιακός Σύλλογος «Ο Βλάχικος Γάμος», Θήβα  23/9/ 2011, υπό έκδοση. Στην τελική, ολοκληρωμένη του έκδοση θα δημοσιευτεί και η σχετική βιβλιογραφία. 
Το παρακάτω δημοσίευμα αποτελεί  μέρος της ανάλυσης  των τραγουδιών που επιτελούνται κατά  το  αγερμικό δρώμενο της Πρωτομαγιάς  "Ο Μάης", στο παραπάνω, υπό έκδοση,  κείμενο ].




Μανουσάκια στο ποτήρι να σε φίληγα στα χείλη... (γύρισμα από το δημοτικο τραγούδι "Τα μανουσάκια")

Προλεγόμενα 


Η Αντζουλίνα, όταν την γνώριζα,  ήταν  κόρη της κυρά-Μάχης, φυλακίδας στο "πασσάγιο" της πάλαι ποτέ σιδηροδρομικής γραμμής Πειραιώς-Αθηνών-Κυπαρισσίας, στο σημείο που το τρένο  έμπαινε στα Λεχαινά από την κατεύθυνση της Πάτρας και διασταυρωνόταν με την εθνική οδό Πατρών-Πύργου,  πολύ κοντά στο σπίτι όπου έμενα. Τον πατέρα της δεν τον θυμάμαι καθόλου, ωσάν να μην είχε, αφού την έβλεπα συνεχώς στο πασσάγιο με τα αδέλφια της και την μητέρα τους, εργαζόμενη γυναίκα σε τέτοιο πόστο εκείνη την εποχή να τα φροντίζει (όπως θεωρούσα) μόνη, "Μάχη" όνομα και πράγμα, στα μάτια μου. Η Αντζουλίνα λοιπόν, συμμαθήτρια κάποιων από τα μικρότερα αδέρφια μου καθώς έχανε τάξεις, δεν τα πήγαινε και τόσο καλά με τα γράμματα, ήταν όμως άσσος στο να πηγαίνει στον κοντινό υγρότοπο της Δροσελής και να μαζεύει  υδροχαρείς και ευωδιαστούς  υάκινθους,  τα λεγόμενα τοπικά  μανουσάκια ή σπέντζες. Την θυμάμαι από τον Γενάρη μέχρι αρχές Μάρτη, παρόλο το κρύο, να επιστρέφει από τη Δροσελή  δροσερή-δροσερή και κόκκινη από το κρύο, με ένα φαρδύ καλάθι περασμένο στο μπράτσο της στο ύψος του αγκώνα, ξέχειλο με μανουσάκια που πέρα από την ομορφιά τους, την περιέβαλλαν και με τη μεθυστική ευωδιά τους, που την ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή, έως και την αγορά, όπου τα πουλούσε ματσάκια-ματσάκια. Καθώς η εποχή που τα μάζευε συνέπιπτε και με τους γραπτούς σχολικούς διαγωνισμούς του χειμερινού εξαμήνου, τότε ζήλευα την Αντζουλίνα και πολύ θα ήθελα να ήμουν στη θέση της, να μαζεύω μανουσάκια στη Δροσελή αντί να διαβάζω μαθηματικά και γεωμετρία. Εκτός όμως από τη ζηλευτή για μένα ελευθερία της,   η Αντζουλίνα με τα μανουσάκια στο καλάθι ταυτιζόταν στη φαντασία μου  και με την μυστηριώδη ηρωίδα ενός δημοτικού τραγουδιού, που μαζεύει επίσης μανουσάκια, αγαπημένου τραγουδιού του πατέρα μου και πολλών άλλων, συγγενών και μη,  που το έλεγαν "τα μανουσάκια" και που το τραγουδούσαν τότε και το χόρευαν με πάθος -μαζί τους και εγώ- τις απόκριες αλλά και σε γάμους, πανηγύρια κ.λπ. Για αυτή την  κόρη του τραγουδιού θα μιλήσουμε παρακάτω, καθώς η εικόνα της συνδυαστικά με αυτήν της Αντζουλίνας (της οποίας την μετέπειτα καριέρα ως τραγουδίστριας στα πανηγύρια είχα ζηλέψει επίσης) είχε στοιχειώσει μυστηριωδώς τη φαντασία μου από μικρή ηλικία:


Εμένα η μάνα μ' έστειλε να μάσω μανουσάκια...

".... Τα παραδοσιακά τραγούδια στο πλαίσιο της τελετουργικής επιτέλεσης είναι σύμφυτα με τις δράσεις. Έτσι το αφηγηματικό  περιεχόμενό τους δεν είναι μόνον ποιητικά μεταφορικό αλλά −ανάλογα με το κοινωνικό και το συμβολικό πλαίσιο της επιτέλεσης−  συμβαδίζει με ή περιγράφει κάτι που γίνεται (ή γινόταν κάποτε και εξέπεσε) τελετουργικά ως θεατρική αναπαράσταση, ως δρώμενο. Δηλαδή  αποτελεί τη μυθική αφήγηση κάποιας  ιεροπραξίας (λατρευτικής, μαγικής) που επιτελούν μιμούμενοι, χορεύοντας και  τραγουδώντας ή/και παρακολουθώντας  οι συμμετέχοντες, οι οποίοι είναι και φορείς της θρησκευτικής, μυθικής  αφήγησης της όποιας επιτελούμενης εποχικής τελετουργίας και των κρυφών και φανερών σημασιών της[1].


Γλέντι Καθαρής Δευτέρας στο  χτήμα Γηρύνιου, στα Λεχαινά Ηλείας, το 1920, περίπου. Στα ποτήρια και στα πέτα  ανδρών και γυναικών τα μυριοτραγουδισμένα μανουσάκια/υάκινθοι (πηγή: Ελένη Ψυχογιού, Λεχαινά. Ο τόπος, τα σπίτια, καλλιτεχνική επιμέλεια Σωσώ Κατσούφη-Σεβδαλή, εκ παραδρομής, Λεχαινά 1987, σελ. 71, εικ. αρ.36)

Φέρνω εδώ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ακόμα  «αθώου», εκ πρώτης όψεως,  με την έννοια ότι δεν φαίνεται να έχει κάποια ιερή ή θρησκευτική σημασία, τραγουδιού[2]:

… Εμένα η μάνα μ’ έστειλε να μάσω μανουσάκια ―μανουσάκια μανουσάκια όμορφά μου κοριτσάκια―
 Σαν πήγα εγώ τα έμασα και τα ’κανα  ματσάκια ―μανουσάκια μανουσάκια όμορφάμου κοριτσάκια―
 Σαν τι τον έχεις τον παπά που κάθεται στην μπάντα; ―μανουσάκια μανουσάκια μόσχος και γαρυφαλάκια
Τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό και ’γώ τον έχω μπάρμπα…[3]


http://arcadia.ceid.upatras.gr/tragoudi/song_view.php?song=138 ]



επιτέλεση μαζί με το "...σιγά αμαξά την άμαξα...",   σε video




…Εμένα η μάνα μ’ έστειλε να μάσω μανουσάκια
-μανουσάκια μανουσάκια
όμορφά μου κοριτσάκια-
ώρε σα μπήγα και τα έμασα
και τά ’κανα ματσάκια
-μανουσάκια μανουσάκια
μόσχος και γαρυφαλάκια-
Μωρέ σαν τι τον έχεις το μ παπά
που κάθεται κοντά σου;
Τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό
και ’γω τον έχω μπάρμπα
-μανουσάκια μανουσάκια
μόσχος και γαρυφαλάκια-…

 [Τραγουδούν ομαδικά κάτοικοι (κυρίως γυναίκες) στα «καρφώματα» (στόλισμα των προικιών), στο γάμο της Δ.Τ., την Πέμπτη, 17 Αυγούστου 1978, στο χωριό Σκιαδά Τριταίας Αχαΐας ( ΚΕΕΛ, χ/φο 4100, σ. 445. Επιτόπια έρευνα-ηχογράφηση Ελένη Ψυχογιού)]


 Το τραγούδι είναι δημοφιλέστατο στην Πελοπόννησο, τη δυτική ιδιαίτερα. Τραγουδιέται και χορεύεται σε συμποσιακά γλέντια, γάμους και πανηγύρια αλλά κυρίως τις Απόκριες, καθώς συνδυάζεται και με το ομώνυμο, ευώδες λουλούδι που ανθίζει στην αρχή της άνοιξης, τα μανουσάκια (υάκινθος[4]), αυτοφυές   σε  υγρά, βαλτώδη μέρη (που αφθονούν στη δυτική Ηλεία) και που συλλέγεται  κατά κανόνα σε δεσμίδες.
Οι δύο πρώτοι στίχοι του παραπάνω τραγουδιού αποδίδουν το μονόλογο μιας κόρης που ανακοινώνει ότι η μάνα  της την έστειλε (στους  υγρούς, βαλτώδεις αγρούς) να μαζέψει  μανουσάκια και ότι αυτή πήγε (ρήμα που δηλώνει απομάκρυνση, προς τα λιβάδια) και  μάζεψε άφθονα από αυτά, σε δεσμίδες (τα ’κανα ματσάκια). Ο μονόλογος σταματάει απότομα, χωρίς η κόρη να αναφέρει  αν επέστρεψε στη μάνα για να της παραδώσει τα μανουσάκια, εκπληρώνοντας την παραγγελία της.  Το γύρισμα/αποστροφή στο τέλος των δύο πρώτων στίχων που αφηγούνται το μάζεμα των λουλουδιών (…μανουσάκια μανουσάκια όμορφά μου κοριτσάκια…) υποδηλώνει όμως ότι η κόρη  δεν έχει πάει ολομόναχη στους ερημικούς, βαλτώδεις αγρούς αλλά ότι συνοδεύεται από παρέα κοριτσιών.
Ο επόμενος στίχος αποτελεί ερώτηση από κάποιους άλλους ―προφανώς παρόντες, ωσάν τραγικός «χορός»― προς την κόρη να διευκρινίσει τη σχέση της με κάποιον  «παπά» (δηλ. σεβάσμιο, γενειοφόρο και ρασοφόρο άνδρα) που στέκεται στην μπάντα, δηλαδή παράμερα, σε κάποια απόσταση, ωσάν αυτός να μπήκε ξαφνικά στην ερημική σκηνή που διαδραματίζεται. Η κόρη απαντάει ότι η σχέση της με τον «ξένο» παπά είναι συγγενική. Είναι θείος της, αδελφός της μητέρας της (τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό και ’γώ τον έχω μπάρμπα), χωρίς να αναφέρει και το ρόλο που αυτός παίζει στην όλη υπόθεση ή την όποια άλλη, πέραν της συγγενικής,  σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους. Ωστόσο αφήνεται, μέσω και μόνο της ερώτησης, να υπονοηθεί  ότι υπάρχει και κάποια άλλη, άρρητη και κατά ένα τρόπο περίεργη, αναπάντεχη ή μη θεμιτή, σχέση μεταξύ τους καθώς μάλιστα η  μητέρα φαίνεται να μην είναι παρούσα στη σκηνή όπου δρουν η κόρη και τα κορίτσια μοναχικά, προφανώς εκτός κατοικημένου χώρου. Το τραγούδι τελειώνει εκεί. 
Αν αναγνώσουμε το τραγούδι όπως είναι, σαν ποιητικό κείμενο ανεξάρτητο από το συμβολικό, εποχικό  και κοινωνικό πλαίσιο της  ζωντανής,  τελετουργικής του επιτέλεσης τις Απόκριες,  φαίνεται οι δύο πρώτοι στίχοι να είναι άσχετοι με τους δύο τελικούς επόμενους,  και το όλο τραγούδι να μη βγάζει νόημα, να είναι παράλογο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι η κόρη και ο  παπάς-μπάρμπας δεν φέρουν κάποιο όνομα, παράλειψη που μπορεί να παραπέμπει στη συμβολική σημασία των προσώπων της «μανουσο-μαζώχτρας» κόρης και του «παπά-μπάρμπα».  Επίσης  το ότι πέρα από τη συγγενική τους σχέση,  δεν αναφέρεται ρητά τι «παίζεται» ανάμεσα σε αυτούς, όσο  και το γεγονός ότι η κόρη μαζεύει μανουσάκια κατ’ εντολήν της μάνας  της. Ωστόσο το "γύρισμα" που τραγουδιέται σε πολλές επιτελέσεις του τραγουδιού, "...μανουσάκια στο ποτήρι να σε φίληγα στα χείλη..." υποδηλώνει έμμεσα πριν σαφώς τον ερωτικό-σεξουαλικό χαρακτήρα της σχέσης κόρης-μπάρμπα.
Όπως τόνισα και  παραπάνω, στη δημοτική ποίηση τίποτα δεν είναι τυχαίο και παράλογο, πόσο μάλλον για αυτούς που τραγουδούν τα μανουσάκια και τα χορεύουν σε τελετουργικές περιστάσεις. Μελετώντας λοιπόν το τραγούδι ανάμεσα σε άλλα σχετικά, στο πλαίσιο της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη, παρατήρησα ότι αν αναγνώσουμε  (σωστότερα: ακούσουμε) τα μανουσάκια με τον τρόπο που έχω επιχειρήσει και για άλλα τραγούδια (της Αλεξαντριανής Ελένης, της Αναστασάς,  της Όρθας και άλλων), δηλαδή επιτελούμενο στην εαρινή εποχική τελετουργία της Αποκριάς,  φαίνεται η γριφώδης αφήγησή του να μην είναι αποσπασματική και ακατανόητη αλλά να αφορά ένα ιερό μύθο και θεατρικές δράσεις που συνοδεύουν τη ζωντανή του επιτέλεση, όπου οι επιτελεστές και οι συμμετέχοντες «γνωρίζουν», συνειδητά ή μη,  το μύθο που αυτό αφορά. Αν λοιπόν θεωρήσουμε ιερά τα τελετουργικά διαδραματιζόμενα,  η Κόρη αποστέλλεται να μαζεύει τα μανουσάκια/υάκινθους κατ’ εντολήν της Μάνας ως ετήσια, εαρινή και  θεάρεστη επιταγή. Η αναφορά στο ότι η κόρη μαζεύει τα χθόνια μανουσάκια (αναρωτιέμαι αν η λέξη έχει σχέση με τη λέξη μάναστα (υπονοούμενα ως) υγρά, βαλτώδη  λιβάδια, φέρνει συμβολικά και υπαινικτικά στο προσκήνιο και τον Άδη (καθώς  τα βαλτώδη, υγρά μέρη θεωρούνται στην προφορική παράδοση  είσοδοι προς αυτόν[5]). Ταυτόχρονα γίνεται υπαινικτικά και επίφοβα φανερό στο τραγούδι ότι ανάμεσα στην Κόρη και στο αρσενικό πρόσωπο, το δηλούμενο συγγενικά ως μπάρμπας και ταυτόχρονα με ιερατικό ρόλο ως παπάς, υποβόσκει  κάποια ανόσια  (για τα ανθρώπινα κοινωνικά κριτήρια, από άποψη συγγένειας, ηλικίας και ιερότητας) σχέση ερωτική-σεξουαλική που επίκειται να συμβεί επιτόπου, στο λιβάδι. Ο εν λόγω γενειοφόρος (κατά τεκμήριο, στην ορθόδοξη ιερατική παράδοση) παπάς/μπάρμπας όμως σαν να εμφανίζεται ξαφνικά στο προσκήνιο, στο λιβάδι με τους υάκινθους, δηλαδή συμβολικά ωσάν να βγαίνει μέσα από τα βαλτώδη στόμια του κάτω κόσμου. Η  γαμήλια ερωτική συνεύρεση της νύφης και του γαμπρού στα τραγούδια του γάμου όσο και στα θρησκευτικά που αφορούν την ερωτική συνουσία ανάμεσα στο χθόνιο εραστή και την χθόνια κόρη-Γη  ταυτίζεται  συμβολικά με αρπαγή (βλ. σχετικά την ανάρτηση για τον Λιμάζαγα και την Ελένη σε αυτό εδώ το blog)[6] . Εκτιμώ λοιπόν ότι είναι λογικό, δεδομένης της κρυπτότητας του νοήματος του τραγουδιού όσο και της προκύπτουσας ως τελετουργικής θρησκευτικής/αναβλαστικής επιτέλεσής του στο πλαίσιο της Αποκριάς, να υποθέσουμε ότι ο παπάς/μπάρμπας ταυτίζεται εδώ συμβολικά με τον λουλούδι-εραστή  που φέρει ήδη στην αγκαλιά της η Κόρη και ―άρρητα στο τραγούδι― να την απαγάγει προκειμένου να συντελεστεί η υποδηλούμενη αναβλαστική-αναγεννητική τους ερωτική συνεύρεση στον κάτω κόσμο.


Το θανάσιμο, μεταξύ θανάτου και ζωής, πρόσωπο της αρπαζόμενης Περσεφόνης. Λεπτομέρεια από τη ζωγραφική αναπαράσταση του μύθου της Αρπαγής  από τον Βασιλικό γυναικείο τάφο στις Αιγές (πηγή:  από το google , βλ. και τις εικόνες παρακάτω)

 Η  αναφορά στο ιερό δράμα της γονιμικής αρπαγής φαίνεται να γίνεται  στο τραγούδι υπαινικτικά, για όσους συμμετέχοντες «μυημένους» κατανοούν τη σημασία αυτών των «περίεργων» στίχων, ιερουργώντας οι ίδιου ή/και  παρακολουθώντας ως θεατές ταυτόχρονα τις τελετουργικές δράσεις, ως μυστήρια.



Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, λεπτομέρεια από το ψηφιδωτό δάπεδο του τρίτου θαλάμου στο ταφικό  μνημείο στο λόφο Καστά  της Αμφίπολης,  όπως δημοσιεύτηκε στις 16/10/2014, πηγή:
http://www.news.gr/ellada/nea-ths-perifereias/article-wide/183648/amfipolh-h-persefonh-sto-pshfidoto-me-lefko-hitona.html )


"Σεμνός Φερσεφόνης θάλαμος":  επιγραφή σε ταφικό μνημείο στους πρόποδες της ακρόπολης της  της  αρχαίας  Αλίφειρας¨, που οι ντόπιοι αποκαλούν"Αγιαλένη" (πηγή:  Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος, Η αρκαδική Αλίφειρα και τα μνημεία της, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αριθ. 58, εν Αθήναις 1967-1968, σελ. 215)

 Έτσι εκτιμώ ότι μπορεί να δικαιολογηθεί και η «κρυπτότητα» του τραγουδιού ως προς την άρρητη πράξη που συνδέει τα πρόσωπα του παπά/«μπάρμπα» και της κόρης/ανεψιάς. Δηλαδή η παραβατική αυτή ερωτική συνεύρεση να μην αναφέρεται ρητά για λόγους ιερότητας, αποσιώπηση που ωστόσο μπορεί να οφειλόταν και  στις συγχρόνως με το τραγούδισμα επιτελούμενες μιμικές, αναπαραστατικές πράξεις του θείου δράματος της ετήσιας αρπαγής και καθόδου της κόρης στον κάτω κόσμο, για την υποχθόνια αναγεννητική/αναβλαστική ερωτική της συνεύρεση με τον χθόνιο απαγωγέα-παπά και «μπάρμπα». Καθώς οι συμμετέχοντες βίωναν ή είχαν κατά νου το θείο αυτό δράμα, δεν ήταν απαραίτητο ή ήταν απαγορευμένο και να το περιγράψουν με λόγια. Η υπόθεση για την ιερότητα του τραγουδιού εκτιμώ ότι ενισχύεται και από το τελευταίο –άλλως ακατανόητο, επίσης– «γύρισμα»  στον προ-τελευταίο στίχο του τραγουδιού (μανουσάκια μανουσάκια μόσχος και γαρυφαλάκια), το οποίο αναφέρεται σε ευωδιές, που ιδιαίτερα ως προς τον μόσχο, ίσως να αφορούν και θυμιάματα, αν θεωρήσουμε τα διαδραματιζόμενα ως θρησκευτική ιεροπραξία.



Τοιχογραφία με  εικονική αναπαράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Αριστερά ο ψυχοπομπός Ερμής και δεξιά η ακόλουθος της Περσεφόνης.  Βασιλικός γυναικείος τάφος στις Αιγές  (πηγή στις 15/10/2014:
&espv=2&biw=1344&bih=793&tbm=isch&imgil=ZlRWqrYgjlQJiM%253A%253BfWiy7Z6TUpEChM%253Bhttp%25253A%25252F%25252Fwww.apocalypsejohn.com%25252F2014%25252F10%25252Fmendwnh-koina-xarakthristika-pshfidwtou-amfipolhs-arpagh-persefonhs-bergina.html&source=iu&pf=m&fir=ZlRWqrYgjlQJiM%253A%252CfWiy7Z6TUpEChM%252C_&usg=__aDB-V0O7A2VZOOwuuN1PifO1SFM%3D&dpr=0.75&ved=0CC8Qyjc&ei=tpI-VNncN-a6ygOqk4D4Cw#facrc=_&imgdii=_&imgrc=ZlRWqrYgjlQJiM%253A%3BfWiy7Z6TUpEChM%3Bhttp%253A%252F%252F4.bp.blogspot.com%252F-SAImDTMzasA%252FVDvGTtf4lHI%252FAAAAAAABqSc%252F45adyUnSEus%252Fs1600%252Fpersefoni-2.jpg%3Bhttp%253A%252F%252Fwww.apocalypsejohn.com%252F2014%252F10%252Fmendwnh-koina-xarakthristika-pshfidwtou-amfipolhs-arpagh-persefonhs-bergina.html%3B465%3B291

Με βάση  τα παραπάνω, εκτιμώ ότι  μπορούμε  να ανιχνεύσουμε το αφαιρετικό, αλληγορικό  νόημα του τραγουδιού: ότι αφορά  ένα θρησκευτικό μύθο ανάλογο με αυτόν της  αρπαγής της Κόρης-της-Μάνας-Περσεφόνης  από τον «μπάρμπα» της,  ιερό, ως θεό, γερο-γενειοφόρο Πλούτωνα, αδελφό της μητέρας της, της Δήμητρας, καθώς μάζευε υάκινθους με παρέα κοριτσιών σε ένα υδροχαρές λιβάδι. 



Ο γενειοφόρος Πλούτωνας αρπάζει την Κόρη στον κάτω κόσμο. Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από γυναικείο βασιλικό τάφο στις Αιγές (πηγή: αναπαραγωγή από  καρτ-ποστάλ) 

Στις αρχαίες εικονικές αναπαραστάσεις του μύθου εκτός από τα κεντρικά πρόσωπα  του δράματος (τον ηλικιωμένο, γενειοφόρο  Πλούτωνα πάνω σε άρμα που σύρουν άλογα και την αρπαζόμενη κόρη) εικονίζονται μία ή περισσότερες από τις συντρόφους της κόρης. Ενίοτε παρούσα στις αρχαίες απεικονίσεις είναι και η τραγική  μάνα, η Δήμητρα (Γη-Μήτηρ), η Μητέρα-Γη δηλαδή.  Αυτή που εκούσα-άκουσα δίνει την αναπόφευκτη, αδήριτη εντολή στην Κόρη της  να επιτελέσει τη θανάσιμη συλλογή των υάκινθων (ή νάρκισσων) στο βαλτώδες λιβάδι, όπου με το συμβολικό πρόσωπο του χθόνιου εραστή, του  θεού Πλούτωνα, την περιμένει η αρπαγή και ο υποχθόνιος αναγεννητικός γάμος-«θάνατός»  της όπου μέσω της γονιμικής της  συνουσίας με τον χθόνιο εραστή θα επέλθει η αναμενόμενη ετήσια αναβλάστηση της γης και δη των «δημητριακών»: "...Ο θεός που η ολύμπια θρησκεία εξήρε στο ρόλο του υποχθόνιου συζύγου, ο Πλούτων, είναι επίσης ένας εραστής-λουλούδι. Στο μέσον της πεδιάδας της Νύσας εμφανίζεται στην Κόρη με τη μορφή ενός αρσενικού λουλουδιού, που διαπερνά τη γη, για να αποπλανήσει μια κοπέλα-λουλούδι: "ο νάρκισσος που η πανούργα Γη έκανε να φυτρώσει με στόχο την Κόρη - κάλυκα (καλυκώπις)..." (Μαρία Δαράκη, Ο Διόνυσος και η θεά Γη, Δαίδαλος- Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1997, σ. 147-148).



Ο απαγωγέας γενειοφόρος Πλούτωνας, κατά την απαγωγή της Περσεφόνης. Λεπτομέρεια τοιχογραφίας με  εικονική αναπαράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.   Βασιλικός γυναικείος τάφος στις Αιγές (πηγή την 15/10/2014!
&espv=2&biw=1344&bih=793&tbm=isch&imgil=DWhxyYdkq2hRrM%253A%253B9uVDZOWTrFX9RM%253Bhttp%25253A%25252F%25252Fwww.greek-language.gr%25252FResources%25252Fancient_greek%25252Fhistory%25252Fart%25252Fpage_125.html&source=iu&pf=m&fir=DWhxyYdkq2hRrM%253A%252C9uVDZOWTrFX9RM%252C_&usg=__k6Q6y_nbRKJh4uSPgitt79PdcR4%3D&dpr=0.75&ved=0CDcQyjc&ei=V5o-VLL8E4u6ygOEh4EI#facrc=_&imgdii=_&imgrc=pFbgGRvIE4hNDM%253A%3BJIOqlNMg3C2AGM%3Bhttp%253A%252F%252Fwww.hellinon.net%252FNeesSelides%252FPhilip.files%252Fimage049.jpg%3Bhttp%253A%252F%252Fwww.hellinon.net%252FNeesSelides%252FPhilip.htm%3B285%3B196

 Σε σχετική με το μύθο της Αρπαγής ζωγραφική αναπαράσταση σε γυναικείο βασιλικό τάφο στη Βεργίνα, η τραγική μάνα-Γη, η  Δήμητρα,  εικονίζεται σε εικόνα παράπλευρη με αυτή της Αρπαγής  να θρηνεί για το χαμό της Κόρης, εξαιτίας του οποίου χαμού, μέχρι να επέλθει η ετήσια άνοδος της κόρης και η συνακόλουθη επιθυμητή, πλην αβέβαιη,  αναβλάστηση, η μάνα  γυρίζει θρηνώντας και ερημώνοντας  τον τόπο, σε ένα συνεχές «ανακάλημα» της Κόρης να φανεί και πάλι στην επιφάνεια, φέρνοντας αυτή  την αναβλάστηση.



Η θρηνούσα για την αρπαγή της κόρης (αριστερά)  μάνα Δήμητρα (στο κέντρο). Τοιχογραφία στον γυναικείο  βασιλικό τάφο,στις Αιγές (πηγή την 15/10/2014: 
&espv=2&biw=1344&bih=793&tbm=isch&imgil=ZlRWqrYgjlQJiM%253A%253BfWiy7Z6TUpEChM%253Bhttp%25253A%25252F%25252Fwww.apocalypsejohn.com%25252F2014%25252F10%25252Fmendwnh-koina-xarakthristika-pshfidwtou-amfipolhs-arpagh-persefonhs-bergina.html&source=iu&pf=m&fir=ZlRWqrYgjlQJiM%253A%252CfWiy7Z6TUpEChM%252C_&usg=__aDB-V0O7A2VZOOwuuN1PifO1SFM%3D&dpr=0.75&ved=0CC8Qyjc&ei=tpI-VNncN-a6ygOqk4D4Cw#facrc=_&imgdii=_&imgrc=ZlRWqrYgjlQJiM%253A%3BfWiy7Z6TUpEChM%3Bhttp%253A%252F%252F4.bp.blogspot.com%252F-SAImDTMzasA%252FVDvGTtf4lHI%252FAAAAAAABqSc%252F45adyUnSEus%252Fs1600%252Fpersefoni-2.jpg%3Bhttp%253A%252F%252Fwww.apocalypsejohn.com%252F2014%252F10%252Fmendwnh-koina-xarakthristika-pshfidwtou-amfipolhs-arpagh-persefonhs-bergina.html%3B465%3B291)

Η παραπάνω υποτιθέμενη  αναλογία του αρχαίου μύθου της Αρπαγής με το μύθο του παραδοσιακού τραγουδιού «Τα μανουσάκια» είναι εφικτή  αν βεβαίως δικαιούμαστε να ανατρέξουμε σε αυτόν και να συγκρίνουμε αναλογικά τα πρόσωπα, τους ρόλους  και την υπόθεση του αρχαίου μύθου της αρπαγής της Κόρης με την υποτιθέμενη εδώ νεοελληνική εκδοχή του μύθου, όταν διαμεσολαβεί απόσταση τόσων αιώνων και τόσων αλλαγών. Όπως δηλαδή επιχειρώ, εκτιμώ τεκμηριωμένα, και για το τραγούδι του Λιμάζαγα και της Ελένης, της Αλεξαντριανής Ελένης, της Όρθας (στο τραγούδι του Μάη) και της Αναστασάς με το μύθο της ετήσιας αναγέννησης και «ανόδου» της Κόρης (Ελένης, Περσεφόνης) μέσα από τη Γη. Το τολμώ ωστόσο, καθώς παρατηρώ (στο πλαίσιο της έρευνας για την Ελένη/Αγιαλένη) μια συχνότητα αναφοράς σε ανάλογο μύθο στα σύγχρονα παραδοσιακά τραγούδια μέσα από διαφορετικές εκδοχές του αλλά  με σταθερή αναφορά σε αυτό το  μύθο  στο συν-κείμενο εαρινών τελετουργικών επιτελέσεων τέτοιων τραγουδιών, που μαζί με άλλα τραγούδια και άλλα φαινόμενα του λαϊκού πολιτισμού και της προφορικής παράδοσης φαίνεται να συγκροτούν τη νεοελληνική μυθολογία (βλ. την ανάρτηση σε ατό εδώ το blog: Νεοελληνική μυθολογία: η υφάντρα Αλεξανδριανή Ελένη, όσο και το «Λιμάζαγας και Ελένη» [7]).



Ψηφιδωτό με την αναπαράσταση της αρπαγής της Ελένης [ως θεότητας ανάλογης, αν όχι ταυτόσημης με την  
Περσεφόνη] από τον Θησέα σε οικία της Πέλλας  (πηγή: Lexikon Iconographicum Mythologiae Classicae (LIMC) , λήμμα Helene) βλ. και http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/113-3.pdf



Αγγειογραφία με την αναπαράσταση της αρπαγής της Ελένης από τον Πάρη (πηγή: Lexikon Iconographicum Mythologiae Classicae (LIMC) , λήμμα Helene)

Σημειώνω, σε σχέση με την πραγματική όσο και μεταφορική/συμβολική περιήγηση  που επιτελώ για χρόνια στα ίχνη της  Ελένης/Αγιαλένης, ότι  η ―και πρώτη― μυθική αρπαγή της Ελένης από τον Θησέα έλαβε χώρα, στο εν λίμναις ιερό της Ορθίας, σε ένα υγρότοπο δίπλα στον Ευρώτα δηλαδή, όπου πολύ πιθανό να φύτρωναν εποχικά υάκινθοι. Η  συμβολική εξάλλου σχέση της Ελένης με τον Υάκινθο προκύπτει και από μια εκδοχή του αρχαίου μύθου της σύμφωνα με την οποία  το περίφημο, θαυμαστό αβγό απ’ όπου γεννήθηκε, βρέθηκε σε ένα λιβάδι ανάμεσα σε μια συστάδα από υάκινθους[8]. Σύνδεση του σύγχρονου τραγουδιού για  για τα μανουσάκια με την Ελένη, πέρα από τον υποτιθέμενο εδώ μύθο της αρπαγής, μπορεί να προκύπτει  και από το ότι σε κάποιες από τις επιτελέσεις του τραγουδιού το γύρισμα είναι: ...μανουσάκια στο ποτήρι / Ελενιώ στο παραθύρι....  Όπου βεβαίως η Ελενιώ μπορεί να είναι κάποια πραγματική Ελένη στην οποία απευθύνεται ή έχει κατά νου ο τραγουδιστής, ταυτόχρονα όμως το όνομα μπορεί να αναφέρεται και στην Ελένη/Ελενιώ της νεοελληνικής μυθολογίας, όπως αυτή υποστηρίζω ότι αναδεικνύεται και στα άλλα -λατρευτικά κατά βάση- παραδοσιακά τραγούδια που αφορούν τη μορφή της.
 Η παραπάνω υποτιθέμενη και προτεινόμενη ερμηνεία του μύθου που αφορά  το τραγούδι «Τα μανουσάκια», στο πλαίσιο της γαμήλιας επιτέλεσής του όσο κυρίως και κατά τη νεκρική και αναβλαστική, εαρινή γιορτή της Αποκριάς (στο συμφραζόμενο πάντα της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη), μπορεί κατά την κρίση μου να εξηγήσει και την τόση δημοφιλία τού «παράλογου» αυτού τραγουδιού ως τις ημέρες μας και τ’ ανάπαλιν, αυτή η δημοφιλία να αναδεικνύει την ιερότητα του  μύθου του. Ότι δηλαδή σε αυτές τις τελετουργικές περιστάσεις, στα επιτραπέζια, συμποσιακά γλέντια του γάμου και στον αποκριάτικο τελετουργικό  χορό, οι επιτελεστές του εν λόγω τραγουδιού «μερακλώνουν» -εκστασιάζονται κατά ένα τρόπο- με τόση και τέτοια ένταση (όπως την έχω βιώσει προσωπικά αλλά και παρατηρήσει κατά την επιτόπια έρευνα)  γιατί το επιτελούν σεβαστικά, ως ιερό τραγούδι και μαγική επωδή, ήτοι με θρησκευτική συγκίνηση στο πλαίσιο της τελετουργίας, ακολουθώντας με υπολανθάνοντα, μη συνειδητό τρόπο, ως habitus, μια λατρευτική «έξη», που εξυφαίνει στη συγχρονία το μίτο  της  ιερής «αφηγηματικής γραμμής» η οποία αφορά τον εν λόγω εποχικό ιερό μύθο της Αρπαγής και τις παραλλαγές του, «γραμμή» που φαίνεται -αν η υπόθεσή μου κρίνεται τεκμηριωμένη- να διατρέχει, με μεταμορφώσεις, τη διαχρονία[9]..."


Βλ. δημοσιεύματα  της γράφουσας σχετικά με την έρευνα για την Ελένη/Αγιαλένη, όπου και σχετική με τα παραπάνω βιβλιογραφία:


Ελένη Ψυχογιού, 1993, «Ο κύκλος που δεν έκλεισε ακόμη, εφημ. Το βήμα, 20/6/93, σ. Β4.
−, 2001, «Το αλώνι της Αγιαλένης», εφημ. Καθημερινή της Κυριακής, 4/3/, ένθετο Επτά Ημέρες: 32-34.
−, 2004, «Η εθνοτική ετερότητα ως δήλωση μεταφυσικής παρουσίας στα τελετουργικά τραγούδια: Ελμάζαγας και Ελένη», στο Θανάσης Φωτόπουλος (επιμ.), Arab and Islamic WorldHistoryCultureRelations with Hellenism (1st International Congress of Oriental and African Studies, Λάμπεια Ηλείας, 19-21 Σεπτ. 2003), Journal of Oriental and African Studies, vol. 13σ 233-276.
−, 2005, «Δέσποινα, Ελένη, Αγιαλένη: Θρησκειοϊστορική προσέγγιση ενός μαγιάτικου πανηγυριού στη Λυκόσουρα Αρκαδίας», ανακοίνωση στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο για τον Ελληνικό Πολιτισμό, «Η πανήγυρις: μια διαχρονική ματιά στον κοινωνικό-οικονομικό και πολιτικό της ρόλο», (Σουφλί 16-20 Νοεμβρίου 2005), υπό έκδοση.
−, 2008, «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 24, Αθήνα,
−, 2008Β, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο στο λαογραφικό χώρο και χρόνο: το πανηγύρι του “άγιου Κωσταντίνου” [και Ελένης] στον Καραβάδο», στο  Ο Δημήτριος Σ. Λουκάτος και η Ελληνική Λαογραφία, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 27, σ. 197-244.
−, 2009, «Αναζητώντας τα ίχνη της Ελένης στη λαϊκή παράδοση της Άνω Μεσσηνίας», ανακοίνωση στο Συνέδριο της Εταιρείας Μεσσηνιακών Σπουδών:  «Άνω Μεσσηνία. Ιστορία και πολιτισμός» (19-21 Νοεμβρ. 2009), υπό έκδοση.
−, 2012, «Από το ναό της Αθηνάς στο αλώνι της “Αγιαλένης”: μια διαχρονική διαλογική αφήγηση εγγεγραμμένη  στο ιερό τοπίο της Αλίφειρας», ανακοίνωση στο:   3rd CSPS International Conference «Sacred Landscapes in the Peloponnese from Prehistory to  Post-Byzantine Times, Σπάρτη, 30 Mαρτ. - 1 Aπριλ. 2012 , υπό έκδοση.
−, 2013, «Από το “φάντασμα” της Ελένης του Ευριπίδη στη “Λάμια” και τ’ ανάπαλιν: ανιχνεύοντας τη χρήση λαϊκών μύθων στη δραματουργία», στο Λαϊκός πολιτισμός και έντεχνος λόγος (Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο)Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Αθήνα, 8-12 Δεκεμβρίου 2010), επιμέλεια ύλης - επιστημονική επιμέλεια Γιώργος Βοζίκας, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 30, τ. Β΄, Αθήνα 2013, σ. 657-679.
―, χ.χ.,  «Το πεδίο της επιτόπιας έρευνας ως ταξίδι στο χώρο, το χρόνο και το λόγο:  η περίπτωση ενός μαγιάτικου πανηγυριού στη Λυκόσουρα Αρκαδίας», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, υπό έκδοση




[1] Βλ. και Ε. Ψυχογιού ", Τα «“Ακριτικά” ως τελετουργικά τραγούδια μύησης: η περίπτωση του γαμπρού-στρατιώτη», στο Ευρωπαϊκή Ακριτική Παράδοση: από τον Μεγαλέξανδρο στον Διγενή Ακρίτα, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Acrinet-Culture 2000, Αθήνα 2004,  σ. 152-185 και την ανάρτηση του άρθρου σε αυτό εδώ το ιστολόγιο.
[2] Βλ. και τις σχετικές αναρτήσεις για την «υφάντρα  Αλεξανδριανή Ελένη» καθώς και αυτή με τον «Λιμάζαγα και την Ελένη» σε αυτό εδώ το ιστολόγιο/blog. Βλ. επίσης Ελένη Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης. Χθόνια μυθολογία, νεκρικά δρώμενα και μοιρολόγια στη σύγχρονη Ελλάδα, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα ΚΕΕΛ,αρ. 24, Αθήνα 2008, σ. 37-119.
[3] Σε μερικές παραλλαγές μπαινει και ο στίχος "στην αγορά τα πούλησα και πήρα παραδάκια", τον οποίο θεωρώ νεότερη προσθήκη στο τραγούδι, αν και δεν νομίζω ότι διαφοροποιεί δραματικά την ανάλυση που επιχειρώ.. 
[4] Για το φυτό, με ιαματικές ιδιότητες που βοηθούν και στη μνήμη, βλ. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82_(%CE%B2%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE)
[5] Στην περιοχή των Λεχαινών, π.χ., τα μανουσάκια φύτρωναν άφθονα στο βαλτότοπο της Δροσελής (αποξηραμένο σήμερα) μέρος του οποίου ήταν και το διατηρούμενο ακόμα  Βρωμονέρι  ή Μοσχονέρι,, λάκος με ιαματικά, όζοντα  νερά, θεωρούυμενος και ως ενδιαίτημα  των Νεράιδων και της «μαύρης» βασίλισσάς τους, της Τρανής Κυράς (βλ. Ε. Ψυχογιού, , 1980, «Νεράιδες. Πίστη και λατρεία τους στην Ηλεία», Ηλειακά ΛΗ΄, σ. 1136-1143.
[6]  ΒλΨυχογιού 2004 και την ανάρτηση, «Τα “ακριτικά” ως γαμήλια  τραγούδια μύησης», σε ατό εδώ το βlog
[7] Βλ. και Ψυχογιού 2008, σ. 66-79.
[8] Βλ. Λέτσας Αλέξανδρος Ν., Μυθολογία της γεωργίας, τ. ι-ΙΙΙ, Θεσσαλονίκη 1952 .Βλ. Nicole  Loraux , Οι εμπειρίες του Τειρεσία.Το θηλυκό στοιχείο και ο άντρας στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ.  Δήμητρα Βαλάκα -  Ελισάβετ Κελπερή, Πατάκης, Αθήνα, 2002,  σ.  343. Ο Μπάουμαν ταυτίζει τον υάκινθο με το σπαθόχορτο (1999, σ. 78-79, 84).
[9] Βλ. Walter  J. Ong, Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη, μτφρ. Κώστας χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.

1 comment:

  1. πολυ ενδιαφερον !αν μπορω να βοηθησω,για τη προελευση της λεξης μανουσακια,προ ετων γνωρισα καποιον κυριο απ την αλβανια,που το επωνυμο του ηταν manousakia!

    ReplyDelete