Friday, March 2, 2012

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ: συλλογικές τελετουργίες μνήμης για τις ψυχές




 
 
Είναι γνωστό πως όσον αφορά το μεταφυσικό, το λαϊκό φαντασιακό διατηρεί λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία της παγανιστικής θρησκευτικής παράδοσης διαλεκτικά δεμένα με την παράδοση του χριστιανισμού, παρά το πέρασμα τόσων αιώνων από την επικράτησή του. Αυτό γίνεται φανερό κυρίως  στις λαϊκές τελετουργίες,  δημόσιες και ιδιωτικές, που αφορούν τον κύκλο του χρόνου όσο και τον κύκλο της ζωής. Εκεί όμως που αυτή η παλαιά, παραβατική παράδοση κρατά γερά το κάστρο της  είναι οι τελετουργίες του θανάτου, αφού τα έθιμα που αφορούν τη μετάβαση του νεκρού στον άλλο κόσμο διαμορφώνονται σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις για τη μετά θάνατο ζωή1
 
Κύριοι φορείς της αρχαϊκής θρησκευτικής πίστης για το θάνατο και για τον «άλλο» κόσμο σε επίπεδο κοσμαντίληψης όσο και τελετουργίας είναι οι γυναίκες. Επιφορτισμένες βιολογικά με τη δημιουργία της ζωής και κοινωνικά αρμόδιες -ως μανάδες και τροφοί- για την φροντίδα της αποκτούν πλήρη, βεβαρυμένη αρμοδιότητα και για το θάνατο, τον οποίο χειρίζονται τελετουργικά για λογαριασμό των ζώντων διαμεσολαβώντας στο μεταφυσικό  και ταυτόχρονα ενεργώντας για τη συντήρηση της  συλλογικής φαντασιακής του θέσμισης. Οι προχριστιανικές αυτές αντιλήψεις συγκροτούν λοιπόν ένα  δομημένο σύνολο αξιών,   πίστης, αντιλήψεων  και  τελετουργικών δράσεων που αφορά το θάνατο (άρα και τη ζωή) και το μετά θάνατο κόσμο, παρά την επίσημη δυϊκή χριστιανική σωτηριολογική αντίληψη περί Παραδείσου και Κολάσεως, σε στενή βεβαίως όσο και  παράλληλη σχέση με αυτή.
Χωρικό και συμβολικό επίκεντρο  αυτής της λαϊκής δομημένης κοσμοθεώρησης είναι η θεϊκή Μάνα-Γη ως μάνα και τροφός όλων των φθαρτών ζωντανών πλασμάτων (ανθρώπων, ζώων, φυτών) που δένονται μαζί της με μια κοινή, αδήριτη μοίρα καθώς γεννιούνται, τρέφονται πάνω της και πεθαίνουν επιστρέφοντας σε αυτή για να ξαναγεννηθούν μέσα από τα γόνιμα σπλάχνα της.  Τόσο λοπόν η εγκόσμια όσο και η μεταθανάτια ζωή βιώνονται κατά τη λαϊκή πίστη στο πλαίσιο μιας μητροκεντρικής κοσμαντίληψης, σε σχέση με τη χθόνια Μάνα-Γη (πολυώνυμη και διφορούμενη, κυρίως ως Μαυρηγή-και-Ελένη) η πρώτη πάνω στη φωτεινή της επιφάνεια -τον «απάνου κόσμο»- και η δεύτερη στα ζοφερά σπλάχνα της, τον «κάτου κόσμο», προσωποποιούμενο ως Άδη,  όπου ωστόσο εγκυμονείται στο διηνεκές η αναγέννηση. 

 Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας: προσφορά κόλλυβων (πάνω) και ιερών ψωμιών (κάτω) στην εκκλησία, την παραμονή του Ψυχοσάββατου ( Ψυχοπαράσκευο) του Αγίου Πνεύματος (Μάιος 1999)

[1] Όλο το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση διασκευασμένων εν μέρει τμημάτων από το Δ΄ κεφάλαιο («Μοιρολοΐστρες, νεκροί και σιτάρι») του βιβλόυ μου, «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 24, Αθήνα, 2008, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφική και ερευνητική τεκμηρίωση σχετικά με την Μαυρηγή-Ελένη και τις νεκρικές τελετουργίες. Βλ. επίσης, Ελένη Ψυχογιού,  «Μοιρολοΐστρες, νεκροί και σιτάρι. Αντιλήψεις για τη μεταθανάτια ζωή στις επιμνημόσυνες γυναικείες τελετουργίες» , στο Φώτης Τερζάκης (επιμέλεια) Θάνατος και εσχατολογικά οράματα. Θρησκειοϊστορικές προοπτικές, Αρχέτυπο, Αθήνα-Θεσσαλονόκη 2003, σ. 364-403 (βλ. και το post  "Μοιρολογίστρες, νεκροί και στάρι"  όσο και τις αναρτήσεις σχετικά με την Ελένη/Αγιαλένη σε αυτό εδώ το blog)


ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ


Άγιοι Θεόδωροι, καβαλάρηδες και πεζοί, στην  προσκυνηματική και την αφιερωματική τους εικόνα, αντίστοιχα, στον ιερό ναό των αγίων Θεοδώρων, στο Γελήνι Πελλήνης  Κορινθίας (Αύγ. 2004). Στο κάτω μέρος αριστερά της εικόνας των δύο Αγίων ως έφιππων, διακρίνεται τοποθετημένη από πιστους η εικόνα των αγίων Κωνσατντίνου και Ελένης.


Ένα ενδιαφέρον, και ως προς το Ψυχοσάββατο των αγίων Θεοδώρων,  εθνογραφικό δεδομένο που εντόπισα κατά την έρευνά μου για την Ελένη-Μαυρηγή και που κατά την κρίση μου δηλώνει, μεταξύ άλλων, την έμμεση σχέση της αγίας Ελένης/Αγιαλένης με τον αρχαίο μύθο της Ελένης, είναι πιστεύω και ο «περίεργος», πλην επίμονος τρόπος που τοποθετείται η εικόνα των δύο αγίων στις εκκλησίες (μαζί πάντα, αφού η αγία Ελένη απεικονίζεται σπάνια και παράτυπα μόνη της στους ορθόδοξους ναούς). Δηλαδή το ότι κατά κανόνα μέσα στους ναούς, συχνά δε και στα σπιτικά εικονοστάσια, η εικόνα τους συνδυάζεται σχεδόν πάντοτε με ζεύγη «δίδυμων» καβαλάρηδων ή πεζών αγίων, όχι πάντοτε των ίδιων (άγιοι Θεόδωροι, άγιοι Ανάργυροι, άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, άγιοι Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ, Απόστολοι Πέτρος και Παύλος αλλά και άλλοι, σε συνδυασμούς φαινομενικά άσχετους). Ο εικονικός αυτός συνδυασμός (εικόνα αγίων Κ. και Ε. συν «δίδυμοι» άγιοι), εκκλησιαστικά είναι μη τυπικός, αλλά παρατηρείται τόσο επίμονα κατά την έρευνα, που αποκτά τυπικά χαρακτηριστικά και, κατά την κρίση μου, μόνο η πρόσληψη των αγίων Κ. και Ε. μαζί, ως αρχέτυπου ιερού ζεύγους, και η «Αγιαλένη» όπως την ερμήνευσα παραπάνω και στο σχετικό βιβλίο μου,  μας επιτρέπει να την εξηγήσουμε.
Να υποθέσουμε δηλαδή ότι σημειολογικά μπορεί να παραπέμπει στις γνωστές απεικονίσεις της Ελένης μαζί με τους Διόσκουρους, μέσω μιας μη συνειδητής, διαχρονικής λατρευτικής πρακτικής που υπακούει φαίνεται σε ένα άρρητο και ακατάγραφο τρόπο απεικόνισης, που όμως έχει καταγραφεί στο λαϊκό φαντασιακό ως ένα είδος habitus, δηλαδή ενσωματισμένη κοινωνική μνήμη και έξη, σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μπουρντιέ, ή απλά «γιατί έτσι πάει», κατά τους ιερείς και κυρίως τους πιστούς.
Είναι εξάλλου ενδιαφέρον, και στηρίζει πιστεύω την παραπάνω υπόθεση, ότι οι «δίδυμοι» άγιοι που τοποθετούνται πλάι στις εικόνες των αγίων Κ. και Ε., φέρουν, συνδυαστικά, συμβολικά χαρακτηριστικά που αφορούν και τους Διόσκουρους: εικονίζονται μαζί, κυρίως ως καβαλάρηδες αλλά και ως πεζοί, είναι «αδέλφια», στρατιώτες, αθλητές, σωτήρες, γιατροί, έχουν συμβολική σχέση με τον ουρανό, τη γη, τις ψυχές, τη μαντική, το νερό, τον κάτω κόσμο[1].
Οι άγιοι Θεόδωροι, ο Στρατηλάτης και ο Τήρων, είναι άγιοι στρατωτικοί και καβαλάρηδες[2]. Αν και χωρίζουν τους βίους τους αιώνες, απεικονίζονται συχνότατα  μαζί, κατά όχι επαρκώς εξηγούμενο τρόπο, ως «δίδυμοι», και μάλιστα σχεδόν ωσάν τα σώματα και τα άλογά τους να είναι ταυτισμένα με τρόπο που αν δεν ξεχώριζαν τα δύο κεφάλια τους, να είναι σαν μία μορφή. Εκτός από το στρατιωτικό χαρακτήρα τους ως Ρωμαίων στρατιωτών (νεοσύλλεκτος [τήρων] στρατιώτης ο ένας, στρατηλάτης ο άλλος), εορτάζονται κατά το πρώτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής, το κατεξοχήν «ψυχοσάββατο» που τιμώνται οι ψυχές συλλογικά, επομένως φέρουν και χθόνιο συμβολισμό, ενώ συνδέονται και με την ονειρομαντεία[3]. Η μαντική, όπως είναι γνωστό, στην αρχαιότητα συνδεόταν με την υποχθόνια Γη και με τους νεκρούς. Είναι ενδεικτικό ότι στη μεσσηνιακή  Είρα ανήμερα των αγίων Θεοδώρων τελούσαν το έθιμο της «Μανίτσας»[4]. Τελετουργία νεκρολατρική, με χθόνιο συμβολισμό, που περιλαμβάνει (όπως σε όλα τα Ψυχοσάββατα) προσφορά ψωμιών και κόλλυβων και ανακάλημα των νεκρών, καθώς και μαντικά δρώμενα. Το όνομα του έθιμου επιλεκτικά ως «Μανίτσα» (=γιαγιά), αν και ανακαλούνται όλοι οι νεκροί πρόγονοι κατά το «ανακάλημα», κατά την κρίση μου παραπέμπει στη χθόνια Μητέρα, τη «γριά» μάνα Μαυρηγή-Ελένη[5]. Πέραν αυτών, το όνομά τους, «Θεόδωροι», δηλαδή δώρα του θεού, σημειολογικά μπορεί να παραπέμπει κατά ένα τρόπο σε χριστιανική εκδοχή του «Διόσκουροι»[6]


 
Παράσταση σε  πρωτο-κορινθιακή λήκυθο με την Ελένη στο κέντρο ως φοβερό  θεϊκό είδωλο, τους καβαλάρηδες Διόσκουρους, τον απαγωγέα της Θησέα και τον Αίγισθο  (πηγή: HARRISON Jane,  Prolegomena to the Study of Greek Religion, Merlin Press, Λονδίνο.1980, σ. 323).

Η Χριστιανική εκκλησία αποδίδει τη σχέση των αγίων Θεοδώρων με τα κόλλυβα σε  θαύμα των δύο Αγίων, ότι δηλαδή εξέθρεψαν σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές με αυτά το λαό. Κατά την κρίση μου, η σχέση αυτής της γιορτής με τα κόλλυβα   έχει προ-χριστιανικές ρίζες που σχετίζονται, όπως και οι προηγηθείσα Αποκριά,  με την ανοιξιάτικη αναγέννηση της Μάνας-Γης-Ελένης-Μαυρηγής και πιθανόν, στη συγκεκριμένη συγκυρία, στο Ψυχοσάββατο των αγίων Θεοδώρων, με κάποια γιορτή που αναφερόταν στα δίδυμα αδέλφια της, τους Διόσκουρους[7].



[1] Για τους Διόσκουρους (και την Ελένη), βλ ενδεικτικά M. L. West, Immortal Helen. An Inaugural Lecture Delivered on 30 April 1975, Bedford College, University of London, σ. 8-10∙ Lewis Richard Farnell, Ασκληπιός, Διόσκουροι, μτφ. Ελένη Παπαδοπούλου, Ιάμβλιχος, Αθήνα 1997, σ. 64 κ.ε.∙  Χρύσανθος Χρήστου, Αρχαία Σπάρτη. Σύντομος οδηγός για την ιστορία, τα μνημεία και το μουσείο της, Σπάρτη 1960, σ. 91-95∙ ∙ Linda Lee Clader, 1976, Helen. The Evolution from Divine to Heroic in Greek Epic Tradition, Lugduni Batatorium E. J. Brill, MCMLXXVI, σ.  48-53).
[2] Βλ. Χριστιανική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, ό. π., λήμμα «Θεόδωροι, Μάρτυρες, Ομολογηταί». Παραπέμπω στη συγκεκριμένη Εγκυκλοπαιδεία, επειδή στα σχετικά λήμματα παραθέτει και τα λαογραφικά και μυθικά στοιχεία που συνδέονται με τους βίους των αγίων.
[3] Βλ. Χριστιανική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, ό. π.∙ Γ. Α. Μέγας, Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1957, σ. 126-127∙ Ε. Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη…, ό. π., σ. 204-232.
[4] Βλ. Βασίλης Κ. Μαστραγγελόπουλος, «Οι Αποκριές στα χωριά της Είρας και το έθιμο της “Μανίτσας”», Μεσσηνιακό Ημερολόγιο 3 (2009), σ. 105-114.
[5] Ε. Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη…, ό. π., σ. 36-119, 204-232.
[6] Συσχετισμό των αγίων Θεοδώρων με τους Διόσκουρους βλ. και Γ. Παπανδρέου,  Η ιστορία του  Σκουπίου και της Πάου (των Καλαβρύτων), Βιβλιοπωλείον Μιχαήλ Ι. Σαλιβέρου, εν Αθήναις 1925, σ. 121.
[7] Για το ζήτημα δεν θα επεκταθώ εδώ, γιατί ετοιμάζω ειδική μελέτη σχετικά.

.


ΨΥΧΟΠΑΡΑΣΚΕΥΟ
Το σιτάρι, όπως και ο άνθρωπος,  σπέρνεται, γεννιέται, «ανασταίνεται» (δηλαδή μεγαλώνει), γονιμοποιείται, καρπίζει και πεθαίνει (με τρόπο εμφανή και περιοδικά ετήσιο  ώστε να γίνεται άμεσα και επαναλαμβανόμενα αντιληπτός) ως "γέννημα" της Γης/Μαυρηγής  ενώ ταυτόχρονα αποτελεί τη βασική διατροφή των ανθρώπων σε συγκεκριμένες γεωγραφικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες, ως άλλη μάνα.
 Μέσα από τις δραματικά μοιρασμένες στο χώρο και στο χρόνο  νεκρικές και επιμνημόσυνες  τελετουργίες  και τα χρησιμοποιούμενα συμβολικά υλικά  φαίνεται ότι το σώμα ως ύλη και ο κύκλος της ζωής  του ανθρώπου ταυτίζονται μεταφορικά  με το σιτάρι και τον βιοτικό κύκλο του, ως μέρη της διατροφικής αλυσίδας που συντηρεί τη ζωή,  με την αναγεννητική διαμεσολάβηση της Μάνας-Γης-Ελένης-Μαυρηγής,  που εμπεριέχει βεβαίως  το θάνατο. Ως σύμβολο λοιπόν το σιτάρι φαίνεται να αποτελεί αναπαράσταση  του ανθρώπου και του βιοτικού κύκλου του , από τη  γέννηση στο θάνατο και τανάπαλιν, σε μια αιώνια, κυκλική, αναγεννητική  σχέση με τη Μάνα-Γη, τον απάνω και τον κάτω κόσμο.
Αυτή τη συμβολική ιστορία θέλει να μας αφηγηθεί  κατά την κρίση μου η διαδικασία παρασκευής, πρόθεσης και ανάλωσης των κόλλυβων, όποτε και αν αυτά παρασκευάζονται, σε μνημόσυνα ή σε όποιο Ψυχοσάββατο. 

 

 Ο κολπίσκος την  Βόνιτσας  στον Αμβρακικό από το Ενετικό κάστρο (1999)



Θα αναφερθώ εδώ σε αυτή την «ιστορία» όπως «άκουσα» και είδα να την αφηγούνται οι γυναίκες στη Βόνιτσα της Αιτωλοακαρνανίας το Ψυχοσάββατο, όχι των αγίων Θεοδώρων αλλά του αγίου Πνεύματος, το 1999, αφού η δραματική διαδίκασία είναι όμοια, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζονται ή δεν έχουν διαφορές στη ζωντανή επιτέλεση.



Παρασκευή του κόλλυβου  

Στα ψυχοσάββατα, όπου η  διαδικασία στη Βόνιτσα είναι μικρότερη από αυτή στα μνημόσυνα, το σιτάρι βράζεται και μπαίνει σε κόφα για να στραγγίσει. Στη συνέχεια, ανασύρεται από την κόφα και «πλάθεται» μορφοποιούμενο ως γιορτινά ενδεδυμένο σώμα μέσα σε ένα δίσκο (-«φέρετρο») αναμεμιγμένο με διάφορους ξηρούς καρπούς και σπόρους, μυρωδάτα  και χλοερά φυτά, γλυκαντικές ουσίες, μπαχαρικά –τα γνωστά κόλλυβα– δράσεις και υλικά που το «μαγειρεύουν» και το εμπλουτίζουν πολιτισμικά καθώς έχουν συναισθηματική, διατροφική,  διακοσμητική όσο και πολλαπλά συμβολική σημασία και αξία. Η «κεντήστρα», η νοικοκυρά συνήθως στα Ψυχοσάββατα,  ή ειδική γυναίκα (κυρίως στα επίσημα μνημόσυνα) στολίζει με γεωμετρικά και φυτικά συμβολικά μοτίβα τον δίσκο, όπως ντύνει τον νεκρό με το τελετουργικό, γιορτινό του ρούχο.  Τέλος η ίδια ιεροποιεί  και «εξανθρωπίζει» το ομοίωμα,  κεντώντας  στο κέντρο του  κόλλυβου ένα σταυρό και, προκειμένου να το ταυτίσει με κάποιο συγκεκριμένο θανόντα της οικογένειας, γράφει και τα αρχικά του ονόματός του με διακοσμητικά υλικά.  Είναι ενδεικτική σχετικά μια παλιά μαρτυρία από το αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών: «…Μοιρολόγι εις τα κόλλυβα. Προς διαφέντευσιν του μοιρολογίου τούτου σημειούμεν ότι εν Λευκάδι συνηθίζουσιν αι μοιρολογίστραι να σχεδιάζωσιν επί των κολλύβων διά ζακχάρεως ομοίωμα ανθρώπου, υπανισσόμεναι ούτω την εικόνα του τεθνεώτος και περί αυτήν δίκην ποικιλμάτων διάφορα πτηνά, οίον αετούς, περιστεράς, πέρδικας κλπ.:  Φκιαστρά μου και ξομπλιάστρα μου που φκιάνεις τη βαντέρια / κυρά που φκιάνεις τον αητό ξόμπλιασε τον πετρίτη / φκιάσε κορμί λεβέντικο και νιάτα ζηλεμένα / το πρόσωπ’ περήφανο  σαν το λαμπρό φεγγάρι / φκιάσε τα μάτια δυο τροχούς  τα φρύδια σα γαϊτάνια…»[1] Οι γυναίκες «ομορφοφτιάνουν», το σιταρένιο είδωλο του νεκρού προορίζοντάς το, όπως συμβαίνει και με τον κάθε νεκρό, ως φαγώσιμο κανίσκι/δώρο για τον κάτω κόσμο, δηλαδή προσφορά στην ίδια τη θεϊκή Μαυρηγή. 



[1] Πβ. και ΚΕΕΛ., Ύλη Πολίτου, χφο. αρ. 427: 21. Λευκάδα :. / το στόμα τ’ ολοστρόγγυλο σαν νάναι δαχτυλίδι / τα δόντια του πυκνά σφιχτά σαν το μαργαριτάρι... (η υπογράμμιση δική μου· βλ. και   Σταματέλος,  Μοιρολόγια Λευκάδος  περ. Πλάτων Γ΄ (1881): 189). 


  
 Ο σωρός με τα "πρόσφορα" μέσα στο ναό 

Όταν το κόλλυβο  είναι έτοιμο, νωρίς το απόγευμα μεταφέρεται πομπικά με το δίσκο/φέρετρο μαζί με μια αναμμένη λαμπάδα και ένα  καρβέλι ψωμί-πρόσφορο, ένα μπουκάλι με λάδι και ένα με κρασί  στην εκκλησία, όπου και τα τοποθετούν όλα μαζί κάπως απόμερα, αριστερά της δυτικής εισόδου της εκκλησίας. Ο τόπος και ο τρόπος της συλλογικής αυτής «πρόθεσης» των ψωμιών και των κόλλυβων με τις γυναίκες να τα πλαισιώνουν, φαίνεται ωσάν μια ίδιαίτερη, γυναικεία   «ιεροτοπία» μέσα στο ναό. Ο ιερέας  «διαβάζει» και ευλογεί τα ψωμιά και τα κόλλυβα επιτόπου, «μνημονεύοντας» και τα ονόματα των εκλιπόντων κάθε οικογένειας, όπως τα διαβάζει  δυνατά μέσα από το χαρτί που του τα παραδίδει γραμμένα κάθε γυναίκα μαζί με λίγα χρήματα. Στη συνέχεια, αφού κρατήσει ο ιερέας όσα αναλογούν στην εκκλησία, οι γυναίκες μοιράζουν τα κόλλυβα και τα ψωμιά μεταξύ τους και στους συχωριανούς που τυχόν περάσουν, «για συχώριο»,  στο προαύλιο του ναού.


Οι δίσκοι με τα κόλλυβα μέσα στο ναό, το Ψυχοπαράσκευο

 Ο ιερέας διαβάζει τα ονόματα των εκλιπόντων πο του παραδίδον οι γυυναίκες μαζί με τα "πρόσφορα"






Βόνιτσα, Μεγάλη Πέμπτη 2000. Επίσκεψη στο νεκροταφείο, φροντίδα τάφων,  επιτάφιος θρήνος, μοίρασμα ρεβανής (εδώ χωρίς ήχο, videoσκόπηση Ελένη Ψυχογιού)





Την επομένη το πρωί, ανήμερα το Ψυχοσάββατο, το «δράμα» της επικοινωνίας με τις ψυχές λαβαίνει χώρα στο Νεκροταφείο, στους τάφους. Οι «μέλαινες», μαυροφόρες,  πενθούσες στην πλειονότητά τους, γυναίκες αφού στολίσουν με λουλούδια και ανάψουν θυμίαμα και τα καντήλια, τοποθετούνται γύρω από τον οικογενειακό τους τάφο. 



Οι συμμετέχουσες ανάβουν και κεριά στην περιφέρεια του μνήματος -όπως ακριβώς πράττουν  και για το λείψανο στο φέρετρο-  και μερικές στήνουν και  επιτάφιους θρήνους, μοιρολογούν. Το μοιρολόισμα, μια ιδιαίτερα ευαίσθητη, επίμοχθη, δύσκολη  και επώδυνη διαδικασία –«βαριά δουλειά»- που η επιτέλεσή του εξαρτάται από μύριους (υποκειμενικούς, κοινωνικούς, συγκυριακούς κ.λπ.), ακόμα και ανεπαίσθητους, παράγοντες, αποτελεί την περίτεχνη γέφυρα επικοινωνίας που χτίζουν οι γυναίκες με τους ζωντανούς, τους νεκρούς  και τον κάτω κόσμο, παράλληλα με τις μεταφορικές δράσεις. Ο θρήνος συνδέεται με το φορτίο του πόνου, τον αριθμό, τη θρηνητική εμπειρία των γυναικών που μοιρολογούν -όσο και με την τοπική θρηνητική παράδοση- και επίσης με τη σχέση τους με το νεκρό, με  το φύλο,  την ηλικία, το κοινωνικό status του καθώς και το τοπικό πολιτισμικό και συμβολικό πλαίσιο κ. ά.
Ο δημόσιος  επιτάφιος θρήνος στο νεκροταφείο και  το κλάμα επιτελείται από τις συμμετέχουσες γυναίκες με μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση και ανάλογα ξεσπάσματα, σύμφωνα με τους δεδομένους τώρα περισσότερο οδυνηρούς όρους.  Οι πενθούσες δηλαδή στο νεκροταφείο έρχονται άμεσα αντιμέτωπες με τον τάφο και την πραγματικότητα της απουσίας, μιας απουσίας αμφίσημης και άκρως επώδυνης. Απ’ τη μια συνειδητοποιούν τον οριστικό ξενιτεμό του θανόντα και από την άλλη επιδίδονται ως αρμόδιες να εξασφαλίσουν –όσο και να δείξουν, να διδάξουν- τελετουργικά την αναγεννητική αναίρεση του θανάτου . 
 Έτσι το επιτάφιο μοιρολόισμα εμπλουτίζεται δημιουργικά –δομικά και καλλιτεχνικά– και με στοιχεία που έχουν σχέση με τον τάφο ως συμβολικό τόπο-δίοδο επικοινωνίας, Γη  και σώμα του νεκρού τυτόχρονα, το φυσικό περιβάλλον στον υπαίθριο  χώρο του νεκροταφείου, τις καιρικές συνθήκες, την εποχή του χρόνου και άλλα δέοντα ή  και απρόβλεπτα στοιχεία της συγκυρίας, που αναδεικνύουν κατεξοχήν και την τραγική ουσία των δρώμενων, των συμπεριφορών και των συναισθημάτων.

  
Μερικές γυναίκες «σπάνε» ένα δίσκο με κόλλυβα, φτιαγμένο επί τούτου, πάνω στο μνήμα. Το σιτάρι ταυτίζεται μεταφορικά μέσω του χώματος με τον τάφο, ο οποίος έτσι δεν αφορά τη Γη μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά, αφού οι δράσεις γίνονται στο χώμα ως  δίοδο προς αλλά και ως την ίδια τη   Μάνα-Γη. Η «Μαυρηγή-Ελένη» εμπεριέχοντας στα σπλάχνα της τα μελισμένα, σκόρπια υλικά του σιταριού/κόλλυβου μαζί με τα ίδια τα θαμμένα, εν αποσυνθέσει, μελιζόμενα επίσης υλικά σώματα των νεκρών, ως ομοούσιο χθόνιο έδεσμα και μαγικά αναγεννητική ουσία και ελπίδα.  Η Γη θα τρέφεται ώστε να δύναται θρέφουσα να αναγεννά τη βλάστηση και μέσω αυτής και τους ανθρώπους, τα ζώα, τη φύση, τον κόσμο, σε μια αιώνια ανακυκλούμενη σχέση αμοιβαιότητας. Η αναβλαστική αυτή σκοπιμότητα δηλώνεται και από τα φρέσκα λουλούδια που σκορπίζονται ή φυτεύονται πάνω στον τάφο, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την κάλυψη του νεκρού με αυτά μέσα στο φέρετρο.


Μετά το πέρας του θρήνου (αφού κατά κανόνα διαβαστεί και «τρισάγιο» από τον ιερέα) οι πενθούσες κερνούν τις συμμετέχουσες και άλλους που τυχόν παρίστανται, «ρεβανή», ένα νεκρικό γλύκισμα από αλεύρι, λάδι και μέλι -ή ζάχαρη- που αναλώνεται συνήθως επιτόπου σε μια ακόμα μέθεξη νεκρών και ζώντων μέσω της συμβολικά «κοινής ουσίας» της τροφής και αποχωρούν.




Επιμένοντας οι μοιρολοΐστρες να μας αφηγούνται –πρακτικά και λεκτικά- όσα μόνο αυτές έχουν να μας ιστορήσουν για τη φύση, τον επίγειο και μεταφυσικό κόσμο, τους νεκρούς και τους ζωντανούς, εδώ στη Βόνιτσα όπως και αλλού, γίνονται θεματοφύλακες μιας παμπάλαιας, μυστικής, επίσημα ξεχασμένης,  όσο συνάμα και λανθανόντως ολοζώντανης πίστης και κοσμοθεώρησης,. Τα νεκρικά τούτα «εθίματα»  συνδέονται άμεσα και με τις παγανιστικές θρησκευτικές γιορτές της άνοιξης, όπως αυτές της  Αποκριάς που προηγήθηκαν, οι οποίες σχετίζονται επίσης με τους νεκρούς και τον κάτω κόσμο.


No comments:

Post a Comment