Thursday, October 31, 2013

Στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης: Αναστενάρια στη Μαυρολεύκη Δράμας ( Women, Cult, Anastenaria Festival )




Ελένη Ψυχογιού

Στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης:

ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΟΛΕΥΚΗ ΔΡΑΜΑΣ


Προλεγόμενα 

        Ό πως όλες οι εποχικές διαβατήριες τελετουργίες στον αναβλαστικό κύκλο του χρόνου, έτσι και τα Αναστενάρια συνδέονται συμβολικά και μαγικά με τον αναγεννητικό κύκλο της βλάστησης,  ιδιαίτερα με αυτή των σιτηρών αλλά και με τις εποχικές γιορτές στον κύκλο του χρόνου που συνδέονται συμβολικά με αυτή την τόσο ουσιώδη για την ανθρώπινη –και όχι μόνο– διατροφή και καλλιέργεια. Κύκλος ετήσιος της γης, η οποία συμβολικά προσωποποιείται ως θεϊκή Μεγάλη Μητέρα με πολλές όψεις και προσηγορικά ονόματα, τα οποία συμβολοποιούν τις φάσεις του  ετήσιου βίου της  και ό,τι αυτός συνεπάγεται για την καρποφορία και την εν γένει ευετηρία και που ταυτίζεται με τον βιολογικό-γονιμικό και κοινωνικό κύκλο ζωής των γυναικών (μάνα-και-κόρη-νέα-και-γριά) αλλά και της βλάστησης. Για να επιτευχθεί η ποθούμενη ευκαρπία φυτών, ανθρώπων και ζώων, απαραίτητη είναι βεβαίως η ερωτική συνεύρεση της θεάς-Γης με τον ιερό σπορέα-εραστή προκειμένου να γονιμοποιηθεί. Ο ιερός χθόνιος εραστής  έχει επίσης διαφορετικές συμβολικές όψεις και ονόματα,  καθώς  ο συμβολικός βίος του ταυτίζεται με τον βιολογικό και κοινωνικό βίο των ανδρών (πατέρας-γιος-νέος-γέρος). Το ιερό αυτό αρχετυπικό ζευγάρι κυριαρχεί συμβολικά σε μια γεω-κεντρική κοσμολογία που έχει πολύ βαθιές ρίζες στον πολιτισμό, ιδιαίτερα στη λεκάνη της Μεσογείου, με τις ενδοχώρες, που μας αφορά εδώ.  Πίσω από το μυθικό όνομα Ελένη της άπιστης βασίλισσας του Έπους και της τραγωδίας κρύβεται και πάλι η μεγάλη θεά-Γη, Κυρία της ζωής και του θανάτου. Η νεότερη προφορική μυθική  παράδοση όσο και άλλα εθνογραφικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι το ιερό όνομα Ελένη φαίνεται ότι εξακολουθεί να λειτουργεί μυθικά και θρησκευτικά στο λαϊκό φαντασιακό συνδεόμενο  με το ιερό όνομα Κωνσταντίνος-Μικροκωνσταντίνος Γιάννης-Πλανόγιαννος)  και συν-αποτελώντας ιερό μυθικό ζεύγος.  Το ιερό αυτό ζευγάρι Κωνσταντίνος και Ελένη φέρει τις παραπάνω έμφυλες συμβολικές, ευγονικές  και ηλικιακές συνδηλώσεις και στο θρακιώτικο δρώμενο Αναστενάρια, ενώ  ταυτίστηκε από τους φορείς του χριστιανικά με το ζεύγος μητέρας-γιού των ιστορικών προσώπων και "αγίων" Κωνσταντίνου και Ελένης. (βλ. και http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?TEMPORARY_TEMPLATE=10&image=/media/gallery/high/2232/images/big/eksofyllo_ghs.jpg).
 Αν και στο πλατύ κοινό τα Αναστενάρια είναι γνωστά κυρίως ως το μαγικο-θρησκευτικό δρώμενο  που επιτελείται σήμερα κάθε χρόνο στο πανηγύρι για τη γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης σε όλα τα χωριά της Μακεδονίας όπου έχουν εγκατασταθεί οι αναστενάρηδες Θρακιώτες πρόσφυγες,  τελετουργικές δράσεις που τα αφορούν επιτελούνται (λιγότερο ή περισσότερο) σε αυτά τα χωριά και σε στις άλλες, σημαίνουσες για τα σιτηρά, εποχικές στιγμές  μέσα στο χρόνο.

Σημαντικός σταθμός είναι στο τέλος του χειμώνα και  αρχή-αρχή της Άνοιξης, όταν το σιτάρι και όλα τα δημητριακά προσπαθούν να «αναστηθούν» μέσα από  το παγωμένο ακόμα χώμα, στη γιορτή του αγίου Αθανασίου, το όνομα του οποίου συνδέεται με την αθανασία, το θάνατο και την αναγέννηση δηλαδή. Σε αυτή την περίσταση επιλέγεται και ο ταύρος που θα θυσιαστεί τον Μάιο, στη γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Οι ίδιοι οι αναστενάρηδες θεωρούν αυτή την επιτέλεση ένα είδος κλειστών, «μικρών» Αναστεναριών,  προζύμι, όπως λένε,  για τη μεγάλη γιορτή των Αναστεναριών του  Μάη, όταν τα στάχυα είναι πλέον  ώριμα, σχεδόν έτοιμα για θερισμό.

Δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι αναστενάρικες δραστηριότητες και κατά το  φθινόπωρο, την εποχή της σποράς. Τώρα επιτελούνται οι πρώτες, υπαινικτικές, σχετικές δράσεις (συζητήσεις για την προσφορά χορηγίας,  κυρίως για το κουρμπάνι/θυσία του ταύρου, οικονομικός απολογισμός και προγραμματισμός κ. ά.), στη γιορτή του καβαλάρη άγιου Δημητρίου, γιορτή-ορόσημο  και για τους κτηνοτρόφους. Το όνομα του Αγίου εξάλλου σχετίζεται με τα Δημητριακά.




Συμμετείχα για πρώτη φορά στα Αναστενάρια στη Μαυρολεύκη  Δράμας τον Μάιο του 1996, στo πανηγύρι για τη  γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (βλ. εδώ παρακάτω, τη σχετική ημερολογιακή μου κατάθεση). Λόγω του προβληματικού, εθνογραφικά ανορθόδοξου, κριματισμένου κατά ένα τρόπο, τρόπου με τον οποίο προέκυψε να συμμετέχω στο δρώμενο των Αναστεναριών τραγουδώντας, και λόγω των ερωτημάτων που μου προξένησε αυτή η διφορούμενη συμμετοχή μου στην επιτέλεση, θέλησα να επανέλθω, εντός και εκτός τελετουργίας, προκειμένου να πάρω συνεντεύξεις από τους αναστενάρηδες μήπως και λυθούν κάποια από τα ερωτήματα και τις απορίες μου, ή, αντίθετα, προκύψουν κι άλλα.

Την πιο κλειστή, εσωτερική ανάμεσα στους αναστενάρηδες, επιτέλεση των «μικρών» αναστεναριών κατά την παραμονή (γιορτή του αγίου Αντωνίου) και ανήμερα της γιορτής του αγίου Αθανασίου  επέλεξα να παρακολουθήσω μόνη τον επόμενο χρόνο (Ιαν. 1997) από αυτόν της πρώτης επαφής μου με τα Αναστενάρια. Φρόντισα όμως να μεταβώ μερικές ημέρες νωρίτερα, ώστε να μπορέσω να προσεγγίσω (αν ήταν δυνατόν) τους αναστενάρηδες εκτός τελετουργίας και να συνομιλήσω  μαζί τους. Είχα εξάλλου νωπή ακόμα την τραυματική, πρώτη εμπειρία μου αλλά και είχα αποστασιοποιηθεί αρκετά από αυτήν, ώστε να ελπίζω και να επιδιώκω να προσεγγίσω  τα πράγματα πιο νηφάλια, πιο αντικειμενικά, ίσως. Ωστόσο  είχα και μιαν ανησυχία μήπως οι τοπικοί εκεί αναστενάρηδες, βλέποντάς με να φτάνω στην «κλειστή» αυτή  επιτέλεση  θεωρούσαν ότι ήμουν πλέον ενταγμένη στο δρώμενο και είχαν ως δεδομένη τη συμμετοχή μου στην επιτέλεση των τραγουδιών, όπως είχε συμβεί στο πανηγύρι του Μάη, οπότε θα ανακυκλωνόταν το πρόβλημά μου.  Παρόλ’ αυτά αποφάσισα να πάω, αφενός γιατί ήθελα ίσως να από-ενοχοποιηθώ  (μετά και τα όσα αρνητικά είχα ακούσει από μερικούς συναδέλφους και άλλους κατά τους μήνες που ακολούθησαν για τον τρόπο συμμετοχής μου) αλλά κυρίως γιατί με έκαιγαν τα ερευνητικά  μου ερωτήματα.

Αφού πήρα λίγες μέρες ερευνητική άδεια (άνευ οικονομικής υποστήριξης) από το ΚΕΕΛ και αφού συνεννοήθηκα με τον Πρόεδρο της Κοινότητας, πήρα και πάλι το τραίνο, μόνη αυτή τη φορά, και βρέθηκα ένα παγωμένο βράδυ του Γενάρη στη βορινή Μαυρολεύκη.

Η υποδοχή μου, τόσο από τον Σάκη (Ισαάκ) Χαρπαντίδη, τον Πρόεδρο της τότε Κοινότητας Μαυρολεύκης όσο και από τους αναστενάρηδες,  ήταν εξαιρετικά θερμή, σχεδόν ενθουσιώδης. Σε αυτή την υποδοχή (και αποδοχή της παρουσίας μου) είχε συντελέσει τα μέγιστα το γεγονός και κυρίως ο τρόπος που είχα συμμετάσχει στην τελετουργία του περασμένου Μάη. Η αναστενάρισσα κυρά-Δέσποινα Δελμούζου ήταν κατηγορηματική στο να με «καπαρώσει» να φιλοξενηθώ στο σπίτι της, προβάλλοντας το ακαταμάχητο επιχείρημα ότι ήμουν «δικός τους άνθρωπος» πλέον, συν το γεγονός ότι ήταν γερόντισσα και ζούσε μόνη, οπότε της ήταν ευπρόσδεκτη μια  συντροφιά. Φιλοξενία που υπήρξε πολύτιμη και ως προς τη δυνατότητα που μου έδωσε να ζήσω, όσο γινόταν,  «εκ των έσω»  την κοινότητα αλλά και να συνομιλήσω με μια άλλη φιλοξενούμενή της, αναστενάρισσα από το χωριό Κερκίνη, που την επισκέφθηκε ενόσω ήμουν και εγώ εκεί.

Έμεινα λοιπόν πέντε ημέρες στη Μαυρολεύκη. Αντέγραψα  από το δημοτολόγιο της Κοινότητας  (με την επίσημη άδεια του Προέδρου) τις  οικογενειακές μερίδες των κατοίκων με θρακιώτικη καταγωγή. Η αντιγραφή αυτή  απέβλεπε  στο να κατανοήσω την κοινωνική και οικογενειακή συγκρότηση της ομάδας, τις γαμήλιες στρατηγικές, τις επιγαμίες ή μη, την κληρονομικότητα. Κυρίως όμως, ως προς το επίκεντρο της έρευνάς μου, τα Αναστενάρια,  να  έχω παράλληλα τη δυνατότητα κατά τις συνομιλίες με τους Θρακιώτες την καταγωγή, να σημειώνω και να διασταυρώνω ποιες οικογένειες και ποια μέλη τους εμπλέκονται στα Αναστενάρια και γιατί, ποιούς ρόλους επιτελούν σε αυτά κατά φύλα και ηλικία και αν τυχόν προκύπτει κάποια κληρονομική σειρά, πατρογραμμική ή μητρογραμμική, στην ανάληψη αυτών των έμφυλων ρόλων και γιατί -ακόμα και αν αυτά γίνονται μη συνειδητά. Πρόλαβα να αντιγράψω αλφαβητικά από το γράμμα Α (Αβράμης) έως το Ρ (Ρέκλης), χωρίς δυστυχώς να ολοκληρώσω, ωστόσο οι πληροφορίες που προέκυψαν, αν και δεν τις επεξεργάστηκα έκτοτε συστηματικά,  είναι, εκτιμώ,  πολύ ενδιαφέρουσες ως προς τα παραπάνω ζητούμενα. Παράλληλα συνομίλησα με μέλη αναστενάρικων οικογενειών μεμονωμένα ή ομαδικά, ρωτώντας για την επιτέλεση του δρώμενου, τούς ρόλους, τα σκηνικά αντικείμενα, τα τραγούδια, το μύθο, την πατρίδα καταγωγής (το Κωστί, το Μπροντίβο), την προσφυγιά, τη νέα εγκατάστασή τους στη Μακεδονία, τα βάσανα και  τις κακουχίες της προσφυγιάς, την πίστη, τις εικόνες, τα μουσικά όργανα, το κονάκι, τους ρόλους στο δρώμενο, τις οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους και με τα άλλα αναστενάρικα χωριά, τις σχέσεις με τους άλλους συγχωριανούς πρόσφυγες ή ντόπιους, τις τυχόν συγκρούσεις, τα συναισθήματα, την κοινωνική συγκρότηση, κ.ά.). Σημαντικές επίσης υπήρξαν οι συνομιλίες μου με τον Θεόκλητο Κ. Λάντζο, Κωστιανό επίσης, ο οποίος είχε την καλοσύνη να μου αφηγηθεί και τα του ταξιδιού τους  στην πατρίδα, το Κωστί (σήμερα στη Βουλγαρία) το προηγούμενο καλοκαίρι (1996) και να μου δείξει τη videoταινία που είχαν τραβήξει εκεί, κάνοντάς με  να έχω την εντύπωση ότι είχα όλη την εικόνα  της κοινότητας, πριν και μετά την προσφυγιά, όσο αυτό  είναι δυνατόν, βεβαίως.

Στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής επίσκεψής μου οδηγήθηκα και στη Μουσθένη Παγγαίου Καβάλας, όπου επίσης έχουν εγκατασταθεί Θρακιώτες πρόσφυγες, μερικοί και συγγενείς με αυτούς της Μαυρολεύκης. Άπό τις συνεντεύξεις που πήρα εδώ, προέκυψαν ισχυρές, κατά την κρίση  μου, ενδείξεις, για τη στήριξη της υποψίας μου από την πρώτη επίσκεψη στη Μαρολεύκη ότι τα Αναστενάρια αποτελούσαν στην κοινότητα των Κωστιανών (και που επιβιώνει εν πολλοίς στη Μαυρολεύκη, απ' όσο είδα εκεί για πρώτη φορά) μια κορυφαία θρησκευτική δραστηριότητα που διαχειριζόταν συμβολικά ένα "συμβούλιο"/ιερατείο, το επωνομαζόμενο τοπικά νεστενάρι ή νεστενάρια,  αποτελούμενο από  ηλικιωμένες γυναίκες (εννοείται και με τη διοικητική-κοινωνική συμβολή των αντίστοιχων ανδρών σε συγκεκριμένουυς κοινωνικούς και σμβολικούς ρόλους).  Το  γυναικείο αυτό "ιερατείο", το νεστενάρι,  είχε έδρα του του το κονάκι όπου φυλάσσονται οι ιερές εικόνες, τα μαντήλια με τα αμανέτια και τα μουσικά όργανα και  λειτουργούσε όλο το χρόνο, επιτελώντας καθιερωμένες θρησκευτικές, τελετουργικές, ιατρικές, μαντικές, συμβουλευτικές και άλλες κοινωνικές και συμβολικές δραστηριότητες (βλ. και τις μαρτυρίες στο τέλος του κειμένου, αρ. 5 και 6)
 

 Όλ’ αυτά βεβαίως εξαρτήθηκαν από το λίγο (σχετικά με το φιλόδοξο αυτό πλάνο) χρόνο που διέθετα, την ικανότητά μου να θέτω τις κατάλληλες ερωτήσεις (δεδομένης και της άγνοιας για αυτούς τους ανθρώπους και την ιστορία τους που είχα επί της ουσίας, αλλά ρωτώντας πας στην Πόλη), την προθυμία των ανθρώπων να με πληροφορήσουν ή όχι και τη δυνατότητά τους να το κάνουν λόγω των ασχολιών τους όσο και λόγω των ευαίσθητων προσωπικών και κοινωνικών δεδομένων που εμπεριέχει το δρώμενο, αλλά και  από την επάρκειά μου να αξιολογώ τις πληροφορίες τους. Όσο όμως πιο πολύτιμος και θερμός υπήρξε ο συγχρωτισμός  και η επικοινωνία μου με τους συνομιλητές μου τούτη τη δεύτερή μου επίσκεψη, τόσο περισσότερο με ενέπλεκε  στο  να θεωρούν αυτονόητο  το  ότι θα συμμετείχα στην  (όχι τόσο ανοιχτή μεν και επίσημη, όσο αυτή του Μάη, πλην εξίσου ιερή τελετουργικά) επιτέλεση των Αναστεναριών την παραμονή και ανήμερα του αγίου  Αθανασίου, τραγουδώντας και πάλι μαζί με τους μουσικούς τα αναστενάρικα τραγούδια αλλά  και τόσο δυσκόλευε τη δική μου άρνηση να το πράξω. Οι λόγοι εξάλλου  που είχαν επικαλεσθεί και για την πρώτη μου συμμετοχή (ότι δεν υπήρχαν κάποιοι από τη ομάδα για να τραγουδήσουν και την αδυναμία του λυράρη, για λόγους υγείας, να ανταποκριθεί στο δύσκολο αυτό ρόλο), δεν είχαν εκλείψει. Τελικά, με μεγάλη δυσκολία και ερευνητικές ενοχές και πάλι, συμμετείχα αναπόφευκτα (;), τραγουδώντας και σε αυτά τα Αναστενάρια. Γεγονός που με έκανε να ορκιστώ  στον εαυτό μου επιτόπου ότι αυτή η συμμετοχή (παρόλη τη βεβαιότητα και τις παρακλήσεις κάποιων από τους τοπικούς αναστενάρηδες για το αντίθετο) θα  ήταν η τελευταία καθώς εκτίμησα ότι  με απέκλειε στη συνέχεια από το να ξαναπάω ή και να ασχοληθώ ξανά επιστημονικά με τη μελέτη των Αναστεναριών. Ο όρκος βεβαίως δεν περιλάμβανε το να εξακολουθώ να τα παρακολουθώ εξ αποστάσεως ως δρώμενο αλλά και, το δυνατόν, τη σχετική  βιβλιογραφία, πάντα στο πλαίσιο της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη.

Κράτησα τον όρκο μου, δεν ξαναπήγα στη Μαυρολεύκη (ούτε σε άλλο αναστενάρικο χωριό), ούτε καν επεξεργάστηκα στη συνέχεια τα κατά την κρίση μου ενδιαφέροντα στοιχεία που είχα συγκεντρώσει τότε, με εξαίρεση τη συγγραφή του παρόντος ημερολόγιου και την  απομαγνητοφώνηση  των συνομιλιών.

Για τα Αναστενάρια έχει χυθεί πολύ μελάνι, έχουν τραβηχτεί μυριάδες φωτογραφίες και ταινίες video ή κινηματογραφικές, έχουν δημοσιευτεί πάμπολλα βιβλία και άρθρα από ειδικούς και μη, έχουν γίνει επιτόπιες έρευνες, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ, κ.ά., περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά και αξιόπιστα. Δεν έχασε λοιπόν η Βενετιά βελόνι από τη δική μου αποστασιοποίηση. Όμως υπήρξε παρόλ’ αυτά μεγάλη η προσωπική μου ικανοποίηση από την εμπειρία και την έρευνα στη Μαυρολεύκη, ενώ η μετέπειτα (απ’ όσο δύναμαι να γνωρίζω)   έρευνα δικαίωσε (κατ’ εμέ) τα ερευνητικά κρίματά μου: η  επιβεβαίωση και από άλλους ερευνητές και σε άλλα μέρη με κοινότητες Θρακιωτών αναστενάρηδων, των σκέψεών μου και των πληροφοριών που συνέλεξα εκεί  σχετικά με τη γυναικεία φύση του δρώμενου, ως κυρίως γυναικείου ritual, μεταβιβαζόμενου  εν πολλοίς κληρονομικά μέσω και της  μητρογραμμής από γενιά σε γενιά.  Ανεκτίμητο υπήρξε επίσης για μένα το  ότι μου άνοιξε ορίζοντες για  τεκμηρίωση της σχέσης του με την δική μου  έρευνα γιατην Ελένη/Αγιαλένη.

Έλυσα τον όρκο μου 10 χρόνια αργότερα, ανήμερα της γιορτής, τον Μάιο του 2006, όταν πήγα, με ενοχές που τους είχα απαρνηθεί, για τελευταία φορά στη Μαυρολεύκη σε μια σύντομη   επίσκεψη, για να βρω με λύπη μου τους περισσότερους αναστενάρηδες που είχα γνωρίσει γερασμένους (και εγώ δεν ήμουν η ίδια, βέβαια), άλλους εκλιπόντες πλέον.  Η ικανοποίησή μου ωστόσο ήταν μεγάλη  όταν με υποδέχτηκαν με παράπονα μεν για την αποστασιοποίησή μου τόσα χρόνια, πλην με χαρά και αγάπη, ενθυμούμενοι τον τρόπο που είχα συμμετάσχει και τους είχα βοηθήσει, στην πρώτη κυρίως, αλλά και στη δεύτερή μου επίσκεψη.  Υποδοχή που έδιωξε και τα τελευταία ίχνη του ερευνητικού κρίματος που με βάραινε τόσα χρόνια. Είδα τις φανερές τουλάχιστον αλλαγές, καθώς βρήκα το κονάκι πιο στολισμένο και περιποιημένο, με φωτογραφίες από την ιστορία του δρώμενου κρεμασμένες στους τοίχους, σε κάδρα, ενώ πάνω στο εικονοστάσι  στεκόταν πλέον η παλιά εικόνα, ο "παππούς" με την παλιά ασημοκάλυψη συντηρημένη αλλά με μια νέα εικόνα των δύο αγίων στη θέση της κατεστραμένης παλιάς. Η επανάκτηση και η "φανέρωση" στο δρώμενο της παλιάς εικόνας είχε προσθέσει στο τελετουργικό και την πομπική μεταφορά της μετά μουσικής από το σπίτι όπου φυλάσσεται, στο κονάκι. Το "πράσινο λιβάδι" γύρω από το εκκλησάκι του αγ. Κωνσταντίνου και του χώρου της πυράς, περιποιημένο και καταπράσινο. Ευχαριστώ και από εδώ θερμά όλους τους κατοίκους της Μαρολεύκης για τη φιλοξενία, την υπομονή και την ανοχή τους να συμμετέχω στο πανηγύρι και μάλιστα εμπιστευόμενοι εμένα στο να επιτελέσω ένα ιερό ρόλο σε αυτό, την προθυμία τους να μου μιλήσουν.  

   Αξιοποιώντας λοιπόν τη δυνατότητα που μου δίνει το blog να δημοσιεύω κείμενα και να  ανεβάζω πολλές φωτογραφίες, κοινοποιώ  το ημερολόγιο της πρώτης μου επίσκεψης με φωτογραφίες δικές μου και των συναδέλφων και μέρος από τις μαρτυρίες που συγκέντρωσα σχετικά με τα Αναστενάρια (σταγόνα στον ωκεανό  σε σχέση με τα αποθησαυρισμένα ήδη δεδομένα και τα δημοσιεύματα). Το πράττω  17 χρόνια αργότερα από την πρώτη μου επίσκεψη, επηρεασμένη και από τον πρόσφατο θάνατο της αγαπημένης μου παιδικής φίλης Κατίνας Κούρτη-Καρατσώρη, που με φιλοξένησε επανηλειμμένα στην Καβάλα και που  της χρωστάω την επαφή μου με τους Θρακιώτες της Μουσθένης.  Θάνατος και πόνος που με έκανε να θυμηθώ το χρέος μου στους ανθρώπους που μου άνοιξαν τότε την καρδιά τους, γνωρίζοντας ότι κάποτε θα δημοσιοποιήσω τα λεγόμενά τους ώστε να γίνει το πανηγύρι τους ευρύτερα γνωστό (μέσα και από τη δική μου εμπειρία και στο μέτρο των δυνατοτήτων μου) και να  συνειδητοποιήσω πολύ καλά  πόσο  μεγαλώσαμε και πόσο πρόσκαιροι είμαστε  σε τούτη τη ζωή, που, συγκυριακά, άλλοτε μας χωρίζει και άλλοτε μας ξανασμίγει με αγαπημένα πρόσωπα, μέχρι να τα χάσουμε οριστικά.,,




ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΟΛΕΥΚΗ ΔΡΑΜΑΣ

Εθνογραφικό ημερολόγιο συμμετοχικής παρατήρησης
στο πανηγύρι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης]
20-21 Μαΐου 1996 


[Πρώτη δημοσίευση. Ηλεκτρονική μεταγραφή (με ελάχιστες  περικοπές και διορθώσεις) από το χειρόγραφο ημερολόγιό μου, που γράφτηκε από τις 2 - 16/6/1996, με βάση τη νωπή τότε  εμπειρία μου από το δρώμενο και τις σημειώσεις μου, καθώς και τις φωτογραφίες, τις ηχογραφήσεις και τα video που έγιναν επιτόπου από εμένα την ίδια ή τους άλλους συμμετέχοντες συναδέλφους από το ΚΕΕΛ, και όπου είναι το δυνατόν απαθανατισμένα τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ. Έτσι το παρακάτω κείμενο δεν είναι επηρεασμένο από τα  όσα επακολούθησαν μετά την πρώτη μου αυτή επίσκεψη, ούτε από την εμπειρία και τις παρατηρήσεις μου κατά τις μετέπειτα επισκέψεις μου στη Μαυρολεύκη αλλά ούτε και από τη μετέπειτα έρευνά μου για την Ελένη/Αγιαλένη]. 


Εισαγωγικά
H παρακάτω ημερολογιακή κατάθεση, αποτελεί μια εντελώς προσωπική προσέγγιση του θρησκευτικού Θρακιώτικου δρώμενου  «Αναστενάρια», όπως το βίωσα για πρώτη φορά στη Μαυρολεύκη Δράμας. Ως εκ τούτου δεν διεκδικεί τον τίτλο του επιστημονικού κειμένου, ούτε επιχειρεί να θέσει απόλυτες  ερμηνείες, θέσεις και «αλήθειες» σχετικά  με το  εξαιρετικά σημαντικό και πολυσύνθετο, όσο και πολύπλευρα μελετημένο, αυτό δρώμενο.  Αυτό που επιχειρεί να κάνει είναι να καταθέσει την εμπειρία της συμμετοχικής μου παρατήρησης σε αυτό και τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις υποθέσεις και τα ερωτήματα που προέκυψαν από αυτή, στο πλαίσιο και της  έρευνάς μου «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης» (που τότε βρισκόταν στην αρχή της ακόμα) και της  ευρύτερης  αφήγησης  που αφορά το μύθο της[3]. Καταθέτω το ημερολόγιό μου και σαν προσωπική εξομολόγηση (αμαρτία εξομολογούμενη, δεν είναι αμαρτία!;), με τη συγκυρία  της φθινοπωρινής γιορτής του  αγίου Δημητρίου. Φυσικά πρόκειται για μια εντελώς  υποκειμενική προσέγγιση του πανηγυριού του άγιου Κωνσταντίνου στη Μαυρολεύκη και της συγκεκριμένης επιτέλεσης των Αναστεναριών της 19-21/5/1996, στη συγκεκριμένη περίσταση, καθώς καθένας από τους «απέξω» που το παρατηρεί ή συμμετέχει σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο δρώμενο (όπως και σε όλα τα δρώμενα άλλωστε) και σε κάθε συγκεκριμένη επιτέλεσή του τοπικά και χρονικά,  βιώνει τη δική του διαφορετική εμπειρία και δημιουργεί τη δική του σχέση με αυτό.
Επειδή εμπλέχτηκα προσωπικά και απροσδόκητα στην επιτέλεση της τελετουργίας, δεν στάθηκε δυνατόν να φωτογραφίσω όλες τις φάσεις της. Ως εκ τούτου οι συνάδελφοι που είχαν επίσης συμμετάσχει στην ίδια αυτή αποστολή στη Μαυρολεύκη, είχαν την καλοσύνη να μου εμπιστευτούν για να χρησιμοποιήσω φωτογραφίες που αυτοί τράβηξαν ταυτόχρονα εκεί (όπως θα αναφέρεται σε κάθε φωτογραφία), με αναλογικές φωτ. μηχανές, των οποίων τα φιλμ τυπώθηκαν ενώ  οι φωτο έχουν σκαναριστεί, ενίοτε με μικρή βελτίωση της εικόνας, από την γράφουσα. Τους ευχαριστώ όλους θερμά  και από εδώ για την παραχώρηση. Επίσης  ανεβάζω, κατά περίπτωση  και δικές μου φωτογραφίες από τις επόμενες επισκέψεις μου στη Μαυρολεύκη, για καλύτερη τεκμηρίωση. 


Η δίφυλλη έντυπη πρόσκληση της Κοινότητας Μαρολεύκης και άλλων θεσμικών φορέων για τη συμμετοχή στο πανηγύρι  του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης]. Η φωτογραφία  του εξωφύλλου απεικονίζει την πυρά από την επιτέλεση των Αναστεναριών στην πατρίδα των αναστενάρηδων, το Κωστί της ΒΑ Θράκης, κατά το 1890.
Το πρόγραμμα εκδηλώσεων για τη συμμετοχή στο πανηγύρι  του αγίου Κωνσταντίνου, όπως αναγράφεται στην τρίτη σελίδα της πρόσκλησης.  Η πυροβασία ανακοινώνεται ως ξεχωριστή εκδήλωση  για θέαση.


ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ 1996,  ο συνάδελφος Γ. Α. (στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, στο εξής ΚΕΕΛ) μας ανακοίνσε  πως θα πήγαινε για επιτόπια έρευνα στη Μαυρολεύκη Δράμας για τα  Αναστενάρια που θα επιτελούσαν οι εγκατεστημένοι εκεί κάτοικοι που κατάγονται από το Κωστί της πρώην Ανατολικής Ρωμυλίας (σήμερα στη Νοτιονατολική Βουλγαρία). Το δρώμενο θα επιτελούνταν για  πρώτη φορά δημόσια εδώ μετά από πολλά χρόνια, γιατί ο Μητροπολίτης Δράμας είχε πάρει από τους Θρακιώτες πρόσφυγες της Μαυρολεύκης (πρώην Καράκαβακ) την ιερή εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που είχαν φέρει μαζί τους στην προσφυγιά από το Κωστί και είχαν χρόνια να πανηγυρίσουν (βλ. και τη σχετική μαρτυρία αρ. ! στο τέλος αυτού του κειμένου). Μας κάλεσε όλους τους συναδέλφους να πάμε μαζί του.  Εφέτος, δεν ξέρω γιατί, θες το ότι μου κίνησε την περιέργεια το γεγονός ότι το πανηγύρι θα γινόταν μετά από τόσα χρόνια, θες γιατί ήθελα (και ήμουν και υποχρεωμένη, κατά ένα τρόπο) από χρόνια να πάω να παρακολουθήσω αυτό το περίφημο δρώμενο και ο καιρός περνούσε ανεπιστρεπτί, θες ο ενθουσιασμός για το προσκυνηματικό-εθνογραφικό αυτό ταξίδι των νεότερων, αποσπασμένων στο ΚΕΕΛ από τη Μέση Εκπαίδευση συναδέλφων, θες η ψυχική μου διάθεση, κάτι από όλα αυτά  ή και όλα μαζί, με έκαναν να απαντήσω καταφατικά [....]. 
 Η αλήθεια είναι ότι η έρευνά μου για τη συμβολική μορφή της «Ελένης» είχε αρχίσει να παίρνει τότε μια κάπως πιο συγκεκριμένη μορφή μέσα από τη μελέτη των τραγουδιών[2]. Ωστόσο μέχρι  τότε δεν είχα ακούσει ή διαβάσει να συνδέεται με κάποιο τρόπο η «Ελένη» με τα Αναστενάρια, οπωσδήποτε όμως, όσο και αν δέσποζε ο άγιος Κωνσταντίνος, δεν γινόταν να αγνοεί κανείς  το ότι πίσω του «κρύβεται» πάντα και η αγία Ελένη, όπως υποδεικνύει και η ονομασία του νέου, προσφυγικού αναστενάρικου χωριού  «Αγία Ελένη», του πιο γνωστού μάλιστα από τα αναστενάρικα χωριά.  Καθώς δεν είχα τότε ακόμα εντοπίσει την αυτόνομη ναϊκή και τοπωνυμική παρουσία της  «Αγιαλένης» , δεν είχα κάνει, συνειδητά τουλάχιστον, ακόμα τη σύνδεση της «Ελένης» με την αγία Ελένη. Πάντως δεν πρέπει να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η «Αγιαλένη» μού «επιφάνηκε» αμέσως μετά την εμπειρία μου στα Αναστενάρια, που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια.



Ο νομός  Δράμας. Στο κέντρο του νότιου τμήματος, λίγο πιο κάτω από τον αρ. 5 (σε πράσινο πλαίσιο) διακρίνεται η θέση του χωριού Μαυρολεύκη  (πηγή:http://www.pedramas.eu/images/stories/maps/m8.jpg)

Σάββατο, 19 Μαΐου 1996 
Το ταξίδι
Ξεκινήσαμε  σιδηροδρομικώς για τη Μαυρολεύκη  Δράμας τέσσερις γυναίκες, συνάδελφοι από το ΚΕΕΛ για να παρακολουθήσουμε το δρώμενο των Αναστεναριών ενώ και άλλοι συνάδελφοι θα συμμετείχαν, μεταβαίνοντας με άλλα μέσα. Βρεθήκαμε στο σταθμό Λαρίσης  λίγο πριν τις επτά, αγουροξυπνημένες αλλά με εκδρομική διάθεση, κέφι και αστεία, ιδίως όταν συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε όλες φτιάξει σάντουιτς  και κεφτέδες  για όλους, ποσότητες που σήμαιναν ότι για να τα καταναλώσουμε θα έπρεπε να τρώμε σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού!  Εγώ τους είχα τάξει «φλωρεντίνες» από τον περίφημο φούρνο δίπλα στο σπίτι μου, στις οποίες κάναμε έφοδο αμέσως μόλις ξεκίνησε το τραίνο. 

 

Φτάσαμε γύρω στις 4.30 μ.μ., ταλαιπωρημένες, στον όμορφο σιδηροδρομικό  σταθμό της Δράμας, μετά από 12ωρο ταξίδι.
Οι προσδοκίες για υποδοχή με αυτοκίνητα που θα μας μετέφεραν στη Μαυρολεύκη (σύμφωνα με τις ενθουσιώδεις υποσχέσεις του Γ. Α.), ματαιώθηκαν, αφού κανείς δεν μας περίμενε. Η πρότασή μου για περίπατο και καφέ στην πόλη, δεν έγινε δεκτή, λόγω της ταλαιπωρίας στο τελευταίο μέρος του ταξιδιού, της βαρυστομαχιάς και της κούρασης, ενώ είχαμε και αρκετά μπαγκάζια, αφού πέρα από τα προσωπικά μας είδη, κουβαλούσαμε και τα ογκώδη, επαγγελματικά μαγνητόφωνα, τις φωτογραφικές μηχανές κ.λπ..  Αναζητήσαμε αμέσως ταξί, η Ε. Τ. μάλιστα αγκαζάρισε μια ταξιτζίνα, για να μας  μεταφέρει  στη Μαυρολεύκη, που απέχει 14 χλμ. από τη Δράμα. Το τοπίο γύρω μας απέραντος κάμπος, που στο βάθος-βάθος και από βορρά και από νότο, κλείνεται από βουνά. Ρωτήσαμε την  ταξιτζίνα (που μας πήγαινε βολίδα) αν είχε παρακολουθήσει ποτέ τ’ Αναστενάρια. Μας απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας «εμείς [οι ταξιτζήδες] δεν ζούμε, έχουμε βάλει καπιστράνες και τραβάμε μόνο μπροστά, στον αγώνα».

Η Μαυρολεύκη
ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΑ ΣΤΡΙΨΑΜΕ από τον εθνικό δρόμο Θεσσαλονίκης- Αλεξανδρούπολης και μπήκαμε στο χωριό του προορισμού μας, τη Μαυρολεύκη (πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών με Τούρκους κατοίκους, ονομαζόμενο Καράκαβακ)  όπου έχει εγκατασταθεί μόνιμα μέρος των προσφύγων από το Κωστί και το Μπροντίβο της βορειοανατολικής Θράκης,  χωριό με μεγάλη παραγωγή σιταριού μέχρι πρόσφατα (βλ. σχετικά Θεόκλητος Κ. Λάντζος,  Η Μαυρολεύκη στο διάβα του χρόνου, Τ.Ε.Δ.Κ. Δράμας – Δήμος Σιταγρών, Μαυρολεύκη 2005 καθώς και στο τέλος αυτού του κειμένου τη  μαρτυρία αρ. 4, από τον Θεόδωρο Κρυωνά, στη Μουσθένη Παγγαίου). Τα λίγα σχετικά σπίτια του χωριού είναι στον κάμπο, διώροφα τα περισσότερα, διαταγμένα συμμετρικά σε ένα τετραγωνισμένο πολεοδομικό σχέδιο, που δεν δημιουργεί κανένα σημείο αναφοράς, κάποια ιδιαιτερότητα, «σημάδια του τόπου»,  στον πολεοδομικό ιστό που να σε κάνει να ακουμπήσεις το βλέμμα. Η απρόσωπη αυτή  πολεοδομική συμμετρία δήλωνε ότι πρόκειται για καινούριο, «προσφυγικό» χωριό. Μια φωλιά πελαργού πάνω στο καμπαναριό της εκκλησίας (του αγίου Παντελεήμονα, σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την είσοδο)  καθώς και τα ολάνθιστα τριαντάφυλλα στους περιποιημένους κήπους των σπιτιών έσπαζαν τη μονοτονία και χαρακτήριζαν οικολογικά το τοπίο. Στο βάθος του κεντρικού δρόμου, πάνω στο πεζοδρόμιο,  διαφαινόταν η ψηλή φιγούρα του συναδέλφου από το ΚΕΕΛ, Γ. Α.,, με τα λευκά, κυματιστά μαλλιά του ν’ ανεμίζουν. Ίσως εξαιτίας αυτής της λευκής κόμης (που έρχεται και σε αντίθεση με το νεανικό κατά τα άλλα, παρά την ηλικία του,  παρουσιαστικό του),  πέρα από την επιστημονική του ιδιότητα, να τον αποκαλούν εκεί «Αϊνστάιν», όπως μάθαμε αργότερα. Είχε προηγηθεί από εμάς, ως πιο ενταγμένος και ειδικός σχετικά με το δρώμενο, γιατί κάνει μακροχρόνια έρευνα για τα Αναστενάρια ειδικότερα αλλά γενικότερα για τον λαϊκό πολιτισμό της ευρύτερης περιοχής. Με δική του άλλωστε παρότρυνση όσο και οργάνωση της όλης λαογραφικής αποστολής μας είχαμε βρεθεί εκεί. Κουνούσε τα χέρια του ζωηρά, καθώς είχε αντιληφθεί πως το ταξί μετέφερε εμάς.

Μαυρολεύκη, 20/5/1996. Το  πανό με την αναγγελία για τα Αναστενάρια στην  είσοδο του χωριού 
(φωτ. Χριστίνα Πετροπούλου)
Σταματήσαμε, κατεβήκαμε και πλήρωσε η Β. Φ. το ταξί εκ μέρους όλων, θα κάναμε μετά τους λογαριασμούς. Φιλιά, αγκαλιές, καλωσορίσματα. Δίπλα του στεκόντουσαν δύο γεροδεμένοι, όμορφοι νέοι άντρες, γύρω στα 40-45.  Μας τους σύστησε ως Σάκη [Χαρπαντίδη] και Αντώνη, Πρόεδρο της Κοινότητας Μαυρολεύκης τον  πρώτο, της Καλής Βρύσης τον δεύτερο. «Βλέπετε τι κορίτσια σας έφερα; Τι περιμένατε; Τίποτα γριές στριμμένες καθηγήτριες;»,  μας σύστησε ο Γ,Α., χαριτολογώντας άκομψα, αφού εγώ ήμουν σχεδόν πενήντα χρονών και η Β. Φ. μεγαλύτερη!  Και δώσ’ του αγκαλιές και διαχύσεις. Οι δύο άνδρες έδειχναν συγκρατημένα ενθουσιασμένοι που μας έβλεπαν, ήταν γελαστοί και  απέπνεαν μια ευχάριστη πραότητα, σε αντίθεση με τις υπερβολές του Γ. Α. Από το διπλανό καφενείο κάποιοι άλλοι άνδρες παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον και περιέργεια τη σκηνή. Άραγε να είναι αναστενάρηδες; αναρωτήθηκα μέσα μου, καθώς το μυαλό μου ήταν ακόμα κολλημένο στον Danforth. Ο Σάκης, ο Πρόεδρος, μας οδήγησε στο καλοφτιαγμένο, διώροφο Κοινοτικό Γραφείο της Μαυρολεύκης που ήταν εκεί δίπλα,  στο βάθος ενός περιφραγμένου περίβολου για να ανασυνταχθούμε και κυρίως να επισκεφθούμε την (πολύ καθαρή) τουαλέτα. Ο Σάκης έδειχνε πολύ ευχαριστημένος και δεχόταν γελώντας τα κολακευτικά μας σχόλια για το γραφείο, ιδιαίτερα αυτά της Β. Φ., μια χαρά νέος και δραστήριος Πρόεδρος.  Το γραφείο ήταν όντως πολύ καθαρό και περιποιημένο, με φυτά εσωτερικού χώρου, καθαρές κουρτίνες, χαλί, καλοριφέρ, με απλή και άνετη επίπλωση, ενώ ήταν οργανωμένο και με fax και φωτοτυπικό. Δεν μπόρεσα να μην κάνω συγκρίσεις με τα θλιβερά, άχαρα  και συχνά βρώμικα Κοινοτικά Γραφεία χωριών στην Πελοπόννησο, όπου κάνω επιτόπια έρευνα.  Ο Πρόεδρος μας παραχώρησε αμέσως το τηλέφωνο, είχαμε και  νιόπαντρες  στην παρέα μας, που έκαναν χρήση. Εγώ, μια που οι κόρες μου είχαν προ πολλού ενηλικιωθεί, δεν έκανα χρήση, ήθελα να αποστασιοποιηθώ, να ενταχθώ εκεί απερίσπαστη, αποκομμένη το δυνατόν από τα προσωπικά μου.
Αφού τακτοποιήσαμε τις άμεσες ανάγκες μας, κατεβήκαμε πάλι στο δρόμο, όπου μας  περίμενε ο Γ. Α. με τον Αντώνη, τον Πρόεδρο της Καλής Βρύσης. Ο Γ. Α. ήθελε να μας πάρει  αμέσως και να μας πάει να δούμε την Καλή Βρύση, «το χωριό μου», όπως έλεγε, αφού τον έχουν κάνει επίτιμο δημότη. Αυτή η πρόσκληση κακοκάρδισε τον Σάκη,  που είπε «ακόμα δεν ήρθαν, θα μου τις πάρετε;»  «Καλά, κι αυτό εδώ δικό μου χωριό είναι», τον παρηγόρησε  ο Γ. Α., «αλλά εδώ θα μείνουν όλες τις ημέρες,  άσε τώρα να δουν την καλή Βρύση και θα τις φέρουμε πίσω το βράδυ!».  Ο Σάκης ωστόσο επέμενε να μη φύγουμε αλλά τελικά συμφώνησε. Εμείς παρόλη την κούραση του ταξιδιού, δεν είχαμε αντίρρηση να δούμε με την ευκαιρία (πότε θα ξαναρχόμασταν άραγε;), την τόσο  παινεμένη  από τον Γ. Α.  Καλή Βρύση, ιδιαίτερα για τα δρώμενα του Δωδεκαημέρου που επιτελούνται εκεί και που ο ίδιος μελετάει εδώ και πολλά χρόνια. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που τον έκαναν επίτιμο δημότη, γιατί έκανε διάσημο το χωριό τους με τα σχετικά με τα Καρναβάλια του Δωδεκαήμερου δημοσιεύματά του.  Ο Σάκης δεν μας άφηνε να φύγουμε  χωρίς κέρασμα και καθίσαμε για καφέ στο καφενείο.  Μετά στριμωχτήκαμε, ο ένας πάνω στον άλλο, στο αυτοκίνητο του Αντώνη και ξεκινήσαμε για την Καλή Βρύση, αφού θα περνούσαμε πρώτα από τη Δράμα για μια σύντομη περιήγηση.  Καθώς μπαίναμε στο αυτοκίνητο, ερχόταν από πέρα, τρέχοντας και φωνάζοντας, μια νέα, ξανθιά και καλοφτιαγμένη γυναίκα, με εμπριμέ κολάν και μακό μπλούζα. Σταθήκαμε, γιατί ήταν η Μάρω, η πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, η οποία και θα φιλοξενούσε στο σπίτι της κάποιες από εμάς. Έγιναν οι συστάσεις, της είπαμε καλά λόγια για το χωριό, τον Πρόεδρο, την υποδοχή μας και τη δράση του Συλλόγου. Μας ανακοίνωσε πως τελικά θα είχαμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το ισόγειο του σπιτιού της, όπου έμεναν τα πεθερικά της, γιατί η μεν πεθερά της είχε πεθάνει πριν έξι μήνες ο δε πεθερός της, που ήταν μελισσοκόμος, έλειπε στη Σαμοθράκη με τα μελίσσια του. Αυτό σήμαινε πως θα μέναμε όλες μαζί εκεί, και μάλιστα θα είχαμε όλο το σπίτι στη διάθεσή μας, σαν πανσιόν, κάτι που ούτε στα καλύτερα από τα σενάρια που φτιάχναμε στο τραίνο δεν είχαμε προβλέψει!  Την ευχαριστήσαμε ενθουσιασμένες και της είπαμε πως θα επιστρέψουμε το βράδυ να εγκατασταθούμε.

Κυριακή, Παραμονή της γιορτής
των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, 20/5/96
Πρωινό
Ξυπνήσαμε νωρίς την Κυριακή στο σπίτι των πεθερικών της Μάρως. Πίνοντας καφέ, συζητούυσαμε με  χιουμοριστική, παιγνιώδη διάθεση τα όσα είχαν διαδραματιστεί στο χωριό  Καλή Βρύση Δράμας, όπου μας είχε πάει το χθεσινό βράδυ για επίσκεψη ο συνάδελφος Γ. Α., μαζί με τον Πρόεδρο του χωριού. Εκεί προέκυψε γλέντι με τοπικά όργανα και τσιπουρο-ποσία κατά το οποίο εγώ μέθυσα βαριά, με αποτέλεσμα να  με πάνε σε κώμα στο αγροτικό ιατρείο της Προσοτσάνης  για πρώτες βοήθειες. 




Φάσεις από το γλέντι στην Καλή Βρύση Δράμας   (20.5.1996)
Η χιουμοριστική τώρα αντιμετώπιση από τις συναδέλφους της περιπέτειάς μου με ανακούφιζε, αποφόρτιζε σιγά-σιγά το άγχος μου και το αίσθημα ντροπής που με διακατείχε που τους είχα εκθέσει στο χωριό και είχα προκαλέσει τέτοια προβλήματα. Κουτσομπολεύαμε κατά ένα τρόπο τα γεγονότα, ανακαλούσαμε με γέλια τις σκηνές που είχαν διαδραματισθεί στο γλέντι με πρωταγωνίστρια την αφεντιά μου και άρχισα να βλέπω  πιο απλά τα πράγματα, με την αστεία τους πλευρά, και να ξεκαρδίζομαι πλέον μαζί τους  στα  γέλια για τα κατορθώματά μου. Τις ευγνωμονούσα για αυτό.
Η ιλαρότητά μας διακόπηκε από την είσοδο στην κουζίνα δύο νέων γυναικών. Η μια ήταν η Μάρω, η οικοδέσποινά μας, που είχαμε συναντήσει την προηγούμενη.  Η άλλη, η αδελφή της η Ελένη, όπως μας την σύστησε. Μια ψηλή, καλοσχηματισμένη,  όμορφη  γυναίκα. Μάτια πρασινωπά, λαμπερά, λευκό δέρμα, σαρκώδες στόμα, καστανόξανθα μακριά μαλλιά πιασμένα μ’ ένα κοκαλάκι στην κορυφή του κεφαλιού που άφηναν ελεύθερο τον μακρύ, χυτό λαιμό της, μια ζωγραφιά! Φορούσε εμπριμέ σορτς και ένα ανοιχτό μπλουζάκι που αναδείκνυαν το αγαλματένιο σώμα της. Η Μάρω, αν και πολύ νόστιμη και καλοφτιαγμένη, φαινόταν μισή μπροστά της.  Με τα καλημερίσματα, τις συστάσεις, τις εξηγήσεις του ποιες είμαστε και τι κάνουμε στη Μαυρολεύκη, τις ευχαριστίες για τη φιλοξενία (μακάριζα το γεγονός ότι μας είχε παραχωρήσει αυτό το ανεξάρτητο διαμέρισμα, δεν ήθελα να σκεφτώ πώς θα ήταν τα πράγματα  αν μας είχε φιλοξενήσει στο σπίτι της, με τα χάλια μου) δημιουργήθηκε αμέσως οικειότητα και συμπάθεια μεταξύ μας. Η «ωραία Ελένη» κάθισε μαζί μας ενώ η Μάρω έφυγε σύντομα για τις δουλειές της, θα πήγαινε στη Δράμα για ψώνια αλλά είχε κυρίως να ασχοληθεί και με τις εκδηλώσεις που διοργάνωνε ως Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου στο πλαίσιο του πανηγυριού του αγίου Κωνσταντίνου.  Έτσι ήρθε πάλι για μένα στο προσκήνιο ο λόγος που είχαμε έρθει, που είχε περάσει σε δεύτερο πλάνο με τα κωμικοτραγικά, πυκνά γεγονότα που είχαμε βιώσει εντωμεταξύ, αν και αποτελούσε κατά ένα τρόπο το υπόστρωμά τους. Μου φαινόταν ότι είχαν περάσει μέεεερες από την αναχώρησή μας από την Αθήνα. Η Ελένη είχε κατέβει ειδικά για το πανηγύρι από την  Αθήνα όπου ζει και εργάζεται και μας εκμυστηρεύτηκε πως ήθελε να παρακολουθήσει, για πρώτη φορά, τ’ Αναστενάρια, καθώς η οικογένειά τους δεν ανήκε στους Θρακιώτες  πρόσφυγες στο χωριό αλλά στους Πόντιους, στο χωριό είχαν πολλά χρόνια να γίνουν, έτσι δεν είχε ενδιαφερθεί  ως  τότε να τα παρακολουθήσει, έστω αλλού.  Μας μίλησε και για τα προβλήματα στη δουλειά της, στο Υπουργείο Γεωργίας .
Μ΄αυτά και μ’ αυτά είχε πάει εντεκάμιση η ώρα και σηκωθήκαμε  να βγούμε  να δούμε το χωριό, να βρούμε  και τον Πρόεδρο, μήπως εντωμεταξύ είχαν έλθει και οι υπόλοιποι συνάδελφοι και μας έψαχναν. Βγήκαμε μέσ’ στο λιοπύρι, ο καιρός ήταν πολύ ζεστός, ευτυχώς είχα προβλέψει και είχα φέρει καπέλο. Το χωριό καθαρό, ολάνθιστο, πνιγμένο στα τριαντάφυλλα. Ησυχία, φαινόταν σαν έρημο, δεν κυκλοφορούσε σχεδόν κανείς έξω. Κατευθυνθήκαμε προς το Κοινοτικό Γραφείο, απέναντι απ’ την εκκλησία. Ο πελαργός στη φωλιά του καμπαναριού τάιζε τα παιδιά του. Ο Πρόεδρος , ο Σάκης, ήταν στο γραφείο του, μας περίμενε. Δεν είχε φανεί κανένας από τους δικούς μας. Εγώ τον κοίταζα διερευνητικά, να καταλάβω μήπως είχε μάθει για τα χθεσινά μου κατορθώματα αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω, μάλλον δεν ήξερε. «Εμπρός», μας λέει, «μπείτε στ’ αυτοκίνητο, θα σας πάω βόλτα!».  «Μα», του λέμε», «βγήκαμε να περπατήσουμε»!  Πληθωρικός Πόντιος, δεν σήκωνε αντίρρηση. «Θα σας πάω εγώ με το αυτοκίνητο, να σας δείξω την περιοχή!». «Μα, μήπως σε καθυστερήσουμε από τη δουλειά σου;» «Δουλειά μου είσαστε και σεις, αφού σας το λέω εγώ! Εμπρός, φεύγουμε!» Μπήκαμε στ’ αυτοκίνητο, συνοδηγός εγώ, πίσω οι υπόλοιπες. Μας έκανε περιήγηση στα χωριά και στα πλούσια σε νερά ποτάμια της περιοχής, ζωηρός και κεφάτος, όλο ζωντάνια.  Μας πήγε και σε ένα λόφο όπου όπως μας είπε είχαν οι Γερμανοί νοσοκομείο στην Κατοχή, σε σκηνές, υπήρχαν ακόμα οι τσιμεντένιες βάσεις τους. Ακουγόταν βουητό νερού. Καθώς προχωρούσαμε, σταθήκαμε απότομα. Ξαφνικά το έδαφος μπροστά μας άνοιγε κάθετα, δημιουργώντας ένα βαθύ και στενό φαράγγι που δεν φαινόταν ούτε από κοντινή απόσταση. Στη δασωμένη κοίτη του κυλούσε ορμητικό και βουερό ένα ποτάμι με πολύ νερό που γέμιζε το βάθος του φαραγγιού  σε αρκετό ύψος, ρέοντας ανάμεσα σε ιτιές και πλατάνια.  «Τι είναι αυτό; Grand Canyon;”» είπα εγώ. «Μπράβο, ναι, αυτό είναι, ακριβώς, έτσι θα το λέω κι εγώ!», είπε ο Σάκης ενθουσιασμένος. Το θέαμα του φαραγγιού ήταν όντως επιβλητικό. ‘Ένα αεράκι φυσούσε και μας δρόσιζε λίγο μέσα στο λιοπύρι, το είχαμε ανάγκη, ειδικά  εγώ που δεν είχα συνέλθει ακόμα εντελώς από τη νυχτερινή μου ταλαιπωρία. Εξωτερικά ήμουν ήρεμη, συμμετείχα, μέσα μου όμως ήμουν πάλι χάλια, είχα την αίσθηση πως η απαίσια εκείνη μυρωδιά από τους εμετούς του μεθυσιού είχε κολλήσει πάνω μου.  Στο δρόμο-δρόμο , καθώς ο Σάκης οδηγούσε, ξανάφερνα τα γεγονότα στη μνήμη μου (όσα θυμόμουν και όσα μου είχαν αφηγηθεί) και δεν συγχωρούσα τον εαυτό μου που είχα αφεθεί να πίνω έτσι ανεξέλεγκτα τσίπουρο που δεν ήμουν μαθημένη, εγώ που καυχιόμουν πως αντέχω στο κρασί! Στενοχωριόμουν που είχα έτσι εξαθλιωθεί στον Πρόεδρο της Καλής Βρύσης. Και αυτόν μεν μπορεί και να μην τον ξαναέβλεπα στη ζωή μου, αλλά τον συνάδελφο, τον Γ. Α. πώς θα τον αντίκριζα;   Ταυτόχρονα ένοιωθα βαθιά υποχρεωμένη για ό,τι είχε κάνει για μένα, μαζί με τον Πρόεδρο, τη φροντίδα του, την ανησυχία, τη μεταφορά μου στο κέντρο υγείας, την περιποίηση.  Ο ήλιος είχε γίνει πια αφόρητος, ειδικά για τις άλλες που δεν είχαν καπέλο, και πήραμε το δρόμο του γυρισμού. 
Η Μάρω είχε πει πως θα μας περίμενε για φαγητό. Προηγουμένως όμως ο Σάκης μας πήγε να δούμε το χώρο όπου θα λάβαινε χώρα η τελετουργία των Αναστεναριών.  Μας οδήγησε σε ένα χώρο δίπλα στο χωριό, μια καταπράσινη έκταση 50 στρεμμάτων περίπου ανάμεσα στην εθνική οδό και στο ποτάμι που τροφοδοτείται από τις πηγές της «Βαρβάρας» που είχαμε δει στη Δράμα. Σκιασμένο με πανύψηλες μαυρολεύκες (καρά-καβάκ στα Τούρκικα, απ’ όπου και το όνομα ενός τούρκικου χωριού που υπήρχε παλιά εκεί κοντά  αλλά και το όνομα του σημερινού χωριού, «Μαυρολεύκη») που αφθονούν στην περιοχή, το ποτάμι κυλάει δίπλα στο χωριό, σχηματίζοντας εκεί κοντά και ένα μικρό καταρράχτη, που ο Σάκης δεν παρέλειψε να μας δείξει. Μας πληροφόρησε ότι είχαν χρόνια να δουν τόσο πολύ νερό στο ποτάμι, όσο εφέτος. Μάλιστα επειδή εκεί κοντά  βρίσκεται το εργοστάσιο γνωστής χαρτοποιΐας (SOFTEX) η οποία ρίχνει τα απόβλητα στο ποτάμι, τα χρόνια που δεν έχει πολύ νερό αποτελεί πηγή μόλυνσης και δυσοσμίας, μαζί με τα σκουπίδια που ρίχνουν τα γύρω χωριά. Πρόσθεσε πως ο ίδιος έχει προκαλέσει πολλές συλλογικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας για το πρόβλημα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μας είπε επίσης ότι την έκταση που μας έδειχνε την αγόρασε με πρωτοβουλία δική του η Κοινότητα  για να την κάνει πάρκο, ενώ βλέπαμε ότι είχε αρχίσει ήδη τη δενδροφύτευση. 

 Μαυρολεύκη, 20/5/1996. Το "τέμενος" με το εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και το αγίασμα,  όπου επιτελούνται η θσία του ταύρου και η πυροβασία (φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)

 
Μαυρολεύκη, 20/5/1996. Οι αναστενάρηδες έχουν μεταφέρει έξω, στο  προστώο του μικρού ναού των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης  το παγκάρι και μανουάλια όπου και ανάβουν κεριά  οι πιστοί, λόγω της απαγόρευσης από την Εκκλησία να τελεστεί  μέσα στην εκκλησία ο πανηγυρικός εσπερινός και η θεία λειτοργία (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης)


 
 Μαυρολεύκη. Πάνω και κάτω: το εσωτερικό του μικρού ναού των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, κατά την 21/5/2006, ανήμερα της γιορτής, όταν είχε πλέον επιτραπεί η τέλεση της θείας λειτουργίας μέσα σε αυτό. Δεξιά οι άρτοι για την πανηγυρική "αρτοκλασία" (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Σ΄ένα σημείο κοντά στο ποτάμι υπάρχει μια πυκνή συστάδα από λεύκες, σαν μικρό δάσος, ανάμεσα στις οποίες είδαμε ένα μικρό ξωκλήσι.  Η όλη εικόνα μου έδωσε την αίσθηση τεμένους. «Αυτός είναι ο άγιος Κωνσταντίνος», είπε ο Σάκης, «τον έχτισαν οι πρόσφυγες από το χωριό Κωστί, που μένουν στο χωριό μας, όταν ήρθαν από τη Θράκη». 


 Μαυρολεύκη, 21/5/2006. Το αγίασμα (στο βάθος αριστερά ) στη ΒΔ γωνία του μικρού ναού των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

(φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)
 (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης)
 Μαυρολεύκη, 20/5/1996. Πάνω και κάτω: Το στεγασμένο αγίασμα (υπόγειο πηγάδι) 
έξω από το εκκλησάκι του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης] 
 
Μαυρολεύκη, 21/5/2006. Το αγίασμα, εσωτερικό. Κάτω αριστερά το πηγάδι (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)
Πλησιάσαμε. Οι λεπτόκορμες, πανύψηλες λεύκες σκίαζαν τον τόπο και δημιουργούσαν πολλή δροσιά, ενώ τα φύλλα τους θρόιζαν μ’ εκείνο τον χαρακτηριστικό μουσικό ήχο στο απαλό αγέρι και μας χάιδευαν τ’ αυτιά. Στην δυτική  πλευρά του ξωκλησιού, στην αριστερή γωνία, υπάρχει ένα περίεργο, επικλινές  αψιδωτό κτίσμα που την είσοδό του κλείνει μια καγκελόπορτα. Πίσω από αυτήν αρχίζει μια υπόγεια πέτρινη  σκάλα που καταλήγει σε ένα πηγάδι.  «Είναι το αγίασμα», μας ενημέρωσε ο Σάκης. Κατέβηκαμε μία-μία ως εκεί. Σε μια εσοχή δίπλα στο πηγάδι ήταν μια εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και μπροστά της ένα μανουάλι όπου έκαιγαν ένα-δύο κεριά. Ο χώρος, κρύος σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον, υποβλητικός, σαν να κατέβαινες στα έγκατα της γης, αίσθηση  που ενίσχυε και το πολύ μεγάλο βάθος του πηγαδιού. Άναψα κερί από αυτά που υπήρχαν διαθέσιμα αφήνοντας μικρό αντίτιμο και βγήκα στη επιφάνεια. 
Ρωτήσαμε αν θα λειτουργήσει η εκκλησία για τη γιορτή  και ο Σάκης απάντησε στενοχωρημένος πως «όχι, δεν αφήνει ο Δεσπότης!». «Δεν είμαστε καλά! Ο δεσπότης δεν αφήνει να λειτουργήσει μια εκκλησία;» κάναμε τη ρητορική  ερώτηση αφού γνωρίζαμε την πονεμένη ιστορία της απαγόρευσης των Αναστεναριών στη Μαυρολεύκη, αλλά νομίζαμε πως είχε λήξει το θέμα, αφού εφέτος θα γινόντουσαν. «Αφήστε, μην τα ρωτάτε» είπε ο Σάκης, «έχουμε πρόβλημα». Πίσω από την εκκλησία, προς την πλευρά της εθνικής οδού, αρκετά έξω από το δασάκι και μέσα σ’ ένα περιφραγμένο με σχοινιά χώρο, είχε καθαριστεί από τα χορτάρια ένα κυκλικό, αρκετά μεγάλο,  κομμάτι του εδάφους, που ήταν γυμνό, σκέτο χώμα. Δίπλα του ήταν σωριασμένη μια μεγάλη στοίβα από χοντρά ξύλα. Το θέαμα με τάραξε, καθώς ήταν φανερή η χρήση του. «Εδώ θα γίνει η πυροβασία», μας διευκρίνισε ο Πρόεδρος. Το «πράσινο λιβάδι», το αλειτούργητο για τη γιορτή  εκκλησάκι, το υπόγειο αγίασμα, ο χώρος της πυράς: τα «σημάδια» της τελετουργίας είχαν αρχίσει ήδη να μπαίνουν στο οπτικό μας πεδίο!  Ένοιωθα σαν να «είχε ξεκινήσει» η περίφημη τελετουργία, σαν να είχα αρχίσει κιόλας  ένα μυητικό ταξίδι που δεν ήξερα πού θα οδηγούσε, ενώ είχα ήδη βιώσει μια απρόσμενη, τραυματική  εμπειρία, λόγω του μεθυσιού.  Ο Σάκης μας οδήγησε σε ένα δρομάκι που καταλήγει σε ένα αρκετά μεγάλο κτίριο, το οποίο εξωτερικά μου έδωσε την εντύπωση  εκκλησίας, τύπου βασιλικής, ένα παραλληλόγραμμο κτίριο με δίρριχτη στέγη, με χαγιάτι στη μακριά δυτική πλευρά του. Μπήκαμε από την πόρτα που υπάρχει εκεί. Η μεγάλη, μακρόστενη αίθουσα με τους γυμνούς λευκούς τοίχους, με τα τρία μεγάλα παράθυρα και τις δύο αντικριστές πόρτες στις μακριές πλευρές, η αετωματική ξύλινη οροφή με τα εμφανή χοντρά δοκάρια ενέτειναν την εντύπωσή μου πως έμοιαζε με εκκλησία. Στο βόρειο στενό τοίχο  ήταν στερεωμένο χαμηλά ένα μακρύ ξύλινο ράφι που ήταν άδειο. Κατά μήκος των μακριών πλευρών υπήρχαν αραδιασμένοι ξύλινοι πάγκοι και κάτι πλαστικοί, κόκκινοι καναπέδες που όπως μας είπε ο Σάκης, τους είχε αγοράσει από την εκποίηση μιας καφετέριας. Στην νότια στενή πλευρά υπάρχει μια πόρτα που οδηγεί σε ένα βοηθητικό δωμάτιο, σαν κουζίνα.  «Ήταν πριν σταύλος», είπε ο Σάκης, «και το έφτιαξα για πολιτιστικό κέντρο και για «κονάκι» των Αναστενάρηδων. Εδώ θα γίνουνται πλέον τ’ Αναστενάρια. Θα έρθουν οι γυναίκες μου είπαν, κατά τις τρεις, να το καθαρίσουν, να το φτιάξουν. Εσείς ελάτε κατά τις έξι». 
Ο Σάκης μας άφησε στο σπίτι της Μάρως και πήγαμε στο «σπίτι μας» να αφήσουμε κάτι πράγματα και να ξεκουραστούμε λίγο. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι δεν είχαν φθάσει ακόμα.  Θεωρούσα αυτονόητο ότι το γεύμα στο οποίο μας είχε καλέσει η «σπιτονοικοκυρά μας» θα γινόταν επάνω, στο σπίτι της. Με έκπληξή μου όμως είδα τη Μάρω και την Ελένη με ταψιά και κατσαρόλες στα χέρια να μπαίνουν στην κουζίνα «μας». «Θα φάμε εδώ», μας ανακοίνωσαν, «εμείς τρώμε εδώ, στο ισόγειο,  τώρα το  καλοκαίρι!». «Ελεύθερα, σαν στο σπίτι σας!» αστειευτήκαμε εμείς και στρώσαμε όλες μαζί το τραπέζι με ό, τι υπήρχε στην κουζίνα, φλυαρώντας και γελώντας. Μαζί τους είχε έλθει και η 13χρονη κόρη της  Μάρως, η Αγάπη, ένα λεπτό, ψηλό, όμορφο κορίτσι. Ήταν μέλος της ομάδας «παραδοσιακών χορών» του χωριού και θα συμμετείχε την επομένη στο χορευτικό μέρος των εκδηλώσεων που είχε οργανώσει ο Πρόεδρος και ο Πολιτιστικός Σύλλογος στο πλαίσιο του πανηγυριού, μας ενημέρωσε η Μάρω. Πρόσθεσε ότι το πρωί πηγαίνουν παρέα με τον μεγαλύτερο αδελφό της στο Γυμνάσιο, στη Δράμα, γιατί το χωριό δεν έχει. Ότι τα απογεύματα  την συνόδευε η ίδια καθημερινά με το λεωφορείο πάλι στη Δράμα, όπου έκανε αγγλικά, δημοτικούς χορούς και μπαλέτο. Θαυμάσαμε το κουράγιο μάνας και κόρης και την ρωτήσαμε πώς και δεν μάθαινε να οδηγεί να μην ταλαιπωρείται και μας απάντησε πως φοβάται. Σε λίγο ήρθε και ο γιος της , ο Παναγιώτης, ένα παλικάρι ψηλό και λεπτό, γύρω στα 15, με το άχαρο της εφηβείας, με όμορφο μελαχρινό πρόσωπο και κάτι πελώρια, κατάμαυρα μάτια με τεράστιες βλεφαρίδες. Η φωνή του έκανε «κοκοράκια», έσπαζε καθώς μιλούσε, χαρακτηριστικό της μετάβασης από την παιδική στην εφηβική ηλικία για τα αγόρια. Μαζί του ήρθε και ο πατέρας των παιδιών και άντρας της Ελένης, ένας ψηλός, λεπτός, γεροδεμένος Πόντιος γύρω στα 45. Είχε κατάμαυρα επίσης μάτια και πυκνά, σμιχτά φρύδια, τυπική ποντιακή φιγούρα, σαν να τον είχες αποσπάσει από κάποιο κύκλο Πόντιων χορευτών!  Σοβαρός αλλά άνετος, κάθισε στην κορυφή του τραπεζιού, καθίσαμε και οι υπόλοιποι και η Μάρω έκανε τις συστάσεις. Οι δύο αδελφές μας σέρβιραν κοτόπουλο στο φούρνο με μπάμιες, που είχε μαγειρέψει η Ελένη, αφού η Μάρω έλειπε στη Δράμα, καθώς και κρασί, μπύρα, ντοματοσαλάτα, φέτα, ψωμί κ.λπ. Το φαγητό ήταν νοστιμότατο, το παινέψαμε όλες  και το τιμήσαμε δεόντως. 
Σαν αποφάγαμε, πιάσαμε κουβέντα για τ’ Αναστενάρια. Τους ρωτούσαμε τι ξέρουν γι’ αυτά, αν τα έχουν παρακολουθήσει, αν έχουν σε καθημερινή βάση επαφές και φιλία με τους Θρακιώτες του χωριού και ειδικά με τους Αναστενάρηδες. Ο άντρας της Μάρως ήταν καχύποπτος και επιθετικός. «Δεν μ’ αρέσουν εμένα αυτά τα πράγματα», δήλωσε. «Μαγείες και ειδωλολατρικά είναι όλα αυτά! Εδώ η άλλη πέταξε το παιδί της κάτω και πήγε να χορέψει, όταν άκουσε τη μουσική! Τους μαγεύουνε!!» Ζητήσαμε έκπληκτες να μας πουν την ιστορία. Η Ε. Τ. με σκουντούσε, «έπρεπε να έχουμε μαγνητόφωνο!» μου ψιθύρισε. «Μια γυναίκα δεν έκανε παιδιά», άρχισε η Μάρω την αφήγηση, «και με τα πολλά έταξε στον άγιο Κωνσταντίνο να κάνει παιδί και να «χορέψει», να γίνει αναστενάρισσα. Πράγματι, απέκτησε παιδί και ήθελε να εκπληρώσει το τάμα της. Ο άντρας της όμως δεν ήθελε, ούτε την άφηνε να γίνει αναστενάρισσα. Όταν ήρθε η ημέρα της γιορτής, ήταν στο σπίτι της, δεν την άφηνε ο άντρας της να πάει, ούτε για να προσκυνήσει! Τάιζε λοιπόν το μικρό της, όταν άκουσε την αναστενάρικη μουσική να παίζει. Πετάει το μωρό πέρα, ασυγκράτητη, έτρεξε στο κονάκι και «χόρεψε», πάτησε στα κάρβουνα, έγινε αναστενάρισσα!!» «Αμ το άλλο, με την παπαδιά;» είπε η αδελφή της η Ελένη, «για πες το κι αυτό!» «Μια ήτανε παπαδιά ―φαντάσου!!―», ξανάρχισε η Μάρω, «και για τους ίδιους λόγους ήθελε να γίνει αναστενάρισσα. Την ημέρα της γιορτής, ο παπάς την είχε κλειδώσει μέσα στο σπίτι, μην τυχόν και πάει στ’ Αναστενάρια!» «Δεν είναι παλιό αυτό, στις μέρες μας έχει συμβεί», την διέκοψε ο Πόντιος, ο άντρας της. «Αυτή λοιπόν», συνέχισε η  Μάρω, «όταν άκουσε τη μουσική, βγήκε απ’ τα κεραμίδια του σπιτιού, πήδησε από το δεύτερο όροφο κάτω χωρίς να πάθει τίποτα και πήγε και «πάτησε» [τα κάρβουνα]. Σκέψου, η παπαδιά!! [Παράβαλε και με τη μαρτυρία αρ. 1, στο τέλος του κειμένου]. και μαρτυρία Ο παπάς θύμωσε πολύ, δεν μπορούσε να σταθεί! Μετά από δύο χρόνια, τη χώρισε!» Είχα μείνει άναυδη με την αφήγηση.  Κοιταζόμασταν όλες οι φιλοξενούμενες σαν να μην πιστεύαμε στ’ αυτιά μας. Ήταν, κατά ένα τρόπο,  να είχε διαβάσει τις «Βάκχες»  του Ευριπίδη, με τον Πενθέα, σκεφτόμουν[6]! Ήταν όμως δυνατόν; «Δεν ξέρω τι παθαίνουνε», συνέχιζε η Μάρω,  «είναι περίεργο αυτό το πράγμα, δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε! Τον άλλο καιρό είναι φυσιολογικές γυναίκες, νοικοκυρές. Η αλήθεια είναι πως δεν σε μπάζουνε εύκολα στο σπίτι τους, είναι κάπως απομονωμένοι. Εγώ έχω φιλία με μια γριούλα, απ’ αυτές,  που μένει εδώ, δίπλα μου.  Ο  άντρας μου δεν πολύ-θέλει αλλά είναι πολύ καλή γυναίκα. Δεν μου μιλάει γι’ αυτά, όμως. Πολύ βασανισμένη γυναίκα! Δεν λένε τίποτα γι’ αυτά. Εμένα πάντως μ’ αρέσει αυτό το πράγμα, κάτι νοιώθω όταν χορεύουνε, με “πιάνει”! Αφού, μια φίλη μου που πάμε μαζί, μόλις με δει και χλομιάζω, με παίρνει και φεύγουμε. Δε σε βλέπω καλά, εσένα, μου λέει, θα “πατήσεις”!!». Εγώ αναρωτιόμουν πού «χόρευαν» αυτές οι γυναίκες αφού δεν γινόντουσαν εδώ και πολλά χρόνια Αναστενάρια στο χωριό, λόγω της απαγόρευσης του Δεσπότη Δράμας  αλλά δεν ρώτησα, για να μην διακόψω την αφήγηση, και μετά το ξέχασα να ρωτήσω.  Μήπως άραγε έκαναν Αναστενάρια κρυφά, μέσα στα σπίτια, αναρωτιόμουν.  Παρενέβη η Ελένη, η αδελφή της πάλι και της  λέει,  «κι αυτά που σου έλεγε εκείνη η γριά;!» «Όχι, όχι, αυτό δεν μπορώ να το πω με τίποτα!» είπε θορυβημένη, πλην υπομειδιώντας, η Μάρω.  «Με τίποτα! Παναγία μου! Δε λέγονται αυτά τα πράγματα! Ξέρω ’γώ τι γίνεται μ’ αυτούς;» «Ποια γριά;», ρωτήσαμε εμείς αθώα-αθώα, «αναστενάρισσα;» «Όχι», απάντησε η Μάρω, «μια Θρακιώτισσα αλλά από άλλο μέρος της Θράκης, όχι από το Κωστί, που ήταν το σπίτι της δίπλα εκεί, στο κονάκι τους, που λένε αυτοί, που έχουνε τις εικόνες, και τους άκουγε, τους έβλεπε. Δεν πήγαινε αυτή. Αλλά, μη με ρωτάτε τι, δεν μπορώ να σας πω! Εξάλλου, μπορεί να τα έβγαλε από το μυαλό της. Δεν ξέρουμε, και μάλλον αυτό έχει γίνει!» Εγώ ψυλλιαζόμουν για τι επρόκειτο, μάλλον για τη συνέχεια των «Βακχών», κατά ένα τρόπο, είχα διαβάσει για όσα  καταλογίζουν στους αναστενάρηδες περί «ελευθερογαμίας». Δεν επέμεινα να μάθω, ούτε οι άλλες, αφού ήταν μπροστά και ο άντρας και τα παιδιά της, που μάλλον γι’ αυτό δίσταζε. Συζητήσαμε και για άλλα θέματα, μάλιστα για τα ποντιακά έθιμα, για το μασ’ς της Πόντιας νύφης απέναντι στα πεθερικά, δηλαδή που απαγορεύεται να μιλάει μπροστά τους.  Μας διηγούνταν λοιπόν η Μάρω, που δεν ήταν από τη Μαυρολεύκη αλλά από ένα χωριό κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζούσαν ακόμα οι γονείς της, ότι στην οικογένεια του άντρα της ίσχυε πολύ αυτό το έθιμο. Σχεδόν το βρήκε εν ισχύι και η ίδια, όταν ήρθε νύφη. «Η πεθερά μου όμως δεν το έκανε το μασ’ς στα δικά της τα πεθερικά, ήταν τσαούσα γυναίκα!», είπε με έμφαση.  Με τον  τρόπο που το είπε μου φάνηκε πως υπονοούσε πως ο δυναμισμός της πεθεράς της δεν είχε να κάνει μόνο προς τους ανιόντες, προς τα πεθερικά της, αλλά και προς τους κατιόντες, τις νύφες της ειδικότερα,  και δη την ίδια. Ο άντρας της παρενέβη τότε και είπε «μια νύφη μόνο στην οικογένεια δεν κρατούσε το μασ’ς! και όταν οι άλλες νύφες διαμαρτυρόντουσαν, ο πεθερός, που ήταν παπάς, απαντούσε πως αυτή το δικαιούται, γιατί εκτός από νύφη του, ήταν και ανηψιά του!  Πράγματι, είχε παντρέψει το γιο του με την πρώτη ξαδέρφη του!».
Όταν τελείωσε το φαγητό, ο σύζυγος της Μάρως και τα παιδιά ανέβηκαν στο επάνω σπίτι. Οι δύο αδελφές παρέμειναν κάτω για να πλύνουν τα πιάτα, παρόλο  που προσφερθήκαμε να το κάνουμε εμείς. Όταν έφυγαν οι άλλοι, «Μάρω», της λέω, «έλα, πες μας τώρα τι σου είπε η γριά, δεν σε ρωτάω για κουτσομπολιό, είναι σημαντικό για τη δουλειά μας να τα ξέρουμε όλα ό,τι λένε,  αλήθειες ή ψέματα, έχει σημασία!» «Όχι, όχι, δεν μπορώ», επέμεινε η Μάρω, «αν φτάσει ποτέ στ’ αυτιά της, μπορεί να πάθω κακό!». «Μα εμείς δεν πρόκειται να το πούμε εδώ στο χωριό!», την διαβεβαιώσαμε όλες μαζί, «πες μας!». Η Ελένη, η αδελφή της, «έλα βρε παιδάκι μου, πες το», της λέει, «σιγά, τι θα πάθεις;» Με τα πολλά, «να», μας λέει, διστακτική ακόμα, «την παραμονή της γιορτής που χόρευαν αυτοί στο κονάκι, έξω στην αυλή, τη νύχτα, πήγε αυτή κρυφά μέσα από κάτι αραποσιτιές που ήταν δίπλα, τις παραμέρισε και είδε….!!» Η Μάρω κόμπιασε και σταμάτησε.  «Τι είδε;;;» είπαμε εμείς με μια φωνή. Με  δισταγμό, πολύ γρήγορα και συνωμοτικά, συνέχισε «…είδε πως  το “κάνανε”, όχι τ’ αντρόγυνα μεταξύ τους αλλά ο ένας με τον άλλονε, ο θεός να με συχωρέσει, δε λέω τίποτ’ άλλο!! Δεν ξέρω, δεν το πιστεύω! Απ’ το μυαλό της θα τα ’βγαλε αυτή η γριά! Έχουνε διαφορές μ’ αυτούς αλλά είναι και κακιά γυναίκα! Σιγά, μωρέ! Εγώ δεν το πιστεύω, πάντως». Η συζήτηση γι΄αυτό το θέμα έληξε εκεί. Μετά η κουβέντα μας περιστράφηκε γύρω από την οργάνωση των εκδηλώσεων,  μας έκανε παράπονα ότι είχε φορτωθεί πολλές δουλειές στο Σύλλογο, πως δεν την βοηθούσε κανείς και άλλα.
Ξαπλώσαμε λίγο, όταν έφυγαν οι δύο αδελφές. Το είχα πολύ ανάγκη, μετά τη νύχτα που είχα περάσει. Κοιμηθήκαμε, εγώ πολύ λίγο, ταραγμένη ακόμα από το χθεσινοβραδινό μεθύσι μου αλλά και γιατί το απόγευμα θα συναντούσαμε αναπόφευκτα τον Γ. Α. και ήμουν αγχωμένη.  Επί  πλέον με είχαν επηρεάσει και όσα είχαμε πει για τ’ Αναστενάρια και αναρωτιόμουν, τι θα έβλεπαν άραγε τα μάτια μας, πώς θα μας δεχόντουσαν, πώς  θα βιώναμε μια τέτοια «βαριά» εμπειρία. Σηκώθηκα πριν από τις συν-κοιμώμενες και έκανα ένα ντους. Ντύθηκα, ξύπνησαν εντωμεταξύ και οι υπόλοιπες, κάναμε καφέδες και ξεκινήσαμε για το κονάκι, όλες με κάποια ταραχή. Ομολογώ ότι μετά και τη δική μου περιπέτεια, ένοιωθα πως είχαμε δεθεί, λειτουργούσαμε με πολλή οικειότητα και φιλική διάθεση, συλλογικά, όπως δεν είχε συμβεί ποτέ στο γραφείο, τόσα χρόνια που δουλεύαμε μαζί.  

 Το θρακιώτικο πανηγύρι του άγιου Κωνσταντίνου [και Ελένης]

Στο κονάκι (20/5/96, παραμονή απόγευμα)

[Πριν προχωρήσω στην αφήγηση της καθαυτό τελετουργίας του πανηγυριού, όπως το παρακολούθησα συμμετοχικά και της σχέσης μου με αυτήν, θα παραθέσω ένα απόσπασμα από τον Pierre Bourdieu (: Η αίσθηση της πρακτικής, μετάφραση, επιστημονική θεώρηση Θεόδωρος Παραδέλλης, επίμετρο Κανάκης Λελεδάκης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 111-12):

«…Όλες οι προσπάθειες των ανθρωπολόγων να καταμαγευτούν ή να  γοητευθούν από τις μαγγανείες ή μυθολογίες των άλλων δεν έχουν άλλο ενδιαφέρον, όσο γενναιόδωροι ενίοτε και αν είναι, από το να πραγματοποιήσουν, με το βολονταρισμό τους, όλες τις αντινομίες της απόφασης να πιστέψουν, πράγμα που καθιστά την εξ αποφάσεως πίστη μια συνεχή δημιουργία της κακής πίστης και του διπλού παιγνιδιού ή του διπλού εγώ (jeu/je). Όσοι θέλουν να πιστέψουν στην πίστη των άλλων δεν συλλαμβάνουν ούτε την αντικειμενική αλήθεια ούτε το υποκειμενικό βίωμα αυτής της πίστης.  Δεν ξέρουν ούτε να εκμεταλλευτούν τον αποκλεισμό τους ώστε να συγκροτήσουν το πεδίο πάνω στο οποίο γεννιέται η πίστη, η συμμετοχή στο οποίο αποτρέπει την εξαντικειμενίκευσή του  συγκροτώντας έτσι τους όρους της πίστης∙  ούτε να χρησιμοποιήσουν το γεγονός ότι ανήκουν σε άλλα πεδία, όπως το πεδίο της επιστήμης, προκειμένου να εξαντικειμενικεύσουν το παιχνίδι μέσα στο οποίο γεννιούνται οι δικές τους πεποιθήσεις, οι δικές τους επενδύσεις,  προκειμένου να ιδιοποιηθούν πραγματικά, μέσω της συμμετοχικής εξαντικειμενίκευσης, τις εμπειρίες που ισοδυναμούν με αυτές που θέλουν να περιγράψουν, και να αποκτήσουν έτσι τα απαραίτητα εργαλεία για μια ακριβή περιγραφή των μεν και των δε…»  

Το τι κατάφερε σε σχέση με τα παραπάνω η γράφουσα ερευνήτρια, στην κρίση του αναγνώστη (μετά την ανάγνωση των παρακάτω).



ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΚΟΝΑΚΙ ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ 5.30. Πάνω από την  εθνική οδό που περνάει από δίπλα, όπου και η μια από τις εισόδους στο χωριό, μας υποδέχτηκε ένα τεράστιο πανό στερεωμένο ψηλά, σε όλο το φάρδος  του δρόμου, που έγραφε με κόκκινα, κεφαλαία γράμματα: ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ ΜΑΥΡΟΛΕΥΚΗΣ. Οι πόρτες του κονακιού ήταν ανοιχτές, λιγοστοί άνθρωποι απέξω και μερικά αυτοκίνητα παρκαρισμένα.  Στην είσοδο του κονακιού ήταν ο Γ. Α. και συνομιλούσε με κάποιους, σαν «επίσημοι», θεσμικοί παράγοντες, μου φάνηκαν. Ευτυχώς δεν έβλεπα εκεί γύρω και τον Πρόεδρο της Καλής Βρύσης, θα μου ήταν πιο δύσκολο να τους αντιμετωπίσω και τους δύο τώρα, μετά τα χθεσινοβραδινά γεγονότα.  Όταν μας είδε, ο Γ. Α. φώναξε από μακριά, «ε, πού είσαστε; Αργήσατε, θ’ αρχίσουν!» Η παρουσία και των άλλων με έβγαλε κάπως από την αμηχανία μου, δεν θα ήταν δυνατόν ν’ αναφερθούμε με λεπτομέρειες στο μεθύσι μου! «Πώς είσαι;» με ρώτησε ο Γ. Α. ακριτικά όταν πλησιάσαμε και με τράβηξε λίγο παράμερα από τους άλλους αγκαλιάζοντάς με  απ΄τους ώμους. «Μια χαρά», άρχισα να του λέω, ντροπιασμένα. «Εντάξει, δόξα σοι ο θεός», με διακόπτει, «μην πεις τίποτ’ άλλο, πάει, τελείωσε, δεν ήταν τίποτα, είχες πέσει σε κώμα!» «Δεν θα ξεχάσω ποτέ ό,τι έκανες για μένα», του λέω, «σ’ ευχαριστώ από καρδιάς, σου συγχωρώ ό, τι τυχόν είχα μαζί σου μέχρι τώρα και σου ζητάω συγγνώμη  που σ’ έκανα ρεζίλι σε τόσους ανθρώπους και ειδικά στον Πρόεδρο…» «Ούτε να το συζητάς, χαζή»,  με διέκοψε και πάλι, «πέρασαν όλοι υπέροχα! Αυτοί δεν τα θεωρούν τίποτα αυτά τα πράγματα, κάθε μέρα έχουν τέτοια, μη δίνεις διαστάσεις σε ένα ασήμαντο πράγμα, σσσσσούτ!, αρκεί που είσαι καλά! Ειλικρινά, ο Πρόεδρος ούτε που το ανάφερε καθόλου σήμερα το θέμα, τίποτα! Τι λες, ρε, ίσα-ίσα που τους ευχαρίστησες, περάσαμε υπέροχα, ήταν κατενθουσιασμένοι! Πανάθεμά σε, τι τα ’θελες εκείνα τα …βυζάκια σα λεμόνια… [τους τελευταίους στίχους του γνωστού, γαμήλιου, «ακριτικού» τραγουδιού «Τώρα τα πουλιά τώρα τα χελιδόνια»,  που είχα τραγουδήσει στο γλέντι]; Ως εκείνη την ώρα, καλά τα πηγαίναμε!» Σκάσαμε και οι δυο τα γέλια κι αυτό ήταν, μου έφυγε όλο το βάρος και το άγχος για τα γεγονότα. . .

 Μαυρολεύκη, 20/5/1996. Το κτίριο που παραχώρησε η Κοινότητα ως κονάκι των αναστενάρηδων

Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/1996. Στο κονάκι. Αριστερά η Παναγιώτα Λιλοπούλου, αρχιαναστενάρισσα, εμπρός στο εικονοστασι με τις εικόνες και  τα μαντήλια (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)
Προχωρήσαμε προς την είσοδο του κονακιού. Καθώς μπαίναμε, ο Γ. Α. μας είπε ψιθυριστά, «ν’ ανάψετε κερί, να προσκυνήσετε την εικόνα και να φιλήσετε το χέρι της αρχι-αναστενάρισσας». Όσο κι αν ήμουν προετοιμασμένη για την ιδιαίτερη αυτή τελετουργία, οι οδηγίες του Γ. Α.  με τάραξαν, με έβαλαν αυτόματα σε «άλλο» κλίμα.  Ένοιωσα πως «μπαίνω» σε  «άλλο» τόπο, «άλλο» χρόνο… Κάτι που έγινε βεβαιότητα με το θέαμα που αντίκρισα όταν μπήκαμε μέσα στο κονάκι. Η άχαρη, άχρωμη αίθουσα με το πλαστικό πάτωμα που είχαμε δει το μεσημέρι, είχε μεταμορφωθεί. ι πάγκοι και οι καναπέδες είχαν στρωθεί με καλοϋφασμένες, πολύχρωμες κουρελούδες και κιλίμια. Στον τοίχο του βάθους, το γυμνό ξύλινο ράφι που ήταν τώρα στρωμένο με άσπρο κολλαριστό κάλυμμα με φαρδιά, χειροποίητη δαντέλα στο τελείωμα, είχε μεταβληθεί σε ένα είδος «τέμπλου»/εικονοστασιού, πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένα στη σειρά τα ιερά αντικείμενα (από δεξιά προς τ’αριστερά: στο άκρο δεξιά μια στοίβα καλοδιπλωμένα, κόκκινα μαντήλια, στριφωμένα  με κάποια μπορντούρα που λαμπύριζε, μετά μια εικόνα της «Παναγίας της Οδηγήτριας», μετά μια μεγαλύτερη από αυτήν εικόνα με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, με το Σταυρό ανάμεσά τους πάνω σε χρυσό φόντο που έδειχνε φτιαγμένη πρόσφατα, κάτω από την οποία κρεμόταν μια «εικονισματοποδιά» (υφασμάτινη θήκη-φόρεμα για εικόνα) σε λευκό χρώμα με γαλάζια φόδρα και με μεταλλικά τάματα ραμμένα πάνω της, μετά διπλωμένο ένα κατακόκκινο, μάλλινο παλιωμένο ύφασμα πάνω στο οποίο ήταν επίσης ραμμένα πλήθος μεταλλικά τάματα, τα αμανέτια, μετά πάλι κόκκινα μαντήλια πλην τώρα απλωμένα, ώστε να κρέμονται οι άκρες τους, πάλι με αμανέτια ραμμένα πάνω τους). Κάτω από αυτό το ράφι-τέμπλο και γωνία προς τ’ αριστερά, ήταν τοποθετημένο ένα χαμηλό, μικρό τραπέζι πάνω στο οποίο υπήρχαν δεσμίδες από κίτρινα κεριά, ένα πήλινο λιβανιστήρι αναμμένο που ανάδινε μοσχοβολιστό, πυκνό θυμίαμα, ασημόχαρτα με καρβουνάκια και κομματάκια λιβάνι και μερικά κέρματα και χαρτονομίσματα, προφανώς αφημένα ως κατά βούληση αντίτιμο από όσους έπαιρναν κεριά, όπως προέκυπτε και από ένα μανουάλι με άμμο όπου υπήρχαν μπηγμένα ήδη αρκετά, αναμμένα.  Δίπλα από το μανουάλι, στη ΒΑ γωνία του κονακιού και εκεί οπου άρχιζαν οι πάγκοι, ήταν τοποθετημένη μια ξύλινη πτυσσόμενη πολυθρόνα, στην οποία καθόταν μια ηλικιωμένη, αρκετά παχύσαρκη,  γυναίκα με ρυτιδωμένο πρόσωπο και γυαλιά με σκούρο, χοντρό σκελετό. Φορούσε ένα εμπριμέ, καφετί φουστάνι  και παντόφλες στα πόδια. Στην απέναντι, ΒΔ γωνία του κονακιού, στα δεξιά, δίπλα από το ράφι-τέμπλο ήταν ακουμπημένο πάνω στο πάτωμα ένα μεγάλο τύμπανο/νταούλι. Μια λεπτή, μικροκαμωμένη μαυροφορεμένη γυναίκα μεγάλης ηλικίας, με έντονες ρυτίδες, λευκά κοντοκουρεμένα μαλλιά, με μικρά παλαιά χρυσά σκουλαρίκια στ΄ αυτιά της και με διαπεραστικά μπλε μάτια, στεκόταν όρθια μετακινούμενη πέρα-δώδε εμπρός από το ράφι-τέμπλο και τακτοποιούσε τα μαντήλια και τις εικόνες, συνδαύλιζε τη φωτιά του θυμιάματος, αραίωνε τα κεριά στο μανουάλι, σαν ένα είδος νεωκόρας σε ναό.  Η όλη εικόνα που αντίκριζα έκπληκτη και ταραγμένη με παρέπεμπε σε εκκλησία αλλά με γυναικείο ιερατείο.

Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/1996. Η Ματινή Χρίτη τακτοποιεί τα μαντήλια στο εικονοστάσι (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/1996. Το εικονοστάσι με τις εικόνες της Παναγίας "Οδηγήτριας" και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Κάτω αριστερά κρέμεται η "ποδιά" της εικόνας με τα "αμανέτια" ραμμένα πάνω της  (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/1996. Παλιές, υφαντές "ποδιές"  με τα "αμανέτια" ραμμένα πάνωτους και στο άκρο δεξιά τα μαντήλια (φωτ. Χριστίνα Πετροπούλου)

 (αριστερά η Παναγιώτα Χρίτη και δεξιά η Ειρήνη Στρίκου)

Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 21/5/ 1942. Πάνω και κάτω: το γυναικείο  "νεστενάρι" της  πρώτης προσφυγικής γενιάς, με τη θρακιώτικη φορεσιά,  πλαισιώνει τον "παππού",  την παλιά εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που έφερε μαζί της από το Κωστί η Βενετιά Κώσταρου (Φωτ.  Άγγελος Τανάγρας. Η φωτο δημοσιευμένη σε πολλές πηγές, εδώ φωτογραφική αναπαραγωγή από τις πρωτότυπες φωτογραφίες που είχε η αναστενάρισσα Δέσποινα Δελμούζου και μου τις παραχώρησε μέσω του ανεψιού της Γιώργου Καρατσόρη, από την Μουσθένη)


Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 21/5/2006. Ο "παππούς", η παλιά εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στημένιη μετά από πολλά χρόνια πάνω στο εικονοστάσι, στο κονάκι,  με την παλιά ασημοκάλυψη   και με τη νέα εικόνα, μετά την αποκατάσταση των φθορών που είχε υποστεί από τη ρίψη της στο ποτάμι και την απαγόρευση της επιτέλεσης των Αναστεναριών από τον Δεσπότη Δράμας (βλ.  και μαρτυρία αρ. Ι, φωτ.  Ελένη Ψυχογιού)

Ακολουθήσαμε κάπως αμήχανες τις οδηγίες του Γ. Α., κατά σειρά.  Καθώς είδαμε και άλλους, και μάλιστα ηλικιωμένους άνδρες, να κάνουν το ίδιο πριν από μας, φιλήσαμε το χέρι της γυναίκας που καθόταν στην πολυθρόνα, συμπεραίνοντας πως αυτή θα ήταν η «αρχιαναστενάρισσα». Μετά καθίσαμε στον πάγκο, δίπλα από αυτήν. Ο Γ. Α. πού ήταν μέσα στο χώρο άνετος και κινητικός, διαχυτικός, «σαν στο σπίτι του»,  έκανε τις συστάσεις, στην κυρά-Πανάγιω (Παναγιώτα), για το  ποιες είμαστε, κ.λπ. Πλησίασε κοντά μας και μια άλλη ηλικιωμένη γυναίκα με ήρεμο, γλυκό πρόσωπο και μεγάλα, στρογγυλά μάτια που μας την σύστησε ως κυρά-Δέσπω. Και οι δυο γυναίκες έδειξαν ενθουσιασμό για την παρουσία μας, μας καλοδέχτηκαν με διαχύσεις, φιλιά και αγκαλιές, με καλωσορίσματα «καλώς τις κοπέλες μας, καλωσήρθατε στο πανηγύρι μας, να είστε καλά που μας ήρθατε από τόσο μακριά, ο ΄Αγιος βοήθειά σας!» και τέτοια, πολύ φιλικές και τρυφερές. «Εσύ κορίτσι μου γλυκό, φορείς παλαιϊκά σκουλαρίκια, σαν τα δικά μας» παρατήρησε η Δέσπω, κοιτώντας και χαϊδεύοντας τα όντως «παραδοσιακού» στυλ, ασημένια σκουλαρίκια που φορούσα. Άσχετα αν τα εννοούσαν ή όχι τα τόσο θερμά αυτά καλωσορίσματα, με έκαναν να νοιώσω ότι ήμουν καλοδεχούμενη, ότι είχα ενσωματωθεί στο «πανηγύρι», οικεία,  χαλαρά, κάτι που ενίσχυε η γυναικεία, «ιερατική», ας πούμε, παρουσία και φροντίδα.
Από τους πάγκους γύρω παρακολουθούσαν τη σκηνή της άφιξης και της υποδοχής μας με ενδιαφέρον και συμπάθεια αρκετοί  πανηγυριστές που είχαν ήδη καθίσει, κυρίως γυναίκες κάθε ηλικίας και παιδιά, καθώς και μερικοί μεσόκοποι και γέροντες άνδρες. Αρκετές νέες  γυναίκες μπαινόβγαιναν με φούρια στο βοηθητικό δωμάτιο-κουζίνα. Δύο ψηλοί άνδρες που φαινόντουσαν μάλλον αλλοδαποί, δηλαδή όχι Έλληνες, είχαν στήσει πάνω σε ένα τρίποδο μια κάμερα στη νότια άκρη της αίθουσας ενώ ένας τρίτος, μικροκαμωμένος και ευκίνητος, τακτοποιούσε γύρω τους κάτι καλώδια. Παρά την παρουσία της κάμερας, ο χώρος που το μεσημέρι δεν ήταν παρά «πρώην στάβλος», μια αδιάφορη, άδεια αίθουσα, τώρα μου έδινε την αίσθηση του ιερού χώρου, σαν ένα είδος ναού όπου διαδραματιζόταν με λόγους, κινήσεις και δράσεις, όπως σε κάθε εκκλησία άλλωστε,  πλην εδώ από «ιέρειες» και όχι ιερείς, μια σημαντική, άγνωστη σε μένα, τελετουργία, κάτι πολύ σημαντικό για τους συμμετέχοντες πάντως, αν έκρινα από το σεβασμό στις κινήσεις τους, τη συγκίνηση στα πρόσωπά τους. 
Από τα διαβάσματα και τις μέχρι τότε πληροφορίες μου, του Danforth περιλαμβανομένου, είχα την αίσθηση μιας κυρίαρχης «ανδρικής» παρουσίας στο δρώμενο:  «αναστενάρηδες», «αρχι-αναστενάρης» ήταν οι αναφορές στα κύρια δρώντα πρόσωπα ενώ η γυναικεία παρουσία δηλωνόταν έμμεσα, σαν περιθωριακή. Ιδιαίτερα η υποβλητική, σχεδόν δαιμονική στις νεανικές του φωτογραφίες, αγιασμένη στις γεροντικές, μορφή του «αρχιαναστενάρη» Γιαβάση στο αναστενάρικο χωριό Αγία Ελένη Σερρών που δέσποζε σε όλες τις (ασπρόμαυρες) φωτογραφίες για το δρώμενο όσο και περιγραφικά στις εθνογραφικές αναλύσεις, έδινε μια ιερή ανδροκρατούμενη ποιότητα στην τελετουργία, σε μένα τουλάχιστον, που δεν το είχα παρακολουθήσει σε ζωντανή επιτέλεση.
Η έκπληξή μου ήταν λοιπόν μεγάλη, να μπω στο ναο-πρεπές κονάκι της Μαυρολεύκης και να βρεθώ μπροστά σε «ιέρειες»! Παρόλη την έκπληξή μου όμως  η πρωτoκαθεδρία των γεροντισσών εδώ δεν με ξένισε. Αντίθετα μου φάνηκε απόλυτα φυσικό και αυτονόητο κι ας έχουμε συνηθίσει να θωρούμε τις γυναίκες κατάλληλες μόνο για βοηθητικούς, διακονευτικούς ρόλους, τόσο στην επίσημη χριστιανική, όσο και στις τελετουργίες της λαϊκής λατρείας.  Ο σεβασμός που έβλεπα ν’ αποδίδεται στην γερόντισσα κυρά-Πανάγιω από όλους, ακόμα και από συνομήλικούς της ή και γεροντότερους άνδρες, το ότι οι τελετουργικές και μη δραστηριότητες μέσα στο χώρο, προς το παρόν τουλάχιστον, ήταν στα χέρια των γυναικών, ήταν μεν κάτι αλλιώτικο, αλλόκοτο αλλά  συνάμα συγκλονιστικό, καθώς κατά την κρίση μου έθετε τις έμφυλες λατρευτικές αρμοδιότητες σε πιο σωστή βάση. Άραγε, συλλογιζόμουν,  στο βάθος πόσων αιώνων πίσω με πήγαινε η εικόνα της κατά ένα τρόπο «ένθρονης» κυρα-Πανάγιως δίπλα στο «τέμπλο-εικονοστάσι» με τα ιερά μαντήλια και τα τάματα, δίπλα στα κεριά , στο ιερό τύμπανο;  
Καθίσαμε όλες οι συν-ταξιδιώτισσες στη σειρά, στον πάγκο δίπλα στην κυρά-Πανάγιω. Έχοντας συμμετάσχει ως παιδί και έφηβη σε άπειρους, υποχρεωτικούς και μη, με το σχολείο ή όχι, εκκλησιασμούς, το να είμαι σε ναό, αν και συνήθως μου ήταν για λόγους άσχετους με τη χριστιανική πίστη ενδιαφέρον και συχνά βαρετό, δεν μου ήταν πάντως κάτι πρωτόγνωρο ή ξένο. Όμως εδώ ξαφνικά ένοιωθα οικεία, σαν από πάντα κομμάτι αυτού του χώρου και ήθελα να παραμείνω εκεί, να μην απομακρυνθώ. Ένοιωθα τη γυναικεία μου ταυτότητα να υπερισχύει αυτής της επιστημονικής-ερευνητικής. Έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα οι φωτογραφίσεις, οι συνεντεύξεις, οι ηχογραφήσεις, χωρίς ωστόσο και να προτίθεμαι να τις εγκαταλείψω. Παρατηρώντας την έκφραση στα πρόσωπα των συναδέλφων,  αντιλαμβανόμουν ότι όλοι είχαμε επηρεαστεί από την  κατανυκτική ατμόσφαιρα, από την ιερότητα του χώρου.
Τις σκέψεις μου διέκοψε ένα σούσουρο, μια κινητικότητα μαζί με ομιλίες, που ερχόταν απέξω. Την ίδια στιγμή ένας νέος σχετικά, λεπτός άνδρας που καθόταν σε έναν πάγκο, σήκωσε το τύμπανο, το πέρασε από την ειδική  για αυτό το σκοπό λουρίδα στο λαιμό του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ταυτόχρονα σηκώθηκε και η αρχιαναστενάρισσα, η κυρά- Πανάγιω, από την πολυθρόνα της. Με δυσκολία, με τη βοήθεια μιας μαγκούρας και υποβασταζόμενη από μια από τις γυναίκες, προχώρησε προς την ίδια κατεύθυνση. Την συνόδευσε και η  γερόντισσα που πριν τακτοποιούσε τα μαντήλια, η οποία κρατούσε στα χέρια της ένα αναμμένο θυμιατήρι που γέμιζε ευωδιά το χώρο.  Όλοι μαζί αποτελούσαν ένα είδος πομπής που ενέτεινε την αίσθηση της θρησκευτικής  τελετουργίας μέσα σε ναό. Ένας τρυφερός, γλυκός και συνάμα λυπητερός ήχος, σαν δοξαριά από βιολί, που εκείνη τη στιγμή ακούστηκε απέξω, με γέμισε ταραχή και με ένα είδος ανήσυχης προσμονής. Ακολουθήσαμε όλοι οι υπόλοιποι την πομπή στην έξοδό της από το κονάκι. Έξω, όρθιος μπροστά από την ανοιχτή ακόμα πόρτα ενός τοπικού ταξί στεκόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, με γυαλιά και συμπαθητικό πρόσωπο, γύρω στα 65. Στα χέρια του κρατούσε όρθια μια αχλαδόσχημη λύρα  και με το δοξάρι της βαρούσε κάποιες δοξαριές, χωρίς να παίζει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Ήταν ο τελετουργικός λυράρης, που απ’ ότι άκουγα να λένε, είχε καταφθάσει από την Αγία Ελένη Σερρών για να παίξει στο δρώμενο, αφού δεν είχαν δικό τους λυράρη στη Μαυρολεύκη. Πλησίασε παίζοντας τη λύρα  και έσκυψε και φίλησε το χέρι της αρχιαναστενάρισσας, ενώ και εκείνη τον φίλησε στα μάγουλα, πολύ συγκινημένη, βουρκωμένη. Η μαυροφόρα γυναίκα με το θυμιατήρι (η θεια- Ματινώ ή Ματινή,  όπως έμαθα μετά) τους λιβάνιζε σοβαρή όλη αυτή την ώρα, ενώ ο νταουλιέρης άρχισε να χτυπάει ρυθμικά το τύμπανο. Η  γερόντισσα κυρά-Δέσπω πλησίασε επίσης και φίλησε τον λυράρη, ενώ από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. Οι μεμονωμένες δοξαριές άρχισαν σιγά-σιγά να συνθέτουν μια συγκεκριμένη, ρυθμική μελωδία και όλοι μαζί, με την αρχιαναστενάρισσα επικεφαλής, σχημάτισαν πομπή προς το κονάκι.
Η σκηνή ήταν απλή, με απλούς ανθρώπους με τα καθημερινά τους ρούχα, κι όμως τόσο ουσιαστικά επιβλητική, που ωχριούσαν μπροστά της όλα τα ιερατεία με τα χρυσά άμφια και τις αδαμαντοστόλιστες τιάρες! Ήμουν κατασυγκινημένη, ανατριχιασμένη. Πίσω από την «άτυπη» αυτή πομπή  περνούσαν αδιάφορες οι νταλίκες και τα αυτοκίνητα που κινούνταν πάνω στην εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης, χωρίς αυτό να μειώνει την κατανυκτική ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει η συγκινητική, όσο και ιερή αυτή σκηνή, μέσα στο αρχόμενο δειλινό.  Την πομπή ακολουθούσε και η Β. Φ., η συνάδελφος. Όταν πλησίασε στο μέρος μου, είδα πως έκλαιγε. «Τι έπαθες»; τη ρώτησα ρητορικά, αφού είχα βεβαίως καταλάβει, «τι σου συμβαίνει;” «Τίποτα», μου λέει, «δεν ξέρω, κάπως ένοιωσα όταν είδα αυτή τη σκηνή, άρχισαν να τρέχουν τα μάτια μου, τι ήταν αυτό το πράγμα!», με μια έκφραση στο πρόσωπό της σοβαρή, μεταρσιωμένη. Μου φάνηκε φυσικό.

Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/1996. Οι μουσικοί. Αριστερά ο λυράρης Θανάσης Γεωργίου, από την Αγία Ελένη Σερρών, και δεξιά ο νταβουλιέρης Γιώργης Σούρλας από την Μαυρολεύκη (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Μπήκαμε μέσα στο κονάκι. Η Ματινώ θύμιασε όλους όσους καθόντουσαν στους πάγκους,  με τη σειρά.   Αυτοί σηκωνόντουσαν, περνούσαν το χέρι τους τρεις φορές πάνω από το θυμιατό κι έκαναν το σταυρό τους. Ο λυράρης εγκαταστάθηκε στην άκρη του πάγκου, στη γωνία δεξιά από το  στασίδι με τις εικόνες και τα μαντήλια και δίπλα του ο νταουλιέρης, αμφότεροι παίζοντας συνεχώς τη ρυθμική-χορευτική μελωδία που είχαν αρχίσει έξω από το κονάκι. Ο νταουλιέρης, ένας λεπτός, μυώδης μελαχρινός άνδρας γύρω στα 45, με πολύ σκούρο, καλοσχηματισμένο πρόσωπο,  κοντά μαλλιά και μπλε φωτεινά μάτια, διερευνούσε τους πάντες διεισδυτικά με το διαπεραστικό  βλέμμα του.  Εκ πρώτης όψεως μάλιστα είχα την εντύπωση πως ήταν Ρομ.  Νευρώδης και αεικίνητος, μου έδινε την εντύπωση ότι εκτός από αυτόν του νταουλιέρη είχε ευρύτερα κάποιο σημαντικό ρόλο στην τελετουργική διαδικασία, καθώς έλεγχε τα πάντα με τα μάτια, ενώ τον ρωτούσαν για διάφορα και έδινε οδηγίες κτυπώντας ταυτόχρονα το τύμπανο.
Η κυρά-Ματινώ είχε ξαναπάρει τη θέση της δίπλα στο εικονοστάσι, αφού θύμιασε τις εικόνες και τα μαντήλια, ενώ η κυρά-Πανάγιω ξανακάθισε, υποβασταζόμενη, στην πολυθρόνα της, δίπλα στα αναμμένα κεριά. Για αρκετή ώρα ο εκμαυλιστικά επαναλαμβανόμενος, τρυφερός και λυπητερός συνάμα, σκοπός της μουσικής της λύρας με την αντιθετική υπόκρουση των δυνατών, ρυθμικών σαν μαστίγωμα  ραπισμάτων του νταουλιού κατέκλυζε, αντηχώντας πάνω στους τοίχους,  τον σχετικά μικρό, κλειστό χώρο του κονακιού, τα κορμιά και τις ψυχές μας.  Στον αέρα πλανιόταν μια αίσθηση ταραγμένης, αγωνιώδους προσμονής. 




 
 
Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/2006. Από πάνω προς τα κάτω: η αρχιαναστενάρισσα Παναγιώτα Λιλοπούλου, "βγαίνει" πρώτη στον ιερό χορό (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)
Τότε η γερόντισσα κυρά-Δέσπω, που είχε καθίσει στον πάγκο δίπλα  στα όργανα, έβγαλε έναν αναστεναγμό-κραυγή, αααχαχαχαχ!!!,  και χτυπώντας με απρόσμενη δύναμη τις παλάμες της, σηκώθηκε σαν μαγεμένη και άρχισε να κάνει χορευτικά βήματα πάνω-κάτω κατά μήκος του κονακιού, στο ρυθμό της μουσικής. Το πρόσωπό της, κάθιδρο, ήταν παραμορφωμένο σαν από μια έκφραση μεγάλου πόνου. Σε λίγο η αρχιαναστενάρισσα, η κυρά-Πανάγιω, εκεί που δεν μπορούσε πριν να σταθεί καλά-καλά και να περπατήσει, σηκώθηκε μόνη της με πρόσωπο τρομερά σοβαρό και άρχισε χωρίς δυσκολία να κάνει τα ίδια χορευτικά βήματα, στο κέντρο του κονακιού, παρόλο που τα παραμορφωμένα, από αρθρίτιδα μάλλον, πόδια της σχημάτιζαν αγκύλες.


Μαυρολεύκη, Αναστενάρια, 20/5/1996. Η αναστενάρισσα Δέσπω Δελμούζου "βγαίνει" και χορεύει με το μαντήλι της (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

  Μετά σηκώθηκε ένας κοντοδέματος άνδρας, γύρω στα 50, κάθιδρος, βγάζοντας από το στόμα του έναν επαναλαμβανόμενο, παχύ συριγμό, προσαρμοσμένο στο ρυθμό του νταουλιού, σhσhσhσσςςςς, σhσhσhσσςςςς, σhσhσhσσςςςς. Η κυρά-Πανάγιω πλησίασε χορεύοντας την κυρά-Ματινώ. Αυτή, παίρνοντας ένα από τα κόκκινα μαντήλια που ήταν στο στασίδι, της το έδωσε, φιλώντας της το χέρι. Η κυρά-Πανάγιω, χωρίς να σταματήσει να χορεύει, φίλησε το μαντήλι, του έδωσε τριγωνικό σχήμα και κρατώντας το με τα δυο της χέρια από τις δυο άκρες, το κουνούσε δεξιά-αριστερά και πάνω-κάτω εμπρός από το σώμα της, στο ρυθμό του χορού της. Μια  άλλη γυναίκα (η Νίτσα, κόρη της κυρά-Ματινώς, όπως έμαθα)  γύρω στα 50, έβλεπα ν’ αναδεύεται στη θέση της με  μια ταραχή, μια έντονη ανησυχία. Τελικά σηκώθηκε και μπήκε στο χορό, με  μια άφατη έκφραση οδύνης  στο πρόσωπο. Μετά «σηκώθηκαν» ένας λεπτός, δουλεμένος άνδρας γύρω στα 55  (αδελφός της Νίτσας) και μια κοντή, στρουμπουλή γυναίκα γύρω στα 40 (γυναίκα του, άρα  και νύφη της κυρά-Ματινώς). 
 


Μαυρολεύκη, 20/5/1996.Αναστενάρια.  Οι αναστενάρηδες "βγαίνουν'΄ ένας-ένας στο χορό (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Στη συνέχεια σηκώθηκαν δύο ακόμα άνδρες.  Ένας γύρω στα 35-40 με λεπτό μούσι και με ρούχα σε στυλ διανοούμενου που έδειχναν αστική προέλευση. Επίσης ένα ψηλό, λεπτό παλικάρι γύρω στα 30 (μάθαμε κατόπιν ότι ήταν και οι δύο ξένοι, ο πρώτος από την Αθήνα και ο δεύτερος από ένα χωριό της Μακεδονίας που είχαν συμμετάσχει, είχαν «μπει» στην τελετουργία του χορού και της πυροβασίας τον προηγούμενο χρόνο). Όλοι έκαναν χορεύοντας την ίδια  κίνηση προς την κυρά-Ματινώ, που παρέδιδε από ένα κόκκινο μαντήλι στον καθένα και τώρα της φιλούσαν αυτοί το χέρι, αντίθετα απ’ ό,τι είχε συμβεί με την κυρά-Πανάγιω, με εξαίρεση την κυρά-Δέσποινα, με την οποία αλληλο-φίλησαν τα χέρια τους, διαφορές που σήμαιναν και κάποια ηλικιακή ή άλλη ιεράρχηση.

Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια. Ο χορός  (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)
 Μετά από λίγο ο νταουλιέρης  με βροντερή αλλά  αρκετά βραχνιασμένη φωνή, άρχισε να τραγουδάει στο ρυθμό της μουσικής, …Ο Κωσταντί- ο Κωσταντίνος ο Μικρός ο Κωσταντίνος ο Μικρός ο  Μικροκωσταντίνος… συνοδευόμενος και από την αδύναμη φωνή του λυράρη, ο οποίος μόλις ακουγόταν δίπλα του. Λόγω της μακροχρόνιας ενασχόλησής μου με τα παραδοσιακά, τα «δημοτικά» λεγόμενα,  τραγούδια  στο ΚΕΕΛ, κατάλαβα από τους πρώτους αυτούς στίχους  πως πρόκειται  για ένα από τα «ακριτικά» τραγούδια, που στον κατάλογο των δημοτικών τραγουδιών του ΚΕΕΛ, σύμφωνα με την κατά Ν. Γ. Πολίτη κατηγοριοποίηση, ανήκει στο φάκελο «Σύζυγος βοσκός», πέρα από το ότι γνώριζα ήδη ότι είναι ένα από τα βασικά τραγούδια που αφηγούνται το μύθο του δρώμενου. Το γνώριζα ωστόσο περισσότερο ως γραπτό κείμενο, με όλους τους στίχους του, ενώ  δεν το είχα ακούσει να τραγουδιέται σε ζωντανή επιτέλεση. Καθώς η επιτέλεση μόνο ως μουσική είχε προηγηθεί, η ρυθμική μελωδία του είχε ήδη όλη αυτή την ώρα καταγραφεί μέσα μου∙ όταν άκουσα και τα λόγια, μού ’ρθε αυθόρμητα  να μουρμουρίσω το τραγούδι αλλά δεν το έκανα, γα να μην εγγραφεί η φωνή μου στο μαγνητόφωνο, που είχα ήδη θέσει σε λειτουργία∙ το τραγουδούσα ωστόσο, νοερά. Τα λόγια του τραγουδιού φάνηκε να εμψυχώνουν τώρα περισσότερο τους «χορευτές», γιατί ζωήρεψαν την κίνησή τους. 

Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια. Ο χορός  (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)
 Η κίνηση/μετακίνηση αυτή  μέσα στο χώρο του «κονακιού» γινόταν  κατά κάποιο τρόπο στοιχηδόν∙ ο ένας δίπλα στον άλλο, έκαναν χορευτικά βήματα προς το εικονοστάσι, κοιτώντας μπροστά προς τις εικόνες  ικετευτικά αλλά σαν να έβλεπαν κάποιο δικό τους όραμα, πέρα από αυτές∙ σήκωναν όταν πλησίαζαν το εικονοστάσι το μαντήλι προς τα εικονίσματα και οπισθοχωρούσαν πισωπατώντας, χωρίς να τους γυρίσουν την πλάτη. Όταν έφταναν σε μια απόσταση λίγο  πιο πίσω από το μέσο της αίθουσας (σύμφωνα και με τα μέτρα του ρυθμού της μουσικής) ξανα-προχωρούσαν προς τα εμπρός, προς το  εικονοστάσι, με μεγαλύτερη ορμή και πιο ρυθμικά απ’ ό,τι όταν οπισθοχωρούσαν. Αυτή η παλινδρομική χορευτική μετακίνηση επαναλαμβανόταν συνέχεια με ταυτόχρονη κίνηση των χεριών που κρατούσαν το μαντήλι δεξιά-αριστερά, παρασύροντας και το σώμα να στρέφεται λίγο, ανάλογα. Κάπου-κάπου, πραγματοποιούσαν και ολόκληρη στροφή του σώματος, επιτόπου.  Τα πρόσωπα ήταν συσπασμένα σε έκφραση πόνου, ενώ η κυρά-Δέσπω κάθε τόσο έβγαζε την κραυγή αχαχαχαχ!!! και ο  άνδρας που κρατούσε την «εικονισματοποδιά» επαναλάμβανε κατά διαστήματα τον συριγμό του, που λειτουργούσε κατά ένα τρόπο και σαν υπόκρουση στη μουσική, ένα είδος τρίτου μουσικού όργανου. Όλοι οι χορευτές ήταν μουσκεμένοι στον ιδρώτα, σοβαροί και χλωμοί, μεταρσιωμένοι.  Η Ματινή, που δεν χόρεψε καθόλου, περνούσε κάθε τόσο το λιβανιστήρι με το θυμίαμα πάνω από τα κεφάλια όσων καθόντουσαν στους πάγκους. Το θέαμα/ακρόαμα ήταν συναρπαστικό, συγκλονιστικό.  Το «ναϊκό» περιβάλλον, οι καθισμένες γυναίκες (ως επί το πλείστον) στους πάγκους σοβαρές και συγκινημένες, το θυμίαμα, τα κεριά, η μουσική (αντιφατικός και ταυτόχρονα ταιριαστός συνδυασμός της ευαίσθητης,  παραπονιάρας λύρας με το βροντερό, ρυθμικό  νταούλι), το τραγούδι, ο εκστατικός χορός, οι κραυγές,  οι  «χορευτές» που επιτελούσαν τον χορό τους ωσάν να ήταν γι’ αυτούς (και τους θεατές) ζήτημα ζωής και θανάτου, σαν έκφραση ικεσίας, εσωτερικής λύτρωσης και οδύνης ταυτόχρονα, με έκαναν να νιώθω ότι βρίσκομαι σε έναν άλλο κόσμο, έξω από τον πραγματικό. Πρόσεχα  ότι ο Γιώργης, ο νταουλιέρης, είχε δίπλα του μια κιτρινισμένη σελίδα  χαρτιού όπου  ήταν δακτυλογραφημένοι οι στίχοι του τραγουδιού και το συμβουλευόταν κάπου-κάπου, ενώ τραγουδούσε με τη σειρά που ο ίδιος έκρινε, τους στίχους [όπως έμαθα αργότερα από τον ίδιο, τους  είχε υπαγορεύσει στη γυναίκα του μια παλιά γριά αρχιαναστενάρισσα, η οποία είχε και το «εικόνισμα» στο σπίτι της, και τα είχε γράψει]. 


 Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια. Το  χαρτί με στίχους του  αναστενάρικου "τραγουδιού του άγιου Κωσταντίνου" που  μου παραχώρησε   ο νταβουλιέρης Γιώργης Σούρλας

 Κάποιες φορές καθόταν δίπλα του, πριν σηκωθεί να χορέψει, η Νίτσα, η κόρη της κυρά-Ματινής και τραγουδούσε από στήθους, ενώ έκανε για πολύ λίγο το ίδιο και η κυρά-Δέσπω. Συχνά, ο άντρας της Νίτσας τραγουδούσε κάποιους στίχους αποσπασματικά, καθώς χόρευε ταυτόχρονα,  πλησιάζοντας τον Γιώργη και κοιτώντας τον μέσα στα μάτια. Ιδιαίτερα όταν τραγουδούσαν τους στίχους «…δασκάλα πού είναι το παιδί πού είναι ο Κωσταντίνος;…». Η φωνή και το πρόσωπό του εξέφραζαν τότε  πραγματική αγωνία, κάτι που έδειχναν να συμμερίζονται όλοι όσοι χόρευαν. Ωσάν τα λόγια αυτού του στίχου να τους έκαναν να  χορεύουν εντονότερα, σαν να έπαιρναν ταυτόχρονα και δύναμη από αυτά, σαν να συνέβαινε κάτι αλλόκοτο.
Μετά από ένα μισάωρο περίπου, η μουσική και ο χορός σταμάτησαν. Μια μεσόκοπη, καλοβαλμένη γυναίκα με άσπρα μαλλιά που στεκόταν δίπλα στη Ματινή φορώντας ποδιά και κρατώντας καθαρές πετσέτες, πλησίασε τους χορευτές και τους τις έδωσε με τρυφερότητα  για να σκουπίσουν τον ιδρώτα τους.
Εντωμεταξύ, είχαν φτάσει (καθυστερημένοι, σε σημείο που μας είχαν κάνει ν’ ανησυχήσουμε) οι υπόλοιποι της ερευνητικής συντροφιάς. Μας εξήγησαν ότι όντως είχε συμβεί κάποιο ατύχημα στον Π.Κ., ο οποίος στη Θεσσαλονίκη είχε συνθλίψει το πόδι του στην πόρτα του αυτοκινήτου του. Τον πήγαν λοιπόν στο νοσοκομείο, όπου έβγαλε ακτινογραφίες για να διαπιστωθεί, ευτυχώς, ότι δεν ήταν κάταγμα. και καθυστέρησαν. Μετά και τη δική μου περιπέτεια, σκεφτόμουν πως δεν θα μπορούσα να είχα φανταστεί ότι  στην εξόρμησή μας αυτή θα χρησιμοποιούσαμε τα νοσοκομεία της Μακεδονίας και ότι θα φροντίζαμε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον. Ευχήθηκα ωστόσο να  μη χρειαστεί να το επιβεβαιώσουμε και πάλι. Ήταν όλοι τους αρκετά ταραγμένοι με την ιστορία αλλά τελικά με χιούμορ και ευχάριστη διάθεση και κάναμε πλάκες  για τις περιστάσεις που είχαν δημιουργηθεί, αν και η ψυχική μου κατάσταση, μετά τα όσα είχα βιώσει στο κονάκι, δεν μου επέτρεπε να συμμετέχω και πολύ.
Επειδή γνώριζα ότι οι επιτελεστές της τελετουργίας, οι «αναστενάρηδες», ούτε μπορούν, ούτε και πρέπει να τους ζητούμε να δίνουν συνεντεύξεις σχετικά,  δεν  είχα σκοπό, ούτε βεβαίως και καμιά απολύτως διάθεση μετά τα όσα είχα παρακολουθήσει, να κάνω κάτι τέτοιο.  Ο συνάδελφος Π.Κ. ωστόσο,  και λόγω του ότι ως νεοφερμένος δεν είχε τα δικά μας βιώματα αλλά και από υπερβάλλοντα ερευνητικό ζήλο, έπιασε αμέσως δουλειά. Είχε πλησιάσει την  κυρά-Πανάγιω και την κυρά-Δέσπω, οι οποίες αναπαύονταν καθισμένες στις δύο πολυθρόνες,  και τους έθετε ερωτήσεις με το μαγνητόφωνο να καταγράφει. Εκείνες απαντούσαν με προθυμία και άνεση, χωρίς να δείχνουν καθόλου ενοχλημένες, ούτε από την παρουσία του μαγνητόφωνου, το αντίθετο θα έλεγα.  Καθώς καθόμουν ακριβώς δίπλα τους, άκουγα να λένε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που καταγράφονταν και στο δικό μου μαγνητόφωνο, που ήταν ούτως ή άλλως ανοιχτό. Αυτό που θα αναφέρω εδώ είναι το πόσο εντυπωσιάστηκα από την πίστη προς τον «Άγιο» [Κωνσταντίνο] που έβγαινε από  τα λεγόμενά τους, η βεβαιότητά τους ότι με τη «χάρη» του χόρευαν και θα «πατούσαν» και στη φωτιά. Επίσης  με εξέπληξε η συμπάθεια και σχεδόν το καμάρι με το οποίο αντιμετώπιζαν και συμπαραστέκονταν στους «ξένους», καινούργιους, μη Κωστιανής καταγωγής (από το Κωστί), που έπαιρναν  «το δρόμο»   του  αναστενάρικου χορού.  Τη συμμετοχή τους την χαρακτήριζαν ως ένα «δρόμο» που τον έχει κάποιος μέσα του και, με τη χάρη του «Άγιου», τον «παίρνει» ή «μπαίνει» σε αυτόν. Ακούγοντας αυτά τα λόγια, αναρωτήθηκα  μέσα μου αν σχετίζεται με αυτό το «δρόμο»  και η ύπαρξη της εικόνας της «Παναγίας της Οδηγήτριας» πάνω στο  εικονοστάσι αλλά δεν ρώτησα. Επίσης από τα λόγια τους πληροφορήθηκα ότι οι παρούσες γυναίκες, όσες χόρευαν ή όχι, είχαν κάνει τάμα για κάποιο παιδί:  παιδί χαμένο εξαιτίας ακούσιας διακοπής κύησης («αποβολή»), παιδί πεθαμένο από αρρώστια ή ατύχημα,  παιδί ξενιτεμένο, παιδί που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας ή άλλα, τέλος παιδί που δεν είχαν καταφέρει ν’ αποκτήσουν λόγω προβλημάτων στειρότητας και ευχόντουσαν να αποκτήσουν∙ πληροφορίες που, ως μάνα, με τάραξαν. Αυτές οι πληροφορίες (συνδυαστικά και με όσα μας είχε αφηγηθεί στο σπίτι η Μάρω) έφεραν στο προσκήνιο  και τα λόγια του τραγουδιού «του Μικροκωνσταντίνου», ενός παιδιού δηλαδή, που γύριζαν συνεχώς στο βάθος του μυαλού μου, παράλληλα με τα υπόλοιπα που παρακολουθούσα. Διαπίστωνα (και λόγω επαγγελματικής διαστροφής)  ότι δεν αφορούσαν ένα μόνον, «το» συγκεκριμένο τραγούδι με τον τίτλο «Σύζυγος βοσκός», ούτε ολόκληρο, όπως τουλάχιστον το γνώριζα από τις καταγραφές, αλλά ότι η αφήγηση που είχε επιτελεστεί κατά την προηγηθείσα τελετουργική διαδικασία μέσω του τραγουδίσματος, είχε συγκροτηθεί από έναν «συμφυρμό» στίχων από «επιμέρους» τραγούδια του «ακριτικού κύκλου» ή των «Παραλογών», όπως έχουν καταλογογραφηθεί από τον Ν. Γ. Πολίτη και άλλους μετά από αυτόν («Μάνα φόνισσα», «Διγενής και λύκος» κ.ά) στο ΚΕΕΛ και στις εκδόσεις συλλογών τραγουδιών από τον ίδιο ή από άλλους συλλογείς και εκδότες.  


 Το τραγούδι "σύζυγος βοσκός" όπως είναι ταξινομημένο στο αρχείο τραγουδιών του ΚΕΕΛ, στις "Παραλογές"
(πηγή: Σπυριδάκης Γεώργιος Κ. (Εισαγωγή, εκλογή), Μέγας Γ. Α., Πετρόπουλος Δ. Α., Πολίτης Γ. Ν., Ιωαννίδου-Μπαρμπαρίγου Μαρία, (εκλογή και επεξεργασία κειμένων), 1962, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (Εκλογή), τόμ. Α΄, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Λαογραφικού Αρχείου, αρ. 2, εν Αθήναις (και φωτομηχανική ανατύπωση Αθήνα 2000).


  Το τραγούδι "μάνα φόνισσα" όπως είναι ταξινομημένο στο αρχείο τραγουδιών του ΚΕΕΛ, στις "Παραλογές"
 (πηγή, ό. π. ).  Εδώ η παιδοκτόνος μάνα φέρει το όνομα Λέγκω, υποκοριστικό του Ελένη.

  Το τραγούδι "μάνα καταράται να φάγει το παιδί της ο λύκος ή το αρκούδι" όπως είναι ταξινομημένο στο αρχείο τραγουδιών του ΚΕΕΛ, στις "Παραλογές" (πηγή: ό. π.).

 Παρατηρούσα το εικονοστάσι. Ο άγιος Κωνσταντίνος που έβλεπα στην εικόνα μαζί με την μητέρα του αγία Ελένη να κρατάνε τον Σταυρό, ένας σεβάσμιος αυτοκράτορας-άγιος, δεν φαινόταν να ταυτίζεται με το παιδί-μικρο-Κωνσταντίνο του τραγουδιού.  Από την άλλη, το όνομα Ελένη το οποίο αναγραφόταν στην εικόνα πάνω από την Αγία, έλειπε από το τραγούδι. Έφερνα στο νου μου την αγωνία και την ταραχή που είχα δει να προκαλεί ο στίχος «…δασκάλα πού είναι το παιδί πού είναι ο Κωσταντίνος;…».   Είχα μια έντονη, κάπως δεισιδαιμονική αίσθηση πως κάποιο παιδί, κάποιο μικρό παιδί κυκλοφορούσε αθέατο ανάμεσά μας. Κάποιο παιδί που κινδύνευε, που έπασχε, που το άρπαζαν, που το σκότωναν,  ή που το έδιωχναν να πάει  να φέρει εις πέρας μια σημαντική, δυσανάλογη όμως με την ηλικία του αποστολή.  Και πως όλη η τελετουργία είχε να κάνει μ’ αυτό το παιδί: να το θρηνήσουν, να το ψάξουν,  να το προστατεύσουν ή και να το παρακινήσουν να εκπληρώσει, να φέρει εις πέρας την αποστολή του.  Η τελετουργική αφήγηση να αφορούσε δηλαδή την απώλεια, κατά κάποιο τρόπο, ενός μικρού παιδιού που είχε τεράστια σημασία για τους επιτελεστές.  Και φαινόταν πως η μάνα του κάπου του την είχε «στήσει» του παιδιού, κάπως το επιβουλευόταν με δόλιους τρόπους.
Όλα αυτά όμως μου έδιναν την εντύπωση ότι δεν αφορούσαν τον κοινωνικό χώρο, όπως είχα διαβάσει στον L. Danforth, ή όχι μόνον αυτόν, αλλά ότι συνέβαιναν κάπου αλλού, σε ένα μεταφυσικό, μαγικό, μυθικό χώρο. Μια τρομάρα, ένα είδος δεισιδαιμονικής λαχτάρας και έγνοιας για την τύχη και τη ζωή αυτού του ιερού, όπως προέκυπτε, μικρού παιδιού, φαινόταν να διακατέχει αυτούς εδώ τους ανθρώπους, αλλιώς τις γυναίκες κι αλλιώς  τους άνδρες, και που είχε επηρεάσει και εμένα.  Είχα την αίσθηση πως οι γυναίκες ένοιωθαν πόνο βαθύ κι ανομολόγητο και συνάμα  μια ενοχή  και βαθιά έγνοια γι’ αυτό το «αθέατο» μικροπαίδι , ενώ οι άντρες σα να είχαν μια αποστολή, σαν να ήταν στρατιώτες στην υπηρεσία  του, να έπρεπε να πάνε να το βρουν, να το σώσουν ή να το βοηθήσουν να φέρει εις πέρας την αποστολή του.  Και ο τρόπος που χόρευαν, σαν να βάδιζαν συντεταγμένα, σαν να πήγαιναν σε έναν «δρόμο» με χορευτικό ρυθμό, μου ενίσχυε αυτή την εντύπωση.  Ήρθε στο νου μου το μοιρολόι από την Καμενίτσα[7]. Μήπως οι «συμφυρμένοι» στίχοι των τραγουδιών συνέθεταν και εδώ ένα θρηνητικό «έπος»; Δηλαδή να συν-αποτελούν το μύθο, την αφηγηματική «υπόθεση» του  δρώμενου που  οι ίδιοι οι επιτελεστές το θεωρούν ως «ένα», αδιάσπαστο, τραγούδι; Ή μήπως οργίαζε η φαντασία μου; Ο αποσπασματικός τρόπος που το τραγουδούσε ο Γιώργης παίρνοντας ―τυχαία ή σκόπιμα, δεν ήμουν σε θέση να κρίνω εκείνη τη στιγμή― κάποιους στίχους από το δακτυλογραφημένο στο χαρτί τραγούδι, δεν μου επέτρεπε ακόμα να  βεβαιωθώ, ίσως να μην μπορούσα και ποτέ, σκέφτηκα, καθώς δεν ήμουν από τους «μέσα».
Κάποια στιγμή μέσα στο διάλειμμα έφτασε από την Κομοτηνή για να παρακολουθήσει το δρώμενο και η Μ. Μ.,  τότε Διευθύντρια του «Κέντρου Λαϊκών Δρωμένων» του Δήμου, μαζί με ένα νεαρό φοιτητή της Σωματικής αγωγής (Τ.Ε.Φ.Α.Α.), ένα λεπτοκαμωμένο, ψηλό, συνεσταλμένο και απόμακρο νεαρό, που δεν μου έδινε την εντύπωση ότι ταίριαζε με το αντικείμενο των σπουδών του. Η Μ. Μ., , μια ευειδής μελαχρινή γυναίκα γύρω στα 35 χρ. ,  ήταν γνωστή του συνάδελφου Γ. Α.  και φαίνεται ότι είχε επισκεφθεί  επανειλημμένα το ΚΕΕΛ για συνεργασία μαζί του αλλά εγώ δεν την γνώριζα.  Η άφιξή της, εξαιτίας και της θεσμικής της ιδιότητας,  προκάλεσε χαρά στους Αναστενάρηδες, που την καλοδέχτηκαν.  Πολύ περισσότερο που την γνώριζαν, γιατί  το «Κέντρο» είχε  φιλοξενήσει μερικούς από τους Αναστενάρηδες της Μαυρολεύκης στο πλαίσιο του «Συνέδριου για τα λαϊκά δρώμενα» που είχε πραγματοποιηθεί πριν λίγο καιρό στην Κομοτηνή.
Μετά από ένα μισάωρο διάλειμμα περίπου, κατά  τη διάρκεια του οποίου συνέβησαν τα παραπάνω, ακούστηκαν πάλι οι εναρκτήριες, καλεστικές, τρυφερές και συνάμα λυπητερές, δοξαριές της  λύρας  που μου ράγιζαν την καρδιά.  Μια λαχτάρα, ένα περίεργο μείγμα ταραγμένης προσμονής, επιθυμητής και οδυνηρής ταυτόχρονα, με κατέκλυσε στο άκουσμά της. Μια ταραχή ανεξήγητη, που ανακάλεσε μέσα μου και μου «θύμισε» τα συναισθήματα που μου προκαλούσε  ο ήχος από τις ρόδες του καροτσιού  μέσα στο οποίο έφερναν κάθε φορά οι μαίες τα νεογέννητα παιδιά μου από το θάλαμο των νεογνών για θηλασμό,  στο μαιευτήριο.  Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, σκεφτόμουν, καθώς δεν ήταν δυνατόν, έλεγα, η ιστορία του «παιδιού» στο τραγούδι η οποία με είχε βάλει πριν σε σκέψεις, να είχε συνδέσει υποσυνείδητα μέσα μου τον ήχο της λύρας με το στρίγκλισμα  του βρεφικού καροτσιού, μετά από τόοοσα χρόνια, αφήνοντάς μου ωστόσο μια ταραχή που κράτησε όσο συμμετείχα στην τελετουργία.
Η μουσική της λύρας ζωήρεψε μαζί με τον ήχο του νταουλιού. Οι χορευτές σιγά-σιγά άρχισαν ένας-ένας να σηκώνονται και πάλι και να χορεύουν, με την ίδια διαδικασία. Μου ήταν πλέον αδύνατον να μη μουρμουρίζω μέσα από  τα δόντια μου  τα λόγια του τραγουδιού, καθώς πλέον γνώριζα πώς το τραγουδούσε ο νταουλιέρης και οι αναστενάρηδες και με είχαν διαποτίσει τόση ώρα που τους  άκουγα προηγουμένως. Κάποια στιγμή έπιασα τα μάτια του Γιώργη, του νταουλιέρη, να με «καρφώνουν» επίμονα, με έκπληκτη σημασία, καθώς μουρμούριζα. Αναρωτήθηκα μήπως είχε ενοχληθεί αλλά ήμουν σίγουρη ότι δεν ήταν δυνατόν να ακούγομαι, όχι μόνο γιατί ψιθύριζα αλλά και λόγω της έντασης της μουσικής και ιδιαίτερα του νταουλιού. Όσο περνούσε η ώρα, ο χορός αποκτούσε μεγαλύτερη ένταση, η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο κατανυκτική, οι χορευτές έδειχναν περισσότερο πονεμένοι και μεταρσιωμένοι ταυτόχρονα.
Ξανάγινε διάλειμμα. Με τη διακοπή της μουσικής, οι αναστενάρηδες επανερχόντουσαν σιγά-σιγά στην πραγματικότητα και την καθημερινότητά τους. Συμμετείχαν στις κουβέντες, στις φωτογραφίσεις, στις συνεντεύξεις. Ταυτόχρονα διεκπεραίωναν διάφορες δουλειές μέσα και έξω από το κονάκι, οι γυναίκες  πεταγόντουσαν και ως τα σπίτια τους για να φροντίσουν τα παιδιά και τις δουλειές τους και ξαναγύριζαν. Μια φασαρία τράβηξε την προσοχή μου. Η κυρά-Ματινή μιλούσε έντονα και με θυμό  στον απέναντι πάγκο, όπου καθόντουσαν οι νεοφερμένοι από την Κομοτηνή και ο «Αθηναίος» που είχε «μπει» στη φωτιά τον προηγούμενο χρόνο. Έμαθα ότι ο νεοφερμένος γυμναστής, ο Χ., είχε εκφράσει την επιθυμία να «μπει» στο χορό. Επειδή ίσως δεν είχε περάσει αρκετή ώρα από την άφιξή του ή επειδή δεν της ενέπνεε εμπιστοσύνη  ότι σοβαρολογούσε, ή ότι δεν ήταν «έτοιμος»,  η κυρά-Ματινή είχε θυμώσει. «Εδώ δεν είναι μέρος να ’ρχόσαστε να κοροϊδεύετε, ούτε να κάνετε πειράματα, να παίζετε», του έλεγε. «Εδώ έχουμε πολύ σοβαρή δουλειά να κάνουμε και να δείξετε σεβασμό, αλλιώς να σηκωθείτε να φύγετε!!»

Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια.  Αναστενάρης  χορεύει με δύο μαντήλια περασμένα στο λαιμό του, το ένα εκ των οποίων "ανήκε" στην (εκλιπούσα)  γιαγιά του. Αριστερά η κυρά-Ματινή  (φωτ. Ε. Ψυχογιού)
 
Η μουσική ξανάρχισε, οι χορευτές σηκώθηκαν, χόρεψαν, πήραν τα μαντήλια τους απ’ τη θεια-Ματινή , η οποία φαινόταν  αρκετά ταραγμένη και θυμωμένη ακόμα. Παρατηρούσα τον Χ., που είχε θελήσει να «μπει», καθώς καθόταν στον πάγκο απέναντί μου.  Ήταν ωχρός, το κεφάλι και τα χέρια του ήταν γερμένα προς τα κάτω άτονα, ενώ το σώμα του αναταρασσόταν πάνω στο κάθισμα σαν να είχε κάποιο πρόβλημα, σαν να μην τον χωρούσε ο τόπος.   Η μουσική συνέχιζε, ο Γιώργης τραγουδούσε, οι αναστενάρηδες χόρευαν και εγώ σιγο-μουρμούριζα τα λόγια του τραγουδιού. 


Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια. Πάνω και κάτω: ο "νεοφώτιστος" Χ., υποβοηθείται από την αρχιαναστενάρισσα και την Νίτσα  να πάρει το "δρόμο" του (φωτ. Παναγιώτης  Καμηλάκης)
Ξαφνικά, βλεπω την  αρχι-αναστενάρισσα, την Πανάγιω, η οποία καθόταν, δεν είχε σηκωθεί ακόμα να χορέψει, να σηκώνεται και να κατευθύνεται χορεύοντας προς τον πάγκο όπου καθόταν ο Χ. Τον πλησίασε, του πήρε τα χέρια  βάζοντας τις παλάμες της κάτω από τις δικές του, ανοιχτές, και αφού τις κράτησε για λίγο έτσι, σαν να τον ζυγίζει, του έδωσε με αυτές ώθηση να σηκωθεί.  Ο Χ. κάτωχρος, με βλέμμα απόκοσμο, σηκώθηκε μαζί της και άρχισε να χορεύει σαν να ήταν πάντα εκεί και να γνώριζε τα βήματα. Η κυρά-Πανάγιω οδηγούσε τα βήματά του και τον στήριζε κρατώντας πάντα τα χέρια του με τον τρόπο που προανέφερα. Κάποια στιγμή που χόρευαν ακριβώς μπροστά μου, την άκουσα να του λέει  με αυστηρή, επιβλητική φωνή, «αν ήρθες εδώ για να κοροϊδέψεις  και να κάνεις πειράματα, να το βγάλεις απ’ το μυαλό σου, γιατί θα μπεις στη φωτιά και θα καείς. Αν όμως το θέλεις πολύ να πάρεις αυτόν το δρόμο, πάρ΄τονε και ο Άγιος θα σε βοηθήσει», χωρίς να σταματήσουν να χορεύουν. Στη συνέχεια του άφησε τα χέρια, γύρισε χορεύοντας στην καρέκλα της και κάθισε. Ο Χ. δεν έβγαλε μιλιά∙ την κοίταζε στα μάτια με κάπως απλανές βλέμμα και συνέχισε να χορεύει μόνος του. Κάποια στιγμή, η κυρά-Ματινή , ταραγμένη, έκανε νοήματα  στην κυρά-Πανάγιω ρωτώντας την αν ήταν ώρα να δώσει μαντήλι στον Χ. Η κυρά-Πανάγιω κούνησε με ορμή το δείκτη του χεριού της δεξιά-αριστερά, δηλώνοντας άρνηση. «Όχι ακόμα!», της είπε αυστηρά και βλοσυρά, «ασ’ τονε να  βασανιστεί!!»
Αφού πέρασε λίγη ώρα ακόμα, είδα την θεια-Ματινή  να κάνει νόημα του Χ. να την πλησιάσει∙ ο Χ. πλησίασε χορεύοντας πάντα και ’κείνη, αφού το ασπάστηκε, του έδωσε ένα από τα αχρησιμοποίητα κόκκινα μαντήλια, με μεταλλικό τάμα (αμανέτι) ραμμένο πάνω του. Ο Χ. της φίλησε το χέρι,  ασπάστηκε το μαντήλι, το κράτησε όπως οι υπόλοιπο χορευτές στα χέρια του και συνέχισε με περισσότερη θέρμη το χορό. Ανήκε πλέον στην ομάδα. Είχε πάρει τη «χάρη». Είχα συγκλονιστεί. Όλ’ αυτά είχαν φορτίσει με μια ηλεκτρισμένη ένταση την ατμόσφαιρα , ένταση που ενέτεινε ο ξέφρενος ήχος του νταουλιού, καθώς τη στιγμή που ο Χ. είχε σηκωθεί όρθιος, ο Γιώργης πετάχτηκε επάνω και χτυπούσε το νταούλι με όλη του τη δύναμη, ενώ τα μάτια του έπαιζαν πέρα-δώθε, έλαμπαν παρακολουθώντας τα πάντα και το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση θριάμβου, μ’ ένα υπομειδίαμα, που μου φάνηκε σαν να έλεγε, «δικός μας αυτός, τον πήραμε».

Μαρολεύκη, 20/5/1996. Αναστενάρια. Γυναικεία αλληλλεγγύη και τρυφερότητα μετά τη βάσανο του  ιερού χορού (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)
Όσοι είχαν προσπαθήσει να απαθανατίσουν το γεγονός έλεγαν μετά ότι είχαν αποτύχει  και το απέδιδαν  δεισιδαιμονικά  στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που είχε εμποδίσει τα φλας να ανάψουν, σαν από «θαύμα», καθώς είχε νυχτώσει εντωμεταξύ. Εγώ υπέθετα ότι, αν τελικά είχε συμβεί κάτι  τέτοιο, θα οφειλόταν μάλλον στην ταραχή τους  που τους είχε εμποδίσει να ρυθμίσουν τις μηχανές. Όταν έκαναν πάλι διάλειμμα, βλέπω τον Γιώργη τον νταουλιέρη να έρχεται προς το μέρος μου, ενώ οι υπόλοιποι είχαν περικυκλώσει τον «νεοφώτιστο» Χ. , του σκούπιζαν τον ιδρώτα, τον ρωτούσαν διάφορα.  Όταν με πλησίασε ο Γιώργης, «δε μου λες», μου λέει με έντονο ύφος, «δεν με είδες που σου έκανα νόημα να έλθεις δίπλα μου;» «όχι», του λέω παραξενεμένη, «γιατί να έρθω;» «Γιατί σε είδα που μουρμούριζες τα τραγούδια, τα ξέρεις», μου λέει, «να έρθεις να τα λες εκεί, μαζί μου, έχεις άλλη αποστολή εδώ!». «Μα, εγώ», του λέω, «τα ξέρω τα τραγούδια από τη δουλειά μου, από τα βιβλία, είμαι εδώ για να ακούω εσάς και να γράψω εσάς στο μαγνητόφωνο, όχι να τραγουδάω εγώ, δεν είμαι αναστενάρισσα!» «Όχι», μου λέει, «να ’ρθείς! Εμένα η φωνή μου είναι τελείως κλεισμένη, όπως την ακούς, ο λυριτζής  έχει πρόβλημα με την καρδιά του και δεν αντέχει, ούτε και επιτρέπεται, και κανένας άλλος δεν θυμάται τα τραγούδια, απ’ όσους  μπορούνε να .τραγουδήσουνε. Δεν το κάναμε εδώ το Αναστενάρι για χρόνια γιατί μας είχανε πάρει την εικόνα και τα ξεχάσανε. Λοιπόν, πρέπει να μας βοηθήσεις, μια που ήρθες εδώ!» «Κοίτα να δεις», του λέω. «Πρώτα-πρώτα εγώ είμαι ξένη, νομίζω πως δεν κάνει να μπω έτσι στα δικά σας πράγματα.  Τα τραγούδια τα ξέρω αλλά εσείς τα λέτε όπως πρέπει, λέτε, όπως κατάλαβα, μερικούς στίχους κάποιες στιγμές, άλλους άλλοτε, ανακατώνετε τραγούδια που εγώ τα ξέρω χωριστά, για τους λόγους που εσείς ξέρετε, εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί δεν είμαι δική σας, από μέσα, για να ξέρω». «Βρε τι λες;» μου απαντάει. «Εσύ ξέρεις καλύτερα, γιατί σε είδα που τα λές απέξω, εγώ δεν είδες που έχω δίπλα μου ένα χαρτί  όπου τα έχω γραμμένα όπως μας τα είπε μια γριά και τα διαβάζω;  Δώσε το μαγνητόφωνο σε κάποιον άλλονε και έλα να βοηθήσεις, σε παρακαλώ, θα προσφέρεις! Το πολύ-πολύ θα σου λέω την πρώτη λέξη εγώ και σύ θα ακολουθείς, κάνε μας τη χάρη! Δεν έχει! Θα ’ρθείς, τώρα που θα ξαναρχίσουμε, έλα να καθίσεις δίπλα μου να τραγουδήσεις!»
Το να μου ζητούν να τραγουδήσω ομολογώ ότι δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, αφού λένε ότι έχω καλή φωνή και συνήθως χαίρομαι να το κάνω, από παιδί. Ωστόσο εδώ τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. Δεν επρόκειτο για κάποιο οικογενειακό ή φιλικό γλέντι. Είχα μπει σε μεγάλο δίλημμα, υπαρξιακό και επαγγελματικό.  Απ’ τη μια θεωρούσα απαράδεκτο να «εισβάλω» στην τελετουργία και μάλιστα σ΄ ένα τόσο λειτουργικό μέρος της, όπως το τραγούδι, όπου επιτελείται και ένα είδος «αυτοσχεδιασμού»,  που μόνο τα μέλη της κοινότητας μπορούν να δημιουργήσουν με βάση το τελετουργικό πρακτικό και τη μυθική αφήγηση που γνωρίζουν μη συνειδητά, μέσα στο δικό τους κοινωνικό, ιστορικό, συμβολικό, περιβαλλοντικό, ψυχολογικό πλαίσιο και γίγνεσθαι, μέσω μιας εντελώς «από μέσα» διεργασίας.  Συμμετέχοντας θα αναιρούσα όλες τις θεωρητικές κα ηθικές μου απόψεις για το θέμα. Από την άλλη είχα πράγματι παρατηρήσει  ότι τραγουδούσε με βραχνάδα ο Γιώργης μόνο, συμβουλευόμενος το γραμμένο στο χαρτί κείμενο, τη δυσκολία που είχε με το λαιμό του, το ότι ο λυράρης τραγουδούσε αποσπασματικά και υποτονικά και πολύ λίγο οι υπόλοιποι,  ψάλλοντας λίγους στίχους, κατά περίπτωση. Επίσης είχα διαπιστώσει και πόσο σημαντικό ήταν για την επιτέλεση, πόση ανάγκη  είχαν οι επιτελεστές να ακούνε και να λένε τα λόγια των τραγουδιών.  Όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν δικαιολογούσε τη δική μου παρέμβαση, έστω και αν μου την ζητούσαν οι ίδιοι, παρακαλεστικά, μα και σχεδόν επιτακτικά, ταυτόχρονα.
Ωστόσο αυτό που συναισθανόμουν ότι είχε αρχίσει να μετράει, κατά ένα τρόπο,  γα μένα και γι’ αυτό έμπαινα καν σε δίλημμα και δεν  απαντούσα ―στον εαυτό μου πρώτα απ’ όλα― κατηγορηματικά «όχι», ήταν το πόσο ταυτισμένη, «μέσα» στην τελετουργία ένοιωθα με το πέρασμα της ώρας και όσο προχωρούσε η τελετουργική διαδικασία. Πόσο όλο και λιγότερο  «ερευνητής σε πανηγύρι» ένοιωθα να γίνομαι καθώς συγχρωτιζόμασταν με αυτούς τους ανθρώπους, πόσο λίγο έδειχναν να μας αντιμετωπίζουν ως «επιστήμονες» και περισσότερο σαν πανηγυριστές που συμμετείχαν στο πανηγύρι τους, όπως σε κάθε πανηγύρι. Το πόσο δεκτικοί και εξυπηρετικοί έδειχναν, άνοιγαν την καρδιά τους σε ό,τι ρωτούσαμε, μας αποκαλούσαν «δικούς» τους, θεωρώντας μάλιστα ότι «η χάρη του Άγιου» μας είχε φέρει ως εδώ και όχι η ερευνητική επιστημονική περιέργεια και, ως ένα βαθμό, υποχρέωση για μας. Το γεγονός επίσης ότι προς το παρόν εκτός από τους συναδέλφους ελάχιστοι ήταν οι ξένοι, οι «παράγοντες», οι κάμερες, οι φωτογράφοι, οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες που συνήθως προστρέχουν στο δρώμενο,  ακόμα και οι πανηγυριώτες. Με επηρέαζε επίσης το ότι και οι ίδιοι, έχοντας  πολλά χρόνια να επιτελέσουν στη Μαυρολεύκη το δρώμενο, είχαν μια αμηχανία, έδειχναν ευάλωτοι, σαν να έδιναν εξετάσεις, όσο και μια φιλοδοξία ταυτόχρονα, σαν να ήθελαν ν΄ αποδείξουν στον εαυτό τους, στους άλλους αναστενάρηδες (της Αγίας Ελένης, του Λαγκαδά, της Κερκίνης κ.λπ.), επίσης σε όσους είχαν τόσα χρόνια εμποδίσει την επιτέλεση στη Μαυρολεύκη και στους  επισκέπτες ότι παρά τη διακοπή δεν είχαν ξεχάσει, ότι θα τα έβγαζαν πέρα επάξια με τη σοβαρότητα αλλά και τη φήμη του δρώμενου και της ίδιας της κοινότητάς τους.
Η κουβέντα έμεινε εκεί. Χωρίς να δεχτώ αλλά ούτε και να αρνηθώ περισσότερο κατηγορηματικά και παραμένοντας  στη θέση μου, μετά την απομάκρυνση του Γιώργη.  Όταν σε λίγο ξανάρχισε η μουσική να παίζει, γυρίζει ο Γιώργης προς το μέρος μου και «έλα, σήκω κι έλα ’δώ!!», μου φωνάζει προστακτικά, καρφώνοντάς με μέ το διαπεραστικό βλέμμα του (αυτός ο άνθρωπος μου έδινε από την αρχή την εντύπωση του  «γόη», με την έννοια  του «γητευτή», του μαγγανευτή),  «σήκω κι έλα εδώ.,  έχεις άλλη αποστολή εσύ!!», με τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση.  Χωρίς να το καλοσκεφτώ, σηκώθηκα σαν μαγνητισμένη και πήγα κοντά στα όργανα, διστακτική.  «Κάτσε και τραγούδα!!», μου λέει, χωρίς να σταματήσει να χτυπάει το τύμπανο. Κάθισα στον πάγκο, δίπλα του. Κοιτώντας με βαθιά και μαζί  παροτρυντικά/παρακαλεστικά μέσ’ στα μάτια, ξεκίνησε να τραγουδάει ένα στίχο, κουνώντας ταυτόχρονα προς το μέρος μου το κεφάλι του στο ρυθμό  για να μου δώσει θάρρος, ενώ ταυτόχρονα είχε τεντώσει το αυτί του προς το στόμα μου για να ακούσει τη φωνή μου  ―την οποία  βεβαίως δεν είχε καν ακούσει, αφού εγώ σιγομουρμούριζα προηγουμένως και σε απόσταση από αυτόν. 
Τον ακολούθησα στο τραγούδι και μάλιστα στον πολύ ψηλό τόνο που έδινε η λύρα, αφού ο τόνος του Γιώργη ήταν πολύ μπάσος για μένα, αλλά δεν είχα δυσκολία. Διέκοψε το τραγούδι, χωρίς να σταματήσει η μουσική, και «ααααα!, μα εσύ είσαι και αηδόνι!» μου λέει ο Γιώργης, χαμογελώντας θριαμβευτικά, επιδοκιμαστικά.  «Δε φτάνει μόνο που ξέρεις τα λόγια», συνέχισε, «αλλά έχεις και πολύ ωραία φωνή, δεν είναι τυχαίο που βρέθηκες εδώ σήμερα, παιδάκι μου, πάρ΄το πάνω σου!!» και μου παραδίνει το χαρτί με το τραγούδι.  Του λέω «δεν το χρειάζομαι , τα ξέρω τα λόγια αλλά θέλω να συνεχίσεις να αρχίζεις εσύ τους στίχους που “πρέπει” να τραγουδηθούν και ύστερα να μπαίνω εγώ».  Συνεχίσαμε έτσι, εγώ μέσα στην ενοχή και την αμφιβολία για το «ανοσιούργημα» που διέπραττα, ωστόσο παρασυρμένη εντελώς από τη μουσική και το μύθο, καθώς και ο ήχος του νταουλιού χτυπούσε κατ’ ευθείαν μέσα στο τύμπανο του αυτιού μου.   Κοιτώντας ταυτόχρονα γύρω μου  έβλεπα τις λιγοστές ηλικιωμένες γυναίκες που είχαν απομείνει πλέον μέσα στο κονάκι λόγω της προχωρημένης πια ώρας να με κοιτάζουν χαμογελώντας τρυφερά και κουνώντας τα κεφάλια τους επιδοκιμαστικά, το ίδιο και οι συνάδελφοι. Από τους χορευτές, η Νίτσα, η κόρη της κυρά-Ματινιώς και κυρίως ο Γιώργος, ο άντρας της, με πλησίαζαν χορεύοντας και  κουνούσαν το μαντήλι τους ρυθμικά εμπρός μου, σαν να με ευλογούσαν ή να με «σταύρωναν», κοιτάζοντάς με  βαθιά μέσα στα μάτια, σαν να ήθελαν να μου βγάλουν την ψυχή, ή έτσι ένιωθα. Ταυτόχρονα πλησίαζαν το κεφάλι τους στο δικό μου και τραγουδούσαν μαζί μου με μεγάλο πάθος και καημό τα λόγια του τραγουδιού.  Όταν τα μουσικά ιντερμέδια ανάμεσα στο τραγούδισμα παρατείνονταν,  με πλησίαζαν και κουνούσαν το κεφάλι τους παροτρυντικά και παθιασμένα, να ξαναρχίσω το τραγούδι, ν’ ακούσουν τα λόγια. Φυσικά δεν γινόταν να αποποιηθώ εντελώς και την ιδιότητα του ερευνητή, έτσι ένοιωθα και τυχερή που βίωνα «από μέσα» τη μεγάλη σημασία του τραγουδιού για την τελετουργική επιτέλεση. Συναισθανόμουν πως οι μεταρσιωμένοι  αυτοί χορευτές  είχαν απόλυτη ανάγκη να ακούσουν βοηθητικά και παρηγορητικά τα λόγια του τραγουδιού και μάλιστα καλά, δεόντως τραγουδισμένα, ώστε να «μπουν» στους ρόλους τους, να αποκτήσει νόημα αυτό που επιτελούσαν, να «παραμυθιαστούν», να ενταχθούν στη μυθική αφήγηση αποστασιοποιούμενοι από την πραγματικότητα, αποκτώντας ένα  ευρύτερο λόγο και ένα σκοπό γι΄ αυτό που έκαναν, πέρα από τους πολύ προσωπικούς λόγους που είχαν ο καθένας  να το πράττουν. Με τα λόγια των τραγουδιών, ο Μικροκωσταντίνος, η άπονη μάνα του, η εξορισμένη καλή του, έπαιρναν θέση ολοζώντανοι ανάμεσά μας,  δρούσαν, έπασχαν, μαζί τους και εμείς. Ήταν ένα συγκλονιστικό  βίωμα για μένα,  καθώς ένοιωθα τα μάτια τους να τρυπούν τα σωθικά μου.   Σιγά-σιγά «έφυγα» μαζί τους, αποστασιοποιήθηκα από την πραγματικότητα και το περιβάλλον, μπήκα στο μύθο. Έπασχα μαζί με την «ως άγουρο» εξορισμένη στ’ άγρια βουνά  νύφη-βοσκό, ακολουθούσα τον μικρό-μικρό στρατευμένο Κωνσταντίνο  καβαλάρη να «κόβει»κεφάλια», μέχρι και τα δάχτυλά του στο τέλος, πάγωνε το αίμα μου με την ένοχη μάνα  να σφάζει το  παιδί της και να το μαγειρεύει, σαν «κουρμπάνι», με την τιμωρία της να γίνει λιώμα, σαν αλεύρι,  ανάμεσα στις μυλόπετρες[9].
Παρά το ότι τραγουδούσα σε πολύ ψηλό τόνο, η φωνή μου έβγαινε μόνη της, αβίαστα, ακούραστα.  Χωρίς να νιώθω ότι καταβάλω ιδιαίτερη προσπάθεια, χωρίς καν να νιώσω την ανάγκη να βήξω, όπως συνέβαινε τελευταία  όταν τραγουδούσα σε ψηλούς τόνους.  Είχα την εντύπωση ότι η φωνή μου  υπερκαλυπτόταν από τον ήχο του νταουλιού και πως δεν ακουγόταν παραπέρα από τη θέση μου, ωστόσο  φαίνεται ότι διαχεόταν σε όλο το χώρο, ως ψηλά, στα δοκάρια της στέγης.
Το διαπίστωσα  όταν έγινε διάλειμμα και επανήλθα στην πραγματικότητα, γιατί με πλησίασε αμέσως η κυρά-Δέσπω  μαζί με άλλες ηλικιωμένες. «Μπράβο, κορίτσι μου! Τι αηδόνι είσαι ’σύ! Τι ωραία που ήταν!... Είσαι “δική” μας  εσύ, αφού έμαθες τα τραγούδια, ο ΄Αγιος σε φώτισε! Μπράβο, εσύ να τραγουδάς, να μην τα αφήσεις!»  Ξαφνικά διαπίστωσα, όχι μόνο από τα λόγια τους αλλά και από το πώς με κοιτούσαν,  ότι είχαν την εντύπωση, ή μάλλον πίστευαν, ότι  είχα πάρει «χάρη» από τον Άγιο και τα τραγούδια είχαν έλθει ως θαυματουργή επιφοίτηση σε μένα!  Πώς να τους εξηγούσα; Αλλά γιατί να  τους εξηγούσα άλλωστε, αφού η γνώμη τους δεν θα άλλαζε.  Ο δε Γιώργης, ο νταουλιέρης, ήταν ενθουσιασμένος.  «Ο Άγιος σε έστειλε», μου λέει. «Δεν θα έβγανα Αναστενάρι αν δεν ερχόσουνα. Πάει, τώρα θα τραγουδάς συνέχεια εδώ, μαζί μας!». Επαινετικά και ενθαρρυντικά λόγια άκουσα και από τους συναδέλφους αλλά εγώ ήμουνα ξαφνικά πολύ κουρασμένη για να  τους εξηγώ τα  διλήμματα και τις ενοχές που εξακολουθούσαν να με βασανίζουν.  Τώρα μάλιστα ακόμα περισσότερο, μετά τα τόσα καλά λόγια και το ότι φαινόταν ότι θεωρούσαν δεδομένη τη συμμετοχή μου.  Είχε πάει έντεκα η ώρα  και σταμάτησαν το «αναστενάρι» για εκείνο το βράδυ.  Ήταν όλοι οι αναστενάρηδες κατάκοποι, ταραγμένοι, βασανισμένοι. 

 Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια. Ο χορός στο κονάκι. Ο Γιάννης .... χορεύει κρατώντας την ιερή  "ποδιά"
 (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

 Φύγαμε από το κονάκι. Η Μ.Μ. του «Κέντρου λαίκών δρωμένων» και ο Χ. , που είχε  «μπει» εκείνο το απόγευμα, όσο και οι δύο άλλοι «ξένοι» που είχαν «μπει» τον προηγούμενο χρόνο,  θα φιλοξενούνταν σε «αναστενάρικα» σπίτια.  Αυτό μας έβαλε, τους λαογράφους, σε ερευνητικές υπόνοιες. Μήπως κατά τη διάρκεια της νύχτας θα τους «μυούσαν» ή θα γινόταν κάτι άλλο σχετικό, κάτι που δεν γνωρίζαμε και το αποκάλυπταν μόνο στους «μυημένους;  Αναρωτιόμασταν, χωρίς απάντηση.  Ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο Σάκης, είχε προσκαλέσει εμάς τους λαογράφους  σε μια ταβέρνα εκεί κοντά, πάνω στην εθνική οδό, για φαγητό. Δεν θα ερχόταν μόνον ο τραυματισμένος στο πόδι συνάδελφος Π. Κ., ο οποίος  φιλοξενούνταν στο σπίτι του πατέρα του προέδρου. Ειδοποιήσαμε την οικοδέσποινά μας, τη Μάρω να μη μας περιμένει, γιατί όπως μάθαμε από άλλους με τις περιπέτειες της προηγούμενης βραδιάς (απίστευτο μου φαινόταν ότι μόλις χθες είχαν συμβεί όλα αυτά) την είχαμε ξενυχτήσει να μας περιμένει.  Με έκπληξη είδαμε  ότι η ταβέρνα είχε και ζωντανή μουσική.   Ένα θλιβερό «συγκρότημα» που αποτελούνταν από ένα συνθεσάιζερ, ένα ηλεκτρικό μπουζούκι και έναν παράφωνο τραγουδιστή  που έπαιζαν εκεί, υπαίθρια, δίπλα στην εθνική οδό λαϊκά τραγούδια του συρμού. Ο Πρόεδρος ήταν ήδη εκεί με αρκετούς άλλους σε ένα μεγάλο τραπέζι, όπου καθίσαμε και εμείς. Άλλες γυναίκες, εκτός από εμάς τις «λαογράφους», δεν ήταν στην παρέα. Οι άντρες που μας συνόδευαν ήταν χωρίς τις γυναίκες τους.
Το όλο σκηνικό ήταν σοκ μετά τη μυσταγωγία στην οποία είχαμε συμμετάσχει προηγουμένως αλλά κάπου συντωχρόνω μας ανακούφισε γιατί μας έβγαλε από το βαρύ κλίμα του κονακιού. Παρόλ΄αυτά στο δικό μου κεφάλι ήταν σφηνωμένη η μελωδία και τα λόγια του τραγουδιού του «Μικροκωσταντίνου» και παιζόταν συνέχεια, σαν κασέτα σε κασετόφωνο. Στην παρέα συμμετείχε και ο Γιώργης,  ο νταουλιέρης. Όταν η κουβέντα ήρθε αναπόφευκτα στο «Αναστενάρι»  και τα όσα είχαμε βιώσει εμείς οι νεοφώτιστοι και ανίδεοι, «αυτά που βλέπετε εδώ, ό,τι κάνουμε εμείς είναι τα σωστά, τα παλαιά έθιμα»  είπε κατηγορηματικά ο Γιώργης. «Αλλού το έχουνε χαλάσει το έθιμο. Γιατί αυτό το χωριό είναι που έχει τον “γερο-Κωστιανό” τον γνήσιο, τον παλιό “παππού”, δηλαδή την πιο παλιά εικόνα. Όλες οι άλλες, που έχουν στα άλλα χωριά, είναι παιδιά και εγγόνια του. Και αυτή την εικόνα είχε πάρει ο δεσπότης. Την είχανε πετάξει μέσα στο ποτάμι [τις Βαρβάρες] και τη βρήκε ένας και την μάζεψε. Ήταν μέσ’ στις λάσπες αλλά δεν είχε πάθει τίποτα. Και μια φορά, όταν ήταν στο κονάκι, στο σπίτι μιας γριάς που την είχε φέρει απ’ το Κωστί ―το σπίτι μου εμένα είναι δίπλα σ’ αυτό― καθόμασταν έξω και ακούω το νταούλι να παίζει. Άκουγα νταούλι, ντουμπ, ντουμπ! Λέω, ακούτε νταούλι; ποιος χτυπάει το νταούλι; !! Το νταούλι ήταν μέσα, στο κονάκι, στο δωμάτιο με τις εικόνες. Πάω μέσα να δω ποιος χτυπάει το νταούλι. Μπαίνω στο κονάκι, κανείς!!  Το νταούλι χτύπαγε μόνο του, αλλά δίπλα είχε πιάσει φωτιά απ’ το καντήλι και το νταούλι βάρηγε να μας ειδοποιήσει!! Μόνο του, σου λέω! Ο Άγιος θα ντο βάρηγε και τη γλυτώσαμε τη φωτιά! Αν και την εικόνα, αυτή την ίδια, την είχανε ρίξει κάποτε στη φωτιά, στο Κωστί, και δεν είχε πάθει τίποτα!» [....]
 Φύγαμε κατά τις δύο η ώρα το πρωί και πήγαμε πεζή για ύπνο στο σπίτι της Μάρως. Παρόλη την κούραση, τον κορεσμό μας με νέες εμπειρίες, τη συναισθηματική φόρτιση, πιάσαμε και οι τέσσερις συγκάτοικοι την κουβέντα με τα μάτια και τα μέλη μας βαριά απ’ τη νύστα, μέχρι σχεδόν τα ξημερώματα. Σχόλια, ανταλλαγή απόψεων, απορίες, υποθέσεις, αναπάντητα ερωτήματα, διαφωνίες.  Όταν τελικά αποκοιμήθηκα, ήρθε η οργιαστική μουσική και το ιερό τραγούδι στα όνειρά μου∙ έβλεπα  συνεχώς κόκκινα μαντήλια να στριφογυρίζουν με το ρυθμό της μελωδίας, μέσα σε μια νεφελώδη ατμόσφαιρα. Ξύπνησα πρώτη στις επτά το πρωί, με ένα συναισθηματικό βάρος ενοχών και αγωνία για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα με τη συμμετοχή μου στο τραγούδισμα. Ζήλευα τις άλλες συν-κοιμώμενες, που κοιμόντουσαν ξένοιαστες, χωρίς τα δικά μου τουλάχιστον διλήμματα. Έστρωσα τραπέζι για πρωινό και τις ξύπνησα, γιατί στις 8.30 θα γινόταν η θυσία του ταύρου, σύμφωνα με το πρόγραμμα του πανηγυριού.  Πήραμε πρωινό και μου ευχήθηκαν και πάλι  για την ονομαστική γιορτή μου…


Δευτέρα, 21 ΜΑΪΟΥ 1996,
γιορτή των αγίωνΚωνσταντίνου και Ελένης

Η θυσία του ταύρου (κουρμπάνι)
(βλ. και http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/08/blog-post.html)


Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ο ιερός ταύρος-θύμα  (λεπτομέρεια από φωτ. της Αργεντούλας Πάσχαρη) 
ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΞΩΚΛΗΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, στο προαύλιο του οποίου θα γινόταν η θυσία,  λίγο καθυστερημένα. Εγώ, λόγω της ονομαστικής γιορτής μου, είχα περάσει και από την ενοριακή εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον άγιο Παντελεήμονα,  που είχε λειτουργία και άναψα κεριά υπέρ υγείας, για  τον εαυτό μου και για όλους τους οικείους μου εορτάζοντες, που δεν είναι και λίγοι (παππού Κωνσταντίνο από τη μάνα μου,  γιαγιά Ελένη από τον πατέρα μου, της οποίας εξάλλου φέρω και το όνομα, επίσης πατέρα Κωνσταντίνο, με ό, τι αυτό συνεπάγεται στην ονοματοθεσία των κατιόντων μελών στις γενιές της πολυπληθούς οικογένειάς μου).  



 Μαυρολεύκη, 20/5/1996, Αναστενάρια. Πάνω ξκαι κάτω: η ιερή πομπή και ο χορός προς  τη θυσία του ταύρου (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
Μια πομπή   κατευθυνόταν ήδη στο χώρο της θυσίας. Μπροστά από την πομπή των αναστενάρηδων πορευόταν η μαυροφορεμένη κυρά-Ματινιώ κρατώντας μια λευκή λαμπάδα αναμμένη και ένα θυμιατό από το οποίο έβγαινε ο καπνός του λιβανιού∙ φορούσε και ένα από τα κόκκινα μαντήλια (-«χάρες»-«αμανέτια») στο λαιμό της, κάτι που δεν συνέβαινε την προηγούμενη ημέρα στο κονάκι.  Την ακολουθούσαν η  «χορηγός» (Τριαναταφυλλίδη), που είχε κάνει το τάμα να προσφέρει τον ταύρο στον Άγιο,  η οποία φυλάει (με ένα είδος μητρογραμμικού κληρονομικού δικαιώματος) και την παλιά εικόνα του Αγίου στο σπίτι της, όπως είχαμε πληροφορηθεί, αλλά δεν επέτρεπαν να τη  δούμε (βλ. μαρτυρία αρ. 2). Μετά πήγαιναν οι οργανοπαίχτες παίζοντας τα όργανα, η αρχι-αναστενάρισσα και οι αναστενάρηδες «χορεύοντας» πομπικά στο σκοπό της μουσικής  κρατώντας τα μαντήλια τους με τον τρόπο που το έκαναν και στο κονάκι. Επίσης στην πομπή συμμετείχαν ο δήμιος-χασάπης που θα έσφαζε το ζώο και οι βοηθοί του. Κανένας άλλος, ούτε χωριανός, ούτε ξένος εκτός από μερικούς από εμάς τους «λαογράφους»  και τους τρεις ξένους με την κάμερα που είχαμε δει και στο κονάκι. Η υπαίθρια αυτή πομπή ήταν ένα υποβλητικό, αλλόκοτο θέαμα μέσα στο λαμπρό, μαγιάτικο πρωινό. 


 Μαυρολεύκη, 21/5/19996, Αναστενάρια. Ο ιερός ταύρος -θύμα έτοιμος για τη θυσία (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

Ο ταύρος ήταν δεμένος σε μια από τις λεύκες, είχε στολισμένα τα κέρατά του με κορδέλες και λουλούδια και κάθε λίγο έβγαζε ένα σπαρακτικό μούγκρισμα, λες και ήξερε τι τον περιμένει.
Η απόκοσμη, ολιγομελής σχετικά  χορευτική πομπή που όδευε με τη μουσική μόνη της, χωρίς σχεδόν θεατές, με τις γυναίκες-ιέρειες, το θυμίαμα να μοσχοβολάει, τους αναστενάρηδες-χορευτές καθώς πορευόταν μέσα στο καταπράσινο τοπίο σκιασμένο από τις πανύψηλες μαυρολεύκες και με φόντο τις διερχόμενες νταλίκες και τα αυτοκίνητα πάνω στην εθνική οδό, ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Δεν ήμουν σίγουρη σε ποιον τόπο και σε ποια εποχή βρισκόμουν, αν ήμουν δίπλα στη σύγχρονη εθνική οδό ή σε κάποιο ιερό,  στη σύγχρονη ή σε κάποια άλλη περισσότερο ή λιγότερο παλιά εποχή, Η έλλειψη κοινού (με τις παραπάνω εξαιρέσεις) που θα αναμενόταν ίσως να παρακολουθεί το θέαμα,  μου δημιουργούσε την εντύπωση ότι η τελετουργία ήταν κάτι σαν μυστική και εσωτερική, εσωστρεφής ιερή δράση, αν και λάβαινε χώρα έξω. Αυτή την αίσθηση ενίσχυε και το γεγονός ότι το εκκλησάκι των δύο αγίων όπου πλησίασε εντωμεταξύ η πομπή, ήταν κατάκλειστο και βουβό ανήμερα της γιορτής τους, ενώ δίπλα του περνούσε η χορευτική  αυτή πομπή «εν χορδαίς και οργάνοις». Παραδοξότητα που οφείλεται στη μισαλλοδοξία των τοπικών χριστιανικών θρησκευτικών αρχών αλλά που  έκανε πιο αλλόκοτα τα δρώμενα, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι οι αυτοκρατορικοί άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη είναι οι επίσημοι, θεσμικοί στυλοβάτες του Χριστιανισμού.  Στο κέντρο της συστάδας  με τις μαυρολεύκες δίπλα στο κλειστό εκκλησάκι  και στο υπόγειο αγίασμα, η πομπή σταμάτησε. Ο δήμιος, ένας πανύψηλος, «ματσό»  άνδρας άρχισε να  τροχίζει το μαχαίρι της θυσίας. Φορούσε μια σκούρα μουσαμαδένια ποδιά που κάλυπτε όλο το εμπρός μέρος του σώματός του από το λαιμό σχεδόν ως τα πέλματα,  και που καθώς μετακινούνταν, αποκαλυπτόταν στιγμιαία η έντονα πορτοκαλιά πίσω όψη της, δίνοντάς μου την εντύπωση ότι έβγαζε αστραπές.  Ο ανατριχιαστικός ήχος του τροχίσματος μπερδευόταν με  αυτόν της μουσικής που έπαιζαν  οι οργανοπαίχτες ακατάπαυστα και με τα μουγκανητά του επί σφαγήν ζώου. Οι αναστενάρηδες χόρευαν, η κυρά-Ματινιώ λιβάνιζε και η κυρά-Δέσπω με το κόκκινο μαντήλι της διπλωμένο στην άκρη της παλάμης της ωσάν ιερό αντικείμενο, χορεύοντας,  πότε «σταύρωνε» με αυτό τον ταύρο, πότε έβγαζε την αναστενάρικη κραυγή  της αχαχαχαχ, πότε, σταματώντας, τακτοποιούσε κάτι μεγάλα κομμάτια από χοντρό ημιδιαφανές πλαστικό, πάνω στα οποία υπέθετα ότι θα διαμελιζόταν το σφάγιο.  

 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ιερός χορός πριν τη θυσία (φωτ. Ε. Ψυχογιού)

 Οι στιγμές ήταν γεμάτες ένταση, μια αποτρόπαιη αίσθηση θανάτου με είχε κατακλύσει. Με μια ανεπαίσθητη, αόρατη σχεδόν, αστραπιαία κίνηση, ο δήμιος έχωσε το μαχαίρι στο κέντρο του λαιμού του ταύρου. Το ογκώδες σώμα του θύματος σωριάστηκε σπαρταρώντας στη ρίζα του δέντρου, χωρίς να βγάλει κιχ και το κόκκινο αίμα του πλημμύρισε τον τόπο.  Για μένα το θέαμα δεν ήταν πρωτόγνωρο και γιατί είχα παρακολουθήσει στην Ίμβρο «εκατόμβη», την τελετουργική δηλαδή σφαγή δώδεκα ταύρων στο πανηγύρι της Παναγίας, το 15Αύγουστο του 1990 στα Αγρίδια, και μάλιστα χωρίς αυτό το τόσο μυσταγωγικό τελετουργικό πλαίσιο. Ωστόσο με τάραξε, πάντα αποτρόπαιο. 

Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ο ιερός ταύρος οδηγείται από τον χορηγό και την δήμιο προς τη θυσία (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Η θυσία (κουρμπάνι)
(φωτ. Ε. Ψυχογιού)
Παρόλο το ιερό τελετουργικό της πλαίσιο, η σκηνή μας σόκαρε όλους τους παρατηρητές. Άλλοι εγκατέλειψαν τις φωτογραφικές  μηχανές, άλλοι έκαναν όρκους πως δεν θα ξαναδοκιμάσουν κρέας στη ζωή τους. Θυσιάστηκαν στη συνέχεια τρία αρνιά, προσφορές πιστών επίσης, ενώ έγδερναν και τεμάχιζαν τον ταύρο πάνω στα στρωμένα πλαστικά.

(φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
(φωτ. Χειστίνα Πετροπούλου)
Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια.  Χορός μετά τη θυσία
 Όταν ολοκληρώθηκε η φρικτή διαδικασία της θυσίας, με την υπόκρουση πάντα της μουσικής, ο Γιώργης ο νταουλιέρης με φώναξε να πάω κοντά του να πούμε και το τραγούδι, «μην πας να ξεφύγεις»,  μου είπε με αυστηρό ύφος, καθώς εγώ προσπαθούσα να είμαι σε απόσταση, ακριβώς για να αποφύγω το τραγούδισμα.  Έτσι, παρά τις αντιρρήσεις μέσα μου,  κατά την επιστροφή από το χώρο της θυσίας στο κονάκι ήμουν και ’γώ μέλος της πομπής, τραγουδώντας. Ωστόσο, επειδή προσπαθούσα κατά ένα τρόπο  να μην είμαι τελείως ενταγμένη, κρατούσα ―ξεγελώντας τον εαυτό μου παρά τους άλλους, που δεν τους απασχολούσε ούτως ή άλλως το δικό μου δίλημμα― ένα τετράδιο στα χέρια μου και το μαγνητόφωνο περασμένο στον ώμο μου  και μαγνητοφωνούσα ταυτόχρονα. Μπήκαμε εν πομπή στο κονάκι και συνεχίστηκε ο χορός. Οι σφάχτες πίσω στο χώρο της θυσίας συνέχιζαν το τεμάχισμα των σφάγιων για να μοιραστούν τα κομμάτια σε όλα τα σπίτια του χωριού, εκτός από αυτά που θα μαγειρεύονταν στο κονάκι για το κοινό δείπνο. 

Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Πομπική επιστροφή στο κονάκι μετά τη θυσία  (φωτ. Χριστίνα Πετροπούλου)


Στο κονάκι,  πρωί
Ο χορός μέσα στο κονάκι κράτησε αρκετή ώρα, ενώ εγώ ήμουν πλέον συν-τραγουδίστρια  και σύντροφος των οργανοπαικτών, ωστόσο αγκυλωμένη, προβληματισμένη. Στο διάλειμμα βγήκαμε έξω, στο πίσω μέρος του «πολιτιστικού κέντρου» που φιλοξενούσε το «κονάκι», κάτω από τη δροσιά του χαγιατιού.  Καθίσαμε στις πλαστικές πολυθρόνες και στους πάγκους που ήταν τοποθετημένοι εκεί για τους πανηγυριώτες. Μερικές από τις Θρακιώτισσες του χωριού  είχαν συγκεντρωθεί και διακονούσαν στο κονάκι, φτιάχνοντας καφέδες, σερβίροντας νερό και αναψυκτικά και φροντίζοντας γενικά το χώρο και τους επισκέπτες, που ακόμα ήταν λίγοι.  Κάποια στιγμή είδα να φέρνουν  δύο μεγάλα, χαλκωματένια «λεβέτια» (λέβητες, καζάνια) γεμάτα με κομμάτια κρέας από το σφάγιο.  Τα τοποθέτησαν έξω, πάνω σε πρόχειρες εστίες με τσιμεντόλιθους, όπου άναψαν φωτιά με ξύλα  για να μαγειρέψουν το κρέας για το τελετουργικό δείπνο.  Η κυρά-Ματινή  θύμιασε σταυρωτά με το λιβανιστήρι τα λεβέτια με το φαγητό.  Η γυναίκα του Γιώργη (του νταουλιέρη), η  Αθηνά, καλοβαλμένη και περιποιημένη, με τα «καλά» της ρούχα και φορώντας στη μέση της μια πεντακάθαρη ποδιά, ανέλαβε το μαγείρεμα, υπό τις οδηγίες τις κυρά-Ματινιώς και τη βοήθεια του Γιώργη, γιου της τελευταίας. 




Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια.  Το μαγείρεμα του θυσιασμένου ταύρου (γφωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
Σιγά-σιγά άρχισαν να προσέρχονται και άλλοι πανηγυριώτες, κάτοικοι της Μαυρολεύκης και ξένοι. Πήγαιναν πρώτα απέναντι, στο αγίασμα, κυρίως γυναίκες με μικρά παιδιά,  για να πιουν και να πάρουν αγιασμό.  Στο χαγιάτι έδιναν κι έπαιρναν οι  συζητήσεις, οι συνεντεύξεις, οι φωτογραφίσεις.  Εγώ στεκόμουν κάπως παράμερα από όλ’ αυτά, μουδιασμένη και δίβουλη ακόμα για τη συμμετοχή μου στην τελετουργία, σαν «κριματισμένη» (για δεύτερη φορά, μετά τα χθεσινοβραδινά μου «ρεζιλίκια», σκεφτόμουν). Με πλησίασε ένας άνδρας γύρω στα ’60 και πιάσαμε κουβέντα. Μου είπε ότι είναι Θρακιώτης, εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Τα νέα της Μαυρολεύκης» και συγγραφέας αρκετών δημοσιευμάτων σχετικά με τα αναστενάρια και άλλα θρακιώτικα δρώμενα (καλόγερο, λαζαρίνες κ.ά). Είχε μάλιστα μηχανή και φωτογράφιζε.  Μου είπε ότι το περασμένο καλοκαίρι είχε οργανώσει ομαδική εκδρομή για την  πατρίδα της πλειονότητας  των Αναστενάρηδων, το Κωστί της πρώην ανατολικής Ρωμυλίας, σήμερα στη Βουλγαρία, παραπονούμενος ότι δεν είχε τη συμμετοχή που περίμενε.  Ότι είχε επισκεφθεί εκεί την εκκλησία και τα σπίτια που διατηρούνται ακόμα στο Κωστί, ακόμα και το παλιό «κονάκι» όπου βρήκε να διατηρείται ακόμα το «στασίδι», που το βρήκαν στολισμένο όπως παλιά από τους τωρινούς, Βούλγαρους κατοίκους, και με εικόνες, καινούριες βέβαια.  Ότι οι κάτοικοι εκεί θυμούνται τα αναστενάρια και τους δέχτηκαν πολύ φιλικά. 


Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ιερός χορός  στο κονάκι (
Οι καλεστικές, εκμαυλιστικές δοξαριές στη λύρα διέκοψαν τη συζήτηση και μας έβαλαν όλους και πάλι μέσα στο κονάκι. Ο χορός ξανάρχισε και εγώ, υπό την αυστηρή επίβλεψη («μαρκάρισμα» θα ήταν ίσως πιο σωστή λέξη) του Γιώργη, δεν μπορούσα παρά να καθίσω πάλι δίπλα στους οργανοπαίκτες. Ταυτιζόμουν όλο και πιο πολύ, όσο τραγουδούσα, καθώς ένοιωθα πιο πολύ «από μέσα», αλλά χωρίς να πάψω να είμαι και «απέξω» ερευνήτρια, πώς θα ήταν άλλωστε δυνατόν.  Κάποιοι από τους στίχους του τραγουδιού με έβαζαν πάλι σε σκέψεις. Ένοιωθα ότι στο τραγούδι είχαμε κατά ένα τρόπο αλληγορικά «μεταμφιεσμένες» κάποιες από τις τελετουργικές πρακτικές, ή το αντίθετο, όπως μου έλεγε η πρόσφατη εμπειρία μου από τη θυσία και το μαγείρεμα του ταύρου, που μου έφερνε τώρα στο νου το «σφάξιμο» και το μαγείρεμα του παιδιού στο τραγούδι. Εκείνο το «…δασκάλα πού είναι το παιδί…»  πού τόσο πολύ επηρέαζε τους χορευτές, ταράζοντάς τους, το «…τρεις μέρες έχω να το ιδώ [το παιδί]…»,  πρέπει να είχε σχέση, έστω μη συνειδητά, με την «θυσία» του και μάλιστα από την ίδια του τη μάνα (ως άλλη Μήδεια).  Κάποιοι από τους στίχους που ήταν γραμμένοι στο χαρτί που μου είχε παραδώσει ο Γιώργης, μου ήταν άγνωστοι από τις παραλλαγές των τραγουδιών που γνώριζα από το αρχείο του ΚΕΕΛ. Το «…θύμιασε τ’ αεικόνι [=την εικόνα]…», παραδείγματος χάρη, δεν το γνώριζα αλλά το έβλεπα να πραγματοποιείται συνεχώς  μπροστά μου από την ως ιέρεια κυρά-Ματινή. Επίσης το «…έκοψε το δαχτύλι του να βγάλει το θυμό του…» που δεν μπορούσα να δω σε τι μπορεί να αντιστοιχούσε τελετουργικά, ίσως να αναφερόταν σε κάποιες χαμένες ή άγνωστες σε μένα, μυητικές-διαβατήριες πρακτικές ενήβωσης/ενηλικίωσης αλλά σε ποιες; Μήπως είχαμε το απαύγασμα, τα «αποκαΐδια» ποιος ξέρει ποιας και πόσο παλιάς παράδοσης;  Μήπως έχουμε και εδώ τη μάνα να «διώχνει» (στον πόλεμο, στην ενηλικίωση με συμβολικό φόνο/θυσία) το παιδί της, όπως συμβαίνει και στα διαβατήρια τραγούδια της ξενιτιάς και του γάμου; Ο «Μικροκωσταντίνος» ήταν συνεχώς ανάμεσά μας, παίζοντας μαζί μου κρυφτό. Ένα ιερό, πολύπαθο και ταυτόχρονα αγαπημένο, φορτωμένο με την έγνοια και τον πόνο όλων,  παιδί. Η Ελένη όμως ―που κατά ένα τρόπο ήταν και αυτή που με είχε φέρει ως εδώ―,  πού ήταν η Ελένη [«μου», αυτή της έρευνάς μου];  Την έβλεπα ως αγία στην εικόνα πάνω στο στασίδι να στέκεται γαλήνια δίπλα στον γιο της, τον άγιο Κωνσταντίνο, ο οποίος, με κάποιο τρόπο, ονομαστικά, αντιστοιχούσε στο τραγούδι, ως «Μικρο-κωσταντίνος» ―αν και αντιφατικά, αφού η εικόνα αποκαλείται «παππούς» (όπως μας είχε πει αποβραδύς ο Γιώργης ο νταουλιέρης).  Η αγια-Ελένη στο τραγούδι, αν και είναι άρρητη, ποια να είναι, αναρωτιόμουν, η κακούργα πεθερά και μάνα  ή η πολύπαθη νύφη, ή και οι δυο μαζί, ως μία, σε διαφορετικές ηλικίες και ρόλους, όπως συνέβαινε ίσως  και με τον «παππού»-Μικροκωσταντίνο; Και γιατί το όνομά της να μην αναφέρεται καθόλου; Για λόγους άραγε μυστικής λατρείας, μαγικούς, τελετουργικούς; Μήπως εντέλει  αυτήν αφορά κυρίως η όλη τελετουργία και όχι τον Μικροκωσταντίνο;  Μήπως δηλαδή η τελετουργία αφορά «Αυτήν» κυρίως, την Ελένη, ως γυναίκα -Γη,  μάνα-τροφό και ηλικιωμένη πεθερά, νεαρή κόρη μυούμενη μέσα από περιπέτειες στο βουνό και παρθένο νύφη, που πρέπει να «φορτιστεί» με γονιμότητα όπως το κοπάδι που πολλαπλασίασε η ίδια και που θα την κάνει να καρπίσει ο Μικροκωσταντίνος-παππούς;  Μήπως πίσω από αυτό το άφατο, άρρητο όνομα κρύβεται ένα και το αυτό γυναικείο συμβολικό πρόσωπο  σε όλους αυτούς τους τελετουργικούς, όσο και κοινωνικούς ρόλους, ως «διωκόμενη», «αρπαζόμενη» κόρη, αλλά και ως «διώχνουσα» μάνα/τροφός;  Όλ’ αυτά μου έφερναν στο νου τη Μήδεια, τον Οιδίποδα, την Ιοκάστη και τόσους άλλους αρχαίους μύθους αλλά και την άρρητη, άφατη «Δέσποινα» της αρχαίας Λυκόσουρας και τη μυστική λατρεία της ή και τα Ελευσίνεια «μυστήρια». Να ήταν η  καλπάζουσα φαντασία μου ή η τυχόν ιδεοληψία μου ως προς την «Ελένη» που με έκανε, σε ένα συνδυασμό μύθων, αρχαιοπληξίας και άγνοιας,  να τα  ανακατεύω χωρίς να γνωρίζω παρά ελάχιστα και που επίσης δεν ήμουν σε θέση να προσεγγίσω θεωρητικά; Μήπως επηρεαζόμουν αυτο-αναφορικά από το όνομά μου αλλά  και από το ρόλο που είχαν παίξει στη ζωή μου πρόσωπα φερώνυμα των  ονομάτων Κωνσταντίνος και Ελένη;  Αλλά και τι είναι μύθος; Μήπως ούτως ή άλλως δεν είναι η συμβολική αντανάκλαση της ιδιωτικής και κοινωνικής, ατομικής και συλλογικής  ζωής, των παθών, των φόβων, των επιθυμιών  μας όσο και των ρόλων  που καλούμαστε να παίξουμε; Όλ’ αυτά περνούσαν στο πίσω μέρος του μυαλού μου μέσα στη βαριά, έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα του κονακιού. Συνέχιζα να συμμετέχω τραγουδώντας, παρακολουθώντας τα δρώμενα που ταυτόχρονα με την αφήγηση μού προκαλούσαν αυτές τις σκέψεις, και αναρωτιόμουν μήπως είχα «σαλτάρει».




Μαυρολεύκη, 21/5/1996. Αναστενάρια. Ο ιερός χορός με την εικόνα (φωτ. Χριστίνα Πετροπούλου)

Κάποια στιγμή, ο Γιώργης, ο γιος της κυρα-Ματινής, ζήτησε και πήρε την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, κάτι που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε κάνει κανένας άλλος (την καινούρια εικόνα, αυτήν που ήταν πάνω στο εικονοστάσι, αφού την παλιά,  τον «παππού», για το φόβο του Δεσπότη αλλά και λόγους σεβασμού στην εικόνα, όπως έλεγαν,  δεν την έβγαζαν στο πανηγύρι).  Την πήρε αγκαλιά μέσα στα μπράτσα του και την χόρευε, όπως κρατάει κανείς ένα μωρό και το νανουρίζει, και την κοιτούσε με ένα ύφος τρυφερό και πονεμένο, ταραγμένος και κάθιδρος. Αυτή η εικόνα που έβλεπα (δηλαδή του χορευτή αγκαλιά με την εικόνα) μου έφερε ακόμα πιο έντονα στο νου το μικρό παιδί του μύθου και σκέψεις  για τα τελετουργικά στοιχεία που μπορεί να το αφορούν. Η τελετουργία εξάλλου είναι αυτή που καθιστά «μύθο» τη μουσική αφήγηση. Οι παλιές εικόνες που είχα δει σε δημοσιευμένες φωτογραφίες, εικόνες που  έφεραν οι Θρακιώτες από το Κωστί και ειδικά ο «γερο-Κωστιανός», ο «παππούς», όπως την αποκαλούν (και που απεικονίζει τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη), είναι παμπάλαιες. Δεν γνωρίζω πόσο παλιές ακριβώς, πάντως σίγουρα πριν τις αρχές του 20ού αι., αφού τις μετέφεραν εδώ οι Θρακιώτες πρόσφυγες ήδη ως «παλαιές». Το περίεργο σχήμα τους με το «χερούλι»  στη βάση τους για να τις κρατάνε, και μάλιστα στο χορό, μοιάζει αφαιρετικά, ως προς το περίγραμμα,  με ένα είδος «κόπανου», την ειδική σανίδα με την οποία χτυπούσαν οι γυναίκες  τα ρούχα για να τα πλύνουν ή εντέλει, σημειολογικά, με ανθρώπινο «είδωλο», «αεικόνι», ένα ξόανο (ένα κομμάτι ξύλου τετράπλευρο, με πόδια), πρωταρχική μορφή θεϊκής αναπαράστασης σε εικόνα ή άγαλμα. Οι αναστενάρηδες ντύνουν την εικόνα με «ρούχο» («εικονισματο-ποδιά») που σύμφωνα με όσα λέει και ο Danforth, κατασκευάζεται  με τρόπο τελετουργικό, που ενέχει μυσταγωγικά και μαγικά στοιχεία. Παρόλο που οι εικόνες φέρουν στην πλειονότητά τους ασημένια επικάλυψη, κρίνεται απαραίτητο να «ντυθούν» και με αυτό το «ρούχο». Συνήθως είναι μάλλινο (παλιότερα του αργαλειού, υποθέτω), κόκκινου χρώματος, πάνω στο οποίο ράβονται  και τα μεταλλικά τάματα που αφιερώνουν στην εικόνα οι πιστοί.  Συχνά το «ρούχο» υποκαθιστά αυτή την ίδια την εικόνα, όπως  είχα δει να γίνεται  με τη λευκή, χωρίς την εικόνα, «ποδιά» που ήταν εκεί στη Μαυρολεύκη, στο εικονοστάσι, και την είχε χορέψει  ένας αναστενάρης. Μια ακόμα τέτοια κόκκινη, παμπάλαια «ποδιά», τόσο παλιά που δεν την χρησιμοποιούσαν μήπως διαλυθεί, ήταν τοποθετημένη μαζί με τα ραμμένα πάνω της τάματα πάνω στο εικονοστάσι, με ευλάβεια.  Άραγε στα μάτια των πιστών, συλλογιζόμουν,  να είναι η «ποδιά» όντως σαν ένα «φόρεμα» της εικόνας, όπως ήταν τα ρούχα που έντυναν τα παμπάλαια  ξόανα των αρχαίων θεών (όπως ο  πέπλος της Αθηνάς κ.λπ.); Αναρωτιόμουν. Μήπως λοιπόν «τ’ αεικόνι» [=ομοίωμα, είδωλο] του γερο-Κωστιανού, του «παππού», μας ανάγει σε κάποιο παλαιότερο ιερό ξύλινο ομοίωμα/ξόανο παιδιού ή μωρού ντυμένου με το ρούχο-ποδιά; Και μήπως τα κόκκινα μαντήλια/αμανέτια, τα τόσο σημαντικά για την τελετουργία, ήταν κάποτε κομμάτια αυτού του ιερού ρουχισμού;  Ένα είδος ματωμένων «σπάργανων» του «σφαγμένου» παιδιού ή πέπλα; Μήπως τα «ξόανα» ήταν περισσότερα, όπως σήμερα οι εικόνες; Μου ήρθε στο νου ότι στην Ήπειρο, στην τελετουργία του νεκρανασταινόμενου «Λάζαρου» ή «Λειδινού», για να φτιάξουν  το  είδωλο του  «Λειδινού» ντύνουν έναν πραγματικό «κόπανο» με ρούχα, με πανιά, και του κρεμούν και κουδουνάκια, όπως οι αναστενάρηδες στην εικόνα του «παππού»[11]. Πάει, ξέφυγα, σκεφτόμουν, φαντασιώσεις αναπόδεικτες και αρχαιόπληκτες και πάλι, που τις επενδύω με ερμηνευτικά σχήματα θέλοντας να εξηγήσω, και μάλιστα με το που τις πρωτο-έβλεπα, τις αλλόκοτες, για μένα, δράσεις. Και γιατί να μην είναι ακριβώς αυτά που βλέπω, μαντήλια και εικόνες και να θέλω να τα «μεταφράσω» ;

 Σκαριφήματα από το τετράδιο του ημερολόγιου, σχετικά με τις σκέψεις και τα τότε ερωτήματά  μου για την εικόνα 

Στο διάλειμμα σκορπίσαμε πάλι, άλλοι μέσα στο κονάκι, άλλοι έξω, στο χαγιάτι, όπου το «κουρμπάνι» συνέχιζε να βράζει μέσα στα λεβέτια, πάνω στη φωτιά. Αναρωτιόμουν πόσο χρόνο θα έπαιρνε να  βράσει, τόσο ασίτευτο, φρεσκο-σφαγμένο που ήταν το κρέας. Θυμόμουν ότι στην Ίμβρο το σφάγιο  μαγειρευόταν από το σούρουπο ως το επόμενο πρωί. Εξακολουθούσαμε να είμαστε «εμείς» κι «εμείς», δηλαδή οι αναστενάρηδες, οι Θρακιώτισες που διακονούσαν μέσα στο κονάκι,  οι λαογράφοι, οι τρεις κάμεραμεν και μερικοί άλλοι.  Στο χαγιάτι ο Γιώργης ο νταουλιέρης ήταν στο επίκεντρο μιας μεγάλης παρέας και φαινόταν να το απολαμβάνει, στο στοιχείο του. Τον ρωτούσαν σχετικά με το δρώμενο και τις «μυστικές» πλευρές του, κυρίως για την πυροβασία, και ό,που ήθελε, έδινε έντεχνα μυστηριώδεις απαντήσεις, σαν Πυθία. Γενικά έδινε την εντύπωση ενός είδους «διαχειριστή»  ή «γκουρού» του δρώμενου, που έλεγχε τα πάντα.  Έλεγε ότι ακόμα και στη γιορτή του αγίου Αθανασίου, που είναι ένα είδος «προεόρτιων» για τα Αναστενάρια του Μάη  και μαζεύονται όλοι στο κονάκι κάνοντας μια προ-«αναστενάρικη» γιορτή που περιλαμβάνει και πυροβασία,  έλεγε λοιπόν ότι αυτός είναι που μεριμνά για τα πάντα, ότι μοιράζει τους ρόλους, ακόμα και αυτόν του αρχι-αναστενάρη. Μου φαινόταν πως έκανε επίδειξη δύναμης και πως ήταν υπερβολικός ως προς το ρόλο που έπαιζε. Λίγο πιο ’κεί από αυτή την παρέα, στεκόταν και ο Γιώργης, ο γιος της κυρά-Ματινιώς, σιωπηλός και ταραγμένος ακόμα από τον χορό, αποστασιοποιημένος. Ωστόσο  κάπου-κάπου γυρόφερνε σαν τη σφήκα την παρέα του Γιώργη και φαινόταν να παρακολουθεί άγρυπνα τις κουβέντες, παρεμβαίνοντας μάλιστα με θυμό, όταν έκρινε ότι ο Γιώργης γινόταν περισσότερο του «δέοντος» αποκαλυπτικός, επισείοντας το φόβο του Δεσπότη, χωρίς όμως να τον διαψεύδει για τα  όσα έλεγε για τον ρόλο του στο δρώμενο. Η Μ. Μ., του «Κέντρου λαϊκών δρωμένων», καθόταν δίπλα στον Γιώργη (τον νταουλιέρη) κάπως ταραγμένη και απόκοσμη και μαγνητοφωνούσε τη συζήτηση. Κάποια στιγμή γύρισε την ταινία προς τα πίσω για να δει αν έγινε η εγγραφή αλλά το μαγνητόφωνο έμενε βουβό, σαν να μην είχε γίνει εγγραφή. «Ελένη», είπε γυρίζοντας προς εμένα ο Γιώργης, «βλέπεις; το μαγνητόφωνο της Μ Μ., χάλασε! Και ξέρεις γιατί; γιατί μαγνητοφωνούσε εμένα και του έκανα μάγια!». Προφανώς μας δούλευε, γνωρίζοντας και τα σχόλια για τα φλας που «δεν είχαν δουλέψει» το προηγούμενο βράδυ!  «Άντε, βρε», του λέει η Μ, «νάτο, δουλεύει», καθώς το μαγνητόφωνο εν τω μεταξύ δούλευε.  «Άκου ’δώ, παιδάκι μου», της λέει τότε ο Γιώργης σοβαρά, κοιτώντας την μ’ εκείνο το διαπεραστικό,, γητευτικό, βλέμμα του, «πέτα το αυτό το πράγμα [το κασετόφωνο], δεν σου χρειάζεται. Εσύ εδώ ήρθες για άλλο σκοπό. Εσύ έχεις δρόμο και θα τον πάρεις! Ακούς τι σου λέω; Παράτα τα και κάνε την αποστολή σου!» Είχα ανατριχιάσει. Ένοιωθα σαν αυτός ο άνθρωπος να απλώνει γύρω μας ένα δίχτυ προσηλυτιστικό, στο οποίο καραδοκούσε να μας «πιάσει». Ότι ίσως εντάσσοντας και άλλους, «απέξω», να ήθελε να δώσει  ένα είδος «κύρους» στο «Αναστενάρι», να το βγάλει από τη «δαιμονοποίηση» ή από το «ειδωλολατρικό» στίγμα που του αποδίδει η Εκκλησία, δεδομένης και της διακοπής του στη Μαυρολέύκη. Ή/και ανταγωνιστικά με άλλα «κονάκια», στα άλλα «αναστενάρικα» χωριά, επιδιώκοντας  τη συμμετοχή και άλλων μη «αναστενάρηδων» σε αυτό, μάλιστα όσο πιο «μορφωμένων» ή/και θεσμικών προσώπων, τόσο το καλύτερο.  Αναλογιζόμουν το θριαμβευτικό ―όπως μου είχε φανεί― χαμόγελό του όταν είχε «μπει» ο Χ., ή την επιμονή του να βάλει κι εμένα στο τραγούδι.  Μήπως, συλλογιζόμουν, ήταν κι αυτό μέρος της «επισημοποίησης» ή της «ωραιοποίησης»  του δρώμενου; μήπως έπρεπε ΤΩΡΑ να φύγω; Η Μ. Μ. συνέχισε , ταραγμένη πάντα, τις ερωτήσεις.
Μου έπιασε κουβέντα ο «Αθηναίος», όπως τον αποκαλούσαν, ένας άνδρας που είχε «μπει» (και στην πυρά) τον περασμένο χρόνο  και την ιστορία του οποίου μας είχαν  διηγηθεί όλο καμάρι και χαρά η κυρά-Πανάγιω και η κυρά-Δέσπω.  Μου έλεγε για την κοσμοθεωρία του που τον οδήγησε να συμμετέχει στα Αναστενάρια.  Κάτι μυθολογικά και μεταφυσικά, περί Απόλλωνος, Γυναίκας-γης, πάλη γυναικοκρατίας και ανδροκρατίας, ανατολικών θρησκειών, τη λατρεία του για τη φωτιά που νιώθει να τον καίει μέσα του, απ’ τα νύχια των ποδιών ως το κεφάλι, ωσάν να ’χει μέσα του έναν πύρινο δράκοντα, για το πώς του έρχεται κυριολεκτικά να φάει τα αναμμένα κάρβουνα, για το ότι και στην Αθήνα τον «πιάνει» και ανάβει κάρβουνα και τα παίζει στα χέρια του, και άλλα. Μου φάνηκε κάπως αλλόκοτος αλλά αναλογιζόμενη ότι και εγώ τραγουδούσα στο «αναστενάρι», καθώς και τα όσα σκεφτόμουν πριν και εγώ η ίδια, δεν ήμουν και τόσο σίγουρη αν ήταν μόνον εκείνος αλλόκοτος, ή ποιος είναι,  τελικά.
Μετά από λίγο ο «Αθηναίος» σηκώθηκε, πήρε τον Π. (έναν νέο που είχε «μπει» τον προηγούμενο χρόνο επίσης), τον «νεοφώτιστο» Χ. και την Μ. Μ. (του «Κέντρου λαϊκών δρωμένων») και τράβηξαν προς το ξωκλήσι του αγ. Κωνσταντίνου.  Λέω στην Ε., την συνάδελφο, «δεν πας κοντά να δεις τι θα κάνουν;» γιατί μετά την συνομιλία μας με τον «Αθηναίο» δεν ήθελα να νομίζει ότι τον παρακολουθώ (!). Η Ε. τους ακολούθησε και σε λίγο επέστρεψαν όλοι. «Κατέβηκαν όλοι μαζί στο αγίασμα» μου είπε η Ε., «αλλά δεν ξέρω τι έκαναν, μάλλον θα ήπιαν αγιασμό». «Γιατί άραγε να πήραν και την Μ.;» της λέω, «οι άλλοι είναι ήδη αναστενάρηδες, έχουν «μπει», την Μ.  Μ., γιατί; Μήπως την έχουν μυήσει; γιατί της μίλησε έτσι o Γιώργης; Mήπως έγινε κάτι στα σπίτια που τους φιλοξένησαν;» «Και ’γώ τις ίδιες απορίες έχω», μου είπε η Ε., «αλλά τι να σου πω, δεν ξέρω. Πάντως  αυτός ο Γιώργης μου φαίνεται μεγάλη μαφία».
Μεσημέριαζε και η ζέστη γινόταν πιο έντονη Οι καλεστικές δοξαριές της λύρας διέκοψαν τις Σερλκοκ-Χολμικές  αναζητήσεις μας και αρχίσαμε λίγοι-λίγοι να μπαίνουμε μέσα στο κονάκι. Η συνάδελφος Κ. Χ. η οποία δεν είχε συνέλθει ακόμα από  το σοκ της ταυρο-θυσίας, καθόταν δίπλα από τον Π. , ένα νεαρό από κοντινό χωριό  που είχε «μπει» τον προηγούμενο χρόνο  και άκουγε  τις διηγήσεις του για τη βασανισμένη ζωή του, τις ασχολίες του (οικολόγος γεωργός, βιοκαλλιεργητής) την κοσμοθεωρία του, τους λόγους που τον έφεραν στα αναστενάρια και έγινε «αναστενάρης» κ.ά. Η Κ. Χ. τον άκουγε προσηλωμένη και ήταν χλωμή και ταραγμένη.  Εκείνη τη στιγμή, καθώς μπαίναμε, εγώ με τον Γιώργη ήδη δίπλα μου να με «περιφρουρεί»  κατά ένα τρόπο, μήπως και αποφύγω το τραγούδι, την είδαμε να παίρνει στα χέρια της τα χέρια του Π. και να αναλύεται σε δάκρυα. Ωχ,  η Κ!, κοιταχτήκαμε  οι υπόλοιπες, σαν να λέγαμε, έτοιμη να «μπεί» φαίνεται!  «Την είδες τη δική σας, που ταράχτηκε; τι έπαθε;»  μου είπε με σημασία και με μια ειρωνική χροιά στη φωνή, ο Γιώργης. «Συγκινήθηκε από τις αφηγήσεις του Π., μάλλον» του απάντησα. 

Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ο ιερός χορός μέσα στο κονάκι συνεχίζεται, με οργανική και τραγουδιστική μουσική σνοδεία (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

Μέσα στο κονάκι πήραν πάλι όλοι τις θέσεις τους, εγώ δίπλα στα όργανα και πάλι.  Ακριβώς δίπλα μου ήλθε και κάθισε η Μ. Μ. (του «Κέντρου λαϊκών δρωμένων»). Η μουσική ξεκίνησε, οι χορευτές άρχισαν ένας-ένας να σηκώνονται, μαζί και ο Χ. ,  ο «νεοφώτιστος». Έκανε πολλή ζέστη μέσα στο κονάκι. Η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο ηλεκτρισμένη, φορτισμένη από τη μουσική, τα αναμμένα κεριά, το θυμίαμα, τη συγκίνηση, την οδυνηρή, ιερή ταραχή των σωμάτων αυτών που χόρευαν αλλά και όσων παρακολουθούσαν. Όλοι ήμασταν σοβαροί, συγκινημένοι και κάθιδροι. Οι αναστενάρηδες ερχόντουσαν συν τω χρόνω σε χορευτική έξαρση/ έκσταση,  τα αααχαχαχαχ!, ωχωχωχωχ! και τα shshshshsssssssss ακουγόντουσαν πιο συχνά και πιο έντονα. Εγώ ένοιωθα ωσάν  η φωνή μου να τραγουδούσε πλέον μόνη της, χωρίς τη δική μου ενσυνείδητη συμμετοχή, σαν να είχε πάρει το «δρόμο της», καθώς και οι χορευτές όλο με πλησίαζαν, άλλοι τραγουδώντας, άλλοι ή/και «σταυρώνοντάς» με μέ τις κινήσεις του μαντηλιού τους, ρουφώντας ταυτόχρονα τα μάτια και την ψυχή μου.  Είχα γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Ξάφνικά, ένοιωσα δίπλα μου, από την πλευρά που καθόταν η Μ. Μ., μια ταραχή, ένα τρέμουλο, μια περίεργη κινητικότητα. Στρέφομαι  και βλέπω την Μ.Μ. κατάχλωμη, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο στα δάκρυα αλλά χωρίς λυγμούς, αθόρυβα, να τρέμει ολόκληρη!  Έπαθα σοκ. Αμέσως τότε, οι αναστενάρηδες, ιδιαίτερα ο Γιώργης της κυρά-Ματινιώς και ο Γιώργος ο «Αθηναίος» αλλά και ο Π., την πλησίασαν και χόρευαν μπροστά της (και μπροστά μου, σχεδόν), «σταυρώνοντάς» την με τα μαντήλια τους. δηλαδή τα περνούσαν πάνω από το κεφάλι της  σταυρωτά («σταύρωμα» που περιλάμβανε και το δικό μου κεφάλι, καθώς καθόμασταν κολλητά, σαν να είχα μάλιστα την εντύπωση ότι ο «Αθηναίος» το έκανε επίτηδες και εγώ τραβιόμουν, όσο γινόταν, προς τα πίσω).  Η Μ. Μ. εξακολουθούσε να κλαίει και να τρέμει. Τότε η κυρά-Ματινιώ, καθώς στεκόταν όπως πάντα όρθια εμπρός στο εικονοστάσι, άρχισε να κάνει κάτι περίεργες, σπαστικές κινήσεις με τα χέρια της, σαν να προσπαθούσε να αποφύγει και συνάμα ν’ αποδιώξει κάτι, αόρατο σε μας,  από μπροστά της, φωνάζοντας ταυτόχρονα «μη!!, μη μου το κάνεις αυτό!!, όχι, όχι, μη!!»  και κοιτώντας απειλητικά προς την, όλο και περισσότερο  κλαίουσα και τρέμουσα, Μ. Μ.  Την ίδια στιγμή, ενώ ως εκείνη την ώρα η κυρά-Ματινιώ δεν είχε χορέψει και ενώ μας είχαν πληροφορήσει ότι δεν θα χόρευε γιατί είχε άλλα καθήκοντα,  τα πόδια της σαν από μόνα τους άρχισαν να κάνουν χορευτικά βήματα επιτόπου. Η όψη της έγινε κατακόκκινη, με έκφραση πολύ ταραγμένη  και πονεμένη, σαν να περνούσε μεγάλο βάσανο.   Όλα αυτά με  το  ρυθμό της μουσικής που έπαιζε ακατάπαυστα, τώρα μάλιστα ο λυράρης και ο Γιώργης, ο νταουλιέρης, είχαν σηκωθεί και έπαιζαν τα όργανα όρθιοι, με μεγάλη ένταση. Παρατήρησα τα διαπεραστικά μάτια του Γιώργη, που με αγωνιώδες και συνάμα θριαμβευτικό βλέμμα σαν του αστρίτη, μετακινιόντουσαν αστραπιαία από την κυρά Ματινιώ προς την Μ Μ.  και τ’ ανάπαλιν, από τους χορευτές προς στο λυράρη, από το λυράρη προς εμένα, κουνώντας μου μάλιστα επιτακτικά το κεφάλι, μην τυχόν και σταματήσω, ή ίσως και για να βάλω κι άλλη δύναμη. Η κυρά Ματινιώ, πάντα ταραγμένη, πλησίασε εντέλει  σιγά-σιγά και θύμιασε την Μ. Μ. και όλους μας και  επέστρεψε στη θέση της. Ο Γιώργης, ο γιος της, πλησίασε χορεύοντας την Μ. Μ. και βάζοντας τις παλάμες του κάτω από τις παλάμες της  (όπως είχε κάνει την  προηγούμενη ημέρα και η κυρά-Πανάγιω με τον Χ.) , τα κράτησε λίγο έτσι και μετά της έδωσε μια απαλή ώθηση προς τα πανω. Η  Μ.Μ., σηκώθηκε κάτασπρη και με τα μάγουλα μούσκεμα στα δάκρυα, με ένα βλέμμα «αλλού» και ακολουθώντας τη μουσική και τα βήματα του χορού, «μπήκε»,  σαν αλλοπαρμένη και χόρευε μαζί με τους άλλους!!  Ο Γιώργης, ο νταουλιέρης, χτυπούσε τώρα με όλη του τη δύναμη το τύμπανο έχοντας θριαμβευτικό χαμόγελο. Γυρίζοντας με φόρα προς το μέρος μου και ενώ τραγουδούσαμε κάποιους στίχους, τους διέκοψε απότομα και κουνώντας το κεφάλι του προς εμένα, καλώντας με  να τον ακολουθήσω, αρχίσαμε να τραγουδάμε τους στίχους  «…καταμεσίς μεσάνυχτα του ήρθε [του μικρο-Κωνσταντίνου]  το χαμπέρι, / του το ’ταξε στον ύπνο του  του το ’πε στ’ όνειρό του…»  και αμέσως μετά «…δασκάλα πού ειναι το παιδί πού είν’ ο Κωσταντίνος…» κ.λπ. 

 
 Μαρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Η "νεοφώτιστη Μ.Μ., "βγαίνει" στον ιερό χορό, με τη συμπαράσταση της αρχιαναστενάρισσας και των άλλων "νεοφώτιστων" (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

 
 Μαρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια Διακρίνεται μόλις στο άκρο δεξια η "νεοφώτιστη" Μ.Μ. να έχει πάρει το ιερό μαντήλι ενώ στο βάθος η κυρά-Ματινή εκδηλώνει το "βάσανό" της (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
Είχαμε μείνει όλοι (οι παρατηρητές) άναυδοι με τη διαδικασία «ένταξης» που είχε εξελιχθεί μπρος στα μάτια μας. Αυτά που είχαν συμβεί δίπλα μου, σχεδόν σε εμένα την ίδια, με είχαν καταταράξει. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από τα μαλλιά στο λαιμό και το πρόσωπό μου,  ενώ η φωνή μου  ακολουθούσε το «δρόμο» της!  Μήπως είχε έρθει η σειρά μου; αναρωτιόμουν , νιώθοντας ένα δίχτυ ν’ απλώνεται σαν κλοιός και να με σφίγγει. Την απάντηση, για το πόσο «απέξω» ήμουν παρόλ’ αυτά, μου την έδωσαν οι σκέψεις για το ποιος να  ήταν ο λόγος  που έκανε τον Γιώργη να αλλάξει τους στίχους τη συγκεκριμένη στιγμή, αν και είχα την εντύπωση ότι μου γινόταν αρκετά φανερή η συμβολική σημασία τους, σε ένα επίπεδο ανάγνωσης, κατά τη σειρά που τους τραγουδήσαμε. Ότι δηλαδή ο μυούμενος, όπως και ο Μικροκωσταντίνος, λαβαίνει κάποιου είδους «εσωτερικό»  μήνυμα να «πάει», να πάρει το  μυητικό «δρόμο» του, ενώ  στη συνέχεια  «χάνεται», απομονώνεται  στο διαβατήριο ταξίδι του, όπως το παιδί στο τραγούδι, μέχρι να «θυσιαστεί» κατά κάποιο τρόπο, να βρει, μέσω της τελετουργίας,  τη λύτρωση μπαίνοντας μέσα στη φωτιά, όπως ο ταύρος ή το «παιδί» που θυσίασε και έβαλε στη φωτιά και το μαγείρεψε, η μάνα του. Ή ήταν πολύ απλοϊκές, φαινομενολογική ανάγνωση των δρώμενων, αυτές οι σκέψεις;  Όμως  μήπως οι στίχοι είχαν άραγε και κάποια συγκεκριμένη  σχέση με την Μ. Μ.; Είχε μήπως δει κάποιο σημαδιακό όνειρο και το είχε αναφέρει στον Γιώργη; Να είχε προηγηθεί κάποιου είδους μύησή της την προηγούμενη νύχτα που οδήγησε την  Μ. Μ. στην «ένταξη»;  Πώς της είχε πει εκείνα τα «προφητικά» λόγια, σχετικά με την «αποστολή» της εδώ  ο Γιώργης, λίγο πριν,   έξω,  στο διάλειμμα;  Από την άλλη, ο Χ. που είχε «μπει» την προηγούμενη μέρα, δεν είχε φανεί να είχε υποστεί κάποιου είδους μύηση, αν και δεν γνώριζα πότε ακριβώς είχε φτάσει στη Μαυρολεύκη.  Ή δεν ήταν ούτε «προφήτης», ούτε «προσηλυτιστής» o Γιώργης αλλά ―το πιο πιθανό― η πολύχρονη εμπειρία και η διαίσθησή του τον είχαν κάνει άριστο ψυχολόγο σχετικά, ώστε να «διαβάζει» τα σημάδια;  


 
 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Πάνω και κάτω:  Συμπαράσταση και ενθάρρυνση από τις γερόντισσες αναστενάρισσες στους  "νεοφώτιστους", εκτος Μαυρολεύκης, αναστενάρηδες  (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης)

Κοίταζα και τους  άλλους, γύρω. Όλοι οι υπόλοιποι παρόντες έδειχναν πολύ συγκινημένοι. Η αρχι-αναστενάρισσα ήταν καθισμένη τώρα στην πολυθρόνα της, σοβαρή , δεν είχε αναλάβει κάποιο εμφανή ρόλο στην διαδικασία ένταξης της Μ.Μ., αν και κάποια στιγμή είχε σηκωθεί και χόρεψε μαζί της, κρατώντας την από τα χέρια.  Η Μ. Μ. εξακολουθούσε να χορεύει, πλαισιωμένη  από τους νεοφώτιστους και του παλιότερους  αναστενάρηδες. Κάθε τόσο, όπως φαινόταν,   πλησίαζε την κυρά-Ματινιώ για να της δώσει μαντήλι. «Όχι, όχι, δεν μπορώ», της έλεγε ταραγμένη και εκείνη οπισθοχωρούσε, πάντα χορεύοντας  μαζί με τους υπόλοιπους, και ξαναγύριζε μετά από λίγο. Κάποια φορά, ταραγμένη ακόμα και κατακόκκινη η κυρά-Ματινιώ της παρέδωσε μαντήλι, το «σημάδι» της, με τον ίδιο τρόπο που το παρέδιδε σε όλους.  Η Μ. Μ., το πήρε και διέκρινα μια  χαρά στην έκφρασή της, παρόλο το «βάσανο» που την διακατείχε ακόμα. 

 
 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Σμμετέχοντας στη μοσική επιτέλεση των τραγουδιών. Το αγόρι στο άκρο δεξιά μυείται στή μοσική και στα  τραγούδια  (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
Ο χορός συνεχίστηκε έτσι.  Οι συνάδελφοι ήταν όλοι ταραγμένοι, σοβαροί. Εγώ είχα το νου μ0υ και στη Κ. Χ., που την είχαν πλαισιώσει άλλες συνάδελφοι, μετά την ταραχή που είχε εκδηλώσει προηγουμένως, στο διάλειμμα. Ήταν πολύ ταραγμένη, χλωμή, και έκλαιγε. Η Β. Φ., ταραγμένη και αυτή,  φρόντιζε την  την Χ. Κ., η Ε. Τ. ήταν κατακίτρινη και σοβαρή, η Χ. Π. (όπως πάντα όταν ταράζεται εξάλλου) κατακόκκινη, τώρα σχεδόν μελιτζανί, η Α. Π. κατάχλωμη με τα κατάμαυρα μάτια της σαν αναμμένα κάρβουνα, ακόμα και ο ψύχραιμος συνήθως Π. Κ. έδειχνε να τα έχει χαμένα.   Ο Γ. Α.  δεν φαινόταν στο κονάκι εδώ και ώρα. 
Όταν έγινε διάλειμμα, η κυρά- Ματινιώ πλησίασε τη «νεοφώτιστη Μ. Μ., η οποία ήταν τρομερά συγκινημένη ακόμα, και της είπε τρυφερά, «με σκότωσες!!», ενώ ο Γιώργης, ο γιος της, αυτός που της είχε δώσει και την «ώθηση» να σηκωθεί, της είπε «μη φοβάσαι τίποτα, εγώ είμ’ εδώ!!». Είχα ταραχτεί πάρα πολύ, δεδομένου και του τρόπου που συμμετείχα, που δεν έπαυε να με ενοχοποιεί, να με βαραίνει με άλλου είδους «βάσανο» εμένα.  Επιπλέον, ένας δεισιδαιμονικός φόβος, μια απροσδιόριστη αγωνία με διακατείχε. Ένιωθα σαν να είχα μπει στον «’άλλο κόσμο», να είχα περάσει στο μεταφυσικό, και σαν μια δύναμη να με τραβούσε πιο μέσα. Ήθελα να απομακρυνθώ αμέσως από αυτό τον τόσο φορτισμένο χώρο, να αποστασιοποιηθώ.  Μέσα στη γενική αναμπουμπούλα και τα σχόλια που έδιναν κι έπαιρναν μετά τα διαδραματισθέντα, δραπέτευσα  με τη δικαιολογία  ότι ήθελα να τηλεφωνήσω. Ο τηλεφωνικός θάλαμος βρισκόταν στην πλατεία.  Στο δρόμο προσπαθούσα να σκεφτώ τι μου συμβαίνει, αν ήταν δυνατόν, ορθολογικά. Σύνελθε, έλεγα στον εαυτό μου, τι έπαθες, τι φοβάσαι; το πολύ-πολύ να «σηκωθείς» και να χορέψεις, ή και να «πατήσεις». Και λοιπόν; κακό είναι; άμα έχεις τη διάθεση και τα «κότσια», γιατί όχι; αν και δεν το βλέπω, έτσι που έμπλεξες με το τραγούδι, εξάλλου το ότι φοβάσαι, το σκέπτεσαι, σημαίνει ότι δεν σε «πιάνει»,  δεν το θέλεις.  Αμ, αυτή η ιστορία με το τραγούδισμα; Πώς έμπλεξες έτσι; Αλλά ας το δω κι αλλιώς, άλλαζα γνώμη. Στο κάτω-κάτω είναι σαν μια «διακονία» σε πανηγύρι, σαν μια δουλειά που με  κάλεσαν να υπηρετήσω στην τελετουργία και σαν αντάλλαγμα της φιλοξενίας και της συμμετοχής μου. Ας το κάνω όπως θα το έκανε οποιαδήποτε πανηγυριώτισσα, σαν γυναίκα ανάμεσα σε γυναίκες. Αν μου έλεγαν, π.χ., να καθαρίσω πατάτες για το κουρμπάνι, δεν θα το έκανα; Ας το ’δώ έτσι!... Ήξερα ότι δεν ήταν καθόλου το ίδιο αλλά αυτή η σκέψη (κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου) με ηρέμησε κάπως και γύρισα στο κονάκι.
Η αναστενάρικη, χορευτική διαδικασία ξανάρχισε με το που επέστρεψα και κάθισα πάλι πλάι στα όργανα.  Η «νεοφώτιστη» Μ. Μ.  χόρευε μαζί με τους άλλους, πλήρως ενσωματωμένη πλέον, χωρίς δάκρυα τώρα αλλά με αυτή την χαρακτηριστική έκφραση χλομάδας και οδύνης στο πρόσωπό της και απλανές βλέμμα. Οι άλλοι τρεις «νεοφώτιστοι», και η κυρά-Πανάγιω, η αρχι-αναστενάρισσα, πιάνονταν μαζί της, ένας-ένας ή και όλοι μαζί κατά διαστήματα, για να τη στηρίξουν, οι πρώτοι και  για να πάρουν θάρρος και δύναμη ο ένας από τον άλλο, όπως φαινόταν. Με έκπληξή μου είδα να με κοιτάζει αρκετές φορές  και αυτή, η νεοφώτιστη Μ. Μ., μέσα στα μάτια με εκείνο το «ρουφηχτικό» βλέμμα και να επαναλαμβάνει μαζί μου τα λόγια του τραγουδιού με έναν ενθουσιώδη τρόπο, ωσάν αυτό να έδινε νόημα σε αυτό που έκανε.
Όταν σταμάτησε και πάλι η μουσική, ήταν ήδη μιάμιση η ώρα και εμείς οι «λαογράφοι» έπρεπε να φύγουμε, μας περίμεναν για φαγητό. Η Μάρω θα μας  έκανε πάλι το τραπέζι, σήμερα λόγω της γιορτής της αδελφής της, της Ελένης. αλλά, όπως είχε πει, και για τη δική μου τη γιορτή. Όταν το ανακοινώσαμε, οι αναστενάρηδες αναστατώθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα: «όχι, όχι, δεν θα φύγετε, θα μείνετε να φάμε εδώ όλοι μαζί, είσαστε “δικές” μας τώρα, πρέπει να φάτε εδώ, στο κονάκι». Ρώτησα αν αυτό θα ήταν επίσημο, τελετουργικό γεύμα, αν θα έτρωγαν δηλαδή τώρα το «κουρμπάνι». «Όχι», μου είπε ο Γιώργης, ο νταουλιέρης, «αυτό θα γίνει το βράδυ. Τωρα θα φάμε νηστίσιμα, πρόχειρα. Αλλά εσύ ειδικά, και οι άλλοι να φύγουν, θα μείνεις εδώ. Είσαι “μέλος” τώρα, πρέπει να φας μαζί μας!» Του εξήγησα ότι θα ήταν προσβλητικό για την σπιτονοικοκυρά μας, την Μάρω, να μην πάμε, εγώ μάλιστα, αφού θα μαγείρευε όχι μόνο για τη γιορτή της αδελφής της αλλά και για τη δική μου την ονομαστική  γιορτή και ότι θα γύριζα, όσο πιο γρήγορα ήταν δυνατόν.  «Κοίτα μην αργήσεις» μου λέει, «άντε και χρόνια σου πολλά! Τα πας περίφημα, ο Άγιος σ’ έστειλε, τι φωνή είν’ αυτή που έχεις!!».  Εν τω μεταξύ είχε πλησιάσει και η κυρά-Πανάγιω, η αρχι-αναστενάρισσα, μαζί με την κυρά-Δέσπω, που ήταν και οι πιο ηλικιωμένες. «Κορίτσι μου», μου λέει, «περίμενε. Δεν θα μείνεις να φας μαζί μας; Εσύ πρέπει να μείνεις εδώ!!» Της εξήγησα γελαστή, ευγενικά, το λόγο που δεν μπορούσα. Με κοιτούσαν και οι δυο γερόντισσες στα μάτια, ενώ παράστεκε και ο Γιώργης και μερικές από τις συναδέλφους. Τότε η κυρά-Πανάγιω έπιασε και τα δυο μου χέρια με τα χέρια της. «Κορίτσι μου γλυκό», μου λέει σοβαρά και κοιτώντας με κάπως επιτακτικά μέσα από τους χοντρούς φακούς των γυαλιών της, «σ’ ευχαριστούμε πολύ. Έχεις το χάρισμα να ξέρεις τα τραγούδια μας και να τραγουδάς σαν αηδόνι. Σε λένε και Ελένη, και γιορτάζεις σήμερα. Όλα αυτά είναι απ’ τον Άγιο, για να βρεθείς εδώ, να μας βοηθήσεις στο δύσκολο έργο μας. Σε παρακαλώ πολύ να πάρεις τ΄ Αναστενάρι πάνω σου και να το βγάλεις πέρα. Εσύ να τραγουδήσεις,  και εννοώ και την ώρα που θα πατάμε τη φωτιά, εσύ, κατάλαβες; Βοήθειά σου!!...» Ένοιωσα συγκλονισμένη. Το προσελάμβανα ως ότι εκείνη τη στιγμή μου γινόταν η μεγάλη τιμή, με  επίσημη, «ιερατική», ανάθεση, να διακονέψω με αυτό τον τόσο σημαντικό ρόλο, τραγουδώντας, την «φοβερή» αυτή τελετουργία. Ένοιωθα τιμή, ευλογία και φόβο ταυτόχρονα. «Ευχαριστώ», της λέω ανατριχιασμένη, «η τιμή και το έργο είναι πολύ μεγάλα και φοβάμαι πως ούτε πρέπει, ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος, ούτε θα τα καταφέρω. Όχι ότι δεν θέλω να βοηθήσω, αλλά φοβάμαι μήπως κάνω κακό, σας το χαλάσω, τελικά».  «Γιατί;» μου απάντησε αυστηρά, «μια χαρά τα πας! Ο Άγιος θα σε βοηθήσει, βοήθειά σου, και σε περιμένουμε γρήγορα!!», με τρόπο που δεν σήκωνε άλλη αντίρρηση. 

 Μαυυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Η στιγμή της "επίσημης"  ανάθεσης από το νεστενάρι (έικονίζονται αριστερά η  αρχιαναστενάρισσα Παναγιύτα Λιλοπούλου και η Δέσπω Δελμούζου) στην γράφουσα ερενήτρια Ε. Ψ.,  (δεξιά) να αναλάβει την επιτέλεση των τραγουδιών  (φωτ. Γιώργος Αικατερινίδης)
Φύγαμε, με τις συναδέλφους να με συγχαίρουν και να με ενθαρρύνουν να μην φοβάμαι, ούτε να θεωρώ ότι κάνω κάτι αντιδεοντολογικό, πόσο μάλλον που είχα πλέον και «επίσημη» ανάθεση. Εγώ ωστόσο ήμουν αμίλητη, περισσότερο προβληματισμένη τώρα, καθώς καταλάβαινα πιο έντονα τη σημασία που έδιναν στη συμμετοχή μου και τη σοβαρότητα που είχε.  Ένοιωθα τον «κλοιό» να σφίγγει περισσότερο. Προβληματιζόμουν. Με ποιο δικαίωμα «μπήκα» εγώ, που ήρθα εδώ ως ερευνήτρια, στην τελετουργία, έστω κι αν μου το ζήτησαν; Μήπως έπαιξε ρόλο και η ματαιοδοξία μου; Ότι «και καλά» τραγουδάω ωραία!; Μήπως ο «ψυχολόγος» Γιώργης με είχε χρησιμοποιήσει  για να δώσει την «αίγλη» της Ακαδημίας Αθηνών  στην υπόθεση, όπως άλλοι θα  προσλάμβαναν κάποιο πληρωμένο «τραγουδιστή»;  Αλλά τότε, η κυρά-Πανάγιω;  Πώς και μου «ανέθεσε» τόσο επίσημα μπροστά σε όλους να τραγουδήσω; Ένοιωθα ακόμα το σφίξιμο των χεριών της. Να πίστευε πραγματικά πως με είχε «στείλει» ο Άγιος;
Δεν ήξερα πια αν έπρεπε να νιώθω ευλογημένη, τιμημένη που μου ειχε ζητηθεί/ανατεθεί να διακονέψω σε μια τόσο βαριά τελετουργία ή να νιώσω σαν εξωτερικός παράγοντας, σαν απερίσκεπτος εισβολέας,  που κατέστρεφα το δρώμενο, έστω άθελά μου, έστω κι αν για οποιουσδήποτε λόγους μου το ζητούσαν; Πού ήταν η δική μου επιστημονική δεοντολογία, πώς είχα ξεπεράσει τα όρια παρατηρητή-παρατηρούμενου;  Οι ίδιοι μπορεί, θέλοντας να λύσουν το πρόβλημά τους, να το ζήτησαν, μη θεωρώντας ότι βλάπτουν την τελετουργία. Εγώ γιατί να μπω;
Εν τω μεταξύ είχαμε φτάσει στην πλατεία, όπου και το τηλέφωνο.  Ήθελα να τηλεφωνήσω στα παιδιά και τους δικούς μου να μου ευχηθούν και να ευχηθώ για τη γιορτή  των δύο Αγίων, καθώς είχα πολλούς με αυτά τα ονόματα, αφού δεν είχαν τρόπο να με βρουν εκείνοι. Στο τέλος τηλεφώνησα και στη συνάδελφο και φίλη Δ. Τ., που δεν είχε έλθει τελικά μαζί μας στη Μαυρολεύκη. Καθώς ήταν η μόνη που γνώριζα να έχει βίωμα  από τα Αναστενάρια (έστω κι αν, απ’ όσο γνώριζα, είχαν περάσει είκοσι χρόνια από την επίσκεψή της στα αναστενάρια στην  αγία Ελένη) αλλά και γιατί μετρούσε πολύ για μένα η  εμπειρία και η γνώμη της, ήθελα να της μιλήσω για τα όσα βίωνα και εγώ.  Μου ευχήθηκε και με ρώτησε πώς τα περνάμε και πότε επιστρέφουμε. Της απάντησα ότι μπορεί να μέναμε τελικά άλλες δύο μέρες, ωσότου ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία των Αναστεναριών, που θα τελείωνε την επομένη ημέρα. «Αλλά δεν ξέρω», πρόσθεσα, «μπορεί να φύγω τελικά γιατί  νιώθω κάτι σαν φόβο, σαν να με περισφίγγει ένας μεταφυσικός κλοιός, μπορεί και να φύγω αύριο, τελικά». «Το ξέρω αυτό το συναίσθημα, το έχω νιώσει και εγώ», μου απάντησε, «κάνε όπως αισθάνεσαι». «Άς τα» πρόσθεσα εγώ, «έχω κι άλλο πρόβλημα! Έμπλεξα άσχημα. Κατάλαβαν ότι ξέρω τα τραγούδια και η αρχι-αναστενάρισσα προ ολίγου μου ανέθεσε να τραγουδήσω  στ’ αναστενάρι και είμαι πολύ ταραγμένη!» «Μπα, αποφασίσανε να βάλουνε “συγκρότημα”  να τραγουδήσει τ’ αναστενάρια; “Θέαμα” το κάνανε; χαχαχα»!, μου απάντησε, με φωνή ειρωνική, επικριτική και απορριπτική συνάμα. Ένοιωσα να κόβονται τα πόδια μου, με πλημμύρισαν οι ενοχές. «Τι να κάνω; τώρα είναι μάλλον αργά να αρνηθώ, έχω ήδη μπλέξει, βλακωδώς», απολογήθηκα και κλείσαμε το τηλέφωνο. Ένοιωθα σαν να είχα πάθει ψυχρολουσία! Αν και είχα και προσωπικά τόσες ενοχές και αμφιβολίες, της τηλεφώνησα γιατί κατά βάθος ήθελα από εκείνη να με στηρίξει, να μου δώσει κάποιο άλλοθι, να το συζητήσει κάπως, να μη με «αδειάσει» έτσι!  Πήγα προς το σπίτι πολύ πιο ταραγμένη και ένοχη από πριν, με βαριά καρδιά. Μετά τη σκηνή με την αρχι-αναστενάρισσα, μέσα στο συγκεκριμένο κλίμα και το ότι θεωρούσαν δεδομένο ότι είχαν πάρει υπόσχεση πως θα τραγουδήσω, καταλάβαινα  πως δεν γινόταν τώρα να κάνω πίσω, όσο κι αν μου ερχόταν να φύγω εκείνη τη στιγμή από την Μαυρολεύκη. Τσατίστηκα εντέλει και από την αντιμετώπιση της φίλης μου, την έλλειψη οποιασδήποτε κατανόησης εκ μέρους της. «Όποιος είναι έξω από το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει», σκέφτηκα και  πήρα βαθιά ανάσα.   Ή έχω αξιωθεί  μιας μεγάλης τιμής και ευλογίας, ή …. το κρίμα πάνω μου!!, αποφάσισα,  και κάθισα στο εορταστικό τραπέζι που μας παρέθεσε η Μάρω, μαζί  με  τους άλλους.
Φάγαμε πάλι κάτω, στο «δικό μας» διαμέρισμα, παρόλο που ήταν η γιορτή. Ξέχασα για λίγο τα διλήμματα και τη στεναχώρια μου, καθώς και η Μάρω ήταν πολύ αγχωμένη  και σε ένταση με όσα είχε αναλάβει να κάνει για το πανηγύρι, για τα προβλήματα που προέκυπταν, για την έλλειψη βοήθειας και οργάνωσης, για τις συγκρούσεις και τις ίντριγκες ανάμεσα στις τοπικές πολιτισμικές, εθνοτικές και κοινωνικές ομάδες, στις πολιτικές παρατάξεις, για τις διαπλοκές, τα συγκρουόμενα συμφέροντα που κρύβουν πάντα από κάτω αυτές οι εορταστικές κατά τα άλλα διοργανώσεις.  Μάθαμε (και από κάποια λόγια που είχαμε ακούσει στο κονάκι) ότι και ανάμεσα στους  αναστενάρηδες υπέβοσκαν έριδες και συγκρούσεις, ως προς τη διαχείριση του όλου δρώμενου, την κατοχή και διαχείριση της «παλιάς» εικόνας, των μουσικών οργάνων, τις χορηγίες, τις αντιπαλότητες με άλλα «κονάκια» σε άλλα αναστενάρικα χωριά, τη συμμετοχή των «ξένων» και άλλα, που με έκαναν να καταλάβω και κάποιες συμπεριφορές που είχα παρατηρήσει ήδη στο κονάκι. Αναρωτιόμουν αν και πόσο και η δική μου «συμμετοχή» είχε δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα, πίσω από τα όσα επαινετικά συνέβαιναν «επίσημα», σε πρώτο επίπεδο, αν και δεν είχα παρατηρήσει κάποια δυσαρέσκεια, το αντίθετο,  αλλά φυσικά δεν ήμουν και σε θέση να γνωρίζω, χαμένη μάλιστα καθώς ήμουν στο δικό μου πρόβλημα σχετικά. Η τελευταία σκέψη με ξανάβαλε στις ενοχές και τον προβληματισμό μου, μαύρισε η ψυχή μου με όλα αυτά. Ο Πρόεδρος βέβαια, ο Σάκης, προσπαθούσε να εξομαλύνει ή και να αποκρύψει όλα αυτά πίσω από τη βιτρίνα της γιορτής με το μεράκι και την επιθυμία του να είναι επιτυχημένος Πρόεδρος, ωστόσο ήταν δια-πλεγμένος  κι αυτός, προσωπικά, κοινωνικά, πολιτικά, σε όλα αυτά, με πολλούς και διάφορους τρόπους.

Στο κονάκι, απόγευμα
Αν και είχα υποσχεθεί ότι θα επιστρέψω αμέσως στο κονάκι, κατόπιν αυτών προσπαθούσα να το αναβάλω, δεν ήμουν σε θέση να πάω εκεί αμέσως, ήθελα να ξαπλώσω λίγο, να πάρω κουράγια. Περνούσα (όπως και οι άλλοι) δύσκολες ώρες, από τη συμμετοχή και μόνο στο δρώμενο, πόσο μάλλον που είχα εμπλακεί και με τέτοιο ανόσιο, σκεφτόμουν, τρόπο.  Όχι πως μπόρεσα να κοιμηθώ ή να ηρεμήσω, καθώς, πέραν των άλλων, η μουσική και ο «Μικροκωσταντίνος» γύριζαν ακατάπαυστα μέσα στο κεφάλι μου, ενώ η συμπεριφορά της Μ. Τ. έκανε τα πάντα πιο δύσκολα, πιο έντονες τις ενοχές μου.  Ήθελα να κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι αν αργούσα να πάω στο κονάκι, μπορεί και να τη «γλύτωνα» τελικά, να άρχιζαν χωρίς εμένα και πως μπορεί τώρα που θα ήταν η πιο «επίσημη» και η πλέον δημόσια αλλά και η πιο δύσκολη φάση του δρώμενου, η πυροβασία,  να ερχόταν κάποιος ή κάποιοι «δικοί τους» να τραγουδήσουν και μέσα στην  ένταση, να μην παρατηρούσαν την απουσία μου. Και για μένα εξάλλου, όσο πλησίαζε η ώρα,  ήταν επιπρόσθετα των διλημμάτων, πολύ  δύσκολη αυτή η φάση. Ήταν άλλο στο κάτω-κάτω να τραγουδάω μέσα στο κονάκι σχεδόν «μεταξύ μας», όπως είχε συμβεί, και άλλο να εκτεθώ παντοιοτρόπως  και μάλιστα έξω, μέσα σε τόσο κόσμο κατά την πυροβασία!  Πώς θα έβγαζα φωνή στο ύπαιθρο να ακουστεί μέσα σε τόσο κόσμο, που γνώριζα ότι συμμετέχει, και μάλιστα να υπερκαλύψει τον ήχο του νταουλιού; Δεν θα γινόμουν μόνον εγώ ρεζίλι αλλά και οι ίδιοι οι αναστενάρηδες, που, όπως είχε πει και η Δ. Τ. (δίκαια, και ας με πλήγωνε να το σκέφτομαι), είχαν κάνει ανάθεση σε «τραγουδιστή»!! Από την άλλη, επειδή έκρινα  ότι δεν ήταν δυνατόν να μην έχουν επίγνωση αυτού του κινδύνου, του να ρεζιλευτούν, σκεφτόμουν ότι φαίνεται πως γι’ αυτούς, μετράει πάνω απ’ όλα το να «ακουστεί» το τραγούδι! Αυτό με έφερνε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση και δερνόμουν μέσα σε ένα φαύλο κύκλο. Το να μην παρουσιαστώ καθόλου στο κονάκι το απέρριπτα γιατί, πέρα από το ότι είχα κατά ένα τρόπο υποσχεθεί,   η ερευνητική και προσωπική επιθυμία μου να παρακολουθήσω την πυροβασία και την ολοκλήρωση της τελετουργίας ήταν πολύ  ισχυρή, αφού είχα ταξιδέψει ως εδώ πάνω για αυτό το σκοπό!
Κατά τις πέντε η ώρα, αφού κάναμε ένα δροσιστικό και χαλαρωτικό ντους, ξεκινήσαμε όλες μαζί οι συνάδελφοι για το κονάκι. Όλες είχαμε μια νευρικότητα, μια αγωνία, καθώς θα μπαίναμε στην πιο κρίσιμη φάση του δρώμενου, αλλά εγώ ένοιωθα σαν να με πήγαιναν στην κρεμάλα. Από το μπαλκόνι μάς αποχαιρέτισαν η Μάρω με την αδελφή της, οι οποίες δεν θα ερχόντουσαν τώρα μαζί μας γιατί έντυναν τα παιδιά με τις ποντιακές φορεσιές  τους,  αφού θα λάβαιναν μέρος στους   παραδοσιακούς χορούς που περιλάμβανε το εορταστικό πρόγραμμα του πανηγυριού και μας προσκάλεσαν να πάμε να τα καμαρώσουμε σε κάποιο από τα διαλείμματα. 
Πλησιάσαμε  στο κονάκι γύρω στις πεντέμισι. Απέξω από το κονάκι η εικόνα ήταν πιο γιορτινή, πιο πανηγυριώτικη. Πλήθος αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα γύρω του και κατά μήκος της εθνικής οδού,  πάγκοι με παιχνίδια και πρόχειρες ψησταριές με σουβλάκια είχαν στηθεί, όπως σε κάθε πανηγύρι.  Γύρω από το κονάκι περιφερόταν κόσμος πολύς, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, νέοι και ηλικιωμένοι. Καθώς διασχίζαμε κάθετα την εθνική οδό για να προσεγγίσουμε στο κονάκι, μας είδαν κάποιοι από τους αναστενάρηδες που στεκόντουσαν απέξω, μεταξύ των οποίων η αρχι-αναστενάρισσα, η κυρά-Πανάγιω, η κυρά-Ματινιώ, ο Γιώργης ο γιος της  και ο Γιώργης ο νταουλιέρης. «Επιτέλους, ήρθες! Τι έγινες τόσην ώρα, γιατί άργησες; Είπες θα γυρίσεις αμέσως και ’μείς περιμένουμε τόση ώρα! Έλα, γρήγορα,  αρχίσαμε!» μου έβαλαν τις φωνές, επιθετικά και  κάπως επιτακτικά, σχεδόν με μάλωναν. Όταν τους πλησίασα, έπεσαν πάνω μου, λες και είχα προκαλέσει κάποια μεγάλη συμφορά! «Άντε ρε παιδάκι μου, τι έγινες; Είχαμε βγει τώρα να σε   ψάξουμε, να σε φέρουμε, πώς ν΄ αρχίζαμε χωρίς εσένα;!!»  Προχώρησαν προς το εσωτερικό, κάνοντάς μου νόημα να ακολουθήσω γρήγορα. Είχα μείνει κατάπληκτη από την ένταση των λόγων και της συμπεριφοράς τους! Μέχρι και να θυμώσω κόντεψα, γιατί φερόντουσαν σαν να είχαμε υπογράψει κανένα συμβόλαιο και το είχα αθετήσει (αν και, κατά ένα τρόπο, αυτό είχε γίνει)! Δεν με έφτανε το βάσανο που τραβούσα, είχα και τις φωνές από πάνω! Από την άλλη, μετά και τα όσα σκεφτόμουν όλο το μεσημέρι, έβλεπα πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτούς η συμμετοχή μου (αν όχι για όλους, έστω για την «αρχηγική», ας πούμε, ομάδα) και πόσο μεγάλη ήταν η ευθύνη που είχα αναλάβει.  Μπήκα μέσα στο κονάκι  σαν την βρεμένη γάτα. Με πλησίασε ο νεαρός βοηθός των cameramen  (οι οποίοι ήταν συνεχώς μέσα στο κονάκι) και μου λέει, συνωμοτικά, «δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε εδώ, πώς κάνανε μέχρι να σε δούνε να έρθεις! τι τους έκανες, βρε παιδάκι μου;!  τώρα δα μου είχαν αναθέσει να βγω με το αυτοκίνητο να σε βρω, ό,που κι αν είσαι και να σε φέρω  αμέσως εδώ!!» «Κύριε ελέησον!! σοβαρά;» του απάντησα, «δεν ξέρω τι να πω, άργησα λίγο, βέβαια, αλλά δεν φανταζόμουν ότι είμαι τόσο πολύ απαραίτητη!!»  Ο Γιώργης, ταραγμένος και ανυπόμονος,  με τράβηξε  προς τον πάγκο όπου τα όργανα. Μέσα στο κονάκι πηγαινοερχόταν τώρα κόοοοσμος, πολύς. ΄Αντρες και γυναίκες  όλων των ηλικιών, πολλές  κρατώντας μικροπαίδια αγκαλιά ή  από το χέρι, χωριανοί αλλά και από τα γύρω χωριά, όσο και ξένοι. Έκαναν ουρά για να προσκυνήσουν τις εικόνες, να ανάψουν κερί, να φιλήσουν το χέρι της ιέρειας/αρχι-αναστενάρισσας κυρά-Πανάγιως που ήταν καθισμένη ωσάν μητέρα-θεά στην πολυθρόνα/θρόνο της.  Ήταν ντυμένη τώρα με ένα πιο γιορτινό φόρεμα, πιο περιποιημένη γενικά,  αλλά ήταν ξυπόλυτη, με τα πόδια γυμνά, χωρίς παπούτσια, μια αντίφαση που με τάραξε. Καθίσαμε στον πάγκο. Δίπλα μου στεκόταν  ένα ψηλό παλικάρι, έφηβος, γύρω στα δεκαπέντε και κρατούσε ένα τεράστιο, μεγαλύτερο από αυτό του Γιώργη, νταούλι. «Να σου συστήσω το γιο μου, τον Κωσταντίνο», μου λέει, ήρεμος και γελαστός τώρα, ο Γιώργης, «τον είχαμε τάξει στον Άγιο, γιατί η μάνα του έχασε ένα παιδί πριν απ’ αυτόν,  να του βγάλουμε το όνομα  και να παίξει νταούλι στη χάρη του και εφέτος είναι η πρώτη φορά που θα παίξει!».  «Κάτσε δίπλα στην Ελένη», είπε στο γιο του, «βάλε το τύμπανο στο λαιμό σου και κάνε ό,τι κάνω και ό,τι σου λέω!!» «Δεν έχεις ξαναπαίξει;» ρώτησα εγώ τον Κωνσταντίνο («μικροκωνσταντίνο», σκέφτηκα). «Όχι, απόψε θα παίξω για πρώτη φορά!», μου απάντησε, κάπως ταραγμένος.  «Θα τα καταφέρει!!» μου είπε με έμφαση ο Γιώργης, «θα τον βοηθήσει ο Άγιος!  Είδες και ’σύ πώς τα κατάφερες; Βάλε δύναμη, τώρα!!» και πήρε το νταούλι στα χέρια του. Βεβαιώθηκα τότε,  μετά και τα όσα είχαν προηγηθεί λόγω της αργοπορίας μου,   ότι όντως πίστευαν πως η συμμετοχή μου, όπως και ό, τι λάβαινε χώρα στο κονάκι άλλωστε (και όχι μόνο), ήταν υπόθεση του Άγιου και  ανάσανα κάπως, γιατί γνώριζα  τώρα ότι  δεν με έβλεπαν, αυτοί  τουλάχιστον, ως «τραγουδίστρια». Για τη γνώμη  των «εκτός» υπόλοιπων, ακόμα και για τη δική μου, δεν με ένοιαζε εκείνη την ώρα.  Ο λυράρης άρχισε να παίζει τις προκαταρκτικές/καλεστικές δοξαριές και αμέσως «μπήκε» και ο Γιώργης με το νταούλι.  Επηρεασμένη από το «κάλεσμα»  αλλά και από την ατμόσφαιρα  μέσα στο κονάκι, που με είχε «πιάσει» και πάλι, αποφάσισα να βάλω τα δυνατά μου, όπως μου είχε ζητήσει ο Γιώργης, για να τους βγάλω, όσο γινόταν,  ασπροπρόσωπους. 

 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ο ιερός χορός των ξυπόλητων τώρα αναστενάρηδων στην τελική φάση,
 πριν την πυροβασία (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης)
 Σιγά-σιγά άρχισαν να σηκώνονται οι αναστενάρηδες, «παλιοί» και νεοφώτιστοι. Φορούσαν όλοι τα «καλά» τους ρούχα, ήταν γιορτινοί, περιποιημένοι. Ωστόσο  χόρευαν ξυπόλητοι. Οι άνδρες μάλιστα είχαν γυρισμένα τα ρεβέρ των  παντελονιών τους ως τη μέση σχεδόν της γάμπας. Κατάλαβα ότι ήταν προετοιμασμένοι για την πυροβασία και ταράχτηκα. Αναρωτιόμουν αν είχε σχέση  με αυτή τη φάση της τελετουργικής μύησης ο στίχος «..να βγάλεις τα σανδάλια σου και ύστερα να πάεις….» που ήταν γραμμένος στο χαρτί με το τραγούδι, αλλά δεν τον είχαμε τραγουδήσει. Άραγε  ο Γιώργης θα επέλεγε να τον τραγουδήσουμε  τώρα;   Οι  αναστενάρηδες έδειχναν καταβεβλημένοι, βασανισμένοι, με έκφραση έντασης, οδύνης  και απαντοχής ταυτόχρονα στα πρόσωπά τους,  τα αααχαχαχαχ!, ωχωχωχωχ! και τα shshshshsssssssss ακουγόντουσαν πιο συχνά και πιο έντονα.  Χόρευαν μεταρσιωμένοι, εκστασιασμένοι, παρόντες-απόντες, στον κόσμο τους, παρόλα τα πλήθη που συνέρρεαν πλέον μέσα στο κονάκι, κάποιοι μάλιστα τους έσπρωχναν κιόλας, θέλοντας να περάσουν να   προσκυνήσουν!
Ο Κωσταντί- ο Κωσταντίνος ο μικρός, ο Κωσταντίνος ο Μικρός κι ο Μικροκωσταντίνος…. άρχισε να τραγουδάει ο λυράρης, γυρίζοντας προς το μέρος μου, κάνοντάς μου νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσω.  Ήμουν καθισμένη  ανάμεσα στα δύο νταούλια  και ένοιωθα την ένταση πάνω στα τύμπανα των αυτιών μου, τους κραδασμούς και τους παλμούς των τυμπάνων τους πάνω στα μάγουλά μου, ωστόσο δεν με ενοχλούσε. Ο Κωνσταντίνος του Γιώργη προσπαθούσε να παίξει το νταούλι ακολουθώντας τον πατέρα του, άρρυθμα  στην αρχή και δειλά. Σιγά-σιγά όμως τα πήγαινε μια χαρά, κάτω από το διεισδυτικό βλέμμα και τα επιδοκιμαστικά κουνήματα του κεφαλιού του πατέρα του. Η δική μου φωνή, περνώντας ανάμεσα από το βρόντο των δύο νταουλιών, διαχεόταν μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να υπερκαλύπτεται. Ένοιωθα να χάνονται όλες οι αναστολές και οι αντιρρήσεις μου, να έχω αφεθεί στη μουσική, σαν να ήμουν εκεί από πάντα. Έξω ο κόσμος όλο και πλήθαινε, όπως φαινόταν από τα ανοιχτά παράθυρα. Εκτός από τον κόσμο, κανάλια, δημοσιογράφοι, κάμερες, φωτογράφοι, χαμός, μέσα και έξω! Αρκετοί πλησίαζαν τις  κάμερες πάνω στα πρόσωπά μας, ή τραβούσαν φωτογραφίες αλλά  δεν με ενδιέφερε.

Άναμμα φωτιάς
Μετά από λίγη ώρα  το πλήθος αραίωσε, μείναμε πάλι σχεδόν «εμείς κι εμείς». Ήταν η ώρα που στην πλατεία λάβαιναν χώρα οι χοροί και οι άλλες εκδηλώσεις για το πανηγύρι, οπότε ο περισσότερος κόσμος (μαζί και αρκετοί συνάδελφοι, λόγω υποχρέωσης προς τον Πρόεδρο και την Μάρω) κατευθύνθηκαν προς τα εκεί για να τις παρακολουθήσουν. Στο κονάκι συνεχιζόταν ο χορός. Κάποια στιγμή μπήκε μέσα ένας πολύ ηλικιωμένος, αδύνατος και καχεκτικός άνδρας που τον υποβάσταζαν για να περπατήσει και τον έβαλαν να καθίσει δίπλα  στην αρχι-αναστενάρισσα. Όπως έμαθα, ήταν ο άντρας της. Η Ματινή του πέρασε ένα από τα κόκκινα μαντήλια στο λαιμό και του έδωσε να κρατήσει μια λευκή λαμπάδα, την οποία άναψε από το καντήλι και ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο. «Σήκω», μου λέει ο Γιώργης μετά από λίγο, «πάμε να ανάψουμε τη φωτιά!». «Ποιος θα την ανάψει;» τον ρώτησα. «Ο άγιος!!» μου απάντησε σοβαρά, καθώς είχε ήδη σηκωθεί και προχωρούσε παίζοντας το νταούλι προς  το μέρος της αρχι-αναστενάρισσας. Σήκωσαν τον γέροντα με τη λαμπάδα και σχηματίστηκε πομπή με τα όργανα (το νταούλι, τον λυράρη και εμένα) μπροστά και πίσω τον παππού με τη λαμπάδα και μερικούς, λίγους, άντρες. Η αρχιαναστενάρισσα, η Ματινή και άλλοι μας ακολούθησαν μόνο ως λίγο μετά την έξοδο του κονακιού.  Η Νίτσα, η κόρη της Ματινής, τοποθετήθηκε επίσης στην πομπή.  «Όχι, εσύ μείνε πίσω, πίσω εσείς, εδώ» είπε επιτακτικά η Ματινή σε αυτήν και στους υπόλοιπους αναστενάρηδες, απλώνοντας τα χέρια της να τους σταματήσει. Συνεχίσαμε το δρόμο όσοι συμμετείχαμε στην πομπή, παίζοντας και τραγουδώντας πάντα τον «Μικροκωσταντίνο». Μάλλον δεν επιτρέπεται να παίρνουν μέρος σε αυτή τη φάση οι γυναίκες, σκέφτηκα, οπότε η παρουσία μου ίσως να συντελούσε σε μια ακόμα παράβαση του τυπικού. Ένοιωθα άβολα και αμήχανα να συμμετέχω, μια ξένη, σε αυτή την ιερή πομπή που την αποτελούσαν άντρες με τα μαντήλια στο λαιμό. Τραβήχτηκα στην άκρη, κρατώντας πάντα το τετράδιο καταγραφής στα χέρια μου, ωσάν να είμαι παρατηρητής. Ο Γιώργης ο νταουλιέρης αντιλήφθηκε την κίνησή μου και μου έγνεψε αμέσως επιτακτικά να πάω δίπλα του.  

  Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Η πομπή προς το άναμμα  της πυράς (φωτ. Χριστίνα Πετροπούλου)

Ο κόσμος δεν είχε επιστρέψει ακόμα από την πλατεία και ο χώρος έξω από το κονάκι ήταν σχεδόν έρημος εκείνη την ώρα. Μερικοί ωστόσο είχαν πάρει ήδη θέση γύρω από το «αλώνι» της πυράς για να παρακολουθήσουν την πυροβασία. Ο ήλιος έδυε και ο ουρανός πίσω από τις ψηλές λεύκες στο άλσος με το αγίασμα και το εκκλησάκι του «αγ. Κωνσταντίνου» [και Ελένης] ήταν ολοπόρφυρος. Μέσα στο αρχόμενο σούρουπο η πομπή μας ακολούθησε το χωμάτινο μονοπάτι που οδηγεί από το κονάκι προς το «αλώνι» της πυράς, πίσω από το ναΐδριο του αγίου Κωνσταντίνου [και Ελένης]. Δεν υπήρχαν θεατές, εκτός από δυο-τρεις συναδέλφους λαογράφους που ακολουθούσαν σε κάποια απόσταση, τραβώντας φωτογραφίες. Μέσα στη σιγαλιά ακουγόταν μόνον η δική μας ψαλμωδία με τα πάθη του «Μικροκωσταντίνου» και της Καλής του, που το ελαφρύ αεράκι τη σκόρπιζε πάνω από το «καταπράσινο λιβάδι» γύρω μας και την ύψωνε ως τις λεύκες, όπου έσμιγε με τα τιτιβίσματα των πουλιών που κούρνιαζαν φουριόζικα μέσα στα φυλλώματα. Ώρα ιερή, απόκοσμη. 

 (φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)



 (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

(φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)
 
 (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

  (φωτ. Ειρήνη Τοντασάκη)

  (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

  (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
  Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Από πάνω προς τα κάτω: Το άναμμα της ιερής πράς, από τον γέροντα Κυριάκο Λιλόπουλο, σύζυγο της αρχιαναστενάρισσας Παναγιώτας Λιλοπούλου


Πλησιάσαμε το «αλώνι». Πάνω του είχαν ήδη στηθεί επιμήκη και χοντρά ξύλα όρθια, σε σχήμα κώνου, για την πυρά (περίπου μισός τόνος, όπως μας είχε πει ο Πρόεδρος). Από ένα άνοιγμα στο κέντρο του κώνου προεξείχαν μια δεσμίδα λευκά κεριά με τα φυτίλια προς τα έξω. Η πομπή μας, με τον παππού που κρατούσε την αναμμένη λαμπάδα επικεφαλής, κάναμε τρεις φορές τον γύρο του αλωνιού, χωρίς να σταματήσουμε την ψαλμωδία. Μετά τα όργανα και εγώ σταθήκαμε ψέλνοντας στο πλάι, ενώ ο γέροντας «λαμπαδηφόρος», [Κυριάκος Λιλόπουλος, βλ. μαρτυρία αρ. 2) βοηθούμενος και από δύο άλλους μαντηλοφόρους άνδρες, άναψε με τη λαμπάδα του τα κεριά. Η φωτιά φούντωσε και μεταδόθηκε αμέσως τριζοβολώντας. Οι άλικες φλόγες έγλυφαν τώρα τα χοντρά ξύλα σκορπίζοντας γύρω ένα κοκκινωπό φως που έσμιγε με την πορφύρα του δειλινού, κάνοντας τη σκηνή ακόμα πιο υποβλητική. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την ιερή ώρα. Κάναμε πάλι ένα γύρο περί την αναμμένη τώρα πυρά και επιστρέψαμε στο κονάκι, σε πομπή. Αφήσαμε πίσω μας τη φωτιά να τρώει τα ξύλα μέχρι να γίνουν κατακόκκινα κάρβουνα για την πυροβασία...

 (φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)

  (φωτ. Χριστίνα Πετροπούλου)
Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Επιστρέφοντας σε πομπή από την πυρά στο κονάκι  




 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Ενώ τα ξύλα καίγονται, ο κόσμος έχει αρχίσει να μαζεύεται για να παρακολουθήσει την πυροβασία (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)


Πυροβασία
Όταν μπήκαμε πάλι στο κονάκι, είδα να εκτυλίσσεται μια συγκλονιστική ―για μένα― σκηνή. Εμπρός στο εικονοστάσι στεκόντουσαν αντικριστά η γερόντισσες Δέσπω  και Ματινή. Η Δέσπω, με ένα ύφος τρυφερό και γεμάτο φροντίδα, είχε τα χέρια της απλωμένα μπροστά. Η Ματινή, σοβαρή και περίφροντις επίσης,  άπλωνε επάνω τους ένα άλικο, αιμάτινο λεπτό μαντήλι της κεφαλής που είχε τριγύρω μια σταμπωτή άνθινη μπορντούρα. Μετά, σηκώνοντάς τα με άπειρο σεβασμό, έπαιρνε με τελετουργικές κινήσεις ένα-ένα τα πιο παλιά από τα κόκκινα μαντήλια που ήταν πάνω στο εικονοστάσι και τα τοποθετούσε απαλά, με προσοχή, μέσα στο μαντήλι που ήταν απλωμένο πάνω στα χέρια της Δέσπως. Τέλος, με ακόμα πιο μεγάλο σεβασμό και προσοχή, σαν να κρατούσε κάτι άκρως πολύτιμο, σήκωσε το φθαρμένο, κόκκινο μάλλινο «ρούχο» που είχε ραμμένα πάνω του παλιά ασημένια τάματα και το έβαλε και αυτό απαλά μέσα στο μαντήλι. Απ’ ό,τι μπόρεσα να δω, μου ήταν η παμπάλαια εικονισματο-«ποδιά». Υπέθεσα ίσως η ποδιά της ―απούσας  εδώ σήμερα― εικόνας του «Παππού» που είχαν φέρει μαζί τους από το Κωστί, όπως έλεγαν,  και που εικονίζεται φορεμένη πάνω σε αυτή την  εικόνα  σε παλιές φωτογραφίες από τα Αναστενάρια της Μαυρολεύκης, πριν την απαγόρευσή τους.  Τέλος η Ματινή με μεγάλη προσοχή πήρε μια-μια τις τέσσερις άκρες του άλικου μαντηλιού και τις γύρισε σταυρωτά πάνω από τα μαντήλια και την «ποδιά και τα κάλυψε, κάνοντας και μια χειρονομία εν είδει «σταυρώματος» από πάνω. Η Δέσπω, ακίνητη και με τα χέρια απλωμένα, παρακολουθούσε με συγκίνηση και με βουρκωμένα μάτια τις τελετουργικές αυτές κινήσεις της Ματινής και μετά από νεύμα της  τοποθέτησε με προσοχή το εν είδει «μποξά» πάνινο και πορφυρό αυτό δέμα πάνω στο εικονοστάσι. Ανατρίχιασα, γιατί  εμένα το κατακόκκινο αυτό δέμα μου έμοιασε σαν σπαργανωμένο μέσα στα αίματα  μωρό, καθώς με είχε στοιχειώσει το σφαγμένο από τη μάνα του παιδί, ο «Μικροκωσταντίνος», τα πάθη του οποίου τραγουδούσα ξανά και ξανά. 



Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Οι αναστενάρισσες Ματινή Χρίτη και Δέσπω Δελμούζου τοποθετούν τις παλιές ιερές ποδιές και τα αμανέτια μέσα στο κόκκινο μαντήλι (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)
 Βλέποντας με πόσο σεβασμό και συγκίνηση είχαν μεταχειριστεί αυτά τα ιερά ρούχα οι δύο γερόντισσες, αναρωτιόμουν πώς άραγε θα συμπεριφερόντουσαν αν είχαν στα χέρια τους την ίδια την παλιά εικόνα, τον «Παππού». 
Καθώς οι παραδοσιακοί χοροί στην πλατεία του χωριού είχαν τελειώσει, ο κόσμος άρχισε  να μαζεύεται πάλι στο κονάκι. Ο χορός των ξυπόλητων αναστενάρηδων με τη συνοδεία της μουσικής και του τραγουδιού ¨ξανάρχισε και συνεχιζόταν, όπως πριν.  Τα πλήθη  γέμιζαν το χώρο έξω και σε συνεχή ροή μέσα από το κονάκι,  όσοι δεν χωρούσαν ή δεν ήθελαν  να παραμείνουν μέσα σε αυτό αλλά και πιάνοντας θέσεις γύρω από το «αλώνι», όπου θρασομανούσε πλέον η φωτιά.  Μαζί επέστρεψε και πλήθος από δημοσιογράφους, φωτογράφους, φωτορεπόρτερ, κινηματογραφιστές, τοπικά και άλλα κανάλια, ανυπόμονα να απαθανατίσουν «το» γεγονός: την πυροβασία.  Αναρωτιόμουν πόσοι από αυτούς θα ήταν σε θέση να «πιάσουν» και να αναμεταδώσουν αυτή τη μυσταγωγία.  Μερικοί έπαιρναν και συνέντευξη από την Πανάγιω, την αρχι-αναστενάρισσα, κυρίως ως προς το θέμα της πυροβασίας.  Στο διάλειμμα βγήκαμε έξω, στο χαγιάτι, η ατμόσφαιρα μέσα στο κονάκι ήταν πλέον αποπνικτική. Κάποια στιγμή βγήκε έξω και η θεια-Ματινή, κατακόκκινη, σε έξαλλη κατάσταση. «Καλά κάνουνε στην Κερκίνη και δεν αφήνουνε κανένα!!», φώναζε, «τι το κάνανε εδώ; τσίρκο;  Θα την πνίξουνε τη γυναίκα!! Γιατί τη βασανίζουνε;  Άλλη φορά δεν θ’ αφήσω κανέναν να πλησιάσει!! Ούτε κανάλια, ούτε μηχανές, τίποτα, όπως κάνουνε στην Κερκίνη! Τι να λέει τώρα μια γριά γυναίκα; Άσε που θα τη δει ο Δεσπότης στην τηλεόραση, θα θυμώσει και θα μας την πάρουνε πάλι την εικόνα!!» Προφανώς είχε εξαγριωθεί από την πίεση που ασκούσαν τα ΜΜΕ στην Πανάγιω, την αρχι-αναστενάρισσα.  Ο Γιώργης, διπλωματικός (που μου έδινε την εντύπωση ότι κατά βάθος ήταν πολύ ικανοποιημένος με όλη αυτή τη δημοσιότητα), και μερικοί άλλοι προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, αλλά μάταια, ήταν πολύ θυμωμένη και ταραγμένη. «Έχουμε πολύ σοβαρή δουλειά να κάνουμε ακόμα, καταλαβαίνεις;», λέει του Γιώργη οργισμένη, «δε γίνεται να μας ζαλίζουνε όλοι αυτοί!».
Οι  δοξαριές της λύρας μας καλούσαν πάλι μέσα στο κονάκι, για ύστατη φορά πριν την πυροβασία.  «Βάλε τα δυνατά σου τώρα» μου λέει ο Γιώργης, «μπαίνουμε στα δύσκολα»,  κάνοντάς με να θέλω να το βάλω στα πόδια. «Δεν έχει ανάγκη», του λέει η θεια-Ματινή, «είναι αηδόνι!» «Μπράβο, κορίτσι μου», λέει προς εμένα, «τα κατάφερες, άντε να τελειώνουμε με τη βοήθειά Του», και σταυροκοπήθηκε. Τα λόγια της, μετά μάλιστα από όσα την είχαν οργίσει, ήταν βάλσαμο και μου έδωσαν πάλι κουράγιο.  Μπήκαμε μέσα και πήραμε τις θέσεις μας. Μια γιαγιά, από τις Μαυρολευκιώτισσες γυναίκες που ήταν καθισμένες στους πάγκους, με φώναξε να πάω κοντά της. Μου έδωσε την ευχή της και είπε καλά λόγια για το τραγούδισμά μου και συμπλήρωσε,  «να πεις κόρη μου και  το  Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι ο Μικροκωσταντίνος, ο Κωσταντίνος είν’ πολύς κι ο κόσμος είναι λίγος…», υποδεικνύοντάς μου να  τραγουδήσω και  ένα στίχο του τραγουδιού που εγώ δεν γνώριζα, ούτε ήταν γραμμένος στο χαρτί του Γιώργη! Η υπόδειξή της, παρά τα καλά της λόγια,  μου θύμισε και πάλι πόσο  «λίγη» ήμουν και εγώ για αυτό που έκανα. Ωστόσο ενίσχυσε και τους συλλογισμούς μου σχετικά με το δρώμενο, καθώς το κονάκι και ο έξω από αυτό χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτα, μόλις που έμενε λίγο κενό για τους χορευτές, αλλά «ο κόσμος ήταν λίγος», προφανώς  μπροστά στο μέγεθος της ιερότητας που αποδίδουν στον «Μικροκωσταντίνο», συλλογίστηκα.  Επέστρεψα στη θέση μου. Απ’ έξω  ακουγόντουσαν οι σφυρίχτρες των τροχονόμων που ρύθμιζαν τη κυκλοφορία των οχημάτων στο δρόμο. Πίσω από τα κεφάλια αυτών που  στεκόντουσαν έξω από το παράθυρο κοιτώντας μέσα στο κονάκι, έφεγγε μέσα στο προχωρημένο τώρα σκοτάδι  η κόκκινη ανταύγεια της  φωτιάς. Σφίχτηκε η καρδιά μου, γιατί μου φάνηκε σαν πύρινος δράκοντας που περίμενε ν΄ αναμετρηθεί με τους καταπονημένους αναστενάρηδες.  Έχοντας συνηθίσει  στην ησυχία των προηγούμενων ημερών (μου φαινόταν ότι είχε περάσει χρόνος) και σε λίγο κόσμο, με τρόμαζε κάπως και όλο αυτό το θορυβώδες  πλήθος και που έπρεπε να υπερκαλύψει η φωνή μου... Όμως ένοιωθα ασφαλής ανάμεσα στα δυο νταούλια, δίπλα στον ενθουσιώδη  Γιώργη και στον ήρεμο, χαμηλών τόνων ηλικιωμένο λυράρη, ενταγμένη ―καλώς ή κακώς― στην τελετουργία, ενθαρρυμένη από τα καλά λόγια της αυστηρής θεια-Ματινής, εμπνευσμένη από τη δύναμη που ένοιωθα να παίρνουν από το τραγούδι οι αναστενάρηδες.  Η φωνή μου ήταν μια χαρά, δεν ένιωθα κούραση, βραχνάδα ή διάθεση για βήξιμο, ούτε καν να πιω νερό.  Ήταν σαν να μη την όριζα, σαν να έβγαινε μόνη της.
Ξαναρχίσαμε, εμείς τη μουσική και το τραγούδι, οι ξυπόλητοι αναστενάρηδες σηκωνόντουσαν, παλιοί και νεοφώτιστοι,  και έπιαναν τον εκστατικό  χορό τους.  Μπήκε και ο άντρας της Νίτσας, της κόρης της θεια-Ματινής. Παρόλο το πλήθος κόσμου και τα όσα είχαν προηγηθεί με τους δημοσιογράφους και τις κάμερες που τώρα παρακολουθούσαν από τα παράθυρα, η ατμόσφαιρα μέσα στο κονάκι ήταν βαριά, κατανυκτική. Οι αναστενάρηδες χόρευαν εκστασιασμένοι με γυμνά πόδια, κάθιδροι, κάτωχροι, καταπονημένοι, με την έκφραση οδύνης όλο και πιο έντονη στα πρόσωπά τους. Ένα βάσανο διακατείχε το σώμα τους και ένοιωθα ότι χορεύοντας τούτη την ώρα ήταν σαν να «κατανάλωναν», «ψυχή τε και σώματι», το τελευταίο διάστημα προς τη λύτρωση πάνω στα αναμμένα κάρβουνα. Η θεια-Ματινή λιβάνισε τους παρευρισκόμενους. Μετά γύρισε στη θέση της και έδινε το μαντήλι  σε κάθε αναστενάρη που την πλησίαζε χορεύοντας. Χόρευαν αρκετή ώρα. Συχνά ερχόντουσαν κοντά μου να τραγουδήσουν κάποιο στίχο μαζί μου και να  βιώσουν το μύθο, δίνοντάς μου ταυτόχρονα δύναμη. Ένιωθα ταυτισμένη μαζί τους και συμπάσχουσα, μια διαλεκτική σχέση επικοινωνίας μάς έδενε πλέον μέσω του τραγουδιού. 
Ειδοποίησαν πως η «φωτιά», δηλαδή τα αναμμένα κάρβουνα, είναι έτοιμα. Ανατρίχιασα. Ο Γιώργης σηκώθηκε παίζοντας το νταούλι και έκανε νόημα στον λυράρη, στον γιο του τον Κωνσταντίνο  και  σε μένα να σηκωθούμε και να προχωρήσουμε.  Σχηματίστηκε πάλι πομπή. Μπροστά πήγαινε η ηλικιωμένη γυναίκα, η «κληρονόμος» από την μάνα της και «φύλακας» της παλαιάς εικόνας, του «Παππού» (των  αγίων  Κωνσταντίνου και Ελένης),  η  και «χορηγός» του θυσιασμένου ταύρου και του δείπνου που θα ακολουθούσε μετά την πυροβασία.  Φορούσε ένα από τα κόκκινα μαντήλια δεμένο στο λαιμό της και κρατούσε στα χέρια της προτεταμένο τον ιερό, κόκκινο «μπόγο» με τα μαντήλια και την ποδιά.  Δίπλα της πήγαινε η θεια-Ματινή  κρατώντας μια λευκή λαμπάδα αναμμένη και το λιβανιστήρι με το θυμίαμα. Πίσω τους τα όργανα παίζοντας  και τραγουδώντας μαζί και εγώ, και πιο πίσω η αρχι-αναστενάρισσα επικεφαλής των αναστενάρηδων, όλοι χορεύοντας ξυπόλητοι με τα κόκκινα μαντήλια τους  στα χέρια, χωρίς τις εικόνες, και πιο πίσω ο κόσμος.  Ακολουθήσαμε το χωμάτινο μονοπάτι που οδηγεί στο «αλώνι» της πυράς. Εντυπωσιάστηκα από το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο έξω από τον περιφραγμένο  χώρο της.  Μέσα από το διαχωριστικό πλέγμα, γύρω από την φωτιά,  ήταν  τοποθετημένες  σε σειρές πλαστικές πολυθρόνες όπου ήταν θρονιασμένοι οι «επίσημοι» (βουλευτές, νομάρχης, δήμαρχοι κ.λπ., πλην παπάδων, φυσικά).  Διάσπαρτα μέσα στον ίδιο χώρο είχαν στηθεί οι δημοσιογράφοι, οι κάμεραμεν, οι φωτογράφοι, «επί σκοπόν». Οι αστυνομικοί έλεγχαν την είσοδο να μην μπουν παρείσακτοι. Καθώς πλησιάζαμε στην είσοδο, μια άγνωστή μου, ηλικιωμένη γυναίκα ήρθε κοντά μου και με έπιασε αγκαζέ. «Είμαι η γυναίκα του λυράρη, κορίτσι μου», μου λέει, «βοήθειά σου, έλα να σε κρατάω, να καταλάβουν πως είσαι δική μας, μην και δεν σε αφήσουν να μπεις, οι αστυνομικοί δεν ξέρουν τι τους γίνεται!» Αυτή η κίνησή της και η φράση «είσαι δική μας» με ανακούφισε και με συγκίνησε πολύ εκείνη την ώρα, ένιωθα ότι οι αναστενάρηδες όντως με νοιάζονταν, ότι εκτιμούσαν αυτό που έκανα, σαν να ήμουν πιο δεμένη μαζί τους, πιο ενταγμένη, με το να με κρατάει έτσι σφιχτά η γυναίκα του λυράρη και να μπαίνουμε μαζί, με όλη την απόκοσμη, ιερή αυτή πομπή στο χώρο της πυροβασίας.  Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στον παράταιρα  σκοτεινό τώρα κύκλο του αλωνιού, που φωτιζόταν από ένα δυνατό προβολέα. Το απαλό αεράκι όμως ανάδευε τη στάχτη που σκέπαζε τη  χωνεμένη φωτιά και έκανε τις κρυμμένες φλογίτσες των πυρακτωμένων κάρβουνων να ξεπροβάλλουν ύπουλα εδώ  κι εκεί, σαν κόκκινα διαμάντια μέσα στο  σκούρο, απειλητικό, κατ’ εμένα, κύκλο. Ήταν σαν το θηρίο, ο πύρινος δράκοντας,  να λούφαζε κάτω από την απατηλή στάχτη παραμονεύοντας, έτοιμος για τη μάχη με τους αναστενάρηδες μέσα στην πύρινη «παλαίστρα». 

 
 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Η πομπή των αναστενάρηδων κυκλώνει το αλώνι με την ιερή πυρά. Προηγείται η κυρά-Ματινή Χρίτη με το θυμιατήρι και τη λαμπάδα
 (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

 
 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Οι μουσικοί στο χώρο της πυράς, μαζί με την άδουσα ερευνήτρια Ε.Ψ. 
(λεπτομέρεια από φωτ. της Αργεντούλας Πάσχαρη)
Ο λυράρης και ο Γιώργης με το νταούλι κάθισαν παίζοντας σε δύο πολυθρόνες, ο μικρός Κωνσταντίνος όρθιος και εγώ γονατιστή πάνω στο γρασίδι, κάπως πίσω από τον Γιώργη, να μη φαίνομαι.  Δώδεκα  δίπλες ο χορός και δώδεκα παλαίστρες…, τραγουδούσαμε. Ο στίχος αναφερόταν και πάλι στο συμβολικά υπερβολικό μέγεθος του πανηγυριού και στις πραγματικές παλαίστρες και τους παλαιστές που εντάσσονται παραδοσιακά στα θρακιώτικα πανηγύρια μέχρι σήμερα, αλλά  έβλεπα  να  περιγράφει και  τους αναστενάρηδες που κύκλωναν εκείνη τη στιγμή χορεύοντας την «παλαίστρα» της  φωτιάς με μπροστάρισσα την αρχι-αναστενάρισσα που κρατούσε προτεταμένο  το χέρι της με το μαντήλι.  Αφοσιωμένη στο να ακολουθώ τον Γιώργη και τον λυράρη  και να μη χάνω το «μπάσιμο» στο τραγούδι μετά τα μουσικά ιντερμέδια, όσο  και  να συντονίζομαι μαζί τους για να μη χάνω το ρυθμό, ήμουν τελείως χωμένη μέσα στη μουσική επιτέλεση και δεν μπορούσα να παρακολουθήσω σαν θεατής τα διαδραματιζόμενα στον κύκλο της φωτιάς. Τα έπιανα με την άκρη του ματιού μου. Είχα την εντύπωση  πως η φωνή μου, αν και έφευγε μόνη της, χωρίς να πιέζομαι, το πολύ να έφτανε μέχρι τα αυτιά του Γιώργη, μέσα σε αυτό τον απέραντο ανοιχτό χώρο και με την υπόκρουση των νταουλιών. Κάποια στιγμή γονάτισε δίπλα μου η γυναίκα του Γιώργη, του νταουλιέρη, η Αθηνά. «Ήρθα να σε βοηθήσω», μυ λέει, «αλλά δεν ξέρω τα τραγούδια, να μου λες!» Έτσι, μέσα στη λαχτάρα μου, είχα και να υπαγορεύω  στην Αθηνά τα λόγια του τραγουδιού στα μουσικά ιντερμέδια! Εκείνη όμως έχανε το ρυθμό μένοντας πιο πίσω, αρρυθμία που έκανε τον  Γιώργη να της φωνάζει «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα!», με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Η Πανάγιω, η αρχι-αναστενάρισσα, στάθηκε στο σύνορο της φωτιάς και τη σταύρωσε με το μαντήλι της, εκστασιασμένη.  Μετά διέσχισε χορεύοντας τον κύκλο πατώντας πάνω στα αναμμένα κάρβουνα, μαζί και η Νίτσα με τον άντρα της και οι άλλοι, κρατώντας τα μαντήλια τους με τα δυο τους χέρια και κουνώντας τα πέρα-δώθε στο ρυθμό της μουσικής. Το πλήθος παρακολουθούσε συγκλονισμένο, με κομμένη την ανάσα,  δεν ακουγόταν κιχ από την πλευρά του κοινού. Κάποια στιγμή άκουσα ένα σούσουρο, κάτι σαν διστακτικό χειροκρότημα. Κοίταξα και είδα την Μ., του Κέντρου Λαϊκών Δρώμενων, με ένα πρόσωπο μεταρσιωμένο,  ευτυχισμένο, λυτρωμένο, με τα χέρια της ανοιχτά προς τα πίσω, σαν για ν΄ απογειωθεί, να χορεύει  πάνω στα αναμμένα κάρβουνα!  Ομολογώ ότι δεν περίμενα ότι θα τα κατάφερνε, κι όμως, να την!  Ωστόσο, παρόλο το θαυμαστό, το όντως απίστευτο της πυροβασίας, είχα την αίσθηση πως αυτό που έβλεπα ήταν φυσικό, σαν αναπόφευκτο επακόλουθο όσων είχα δει να επιτελούνται αυτές τις ημέρες στο κονάκι, σαν ολοκλήρωση μιας μακράς πορείας, σαν λυτρωτική κορύφωση  του δράματος με ένα  είδος ερωτικού σμιξίματος των αναστενάρηδων με τη φωτιά. 

 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Η αρχιαναστενάρισσα Παναγιώτα Λιλοπούλου σταυρώνει με το ιερό μαντήλι της το αλώνι  με τα αναμμένα κάρβουνα  για ν' αρχίσει η πυροβασία (φωτ. Αργεντούλα Πάσχαρη)

(φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης )

 
 (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης) 

 
(φωτ. Ειρήνη Τοντασάκη)
Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Από πάνω προς τα κάτω: Η πυυροβασία



Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Αναστενάρης τρίβει με τα χέρια το τα αναμμένα κάρβουνα (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης)
Σαν μέσα σε ομίχλη, χαμένη μέσα στη μουσική και στο τραγούδισμα και ενώ είχα την εντύπωση πως η όλη πυροβασία είχε κρατήσει ελάχιστα λεπτά, βλέπω τον Γιώργη να μου κάνει νόημα να σηκωθώ. Οι αναστενάρηδες έχοντας ολοκληρώσει την πυροβασία, σχημάτιζαν τώρα κύκλο γύρω από το αλώνι με τα  πατημένα, σβησμένα πλέον κάρβουνα.  Τα πρόσωπά τους ήταν χαλαρά, σαν λυτρωμένα, χαμογελαστά. Μαζί τους πιάστηκε κόσμος  σε κυκλικό χορό, τραγουδώντας το «Έχε γεια καημένε κόσμε», προς έκπληξή μου. Ο «Αθηναίος» είχε γονατίσει στην άκρη του κύκλου της φωτιάς και είχε χώσει τα χέρια του μέσα στις καυτές στάχτες. Τα έβγαλε κρατώντας μερικά αναμμένα κάρβουνα, που τα έπαιζε με απόλαυση στα χέρια του, σαν βώλους! Αρκετοί περικύκλωσαν τη στάχτη και την περιεργαζόντουσαν, να δουν αν ήταν αληθινή η φωτιά ή παρατηρούσαν με απορία και θαυμασμό τα γυμνά πόδια των αναστενάρηδων, εντυπωσιασμένοι που δεν είχαν εγκαύματα. Πιάστηκα και εγώ στον κύκλο. Σιγά-σιγά ο κόσμος σκόρπιζε. Ξανασχηματίστηκε η αναστενάρικη πομπή και γυρίσαμε τραγουδώντας και χορεύοντας στο κονάκι. 

 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Οι  "νεοφώτιστοι " αναστενάρηδες χορεύουν στο κονάκι μετά την πυροβασία (φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)

Το κοινό δείπνο

Είχαμε απομείνει πάλι «μεταξύ μας».  Οι αναστενάρηδες και άλλοι χωριανοί, κυρίως γυναίκες που  βοηθούσαν στην κουζίνα, οι μόνιμοι κάμεραμεν, εμείς οι λαογράφοι και λίγοι δημοσιογράφοι.  Μέσα στο κονάκι η μουσική και ο χορός συνεχίστηκαν. Οι αναστενάρηδες χόρευαν με γυμνά πόδια, που ήταν γκριζόμαυρα από τη στάχτη και την καρβουνόσκονη αλλά ανέπαφα από τη φωτιά.  Μετά από λίγη ώρα η μουσική και ο χορός σταμάτησαν.  Στη στιγμή οι γυναίκες έστρωσαν κατάχαμα, πάνω στο δάπεδο  του κονακιού κιλίμια που τα κάλυψαν με καθαρά τραπεζομάντιλα, όπου τοποθέτησαν πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα  και μερικές κούπες με στραγάλια. 


 Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. ¨Πα' σε πράσινο λιβάδι... (φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)

«Τώρα θα πούμε το Πά’ σε πράσινο λιβάδι..», μου λέει ο Γιώργης, «ετοιμάσου, γιατί δεν έχω καθόλου φωνή!» «Μα,  δεν ξέρω πώς τραγουδιέται», του λέω, «το έχω δει μόνο γραμμένο, δεν το έχω τραγουδήσει ποτέ, ούτε το έχω ακούσει». «Σώπα», μου λέει, «θα το πεις!»  «Μα αφού δεν ξέρω πώς τραγουδιέται, πώς να το πω;» του απάντησα, αναρωτώμενη για μια φορά ακόμα αν όντως πίστευε ότι είχα τραγουδήσει από θεία «φώτιση»!  «Ωχ!», μου λέει, «μη μου το κάνεις αυτό!! Ποιος θα το πει τώρα; Αυτό είναι το πιο σπουδαίο τραγούδι, αλλά, δύσκολο!! Βόηθα όσο μπορείς γιατί δεν έχω φωνή καθόλου!» Ο κυρ-Θανάσης, ο λυράρης, είχε αρχίσει να παίζει με τη λύρα την αργόσυρτη  μουσική εισαγωγή στο τραγούδι και άρχισε να το τραγουδάει  με σιγανή φωνή και με μεγάλη δυσκολία. Ο Γιώργης  τον συνόδευσε, με εντελώς βραχνή φωνή, με το ζόρι, κοιτώντας με απελπισμένα, σαν να ήθελε να μου βγάλει με το βλέμμα του τη φωνή!  Όταν άκουσα τους πρώτους στίχους, «μπήκα» κάπως στη μελωδία και προσπαθούσα να τους βοηθήσω στις ψηλές νότες, που δεν μπορούσαν καθόλου να τις βγάλουν.  Ο κυρ-Θανάσης με ενθάρρυνε με το κούνημα του κεφαλιού του αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα περισσότερο και αγχωνόμουν γι’ αυτό.  Το τραγούδι ήταν υπέροχο, με μια μελωδία αργόρυρτη, «καθιστική», που απέπνεε  έναν πόνο και μια ιερότητα. Μιλάει για έναν γερο-Τούρκο που αρπάζει μια νέα γυναίκα πάνω σε «πράσινο λιβάδι», μωρομάνα, η οποία αφήνει  πίσω το μικρό παιδί της στην κούνια και την παρακαλεί να το κουνήσει, να το φροντίσει σαν μάνα του,  μέχρι εκείνη να «ξαναφανεί [τα λόγια: …Πά’ σε πράσινο λιβάδι / κά’ντα τρία παλικάρια / την ημέρα τρώ γκαι πίνουν / και το βράδυ κάνου βίγλα / και βιγλίζουν τις διαβάτες / να ’βρου Τούρκο να σκοτώσου / και Ρωμιό να ξεσκλαβώσου. / Επιασάσι κι ένα Dούρκο / πό ’συρνε μια Ρωμιοπούλα. /-Πού την ηύρες, Τούρκο, τη Ρωμέσσα; / -Στο παζάρι dην ευρήκα / ’δώκα γρόσα και τη bήρα / και φλουριά dηνε ’γοράσα ./ -Βρε, γελά σας παλικάρια / ’πέ το σπίτι μας με ’κλέψε ./ Το ψωμί μου μέσ’ το φούρνο / το παιδί μου μέσ’ τη gούνια ./ Ψήσε φούρνε το ψωμί μου / κούνιε κούνια το παιδί μου /ώστε νά ’κουστεί  η φωνή μου… [βλ. και μαρτυρία αρ. 3] Να το πάλι το πολύπαθο μωρό, σκεφτόμουν καθώς το άκουγα και το μισο-τραγουδούσα, αλλά και η αρπαγή «κόρης» μέσα σε λιβάδι  από «γέρο»!  Είχα ταραχτεί πολύ. Ο στίχος …κούνια κούνειε το παιδί μου  όσο ν΄ακουστεί η φωνή μου…, καθώς ταύτιζα την υπόθεση με το μύθο της «αρπαγής» (της Περσεφόνης, της Ελένης) μου ακουγόταν σπαραχτικός, σαν η μάνα να επρόκειτο ν΄ ακουστεί  από τον κάτω κόσμο. Όταν τελείωσε, έπιασαν πάλι το Ο Κωνσταντίνος ο  Μικρός, ο Μικροκωσταντίνος…, οπότε το πήρα πάνω μου, ανακουφίζοντάς τους.

  Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Το ιερό κοινό δείπνο. Η χορηγός του θυσιασμένου ταύρου κρατάει τυλιγμένο στην πετσέτα το  ψωμί και καλωσορίζει με ευχές τους συνδαιτυμόνες  (φωτ. Ειρήνη Τουντασάκη)


  Μαυρολεύκη, 21/5/1996, Αναστενάρια. Το ιερό κοινό δείπνο των αναστενάρηδων και άλλων πάνω στο δάπεδο του κονακιού με το μαγειρεμένο σφάγιο της θυσίας, ψωμί, ελιές και   στραγάλια (φωτ. Π. Καμηλάκης)
Όση ώρα τραγουδούσαμε το  Πά’ σε πράσινο λιβάδι..», όσοι ήταν μέσα στο κονάκι είχαν καθίσει σταυροπόδι, κατάχαμα, γύρω από τα στρωμένα τραπεζομάντηλα. Όταν τελειώσαμε το τραγούδισμα, καθίσαμε πια και εμείς.  Στην κορυφή του επιδαπέδιου αυτού «τραπεζιού»  καθόντουσαν οι αναστενάρηδες, αποκαμωμένοι, με εμφανή τα σημάδια της προηγηθείσας έντασης αλλά τώρα χαλαροί, γελαστοί, ομιλητικοί, σαν να είχαν επιστρέψει σώοι από ένα επώδυνο ταξίδι σε  δύσβατο, επικίνδυνο τόπο. Μέχρι και ο γιος της θεια-Ματινής, ο Γιώργης, ο τόσο αυστηρός και απόκοσμος προηγουμένως, με πλησίασε γελαστός  και «μπράβο!», μου λέει, «ήσουνα καταπληκτική! Χρόνια πολλά και για τη γιορτή σου, μετά θα μας κεράσεις καμιά μπύρα, έτσι;», «Ασφαλώς, μετά χαράς!» του λέω, έκπληκτη με τον οικείο τρόπο του.
«Ησυχία!!» ακούστηκε αυστηρή, σοβαρή η φωνή της αεικίνητης θεια-Ματινής που στεκόταν τώρα όρθια μπροστά από το στασίδι με τις εικόνες. «Φέρτε το ψωμί σας, φέρτε το νερό σας», λέει επιτιμητικά προς τις γυναίκες που διακόνευαν  στην προετοιμασία του δείπνου.  Δίπλα της στεκόταν η ηλικιωμένη γυναίκα-χορηγός, αυτή που είχε μαζί με τον άντρα της αφιερώσει, ως «τάμα»,  τον θυσιασμένο ταύρο (αναρωτιόμουν αν είχαν αναλάβει μόνοι την πανάκριβη αυτή προσφορά ή αν είχαν συνεισφέρει και άλλοι από τους αναστενάρηδες). Κρατούσε στα χέρια της ένα καρό τραπεζομάντηλο, ωσάν μποξά, κρεμασμένο από τις τέσσερις άκρες του, που φαινόταν να περιέχει κάτι ογκώδες, πλην όχι πολύ βαρύ.  «Καλησπέρα σας, και χρόνια σας πολλά. Καλωσήρθατε  στο τραπέζι του αγίου Κωσταντίνου. Εμείς αξιωθήκαμε να κάνουμε σήμερα αυτό ο τάμα, που το είχαμε ταμένο στον Άγιο από το 1941, που πιάστηκε ο άντρας μου αιχμάλωτος στην Κρήτη και δεν ξέραμε αν θα γυρίσει. Να φάτε καλά και να περάσετε καλά. Βοήθειά σας!!», είπε με δυνατή, επίσημη φωνή.  «Χρόνια πολλά και πάντα άξια!!» της αντευχήθηκαν ομαδικά. Εκείνη, συγκινημένη,  άφησε ελεύθερες τις δύο άκρες του τραπεζομάντηλου που κρατούσε  και πάνω στο «τραπέζι»  κύλισαν τα ψωμιά που είχε μέσα! 
Οι γυναίκες-διακόνισσες είχαν αρχίσει να φέρνουν μέσα από την κουζίνα τα πιάτα με το φαγητό και να τα βάζουν κάτω, μπροστά σε κάθε συνδαιτυμόνα.  Περιείχαν κομμάτια κρέας από το θυσιασμένο και  μαγειρεμένο σφάγιο του ταύρου. Ήταν κοκκινιστό, με πατάτες, πολύ νόστιμο, ευλογία και απόλαυση  μετά την ένταση και την κούραση  που είχαμε περάσει όλοι μας και ιδιαίτερα βέβαια οι αναστενάρηδες, που είχαν αρχίσει να τρώνε με όρεξη. Κοιτάζοντας γύρω μου την εξω-πραγματική αυτή σκηνή,  «μυστικός δείπνος!» σκέφτηκα, ταραγμένη. Έβλεπα ότι στο δρώμενο, λόγω και του τελετουργικού συντηρητισμού, στο ιερό αυτό δείπνο είχε κρατηθεί  φαίνεται ο πολύ παλιός τρόπος συμποσιασμού, όταν δεν υπήρχαν τραπέζια και καρέκλες στα σπίτια.  Είχα την αίσθηση ―και ήταν ως ένα βαθμό πραγματικότητα― ότι τρώγαμε μέσα σε ένα ναό. Θυμήθηκα ότι πριν αρκετά χρόνια είχα ζήσει για πρώτη φορά κάτι ανάλογο σε επιτόπια έρευνα στα Παλιάμπελα Αιτωλοακαρνανίας, όπου σε εκπλήρωση τάματος στον άγιο Νικόλαο, είχε θυσιαστεί τον μήνα Αύγουστο αρνί, είχε ψηθεί ση σούβλα στον περίβολο του ξωκλησιού του αφιερωμένου στον Άγιο και μετά το είχαμε φάει σε κοινό γεύμα μέσα στο εκκλησάκι, όπου είχε στρωθεί «τραπέζι»  κατάχαμα, όμοιο με αυτό, ενώ είχε επακολουθήσει  γλέντι και χορός μέσα στο ίδιο το εκκλησάκι, παρόλο που δεν το επέβαλε ο καιρός. .Μόνο που εκεί οι συνδαιτυμόνες, εκτός από τους αγίους πάνω στο τέμπλο και στους τοίχους του ναΐσκου, ήταν μόνο τα μέλη μιας εκτεταμένης οικογένειας. Η φράση «καλωσήρθατε στο τραπέζι του αγίου Κωσταντίνου» που είχε πει η χορηγός, έθετε τον Άγιο  ως οικοδεσπότη και συνδαιτυμόνα μας. Ταυτόχρονα εγώ σκεφτόμουν ότι μεταλαμβάνουμε από κοινού του «σώματος και του αίματος» του θυσιασμένου ταύρου, ίσως σε  συμβολική και πραγματική αντικατάσταση του «θυσιασμένου», σφαγιασμένου από τη «μάνα» του, παιδιού του μύθου που αφηγούμασταν  στα τραγούδια και μου ήρθαν στο νου τα «Θυέστια δείπνα». Πόσο μακριά προς το παρελθόν να μας πήγαινε άραγε αυτή η τελετουργία; 
Στο «τραπέζι» δεν είχε προσφερθεί κρασί ή άλλο οινοπνευματώδες ποτό και ρώτησα ον Γιώργη, που καθόταν δίπλα μου, αν υπήρχε κάποιος εθιμικός λόγος.  «Α, θα το ξεχάσανε», μου απάντησε και παράγγειλε με μια από τις γυναίκες στην Αθηνά, τη γυναίκα του, που ήταν στην κουζίνα, να στείλει τσίπουρο στο τραπέζι. Του είπα βέβαια ότι δεν είχα ρωτήσει για αυτό (μόνο που άκουγα τσίπουρο ζαλιζόμουνα!)  αλλά επέμενε. Η γυναίκα του τού παράγγειλε πίσω, με την ίδια γυναίκα ,  ότι είχε  πολλές σκοτούρες  και να μην την ζαλίζει με το τσίπουρο! «Πες της» αντι-παράγγειλε με τη σειρά του ο Γιώργης, περιπαιχτικά, «πως αν δεν βρει το τσίπουρο, έχει πολλές Ρωσίδες στην περιοχή!», υπονοώντας τα εμφανή. Γέλασα με την αντίδραση της Αθηνάς αφενός αλλά και προβληματίστηκα με την άνεση που έδειχνε ο Γιώργης ως προς τις Ρωσίδες, τις  πρόσφατες σχετικά μετανάστριες, που είχαν «κλείσει» πολλά σπίτια εκείνη  την εποχή με τους έρωτες που προκαλούσαν  στον ανδρικό πληθυσμό.  Τελικά το τσίπουρο δεν ήρθε. Τρώγαμε κουβεντιάζοντας χαλαρά, σε ήπιους τόνους, με γέλια και αστεία. Γύρω στους πάγκους καθόντουσαν αρκετοί ακόμα, πιο οικείοι και χωριανοί, που περίμεναν να αποφάμε εμείς για να πάρουν σειρά να καθίσουν γιατί δεν χωρούσαμε όλοι ταυτόχρονα. Απέναντι από εκεί που καθόμουν εγώ με τον Γιώργη, καθόταν ο συνάδελφος, ο Γ. Α., δίπλα στην «αναστενάρισσα» πλέον Μ., του Κέντρου Λαϊκών Δρώμενων, και σε μια άγνωστή μου νέα κοπέλα. «Δε μου λες», μου λέει σε κάποια στιγμή ο Γιώργης, «ποια είναι εκείνη δίπλα στον «δάσκαλο»; (εννοώντας τον Γ. Α., όπως τον αποκαλούν σε αυτά τα χωριά ). «Δεν την ξέρω, μια δημοσιογράφος από την εφημερίδα Ε. άκουσα πως είναι», του λέω.  Την κοίταζε εξεταστικά, διαπεραστικά. Εγώ μετά και από το «υπονοούμενο»  με τη Ρωσίδα, έβαζα με το νου μου  ότι ήθελε να την φλερτάρει. «Καλά, αυτή έχει χοντρό πρόβλημα», γυρίζει και  μου λέει. Και, σκεφτικός, εξακολουθώντας να την κοιτάζει, «…αυτή, αν μείνει συνέχεια εδώ, τη βλέπω την Πέμπτη (που θα γινόταν η τελική πυροβασία) να μπαίνει στη φωτιά, αλλιώς, του χρόνου οπωσδήποτε!!», συνέχισε.  «Σοβαρά μιλάς, πού το κατάλαβες; », του είπα έκπληκτη, και λίγο ειρωνικά, μια χαρά μου φαινόταν εμένα η κοπέλα. «Άκου με που σου λέω!!», απάντησε κατηγορηματικά ο Γιώργης, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της, χωρίς να τον βλέπει εκείνη, που συζητούσε με την Μ.  «Το ίδιο είπατε και για την Μ. και να που μπήκε», του είπε μια από τις συναδέλφους που τον είχε ακούσει, η Α., που καθόταν δίπλα μας με το μαγνητόφωνο σε ετοιμότητα, «πώς το καταλαβαίνετε;» «Τι θέλεις να σου πω, πως είμαι μάντης, μάγος;», της απάντησε ο Γιώργης, «δεν μπορώ να σου εξηγήσω πώς, ούτε εγώ ξέρω, αλλά πέφτω μέσα. Απλώς βλέπω τον άνθρωπο, παρατηρώ   τη συμπεριφορά του και το καταλαβαίνω! Γράψε πως είμαι μάντης!» συμπλήρωσε γελώντας. «Για μένα τι λες;» τον ρώτησα αστειευόμενη, «αν μείνω θα μπω  και εγώ στη φωτιά;». «Εσύ, παιδάκι μου, πατάς γερά πάνω στη γη, δεν πρόκειται, εξάλλου έχεις άλλη αποστολή εσύ!», μου απάντησε σοβαρά.  [Και όμως δικαιώθηκε στις προβλέψεις του, γιατί η δημοσιογράφος «μπήκε» όντως μετά από δύο μέρες στη φωτιά!] Οι συνάδελφοι που το πρωί  κατά τη σφαγή  του ταύρου ορκιζόντουσαν  ότι δεν θα ξαναβάλουν κρέας στο στόμα τους, απολάμβαναν με μεγάλη όρεξη τους μεζέδες. Τους πείραζα για αυτό και γελούσαμε.
Παλιάμπελα Βόνιτσας, Αύγ. 1982, ξωκλήσι αγ. Νικολάου, Τελετουργική ανάλωση θυσιασμένου πρόβατου (κάτω) σε εκπλήρωση τάματος, σε κοινό γεύμα  μέσα στο ναό (πάνω) φωτ. Ελένη Ψυχογιού


Σε λίγο δυο από τις γυναίκες βγήκαν μαζί από την κουζίνα κρατώντας η μία  μια τεράστια εμαγιέ λεκάνη και η άλλη  ένα γυάλινο κανάτι με νερό και μια πετσέτα. Προχώρησαν και στάθηκαν εμπρός από την  Πανάγιω, την αρχι-αναστενάρισσα. Εκείνη σηκώθηκε, βοηθούμενη, της έριξαν στα χέρια νερό από το κανάτι να τα ξεπλύνει μέσα στη λεκάνη και μετά της έδωσαν την  πετσέτα να σκουπιστεί. Αυτό επαναλήφθηκε τελετουργικά, για κάθε συνδαιτυμόνα, με κάποια ιεράρχηση. «Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν», σκέφτηκα,  εντυπωσιασμένη και πάλι από τα αρχαϊκά στοιχεία του ιερού αυτού αναστενάρικου  δρώμενου.  Η καθαρτήρια αυτή πράξη, καταληκτική, όπως φαινόταν, του κοινού μας «μυστικού» δείπνου, όσο και όλου του δρώμενου, ή έστω αυτής της φάσης του, μου έδωσε και πάλι την αίσθηση ότι είχαμε συμμετάσχει σε ένα είδος νεκρόδειπνου, σε μια «παρηγοριά» για κάποια απώλεια, για θάνατο.  Όπως δηλαδή «νιβόμαστε» όταν βγαίνουμε από το νεκροταφείο στις κηδείες. Σαν να είχαμε μπει κατά τη διάρκεια του δρώμενου στον «άλλο» κόσμο και έπρεπε τώρα που τελείωσε η όλη τελετουργία  να εξαγνιστούμε από το μίασμα της επαφής μας με αυτόν, με το θάνατο και τη θυσία.

 Μαρολεύκη 21/5/1996, Αναστενάρια. Το νίψιμο των χεριών όσων συυμμετείχαν στο κοινό δείπνο
 (φωτ. Παναγιώτης Καμηλάκης)
Αναχώρηση
Σιγά-σιγά σηκωθήκαμε όλοι  για να καθίσουν πια και οι επόμενοι να φάνε. Επειδή θα φεύγαμε τελικά την άλλη μέρα το πρωί, στάθηκα να αποχαιρετίσω, αρχίζοντας από την κυρά-Πανάγιω, την αρχι-αναστενάρισσα. «Εσύ δεν θα φύγεις», μου λέει κατηγορηματικά, «θα μείνεις και τις άλλες ημέρες, να τελειώσεις αυτό που άρχισες. Ήσουνα πολύ καλή, μας βοήθησες πάρα πολύ, να είσαι καλά, βοήθειά σου! Είσαι “δική μας” τώρα!».  Της εξήγησα πως δεν γινόταν να παραμείνω άλλο, για τους τυπικούς μόνο λόγους, ότι τάχα έπρεπε να επιστρέψω οπωσδήποτε στη δουλειά, και όχι για τους ουσιαστικούς που με έδερναν όλες αυτές τις ώρες. «Τότε, σε ευχαριστούμε, να πας στο καλό και σε περιμένουμε οπωσδήποτε του χρόνου, αλλά όλες τις ημέρες, να ξανατραγουδήσεις!», μου λέει απογοητευμένη, λυπημένη. «Εγώ σας ευχαριστώ, που αξιώθηκα να σας βοηθήσω», της είπα και της υποσχέθηκα πως θα πήγαινα τον επόμενο χρόνο. «Μπορεί όμως να έλθω και νωρίτερα, του αγίου Αθανασίου», της είπα, καθώς είχε αρχίσει να μου σχηματίζεται η διάθεση να πάρω άδεια και να  έλθω για κανονική επιτόπια έρευνα, να πάρω συνεντεύξεις  και λοιπά, εκτός της τελετουργίας . «Να έρθεις όποτε θες, σε περιμένουμε, είσαι “δικό μας “ κορίτσι τώρα», μπήκε στη συνομιλία η κυρά-Δέσπω, που στεκόταν εκεί δίπλα, φιλώντας με. Είχαν πλησιάσει για αποχαιρετισμό και οι υπόλοιπες συνάδελφοι και ανταλλάσσαμε ευχές και ασπασμούς με όλες τις αναστενάρισσες. «Βρε κορίτσια, σας συνηθίσαμε, είσαστε πολύ καλές, δικοί μας άνθρωποι, καθίστε, μη φεύγετε, μας παίρνετε και το αηδόνι», έλεγε η κυρά Δέσπω.  «Σας ευχαριστούμε για την κατανόησή σας, που μας είχατε μέσα στα πόδια σας και για όσα μας είπατε!», λέγαμε εμείς, «Χαρά μας, να πάτε στο καλό, κρίμα που φεύγετε», έλεγαν εκείνες. Ήμασταν όλοι συγκινημένοι, βουρκωμένοι και υποσχεθήκαμε ότι θα ξαναπάμε. Φεύγοντας, πλησίασα και την «αναστενάρισσα» πλέον, την Μ., του Κέντρου Λαϊκών Δρωμένων, να την αποχαιρετίσω. Παρόλο που δεν είχαμε αναπτύξει ιδιαίτερη οικειότητα μεταξύ μας, καθώς είχαμε η κάθε μία το δικό της βάσανο τις προηγούμενες ώρες, της άξιζε να της ευχηθώ για την προσπάθεια και για το ότι είχε καταφέρει να «μπει» στη φωτιά.  «Να είσαι καλά που τα κατάφερες, μπράβο, βοήθειά σου», της λέω. Σηκώθηκε και με αγκάλιασε, με φίλησε, έχοντας ακόμα εκείνη την έκφραση γαλήνης και ευτυχίας στο πρόσωπό της. «Το μισό πάνω σου!!» μου λέει με έμφαση. «Γιατί, τι εννοείς;», τη ρώτησα απορημένη. «Για τη φωνή σου, το τραγούδι σου», μου απάντησε, «αν δεν σ’ άκουγα να τραγουδάς τόσο ωραία, δε θα τα κατάφερνα. Με βοήθησες πολύ, πραγματικά!» «Αυτό με συγκινεί πολύ», της λέω, «να είσαι καλά, πάντα άξια!» «Και συ, και του χρόνου!», μου απάντησε και έφυγα, σκεπτόμενη ότι τελικά δεν ήταν μόνο η ιδέα μου ότι τους βοηθούσε τόσο πολύ το τραγούδι να «μπουν»  στο μύθο, τελικά δεν ήταν άσκοπο, μόνο «παράσταση», αυτό που είχα παράτυπα κάνει.
Βγαίνοντας έξω από το κονάκι, συναντήσαμε τον Σάκη, τον πρόεδρο του χωριού, που είχαμε να τον δούμε από το προηγούμενο βράδυ, καθώς ήταν απασχολημένος με τις εκδηλώσεις. «Έλα ’δώ, παιδάκι μου», μου λέει, σφίγγοντάς μου τα χέρια, «τι φωνή είναι αυτή, τι τραγούδι ήταν αυτό που έκανες!! Καθήλωσες όλο αυτό τον κόσμο, δεν έβγαναν κιχ!» «Με κοροϊδεύεις;» του λέω, οι αναστενάρηδες τους καθήλωσαν, όχι  εγώ! Εγώ δεν ακουγόμουνα καν!».  «Αν ακουγόοοσουνα!!;;», μου λέει,  «σαν αηδόνι, σα να είχες μικρόφωνο, παιδάκι μου, αφού όλοι μετά ρωτάγανε  από πού έβγαινε αυτή η φωνή , τι φωνή ήταν αυτή, γιατί δε φαινόσουνα κιόλας! Μπράβο σου, να είσαι καλά, σ’ ευχαριστούμε! Δεν φαντάζεσαι τι ωραία που ήταν, πόσο βοήθησες!!». Εγώ βέβαια δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να ανοίξει η γη να με καταπιεί μετά από αυτά τα λόγια, ο σκοπός δεν ήταν να ξεχωρίσει ως «ωραία» η φωνή μου (που δεν μπορούσα και να πιστέψω ότι ακουγόταν τόσο καλά, τελικά) αλλά να  ενταχθεί στο δρώμενο φυσικά, ισότιμα. Από την ‘άλλη τα λόγια της Μίνας με παρηγορούσαν.  Μαρτύριο. Πώς θα ηρεμούσα, πώς θα γλύτωνα από αυτή την αμφιθυμία; Να φύγω, να απομακρυνθώ από εδώ, μήπως συνέλθω, να ξαναβρώ τον εαυτό μου…
Ξεκινήσαμε για το «επίσημο» δείπνο που έδινε ο Πρόεδρος για το πανηγύρι σε ένα εστιατόριο της περιοχής, προσκεκλημένες του, μαζί με τους «επίσημους», νομάρχη κ.λπ. Στο δρόμο το εσωτερικό μου μαρτύριο συνεχιζόταν. Ήμουν δίβουλη. Μετά τα όσα μου είχαν πει κατά τους αποχαιρετισμούς, σκεφτόμουν πόσο υποκριτικά φέρομαι. Από τη μια δεν είχα αντισταθεί σθεναρά ώστε να αποφύγω να τραγουδήσω στο δρώμενο, από την άλλη το άφηνα τώρα στη μέση, δραπετεύοντας, με την πρόφαση ότι τελείωσε η «διακονία» μου, ενώ με «χρειαζόντουσαν» ακόμη. Ή μήπως είχα «καβαλήσει το καλάμι» από τα καλά τους λόγια και θεωρούσα ότι με χρειαζόντουσαν, όπως έλεγαν ίσως από ευγένεια, ενώ δεν ήμουν δα και αναντικατάστατη, το «κυρίως» μέρος του πανηγυριού είχε άλλωστε περάσει. Κατόπιν αυτών, αποφάσισα ότι ήθελα να φύγω, οριστικά, χωρίς  ενοχές, χωρίς  να λυπάμαι ή να νομίζω ότι προσφέρω κάτι ή ότι τους προδίδω. Ένοιωθα εξάλλου εξουθενωμένη, κορεσμένη. Ήταν βαριά η εμπειρία για πρώτη φορά,  έτσι που είχα «μπει» στο δρώμενο και με όλα όσα είχαν συμβεί . Όταν πήρα την απόφασή μου, ένοιωσα πια ικανοποιημένη για τη διακονία μου στο δρώμενο.  Ότι πραγματικά είχα «αξιωθεί», με την ιερή έννοια,  να συμβάλω  με αυτό τον τρόπο στην τόσο σημαντική αυτή για τους ίδιους τελετουργία, έμπλεως από τη μουσική της, καθώς μάλιστα το τραγούδι του Μικροκωσταντίνου «έπαιζε» συνεχώς, σαν κασέτα, μέσα στο κεφάλι μου (και για εβδομάδες μετά, σαν μουσική υπόκρουση ακόμα και στο γράψιμο αυτού του ημερολόγιου) …
Το άλλο πρωί ο Πρόεδρος μας πήγε με το αυτοκίνητο του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας. Υποχρεωτικός, φιλικός, έμεινε μαζί μας μέχρι που ξεκίνησε το τρένο.
Αφήσαμε όλοι οι συνταξιδιώτες στη Μαυρολεύκη ένα κομμάτι από την  ψυχή μας, όπως όλοι οι προσκυνητές στους ιερούς τόπους. Ήμασταν πιο δεμένοι τώρα μεταξύ μας απ’ ό, τι στον ερχομό, όμως πιο σοβαροί, σιωπηλοί, κουρασμένοι και ταραγμένοι από τη συγκλονιστική εμπειρία που  είχαμε βιώσει από κοινού, πλην  ο καθένας μας με τον τρόπο του. Στη διάρκεια του ταξιδιού αποφάσισα οριστικά  ότι θα επέστρεφα τον Ιανουάριο, πριν τη γιορτή του αγίου Αθανασίου, για να κάνω πιο συστηματική επιτόπια έρευνα.
Μπαίνοντας  στο σπίτι μου ένοιωθα  σαν να είχα γυρίσει από άλλο κόσμο»…
(Ε. Ψ., ηλεκτρονική μεταγραφή από το χειρόγραφο Ημερολόγιο:  Ιαν-Απρίλ. 2013)

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ 
[απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα από συνομιλία με την Παναγιώτα και τον Κυριάκο Λιλόπουλο, στο σπίτι τους στη Μαυρολεύκη, στις 13 Ιανουαρίου του 1997):
1.
[...... ]


Κυριάκος Λιλόπουλος: Ανέβηκα πολλές φορές στην Αθήνα για τον άγιο Κωνσταντίνο [την εικόνα], που τον είχε πάρει ο Δεσπότης και ανέβαινα για τα δικαστήρια.
Ερευνήτρια (Ελένη Ψχογιού): Γιατί την είχε πάρει ο Δεσπότης την εικόνα; Τι είχε συμβεί;
Παναγιώτα Λιλοπούλου (σύζυγος, το γένος Αβράμη): Ο Δεσπότης την πήρε….
Κυριάκος [την διακόπτει]: Μπορώ να μιλήσω εγώ;!
Ερευνήτρια: Ναι, βεβαίως, ασφαλώς…
Κυριάκος [προς την Πανάγιω]: Μη μιλάς τώρα!
Κυριάκος [προς την ερευνήτρια]: Την εικόνα μας την πήρανε, όταν έγινε το πανηγύρι ’δώ πέρα, γιατί εμείς ―γινότανε το πανηγύρι εδώ πέρα [στη Μαυρολεύκη], κανονικά, με κόσμο κι αυτά. Όταν έγινε το πανηγύρι,  είχαμ’ έναν παπά ’δω πέρα, απ’ την Εύβοια, από κάτω ήταν ο παπάς. Χωροφύλακας ήτανε κι έγινε παπάς εδώ. Λοιπόν, εχόρεψε η παπαδιά [η γυναίκα του εν λόγω παπά] στο χορό του αγίου Κωσταντίνου [στα Αναστενάρια] και κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά. Ένα μωρό. Το κρατούσε στην αγκαλιά. Εγώ στεκόμουνα δίπλα στο αγίασμα  και έρρινα νερό τον  κόσμο να πίνει. Λοιπόν, η παπαδιά, τι την ήρθε να πούμε ’κείν’ την ώρα, αμπολάει το παιδί έτσι [ανοίγει τα χέρια του και τ’ αφήνει να πέσουν κάτω, ελεύθερα], έτσ’ αμπόληκε το παιδί κάτου!!!...
Παναγιώτα: Το πέταξε, αυτή!!
Κυριάκος : …λοιπόν, κι άρχισε ο παπάς ―με συγχωρείς για τη φράση μου― «την Παναγία και το Χριστό»!! [βλασφημούσε]. Το Ευαγγέλιο διάβαζε ο παπάς [εκείνη τη στιγμή, στην εκκλησία, όταν το έμαθε] κι αρχινάει να βρίζει!! Νευριάστηκε, γιατί να χορέψει η παπαδιά. Χόρεψε η παπαδιά. Εκεί που βάνομε τη φωτιά. Λοιπόν, και ο παπάς πεισμώθηκε ύστερα και παίρνει την εικόνα [την παλιά, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, τον παππού] και την πετάνε στο ποτάμι.
Ερευνήτρια: Αυτά πότε γινόντουσαν, ποια χρονολογία;
Κυριάκος : Πάντως δε θυμάμαι ακριβώς…
Παναγιώτα: Έχει χρόνια. Έχει πολλά χρόνια.
Ερευνήτρια: Πριν το ’60;
Κυριάκος : Ναι, πριν αυτού, πριν! Λοιπόν, την πετάξανε στο ποτάμι [την εικόνα]. Το ποτάμι δεν την πήρε [δεν την παρέσυρε]!  Εδώ μ’ έπνιξε δεκαεφτά χρονών παλικάρι [το ποτάμι, τον γιο του], τον πήρε, την εικόνα δεν την πήρε! Την εικόνα [το ποτάμι] την πήγε σ’ ένα μέρος και τη γύρισε έτσι, τα μπρούμυτα , έτσι [δείχνει]. Κάποιος πήγε να ποτίσει τα ζώα στο ποτάμι, βλέπει ένα σανίδι να γυρνάει ’κεί πέρα.  Σκύβει, το παίρνει, το γυρίζει, βλέπει την εικόνα!! Αφού την πήρε την εικόνα ―ήτανε τρεις-τέσσερες μέρες και παραπάνου στο νερό μέσα―, χάλασε η εικόνα. Διότι αυτή η εικόνα, ο άγιος Κωσταντίνος [και Ελένη] , έχει τρία στρώματα μέσα. Μέσα κούφιος είναι, τρία στρώματα έχει.
Ερευνήτρια: Αααα… Δηλαδή είναι απέξω ασημένιο και από μέσα έχει άλλο [στρώμα] και πάρα μέσα άλλο;
Κυριάκος : Ναι, όλο με πανιά, με πανιά αυτά είναι.
Ερευνήτρια: Αα, έχει και πανιά από μέσα!
Παναγιώτα: Έχει μορφές!
Κυριάκος : Λοιπόν, την εικόνα την πήγαμε στα Σέρρας, τη φτιάξαμε.
Ερευνήτρια: Και πώς τη φτιάξατε; Τα βγάλατε όλα αυτά από μέσα, τα πανιά;
Κυριάκος : Όλα, όλα, όλα. Όλα.
Παναγιώτα: Όλα!
Κυριάκος : Όλα, με τη διαφορά, αφήσαμε κάτι ρούχα και μέσα. Λοιπόν, τη φέρανε την εικόνα εδώ πέρα. Παίρνουμε την εικόνα εμείς ―έτσι τους έκοψε μερικοί γέροι, που δεν τους έκοβε― παίρνουμε την εικόνα και πάμε στο Λαγκαδά να πανηγυρίσουμε, με την εικόνα τη δικιά μας. Η δικιά μας η εικόνα είναι η πιο αρχαία, ο πιο αρχηγός άγιος Κωσταντίνος είναι αυτή η εικόνα. Έχουνε και στο Λαγκαδά, έχουνε και στην Αγία Ελένη [το χωριό], έχουνε και παντού [εικόνες] αλλά αυτή είναι απ’ την πατρίδα. Και ’γώ δεν ξέρω πόσο χρονών είναι!
Παναγιώτα: Ο μεγαλύτερος  είναι αυτός που έχουμε εμείς εδώ πέρα!
Κυριάκος :  Λοιπόν, ο παπάς τι κάνει. Αφόσον πήραμε την εικόνα και πάμε να πανηγυρίσομε στο Λαγκαδά, ο παπάς ο ίδιος πάει και λέει στο Δεσπότη ότι «εκλέψαν αυτοί την εικόνα του άγιου Κωσταντίνου [και Ελένης]  ―γιατί την είχαμε στην εκκλησία, ελεύτερη― πήραν την εικόνα οι Νεστενάρηδες και πήγανε στο Λαγκαδά, να πανηγυρίσουνε! Την κλέψανε! Κλέψανε την εικόνα!» και διατάζει ο Δεσπότης, «να την κατασχέσομε την εικόνα»! Πήγαμε κάτου, την πήρε η Διοίκηση της χωροφυλακής αλλά μας την έδωσε, κάναμε το πανηγύρι, μετά τη φέραμε.  Πήγαμε στον εισαγγελέα την εικόνα, να τη φέρουνε συνοδεία με χωροφύλακα, λέει [έλεγαν οι Νεστενάρηδες], με όρους, να την πάρουμε εμείς. Ναι. Τη χαιρέτισε ο εισαγγελέας, τη βλέπει, λέει «εφόσον κατασχέθηκε η εικόνα, κατασχέθηκε». Πάει η εικόνα! Την πήρε η Μητρόπολη, την έκλεισε μέσα. Δικαστήριο στη Δράμα, τιμωρήθηκε ο Δεσπότης. Δικαστήριο στην Κομοτηνή.
Ερευνήτρια:  Δεν την έδινε;
Κυριάκος : Δεν την έδινε!
Κυριάκος: Δικαστήριο  στην Κομοτηνή, δεν την έδωσε. Κάνομε στον Άρειο Πάγο. Κάνουμε στον Άρειο Πάγο δικαστήριο, δικάστηκε. Δικάστηκε [ο Δεσπότης] την εικόνα να την πάρουμε.  Γι’ αυτό σε λέω, πήγαμε πολλές φορές, πήγα στην Αθήνα.
Ερευνήτρια:  Εν τέλει, την έδωσε;
Κυριάκος: Την πήραμε την εικόνα αλλά η οικογένεια πέθανε, αυτοί που την είχανε...
Παναγιώτα: Αυτός ο παπάς έβγαλε ένα σπυρί εδώ, στο στόμα.
Κυριάκος: Αυτός την πλήρωσε ύστερα, ο παπάς, τα πλήρωσ’ όλα.
Παναγιώτα: Κι ο Δεσπότης, κι ο Δεσπότης, κι αυτός!!
Κυριάκος: …κι έτσι έγινε η υπόθεση. Όταν πήγα να πάρω την εικόνα, με λέει ο Δεσπότης, «τετρακόσα χιλιάρικα πλήρωσα», λέει, «δικαστικά» [δραχμές]. «Ας μην τα πλήρωνες, ας μας έδινες την εικόνα, να μην έχομε δικαστικά»!  «Εξ αιτίας σας», λέει, «τετρακόσα χιλιάρικα πλήρωσα». Την πήραμε την εικόνα. Την πήγαμε σ’ ένα ‘άλλο, ας πούμε ’κεί [σπίτι, οικογένεια], την αφήσαμε κάμποσον καιρό, μετά βγήκαν[1] αυτοί [η οικογένεια που την έχει], την πήραν από ’κεί πέρα, αλλά… την έχουν φυλακή.
Παναγιώτα: [έντονα]: Την έχουν κλεισμένη! Την έχουνε κλεισμένη. Ήσανε [προς εμένα, την ερευνήτρια] πέρσι στο πανηγύρι, ήσανε που τραγουδούσες. Επειδής βγήκε η  εγγονή του και χόρεψε […]
2.
Κυριάκος: Ήταν ένας γέρος κι άναβε τη φωτιά. Λέγει, «Κυριάκο, έλα ’δώ παιδί μου, να σε μάθω πώς θ΄ανάβεις τη φωτιά, γιατί γέρασα πια, δεν μπορώ. Να όπως και ’γώ τώρα, να πούμε, δεν μπορώ, ναι, δεν μπορώ, και, μ’ έριξε [ο γέρος] στη φωτιά, να χω ’γώ τη φωτιά.
Ερευνήτρια: Δηλαδή έχει κάποια ειδική τεχνική η φωτιά;
Κυριάκος: Βέβαια! Τώρα τα’ν άφησα στο γιο μου και ’γώ, δε μπορώ, δε βλέπω.
Ερευνήτρια: Και μεθαύριο [το αγίου Αθανασίου] θα την ανάψει ο γιος σου τη φωτιά;
Κυριάκος: Ο γιος μου κι ο γαμπρός μου. δε μπορώ. Δε βλέπω. Τους έδειξα εκειπέρα, τους είπα τι θα κάνουνε, δε μπορώ. Είμαι κι ανάπηρος.
Ερευνήτρια: Του αγίου Κωνσταντίνου [τον Μάιο] είδα που είχατε κεριά μέσα στα ξύλα και την ανάψατε.
Παναγιώτα: Τώρα έχουμε κεριά…
Ερευνήτρια: Γιατί, πριν τι είχατε;
Κυριάκος: Πάντα κεριά είχαμε. Ε, θα πας, θα θυμιάσεις  εκεί τα ξύλα, να πούμε, και θ’ ανάψεις τη φωτιά.
Ερευνήτρια: Με τι την ανάβετε; Με σπίρτο;
Παναγιώτα: Κερί! Με κερί, κερί, με το κερί, όοοχι με σπίρτο!! Θα πάμε ’κεί πέρα, θ’ ανάψουμε τη φωτιά, και, όποιος έχει δρόμο, Ελένη, θα μπει! Δεν έχεις σημάδι, θα καείς!
Ερευνήτρια: Και το σημάδι πώς το καταλαβαίνουνε;
Παναγιώτα [χαμογελάει] – Κυριάκος [σοβαρά]: Σε δίνει τη δύναμη… σε κάνει μια αυτή…
Κυριάκος: Εγώ ανάβω τη φωτιά και φεύγω στην μπάντα. Δε μπορώ να πάω κοντά, δε μπορώ […]
3.

Παναγιώτα: [....] Λοιπόν, πήγα εγώ που λες στην Αγία Ελένη, να πανηγυρίσω. Μονάχη ήμουνα. Δεν είχε άλληνε, μόνο εγώ πήγα από ’δώ, απ’ το χωριό. Βάνανε πούλμαν, και πηγαίναμε! Πηγαίναμε. Αφού δε γινόταν [το πανηγύρι] εδώ, για! Πηγαίναμε ’κεί πέρα. Λοιπόν, εγώ, ήτανε δύο που κρατούσαν τα εικονίσματα, ένας απ’ το Λαγκαδά και ένας από ’κεί μέσα, τοπικός. Λοιπόν, στ’ αλώνι, δεν έχει πρασινάδα καθόοοολου! Ξέρεις τι κάνουν; Αφήνουν τέτοιο, τα κόβουν με την κόσα τα χόρτα έτσι, και σε λέγει, θα ’ρθούν αυτοί, θα καούνε! Λοιπόν…
Ερευνήτρια: Το χορτάρι δηλαδή τι σημασία έχει;
Παναγιώτα: Το χόρτο!  Πά’ σε πράσινα λιβάδια κάθ’σαν τρία παλικάρια, πά’ στο πράσινο!! Πρέπει να έχει πράσινο, πράσινο.  





[Αποσπάσματα απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη με κατοίκους της Μουσθένης Παγγαίου που πραγματοποιήθηκε από την ερευνήτρια του ΚΕΕΛ Ελένη Ψυχογιού, την Τετάρτη, 14/1/1997, στο πλαίσιο της έρευνάς της σχετικά με το θρακιώτικο δρώμενο Αναστενάρια,  μέσα στο σπίτι της Ελένης Καρατσόρη. Συμμετέχουν εκτός από την ερευνήτρια που θέτει τα ερωτήματα, η Ελένη Καρατσόρη, ο γιος της Γιώργος Καρατσόρης, δάσκαλος, η νύφη της Κατίνα Κούρτη- Καρατσόρη δασκάλα, ο εξάδελφός της Θεόδωρος Κρυωνάς, οι εξαδέλφες της Δέσποινα Γκογκάκη και Δέσποινα Κωνσταντίνου. Παρούσα  αποσπασματικά και η Έλενα Καρατσόρη, κόρη του Γιώργη και της Κατίνας.]
4.
[...]

Θεόδωρος  Κρυωνάς: Μας διώξανε, μας διώξανε. Μας διώξανε λέει;! Ερχόντας όμως, ερχόντας εδώ όσοι,  ―εμείς γιατί έφυγαμ’ απ’ το Μπανάρασαρ [;] και πήγαμε στον Άη-Στέφανο, όσοι πήγαμε στον Άη-Στέφανο, ήρθαμε δια θαλάσσης, ήρθαμε στην Καβάλα! Όσοι έμειναν εκεί, τράβ’ξανε τα τρένα, πεζοπορίες, τα τρένα, ήρθανε στη Δράμα, πιάσανε τη Μαυρολεύκη, πιάσανε Αγία Ελένη, κι άλλα μέρη, πίσου. Όπου του κάπνιζε του καθενός πήγαινε. Όπου την εύρισκε δηλαδή καλά. Εδώ που ήρθαμε, είχαμε πολλές οικογένειες εμείς, από του Γκαλάτζο κι απ’ του Μπροντίβο κι απ’ άλλους.  Όσοι ήμαστε στον Άη-Στέφανο. Ήμασταν πολλοί, πολλές οικογένειες. Ήρθαμε ’δώ αλλά έσπειραμ’ τη μια χρονιά καπνά, περιμέναν να  ’ρθει ο έμπορος να τ’ αγοράσει.
Ερευνήτρια: Πώς όμως βρεθήκατε εδώ, στη Μουσθένη απ’ την Καβάλα; Γιατί δεν μείνατε εκεί;
Θ. Κρυωνάς: Εεεε…ποιος αγρότης ’θελα μείνει; Πρώτα-πρώτα πού να πάμε ’μείς εκεί;  Εμείς όλοι κοιτάγαμε να βγούμε στα χωριά! Όχι να κάτσουμε στην Καβάλα! Δεν έκατσε, από ’μας κανένας δεν έκατσε στη Καβάλα. Ήρθαμ’ εδώ,  Ελευθερόπολη, κι απ’ το Ελευθερόπολη πήγαμε στο Ελευθερές κι έκατσαμε και δυο μήνες. Σ’ ένα τζαμί μέσα, σαν τσι κατσιβέλοι! Η μάνα τ’ς [της Ελένης Κ.] και η μάνα μου, ας είν’ ακόμα, είπαν τι κάθ’μαστε ’δώ, τι κάνουμε;  Κινάνε κ’ ήρθανε ’δώ, τέλος πάντων, εδώ ήτανε πολλές οικογένειες [στη Μουσθένη].
Ερευνήτρια: Όλες οι οικογένειες απ’ το ίδιο χωριό;
Θ. Κρυωνάς: Ήμασταν μπερδεμένοι. Και Καλατζινοί, Μπροντιβιώτες, Κωτσιανοί, ήτανε γιατί από τη Θεσσαλονίκη που φύγαμε, πήγαμε στη Μπαράνασαρ [; δυσάκουστο] ανάμιχτοι. Και στην Ελευθερόπολη ήταν από πολλά χωριά. Κείνη τη χρονιά, λοιπόν, κάναμε καπνά και δεν πουλ΄θ’καν, δεν ήρθαν οι έμποροι, δεν τα παρέλαβαν. Οι δικοί μας, ρε, βιο, λέει, που δεν  μπορώ να το βάλω στο κάρο απάνου, να πάω να το πουλήσω ό,τι ώρα θέλω ’γώ, λέει, χωριό είν’ αυτό; Χωριό που δεν έχει αλώνι;  λέει. [Τα] μαζεύουν από ’δώ, [πάνε] στη Μαυρολεύκη, που λες, οι πολλοί ήτανε ’δώ, από δώ φύγανε! Κι άλλοι πήγανε στην Αγία Ελένη. Από ΄δώ! Κ’ έμειναμε ’μείς, οι δυο οικογένειες. ’Μείς, πού θα πάμε, τι θα κάνουμε, εμείς είχαμε φερμένα δυο ζευγάρια [βόδια, για όργωμα] απ΄τη Θράκη. Τά ’φεραν άλλοι αλλά […]

5. 
[....]
Θ. Κρυωνάς: Πήγαμε [στη Μαυρολεύυκη] το 1950 ’μείς, το πενήντα δεν την κάνανε.  Το ’50 πήγαμε εδώ πούλμαν, επιάσαμ’ αγκαζέ [πούλμαν] πήγαμε. Αλλά έπιασε βροχή, ψιχάλισε και δεν έγινε [το πανηγύρι]. Αλλά όπως έλεγ’ ο θειος μου, του Παρασκευά [Γκογκάκη] ο μπαμπάς, της Δέσποινας, ’δώ κάτ’ ο μπαμπάς, μάλλωσάνε. Γίν’κε!! …[γελάει].

Ερευνήτρια: Γιατί; Τι έγινε;

Θ. Κρυωνάς: Άσε τώρα!  [γελάει]

Ερευνήτρια: Έλα, πες το, δεν πειράζει.

Θ. Κρυωνάς: Μέσα στο δάσος, εκεί που είναι του Παρασκευά το σπίτι, δεν ξέρω αν πήγες στη Μαυρολεύκη στο δάσος μέσα[1], είχ’ ένα σπίτι μοναχικό, τότες. Εκεί ήμαν εκείνη τη χρονιά που γίνηκαν αυτά. Πήγανε λησταί και μπήκε ένας απ’ πάν’, ισόγειο το σπίτι, καλοκαίρ’ τώρα εκεί, θερίζαμε, θέρος, Ιούλιος. Κατάφερε λοιπόν και μπήκε από πάνου και τρύπησε μια τρύπα ’κεί στο δωμάτιο και  παρακολουθούσε πού είχανε τα χρήματα, αυτός ο ληστής. Τέλος πάντων, έφυγαν αυτοί μια μέρα [πήγαν στον θέρο;] έκατσε δυο-τρεις μέρες αυτός.

Ερευνήτρια: Ποιου ήταν το σπίτι;

Θ. Κρυωνάς: Του Λάντζου ήταν. Πρόεδρος ήταν αυτός, Θρακιώτης, Κωτσιανός. Τότε δεν ήταν άλλοι εκεί. Κα’να-δυο βλάχοι [κτηνοτρόφοι] ήταν. Όλ’ οι άλλοι, Θρακιώτες. Τρία-τέσσερα χωριά μαζεμένοι ήτανε, Θρακιώτες όμως, Κωτσιανοί, Μπροντιβιώτες, Καλατζινοί. Μικρό χωριό αλλά έπιασε πολλά χωριά εδώ. Και γίνηκε η φασαρία ’κείνη, αφού γίνηκε  η κλοπή, έφυγε [ο ληστής]. Πήγ’ αυτός  [ο Λάντζος, ο ιδιοκτήτης]  το βράδυ, πήγε στην Αστυνομία. «Πού έχ’ς υποψία;» [ρώτησαν]. «Πουθενά», αυτός, «δεν έχω»,  λέει, «μέσ’ στο χωριό, σε κανέναν!». Εκεί [στο χωριό] μαζεύτ΄καν τα νεστενάρια  έπειτα, οι γυναίκες.

Κατίνα Κούρτη-Καρατσόρη: Γιατί λες μόνο οι γυναίκες;

Θ. Κρυωνάς: Οι άντρες δεν πήγαιναν πολύ-πολύ. Δεν πήγαιναν. Οι γυναίκες ήταν [νεστενάρια]. Τέλος πάντων, μαζεύτηκαν οι γυναίκες και πήραν μια απόφαση και είπαν ότι ένας, γιατ’ έκλεψε δυο δεμάτια χορτάρι απ’ τον κάμπο, τάχα ότ’ ήταν αυτός ο κλέφτης! Το ’πιασαν το παιδί, καμιά δεκαεφτά-δεκαοχτώ χρονών…

Ερευνήτρια: Οι γυναίκες πού μαζεύτηκαν δηλαδή, στο κονάκι;

Θ. Κρυωνάς: Στο κονάαακι! Στο κονάκι γίν’κε η συνεδρίαση. Και υπόδειξαν αυτό[2] [το παιδί, ως κλέφτη]. Το πήρε η αστυνομία, το χτύπησε κα’να-δυο  χαστούκια το παιδί, το ’στειλαν στην Ασφάλεια, τίποτα! Μα δεν ήξερε, τι να ομολογήσει! Η Ασφάλεια όμως, τα πλοκάμια  τά ’πιασε!  Και τ’ς έπιασε  [τους πραγματικούς κλέφτες].  Κ’ ήτανε τρεις αυτοί. Αυτοί έκλεβαν κι αγόραζαν ζώα. Τον είπαν [στο παιδί  το  αθώο] ύστερα, «κάν’ τις, κάν’ τις μήνυση τώρα» [στα νεστενάρια, στις γυναίκες που τον είχαν υποδείξει ως κλέφτη]!!  Λέει, «τι να τ’ς κάνω μήνυση τώρα, το ξύλο που έφαα λέει… ποιος θα μ’  το πληρώσει! πληρώνεται;» λέει, «τα έξοδα, τα μεροκάματα, όλ’ αυτά». Ήτανε καλός, νοικοκύρης αυτός. Και στεναχωρέθ’κε. Αυτός έλεγε «όχι, δεν είμαι»! Είναι [έλεγαν τα νεστενάρια], δεν είναι [έλεγε το παιδί και άλλοι], είναι - δεν είναι και έτσι τσακώθ’καν και δε βγήκαν τα νεστενάρια όταν πήγαμε ’μείς, ’κείνη τη χρονιά ήτανε το 1950. Έτσι. [...]


 6.
[....]

Δέσποινα Γκογκάκη [μιλάει για κάποια συγγενή της στη  Μουσθένη]: Αδελφές ήτανε με τη μάνα μου, η μάνα τ’ς και πήγαινε η νύφη τους  στη Μαυρολεύκη. Της είπανε λοιπόν που θα πήγαινε ’κεί [στη Μαυρολεύκη], να ρωτήσει τα νεστενάρια γιατί έμειναν  άκληρες  [δεν είχαν αποκτήσει  παιδιά]. Πήγανε στο κονάκι και ρωτήσανε, ποια βρήκανε ’κεί, τη θεια μ’, δεν ξέρω και αυτές [τα νεστενάρια] την είπανε θα συνεδριάσουμε και θα σε πούμε. Συνεδρίασαν αυτές το βράδυ και το πρωί που πήγε τ’ς είπαν ότι αυτές [οι ερωτώσες] είχαν από ένα τάμα και δεν το ‘καναν το τάμα και γι’ αυτό. Αλλά αυτές  ήταν μεγάλες, πολύ μεγάλες πια για να κάνουνε παιδιά.

Δέσποινα Κωνσταντίνου: Και ΄γώ το θυμάμαι. Το ’βρισκαν. Ότ’ τ’ς

ρωτούσες το ’βρισκαν, τα νεστενάρια. Ό,τι τις ρωτάγανε, το ’λεγαν, το ’βρισκαν αυτές. Για αρρώστια, για χαμένους, για ό,τι. Πολύ! Άμα είχες βάσανο, εκεί πήγαινες. Πίστευαν στ’ αναστενάρια, στον παππού [την παλιά εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που είχαν φέρει από το Κωστί].[...]






ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΕΝΗΣ  ΨΥΧΟΓΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ
(βλ.  επίσης σχετικές αναρτήσεις και σε αυτό εδώ το  blog καθώς και στο blog της ίδιας, psychogioueleni.blogspot.com):

1993, «Ο κύκλος που δεν έκλεισε ακόμη, εφημ. Το βήμα, 20/6/93, σ. Β4.
−, 2001, «Το αλώνι της Αγιαλένης», εφημ. Καθημερινή της Κυριακής, 4/3/, ένθετο Επτά Ημέρες: 32-34.
−, 2004, «Για την “Ελένη” και το Μάη», εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή 20/5/2004, ένθετο Αναγνώσεις, σ. 28-29 (αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα της Ηλείας, 17/5/2004, σ. 20-21).
−, 2004Β, «Η εθνοτική ετερότητα ως δήλωση μεταφυσικής παρουσίας στα τελετουργικά τραγούδια: Ελμάζαγας και Ελένη», στο Θανάσης Φωτόπουλος (επιμ.), Arab and Islamic World. History, Culture, Relations with Hellenism (1st International Congress of Oriental and African Studies, Λάμπεια Ηλείας, 19-21 Σεπτ. 2003), Journal of Oriental and African Studies, vol. 13, σ.  233-276.
−2005, «Δέσποινα, Ελένη, Αγιαλένη: Θρησκειοϊστορική προσέγγιση ενός μαγιάτικου πανηγυριού στη Λυκόσουρα Αρκαδίας», ανακοίνωση στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο για τον Ελληνικό Πολιτισμό, «Η πανήγυρις: μια διαχρονική ματιά στον κοινωνικό-οικονομικό και πολιτικό της ρόλο», (Σουφλί 16-20 Νοεμβρίου 2005), υπό έκδοση.
2008, «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 24, Αθήνα, σελ. 530 (υποψήφιο για τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία 2008, στην κατηγορία δοκίμιο).
−, 2008Α, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο στο λαογραφικό χώρο και χρόνο: το πανηγύρι του “άγιου Κωσταντίνου” [και Ελένης] στον Καραβάδο», στο  Ο Δημήτριος Σ. Λουκάτος και η Ελληνική Λαογραφία, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 27, σ. 197-244.
−, 2010, «Tο πανηγύρι της  Παναγίας της Λάμιας  στα Διλινάτα,  στο πλαίσιο της “μεγάλης αφήγησης”  για την Mητέρα-Γη (εθνογραφικό ημερολόγιο επιτόπιας έρευνας)», Κυμοθόη 20 , σ. 163-199.
2011, «”Γέροι” και “Γενίτσαροι”, θρησκευτικές θιασικές ομάδες στη ΒΔ Πελοπόννησο: συμβολή στην ερμηνεία  των δρώμενων και στην ιστορία του λαϊκού φαντασιακού», ανακοίνωση στην Επιστημονική Ημερίδα:  «Διαβατήρια και ευετηριακά δρώμενα. Παλαιές μορφές – σύγχρονοι προβληματισμοί – νέες ερμηνείες», οργάνωση Δήμος Θηβαίων, ΚΕΕΛ Ακαδημίας Αθηνών, Παραδοσιακός Σύλλογος «Ο Βλάχικος Γάμος», Θήβα  23/9/ 2011, υπό έκδοση.
, 2012, «Από το ναό της Αθηνάς στο αλώνι της “Αγιαλένης”: μια διαχρονική διαλογική αφήγηση
εγγεγραμμένη  στο ιερό τοπίο της Αλίφειρας», ανακοίνωση στο:   3ο
CSPS International Conference «Sacred Landscapes in the Peloponnese from Prehistory to  Post-Byzantine Times, Σπάρτη, 30 Mαρτ. - 1 Aπριλ. 2012 , υπό έκδοση.
−, 2013, «Από το “φάντασμα” της Ελένης του Ευριπίδη στη “Λάμια” και τ’ ανάπαλιν: ανιχνεύοντας τη χρήση λαϊκών μύθων στη δραματουργία», στο Λαϊκός πολιτισμός και έντεχνος λόγος (ποίηση – πεζογραφία – θέατρο), Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου (Αθήνα 8-12 Δεκεμβρίου 2010),  επιμέλεια ύλης - επιστημονική επιμέλεια Γιώργος Βοζίκας,  Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 30, τόμος Β΄, Αθήνα 2013, σ. 657-679.





[1] Το χειρόγραφο Ημερολόγιο με τις φωτογραφίες εναπόκειται στο αρχείο του ΚΕΕΛ όπου υπάρχουν και μαγνητοταινίες ηχογραφήσεων και videoταινίες από αυτό το πανηγύρι. .
[2] Στη συνέχεια  αυτή  η έρευνα απέδωσε πλούσιους καρπούς που έχω καταθέσει σε  σχετικές εργασίες, δημοσιευμένες ή υπό δημοσίευση (βλ. σχετική βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου).
[3]
Βλ.  Loring Danforth, 1995, Τα Αναστενάρια της αγίας Ελένης. Πυροβασία και θρησκευτική θεραπεία, μτφ. Μανώλης Πολέντας, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα.
 Βλ. επίσης ενδεικτικά για τα αναστενάρια: 
Loring Danforth, , 1992, «Η ρύθμιση των συγκρούσεων μέσα από το τραγούδι στην τελετουργική θεραπευτική», στο Ευθύμιος Παπαταξιάρχης και Θεόδωρος Παραδέλλης, (επιμ.), Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα, εκδ. Πανεπιστήμιο Αιγαίου και Καστανιώτης, Αθήνα.  
 Κατερίνα Κακούρη, 1963, Διονυσιακά, Αθήναι
Γεώργιος Α. Μέγας, 1974, «Η έννοια και ο χαρακτήρ των αναστεναρίων», Λαογραφία 29, σ. 3-18.
Δημήτριος Β. Πετρόπουλος, 1938-1940, “Τα Αναστενάρια στο χωριό Κωστή της περιφερείας Αγαθουπόλεως Αν. Θράκης”,  Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, Ε΄-ΣΤ΄, σ. 129-142. 
Μιράντα Τερζοπούλου,2003, «Με τα τύμπανα και τα όργια της Μητέρας. Η γυναικεία λαϊκή λατρεία ως πολιτική μεταφορά σε ένα συγκρουσιακό περιβάλλον», στο Χριστίνα Βλαχούτσικου σε συνεργασία με την Kain-Laurie Hart, (επιμ.), ΄Οταν οι γυναίκες έχουν διαφορές. Αντιθέσεις και συγκρούσεις γυναικών στη σύγχρονη Ελλάδα, εκδ. Μέδουσα, Αθήνα, σ. 320-360.
Evy Johanne Håland, 2013, “Cultural Diversity in Greek Religion: From the Modern Anastenaria Festival to the Ancient  World” , Mediterranean Review, 6, αρ. 1, Ιούνιος 2013, σ. 1-41 (http://www.academia.edu/4397330/)
Μαρία Δαράκη
Μέγας 
Τερζοπούλου 
[4] Ψυχογιού 1993
[5]
[6] Μετάβαση σε Στην ελληνική μυθολογία ο Πενθέας (Πενθεύς) ήταν βασιλιάς των Θηβών, εγγονός του Κάδμου ως γιος του Εχίονα (ενός από τους Σπαρτούς) και της Αγαύης, κόρης του Κάδμου. Ο Κάδμος στα γεράματά του παρεχώρησε τον θρόνο των Θηβών στον Πενθέα. Ως βασιλιάς, ο Πενθέας καταπολέμησε δυναμικά τη διάδοση της λατρείας του θεού Διονύσου στο βασίλειό του, φθάνοντας μάλιστα κάποια στιγμή να φυλακίσει και τον ίδιο τον θεό. Αλλά ο Διόνυσος ελευθερώθηκε και παρέσυρε τον Πενθέα να κατασκοπεύσει τις Βοιωτές γυναίκες πάνω στο βουνό Κιθαιρώνα, όπου λάτρευαν τον Διόνυσο. Ο Πενθέας ανέβηκε πράγματι στο βουνό και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Οι μαινόμενες όμως «Βάκχες» τον ανεκάλυψαν και τον έφαγαν ζωντανό με πρώτη την ίδια του τη μητέρα, την Αγαύη, η οποία έμπηξε το κεφάλι του Πενθέως στο κοντάρι της, νομίζοντας μέσα στην ιερή τρέλα και έκστασή της ότι ήταν κεφάλι λιονταριού. Διάδοχος του Πενθέως στον θρόνο ήταν ο θείος του Πολύδωρος.
Τον μύθο του Πενθέως πραγματεύθηκε ιδίως ο τραγικός Ευριπίδης στην τραγωδία του Βάκχαι (απο την Βικιπέδια, στο google)
[8] Βλ. σχετική συνομιλία στις απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις
[9] Βλ. τα τραγούδια μέσα στο κείμενο.
[10]Βλ. και  Γεώργιος Α.Μέγας,  1911, «Θυσίαι ταύρων και κριών εν τη Βορειοανατολική Θράκη», Λαογραφία 3, σ. 148-171.
[11] Βλ. Κακούρη Κατερίνα, 1965, Θάνατος-Ανάσταση σε μαγικο-θρησκευτικά «δρώμενα» της λαϊκής λατρείας της Ηπείρου, Αθήνα.
[12] Πηγή: Δημήτριος Β. Πετρόπουλος, 1938-1940, “Τα Αναστενάρια στο χωριό Κωστή της περιφερείας Αγαθουπόλεως Αν. Θράκης”,  Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, Ε΄-ΣΤ΄, σ. 129-142. ο οποίος αναφέρει: “Το τραγούδι  αυτό είναι δημοσιευμένο από τον κ. Παπαχριστοδούλου […..].

1 comment: