Saturday, June 21, 2014

Νεοελληνική μυθολογία, θερινό ηλιοστάσιο: ο συμβολικός τοκετός και ο θάνατος της Γης σε τραγούδια του θερισμού και του κλήδονα (Mother-Εarth, Ηarvest and Jun Solstice popular greek songs)




Χρυσαφένια σιταροχώραφα έτοιμα για θερισμό, έξω από την Λιβαδειά (φωτ. Πάνος Ψυχογιός, Ιούνιος 2014)

Καταπράσινα λιβάδια σιταριού έξω από την Λιβαδειά, την άνοιξη (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, Απρίλιος 2009)


 . 

Αναρτώ το παρακάτω κείμενο εδώ λόγω της  εποχικής συγκυρίας με το  θερισμό και  τις τελετουργίες που τον συνοδεύουν αλλά και με τις θερινές τροπές του ήλιου καθώς και με τα πυρολατρικά και μαντικά   δρώμενα του "κλήδονα" στη γιορτή του άη-Γιάννη Φανιστή, Φωταρά, Λαμπαδιάρη,  ή  Λιοτροπιού ( κ.ά.), στις 23-24/6.





Γιορτή κλήδονα, σχολική αναπαράσταση: τοποθέτηση προσωπικών αντικειμένων μέσα στο πιθάρι για μαντεία  με σκωπτικά δίστιχα 
 (Κάτω Παναγιά Κυλλήνης Ηλείας , γιορτή άη-Γιάννη, 24/6/2008, φωτ. Ελένη Ψυχογιού


Βλ. και  video από την σχολική αναπαράσταση της ίδιας  γιορτής του Κλήδονα στην Κάτω Παναγιά, όταν βγάζουν τα "μαντέματα" από το πιθάρι και απαγγέλλουν τα ερωτικά και σκωπτικά δίστιχα που αντιστοιχούν σε καθένα από αυτά, 23/6/2008:


Γιορτή κλήδονα: πήδημα φωτιάς του άη-Γιάννη 
 (Κάτω Παναγιά Κυλλήνης Ηλείας , 24/6/2008, φωτ. Ελένη Ψυχογιού)


Η Μαρουδιά

(Για την ιερή, υποχθόνια  κόρη  Μάρω-Μαρουδιά βλ. και http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2016/05/blog-post.html)


Στη λαϊκή λατρεία η παρθένος Θεομήτωρ Μαρία μεταξύ άλλων, κυρίως θεραπευτικών, συμβολισμών, ταυτίζεται με την ιερότητα, τη μητρότητα, τη χθονιότητα, τα σιτηρά, το θάνατο. Αναφέρω τη γιορτή της Κοίμησης της Παναγίας, που την αναδεικνύει ως χθόνια, «κοιμωμένη», συνοδευόμενη με νεκρικά έθιμα, κόλλυβα και νεκρόδειπνα, όσο και την επίκληση «Παναγία η Μεσοσπορίτισσα[3]. Επιπλέον σε πλήθος μονών, ναών και πανηγυριών, λατρεύεται από τους πιστούς με έμφαση η γέννηση της Παναγίας, γιορτή που παραπέμπει στη μητροθυγατρική διάσταση της μορφής της, όπως προκυπτει και από τη λατρεία που αποδίδεται αντίστοιχα στο πρόσωπο της Αγίας Άννας[4].


Σύνδεση της εικόνας της Κοίμησης της Παναγίας με σιτάρι, στη μονή της Εκατονταπυλιανής κατά τη γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στην Παροικιά της Πάρου (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, 2ο/5/2003)

Πέρα  από την καίρια χριστιανική σημασία του στη λαϊκή πίστη, το θεομητορικό όνομα Μαρία (αν και σπάνια αναφέρεται ως το όνομα της θεομήτορος, αφού είναι σε χρήση από τους πιστούς το Παναγία) φαίνεται να αποδίδει στο πλαίσιο εποχικών διαβατήριων τελετουργιών και των  παγανιστικών αγερμών, συμβολικά συμφραζομενα που αφορούν και τη μυθολογία της Μεγάλης Μητέρας. Τούτο προκύπτει −πάντα στο πλαίσιο της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη και της σχετικής, συμβολικής ανάγνωσης των τραγουδιών− και από τις παραλλαγές πελοποννησιακών τραγουδιών του θερισμού. Τραγουδιούνται επίσης στους γάμους ενώ  ταυτόχρονα είναι και λατρευτικά, καθώς επιτελούνται και στην τελετουργία του Κλήδονα   (χριστιανική γιορτή του γενεθλίου του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου , 23-24 Ιουνίου, κύκλος χρόνου θερινό ηλιοστάσιο, εποχικά και συμβολικά συγγενής με την τελετουργία του θερισμού) αλλά και σε άλλες ανάλογες, εποχικά διαβατήριες,   γιορτές με κατεξοχήν γονιμικό/αναγεννητικό συμβολισμό (Πάσχα, Πρωτομαγιά).



Το "γέννημα" της γης έτοιμο για τον θερισμό/θυσία ("παιδοκτονία") 

 (Φανάρι Ανδρίτσαινας  Ηλείας, φωτ. Ελένη Ψυχογιού, 24/6/2006)




Θερισμός: Η συμβολική "θυσία"/θάνατος  του "γεννήματος" της Μητέρας-Γης 








Από πάνω προς τα κάτω: Σκηνές από γιορτή αναπαράστασης θερισμού στο Φανάρι Ανδρίτσαινας  Ηλείας 
 Στο βάθος αριστερά ο λόφος της Ακρόπολης της αρχαίας Αλίφειρας όπου το εκκλησάκι και το "αλώνι της Αγιαλένης"
 (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, 24/6/2006)

 Στο λαϊκό φαντασιακό ο θερισμός ισοδυναμεί συμβολικά και μυθικά με  επώδυνη «γέννα» της μάνας-γης μέσα απ’ την οποία προκύπτει πάνω στα αλώνια ο πολύτιμος χρυσός καρπός, το «γέννημα», όπως εύγλωττα λέει και ο μύθος μέσα από τα τραγούδια που επιτελούνται στο θέρο.  Στα τραγούδια βέβαια υπάρχει πάντα η ποιητική και μαγική τελεστική υπερβολή και επίσης αντανακλάται και η κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή να συμβεί γέννα -νόμιμη ή παραβατική- στη διάρκεια του θερισμού, αλλά είναι γνωστό το πόσο η ένταξη των τραγουδιών στο πλαίσιο της τελετουργικής περίστασης όπου επιτελούνται τους προσδίδει κάθε φορά διαφορετικό νόημα, σε συνδυασμό και με τις εκάστοτε κοινωνικές αντιλήψεις. Ένα απ’ αυτά είναι το τραγούδι της «Κόρης που γεννάει στο θέρο», που αφορά συμβολικά  τη γέννα και συμπυκνώνει θρησκευτικές, μυθικές, μαγικές, μυητικές, κοινωνικές και ταυτόχρονα παιδευτικές σημασίες: Μια βοσκοπούλα θέριζε κ’ ήταν κι αγκαστρωμένη / ώρες ώρες εθέριζε κι ώρες εκοιλοπόνα / μια μέρα πά’ κι ακούμπησε κ’ έκαμε έν’ αγόρι / και στην ποδιά της το ‘βαλε να πα’ το ρεματίσει. / Μια πέρδικα την απαντά κ’ είπεν της πού παγαίνει./ -Μωρή σκύλα, μώρ’ άφοβη, μωρή γιβεντισμένη* / εγώ ΄χω δεκοχτώ πουλιά και πάσχω να τα θρέψω / και σύ έν’ ομορφάγορο και θες το ρεματίσεις; /  -Εσύ αν έχεις τα πουλιά να θρέψεις με σιτάρι  / μα ‘γώ ‘χω τούτο το παιδί κι έχω μεγάλη ζάλη…( Αμοργός 1857. ΚΕΕΛ, χφ αρ. 1684, σ. 211. Καταγραφή Εμμ. Ιωαννίδης Αμοργίνος.  Στο χειρόγραφο αναγράφεται ως τίτλος  «Ψαριανής ως νανάρισμα»). Το τραγούδι έχει πανελλήνια εξάπλωση και τραγουδιέται και στο θερισμό. Τραγουδιέται επίσης,  στους γάμους. Ταυτόχρονα είναι και λατρευτικό, καθώς τραγουδιέται και στην τελετουργία του Κλήδονα   (χριστιανική γιορτή του γενεθλίου του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, του άη-Γιάννη 23-24 Ιουνίου,  αλλά και σε άλλες ανάλογες  γιορτές με κατεξοχήν γονιμικό/αναγεννητικό συμβολισμό (π.χ. Πάσχα, Πρωτομαγιά). Το περιεχόμενο του, σε  συνδυασμό  με τη χρονική συγκυρία της γιορτής του Κλήδονα, καθώς και τις  γονιμικές-αναβλαστικές -στα σύνορα της ζωής και του θανάτου-  σημασίες που ενέχονται σ’ αυτή, υποδεικνύει πως πρέπει ν΄ αφορά το «θείο ζεύγος»: πρόκειται δηλαδή για «ιερό τοκετό» εξώγαμου θαυμάσιου παιδιού από  εξαιρετική άγαμη μάνα, το οποίο προορίζεται για (ή απειλείται από) παιδοκτονία, με το μυητικό, αναγεννητικό νόημα που προσλαμβάνει η αποτρόπαιη αυτή πράξη στις διαβατήριες τελετουργίες. Σημειώνω εδώ μερικά από τα στοιχεία   που εκτιμώ ότι αναδεικνύουν την ιερότητα του περιεχομένου του συγκεκριμένου τραγουδιού. Είναι π.χ., κατά  παραλλαγές, η ταυτότητα και η μορφή της κρυφογκάστρωτης κόρης: Μια καλογριά,  μια παπαδιά, μια ρασοφορεμένη / οργούς-οργούς εθέριζε … (Κρήτη 1938. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 1162Α, σ. 27-28, έρευνα-καταγραφή Μαρία Λιουδάκη). Σε άλλες είναι παπαδοπούλα, βασιλοπούλα, ρούσα (=άσπρη, ξανθιά), Σαρακινιώτισσα, Εβραιοπούλα· τα τελευταία είναι ιδιαίτερα ενισχυτικά ως προς τη δαιμονική υπόσταση της κόρης, αφού και σε άλλα τελετουργικά τραγούδια η πολιτισμική ετερότητα δηλώνει δεισιδαιμονική αποστασιοποίηση από το υπερφυσικό, το δαιμονικό στοιχείο, ενώ και η γυναίκα του Χάρου αποκαλείται   και χανούμισσα στα μοιρολόγια. Ένα άλλο στοιχείο είναι οι υπερφυσικές της δυνάμεις: Κουράσιο Γρεβενίτικο στο θέρος κατεβαίνει, λέλε ρούσα μου / έχει δρεπάνι δαμασκό, παλαμαριά ’σημένια / ρίχνει χεριές σαν πρόβατα, δεμάτια σαν κριάρια / και στο δεμάτι ακούμπησε να κάνει το κοπέλι… (Ελάτη Κοζάνης 1962. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 2465, σ. 23-24. Καταγραφή Απόστ. Μαρέτης). Επίσης  οι θαυμαστές συνθήκες της σύλληψης, η θαυμάσια ή περιθωριακή υπόσταση του εραστή: Μια κόρη με τον άνεμο και με την τρεμουντάνα / και με της χήρας τον υγιό ευρέθη γκαστρωμένη / εργούς-εργούς εθέριζε κι εργούς εκοιλοπόνει / κι επάνω στο δεμάτιασμα χρυσόν υιόν εγέννα.…(Κύμη Εύβοιας. Βλ. Καλύβης 1938: 17)·  το θαυμάσιο βρέφος, η παιδοκτονία: […] και στο δεμάτ’ ακούμπησι χρυσόν υγιό να κάμει / χρυσό βλαττί τον τύλιγι, χρυσό βλαττί τουν βάνει / στις αγκαλιές τουν έπιρνι, να πάει να τον γκρεμίσει…(Κυπαρίσσης 1940: 87-88) ή […] και στο δεμάτι πού ’δενε χρυσόν υγιόν εβγάλει / χρυσό υγιό, χρυσό βλαστό, χρουσό μαργαριτάρι…( Πυργί Χίου 1953. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 2070, σ. 23. Καταγραφή  Ισιδ. Σεράφη) ·  τα θαυμαστά εργαλεία θερισμού: Μια κόρη από το Ρεβενιό στο θέρο κατεβαίνει / βαστάει δρεπάνι ολόχρυσο και βέργα ασημωμένη / δομούς-δομούς εθέριζε, δομούς εκοιλοπόνα / και στο δεμάτι κάθησε κ’ έκαμε το παιδί της /  έκαμ’ η Ρεβενιώ παιδί και πάει να το σκοτώσει… (Κέρκυρα 1913. ΚΕΕΛ,  χφ. αρχείου Ύλης Πολίτου, αρ. 1253. Καταγραφή […] Ταλκόπουλος). Επίσης, η συνομιλία με τα πουλιά, η αρχαϊκότητα μερικών λέξεων (...εργούς-εργούς ή δομούς-δομούς εθέριζε...) που έρχονται από τα βάθη των αιώνων, κ. ά.  
Αποκαμωμένη, άδεια από ζωή η τροφοδότρα γη μετά το μυστηριακό τοκετό, είναι στεγνωμένη από το καλοκαιρινό καύμα  του ήλιου που ξεραίνει τη βλάστηση  και το κορμί της στερεύοντας τα νερά. Η Μάνα-Γη «κοιμάται» ως γριά γυναίκα -πεθαίνοντας κατά κάποιο τρόπο- μέχρι να ξαναγονιμοποιηθεί με το νέο σπόρο ως νεαρή και πάλι νύφη το φθινόπωρο την εποχή των βροχών για να ξαναρχίσει αναγεννώμενη το νέο κύκλο της, σε μια συμβολική, αέναη εναλλαγή ζωής και θανάτου.  Τη συμβολική πάλη ζωής και θανάτου μεταξύ της θανάσιμης ξηρασίας/ καύσωνα  και της ζωοδότρας υγρασίας και του νερού, δηλώνει και το γνωστό  τραγούδι του άη Γιώργη που σκοτώνει το δράκοντα ο οποίος κρατάει το νερό προκαλώντας δίψα, καθώς και αυτό της Λάμιας, η οποία  παρασύρει τα παλικάρια στο θάνατο, καθισμένη και θρηνούσα πάνω σε ξεροπήγαδο-στόμιο του ΄Αδη, που επίσης τραγουδιούνται τόσο στο Θερισμό, όσο και στον Κλήδονα (βλ. και http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/08/euripides-helen-lamia.html.).



...και στο δεμάτ’ ακούμπησι χρυσόν υγιό να κάμει / χρυσό βλαττί τον τύλιγι, χρυσό βλαττί τουν βάνει...

Δεμάτι σταχυών (γέννημα) σιταριού  από τη γιορτή αναπαράστασης θερισμού στο Φανάρι Ανδρίτσαινας  Ηλείας 
 (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, 24/6/2006)

Για τη φαντασίωση του θερισμού ως κύησης-γέννας και των δεματιών με τα στάχυα με παιδιά, παραθέτω λογοτεχνική περιγραφή από τοπικό λόγιο συλλογέα στη Γορτυνία (Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, χειρόγραφο αρ. 738, σ.  25,  Γλανιτσά Γορτυνίας ) : …Το φεγγάρι τώρα γέρνει κατά τη δύση κι από την ανατολή άρχισε να ξεφαγκρίζει κάποια λάμψη […] Αυτή την ώρα έφτασαν στον κάμπο, ξεφόρτωσαν κι άρχισαν να θερίζουν. Τα δραπάνια, τροχισμένα, κόβουν, κόβουν αχόρταγα. Ένα δυνατό τρίξιμο ακούγεται, που φαίνεται πως ακούγεται από την καλαμιά που μένει. Ίσως να ’ναι το παράπονό της γιατί τη χώριζαν από τον καρπό που εφτά μήνες τώρα τον κράτησε μέσα της και τον έθρεψε δίνοντάς του και την τελευταία της ζωντανή ικμάδα. Στο χωράφι του μπάρμπα Φώτη οι χεριές δυο-δυο δένονται σε χερόβολα κι από ’κείνα γλήγορα σωρώνονται οι χεροβολιές. Μπροστά θερίζουν η Χρυσάνθη, η νύφη της κι ο Γιώργης και πίσω ο Θοδωράκης, άλλος γιός του μπάρμπα Φώτη, μικρότερος από το Γιώργη και τη Χρυσάνθη, αγκαλιάζει τα χερόβολα όπως τον οδηγάει ο πατέρας του. Ο κάμπος γιόμισε αγκαλιές που ξεχωρίζουν σαν ένα κοπάδι πρόβατα που βόσκουν ακούνητα και χωρίς κουδούνια. Στερνά, γυρίζοντας δένει δυο-δυο τις αγκαλιές που με τα καλοστριμμένα βούρλινα δεματικά και φτιάνει τα δεμάτια [ πβ. δεμάτι-δέμας ], που τα φορτώνει στ’ άλογα  και τα κουβαλάει στ’ αλώνι ο Δημήτρης. Ο μπάρμπα Φώτης τραβιέται στον ήσκιο  ενού πρίνου κι αγναντεύει με συγκίνηση και κρυφοχαρά τα παιδιά του. Πού είσαι τώρα να ντα βλέπεις , Μαριορή! αναστέναξε. Όπως γιόμισε το χωράφι από τα δεμάτια, έτσι στολίστη’  κι από τα παιδιά μας . Κρυφοσφούγγισ’ ένα δάκρυ στην ανάμνηση της γυναίκας του και πήρε από το σαλάχι του Θοδωράκη το καλάμι και σκόρπισε στο γκάμπο ένα μοιρολόι. Κοντεύει μεσημέρι κι ο ήλιος φλογίζει [….] Κοιμήθηκαν στ’ αλώνια και τις άλλες ημέρες ξακολούθησαν να θερίζουν, να δένουν και να κουβαλάν. Κάπου-κάπου, άμα ήταν παραγινωμένο το γέννημα, το θέριζαν τη νύχτα με το φεγγάρι, που λούρωνε και δεν τριβόταν [….]

Άλλη μαρτυρία αναδεικνύει τη σκληρή δουλειά που απαιτούσε ο θερισμός και η καλλιέργεια του σιταριού γενικότερα, μέσα στην κάψα του Ιούνη, όταν απαιτούνταν χειρωνακτική εργασία:
"...Το φθινόπωρο εκαθαρίζαμε με κοσές τα χωράφια και άμα έβρεχε, οργώναμε. Εζέχναμε τα βόιδα και οργώναμε, μέχρι το μέχρι το ’[19]50 με ξυλάλετρο και τώρα  με «μηχανές» [σιδεράλετρα που σέρνουν άλογα]. Το ξυλάλετρο το χρησιμοποιούνε ακόμη σε περιοχές με πέτρα. Τα αφήνανε [τα χωράφια] έτσι, οργωμένα, να φαγουριάσουνε, να πέσουνε πολλές βροχές και πάγος για να σκοτωθούνε τα μικρόβια κι απέ να σπείρουνε. «Στάρι λασποκυλισμένο, αμπάρι γιομισμένο», λέγανε. Άμα το σπέρνανε ξερό, το ‘’κοβε το σκουλήκι.
Το σπόρο τόνε διαλέγανε οι παλαιοί, τόνε βγάνανε αστάχυ-αστάχυ από τα χερόβολα και το αλωνίζανε χωριστά. Μέσα στο σακκούλι που που ’θελα σπείρουνε ερίνανε και ρόιδο και  μύγδαλα . Αν δεν επέρναγε τα’ άη-Φιλίππου, δεν εσπέρνανε. Εσηκωνόμαστε το πρωί, μπονώρα εβάναμε βρώμη στ’ άλογο. Ερίναμε το σπόρο, μετά το οργώναμε να κουκουλωθεί ο σπόρος και μετά το σβαρνίζαμε με νιά  ξύλινη σβάρνα. Όταν φύτρωνε και μεγάλωνε κανιά πιθαμή το στάρι επηγαίνανε οι γυναίκες και βοτανίζανε. Φορτωνόσαντε τα παιδιά στσί νάκες , τα κρεμάγανε απουκά από καμιά αγραπιδιά να μην τα πιάνει και το μάτι και τ’ αφήνανε ’κεί. Και το καλοκαίρι το ίδιο. Φοβόσαντε και τηράγανε μην τα φάει κα’να φίδι. Τον Ιούνιο έμπαινε ο θέρος. Μαζευόμαστε δανεικαριά, ο ένας βόηθαγε ον άλλονε, ακόμα έτσι θερίζουμε στο χωριό μας, δεν έρχεται μηχάνημα εδώ. Το κάνουμε χερίτσες-χερίτσες. Τα κάνανε θεμωνιές. Καθαρίζανε τ’ αλώνια. Λίγοι είχανε και πέτρινα.Τα χουματένια τα περνάγανε με σβουνιά, το χυλίζανε. Ανοίγανε και τρούπα με την ξάλη για να βάλουμε το στιγερό, βαθιά να μην το βγάλουνε τ’ άλογα [που αλωνίζανε]. Ύστερα γύρω-γύρω απ’ το στιγερό ρίνανε τα στάχυα. Πρώτα ’θελα κρεμάσουνε απάνου στο στιγερό πού ειχε διχάλα ένα χερόβολο στάρι. Αφού δέναμε τ’ άλογα και αρχίζανε ν’ αλωνίζουνε, τότε το ξεκρεμάγανε και το ρίνανε ν’ αλωνιστεί. Ζυγά άλογα δε μπαίνανε ποτέ στ’ αλώνι. Οι λαιμαριές για τ’ άλογα  που αλωνίζανε ήσαντε ειδικές, πλεχτές [βλ. φίδια], για να μη φεύγουνε τ’ άλογα. Και γυρίζανε γύρω-γύρω τ’ άλογα : χώπ!, χώπ! χώπ! [τους] φωνάζανε. Ανάβανε τα κακόμοιρα τ’ άλογα. Το καλύτερο άλογο το βάνανε «αέρα» που λέγανε, στην άκρη, για να οδηγάει τ’ άλλα.   Από τις δέκα που έπεφτε η δροσά μέχρι 2 ώρες βράδυ. Απέ τα βγάνανε τ’ άλογα, πέφτανε χάμου τα κακόμοιρα. Το στάρι το ανακατώνανε πρώτα με το δικράνι , ξύλινο με τρία δόντια και μετά, άμα είχε τριφτεί κάμποσο, με το φτυάρι το ξύλινο. Άμα εβγαίνανε τ’ άλογα απ’ το αλώνι,  ο νοικοκύρης απάνου στο στάρι ένα σταυρό, το σταύρωνε. Μετά ετρώγανε μπριάνια με κολοκύθια, κοτόπλα, σφάζανε κανιά γίδα, τυροψώματα, γινότανε γλέντι. Σε μια μέρα τελείωνε το αλώνισμα, εκτός κι έβρεχε. Άμα έβρεχε, τ’ αμολάγανε τα ζώα  και την άλλη μέρα πάλι απ’ την αρχή! Μετά αρχίζανε το λίχνο, αν φύσαγε. Μπόρηγε να μείνει μια μέρα χωρίς να το πειράξουνε καθόλου. Στην αρχή το σηκώνανε ψηλά με το δικριάνι να φύγει το πρώτο άχερο και άμα καθάριζε καλά, το κάνανε με το φτυάρι να καθαρίσει τελείως. Το σωριάζανε έπειτα. Δίπλα απ’ το σωρό εβάνανε το δρυμόνι στο δικριάνι ή σε μια διχάλα. Ο ένας κράταγε το δρυμόνι και ο άλλος έρινε μέσα στάρι. Άμα το δρυμονίζανε ούλο και καθάριζε καλά, το κάνανε σωρό  και κάνανε γύρω-γύρω κύκλο και το σταυρώνανε απού πάνου. Μετά καρφώνανε  στη γκορφή και το δικριάνι και το φτυάρι . Μετά αρχίζαμε και το κουβαλάγαμε με τα ζώα. Όταν ερχότανε ο Ιούνιος εφκιάναμε κούρνιες με σκίντα και κρεββάτια με καλαμιά και φορτώναμε και τσι κότες  και παγαίναμε και κοιμόμαστε ’κεί . Άμα τελείωνε ο σωρός, μαζευόσαντε οι ειδικοί. ‘Ενας που ήξερε έβανε το φτυάρι, όσο μπόρηγε, στο κέντρο και το ’χωνε μέσα στο σωρό. Μετά  μέτραγε χεριές-χεριές : ένα-δέκα, μια χεριά ένα κοιλό (1 κοιλό=2 ντενεκέδια). Ωρέ, λέγανε, έκανε εκατό κοιλά! Πολύ στάρι. Στο σπίτι το ρίνανε μέσ’ στ’ αμπάρι. Κόβανε ένα τράστο δάφνη  και τα ρίνανε μέσα για να μημ ψειριάσει το στάρι. Είναι δηλητήριο η δάφνη. Το πρώτο φόρτωμα που ’θελα αλέσουνε , το πηγαίνανε στο μύλο κατευθείαν από το αλώνι. Την πρώτη αλεσά απ’ το καινούριο στάρι που ‘θελα  ζυμώσουνε, εφκιάνανε και νια κουλουρίτσα σαν οχτώ  [8]  και  την κρεμάγανε στο εικόνισμα μέχρι τον άλλο χρόνο. Από ’κεί, αρχίζανε και το τρώγανε [το σιτάρι]. Κυνηγάγανε τα παιδιά, να μη  ντρώνε πολύ. "Ώρέ, έφαγε ούλο το καρβέλι, το αχρόνιαγο, το σαβανωμένο"! [έλεγε η μάνα κατάρα, στο παιδί]. Ο μυλωνάς στο άλεσμα για το γάμο, δεν έπαιρνε αξάι [πληρωμή σε είδος, στάρι]. Δεν ακούμπαγε χέρι απάνου στο στάρι του γάμου! Ο γαμπρός  αντί για αξάι, ’θελα φέρει ο γαμπρός κρέας, ψωμί σταρένιο, νια χιλιάρα κρασί, τυρί,  να  φάει  ο μυλωνάς.
 (Πόρτες Αχαΐας 1978. ΚΕΕΛ, χφ. 4100: 267-273. Διηγείται ο Σωτήρης Παπουτσής, 60 χρ., Πρόεδρος του χωριού, μυλωνάς, εγγράμματος. Επιτόπια έρευνα-καταγραφή  Ελένη Ψυχογιού).




Δεμάτια σταχυών σιταριού  από τη γιορτή αναπαράστασης θερισμού στο Φανάρι Ανδρίτσαινας  Ηλείας 
 (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, 24/6/2006)


Και σε άλλα τραγούδια που επιτελούνται κατά το θερισμό όσο και κατά τη γιορτή του Κλήδονα , πρωταγωνιστεί μια,  παραβατικά ως προς τις κοινωνικές επιταγές, εγκυμονούσα Μαρίτσα:


Μαρίτσα δε μπαντρεύεσαι να πάρεις παλικάρι;
Σαν τι παντρειά να κάνω’γώ να πάρω παλικάρι
 μπροστά ποδιά μ’ εκόντηνε και πίσω πάει σούρτα
και στο δεμάτ’ ακούμπησε και βαριαναστενάζει.
Τ’ έχεις κόρη που χλίβεσαι και βαριαναστενάζεις;
Μανά η καρδιά μου με πονεί κι η μέση μου με κόβει
Τι λες μωρή κοψόημερη μώρ’ φιδοδαγκωμένη
με ποιόνε το ’χεις το παιδί που είσαι γκαστρωμένη;
Μάνα δεν είν’ αλαργινός μάνα δεν είναι ξένος
παρά είναι ο πρώτος ξάδερφος ο πρώτος ανηψός σου
Σύρε κόρη στο σπίτι μας ν’ ανάψεις τη φωτιά μας
και βάλ’ το μπρίκι στη φωτιά να βράσεις…
[και μ’ αυτό που ήπιε φαρμακώθηκε][6]

   Μαρίτσα δε μπαντρεύεσαι να πάρεις παλικάρι;
Κι αμ πώς μου λες να παντρευτώ να πάρω παλικάρι
μπροστά η ποδιά μου κόντηνε και πίσω μάκρυνέ μου
δεν έν’ μαχαίρι να σφαώ γκρεμός να πάω να πέσω
δώστε μου δίκοπο σπαθί να κόψω το λαιμό μου…[7]

Οι παραλλαγές του τραγουδιού της Μαρίτσας σε  συνδυασμό  με την κρίσιμη εποχικά συγκυρία της γιορτής του Κλήδονα, καθώς και με τις  γονιμικές-αναβλαστικές στα σύνορα της ξηρασίας και της υδαρότητας, της ζωής και του θανάτου  σημασίες που ενέχονται σ’ αυτή, αλλά και σύμφωνα με τα συμβολικά και παραγωγικά συμφραζόμενα της περίστασης του θερισμού όπου επίσης επιτελούνται, υποδεικνύουν πως αφορά «θείο ζεύγος». Πέρα από την κοινωνική σημασία του, από τα αρχέτυπα μυθικά μοτίβα της ιερής παραβατικότητας που το δομούν  αφηγηματικά, φαίνεται ότι πρόκειται και σε αυτό το τραγούδι για ιερή εγκυμοσύνη και  τοκετό εξώγαμου θαυμάσιου «γεννήματος» από  εξαιρετική/ιερή άγαμη μάνα[5]. Από το διάλογο μάνας-θυγατέρας που διεξάγεται δραματικά στο τραγούδι, αποκαλύπτεται η παραβατική εγκυμοσύνη (μπροστά ποδιά μ’ εκόντηνε και πίσω πάει σούρτα) με υπονοούμενη αιμομιξία (πρώτος ξάδερφος) και η διαδικασία επώδυνης γέννας (η καρδιά μου με πονεί κι η μέση μου με κόβει) κατά τη διάρκεια του θερισμού (στο δεμάτ’ ακούμπησε και βαριαναστενάζει) που συνεπάγεται θάνατο (φαρμακώθηκε) της ήδη κοψόημερης (ολιγοήμερης, με σύντομο βίο) και φιδοδαγκωμένης (άρα ήδη πεθαμένης, χθόνιας) κόρης.

Αλώνισμα στα Τζουμέρκα. Θεοδώριανα Άρτας, Αύγουστος 1979 (φωτ. Ελένη Ψυχογιού)

Στο επόμενο τραγούδι, η Μάρω-Μαρουδιά σχετίζεται και πάλι με το σιτάρι και τον θερισμό, ως υποψήφια νύφη. Ενώ ο παραβατικός τοκετός της Μαρίτσας λαβαίνει χώρα στα σιταροχώραφα κατά το θερισμό, η γαμήλια διαπραγμάτευση ανάμεσα στην «πολύφερνη», απαιτητική  νύφη Μάρω και τον πρωτολιχνιστή, γίνεται ακριβώς πάνω στο αλώνι[8], κατά την κρίσιμη παραγωγικά ώρα του αλωνίσματος/λιχνίσματος. Η προειδοποίηση για αποφυγή του «μαυρίσματος» και του «μαρασμού» της, παραπέμπει σε «μαύρη» όψη της Μαρουδιάς (όπως και το δηλώνει άλλωστε σε μερικές  παραλλαγές: …εγώ ’π’  τον ήλιο μαύρ’ είμαι κι απ’ τον θεό χλωμή ’μαι…) και στον επικείμενο θάνατό της που υποδηλώνει τη χθόνια, ιερή υπόστασή της, ενώ τα προικιά που γυρεύει ο πρωτολιχνιστής-γαμπρός-ήλιος και τα οποία φαίνεται να τα ορίζει και να τα διαχειρίζεται η νύφη-Μάρω, ταυτίζονται σχεδόν με τη γη και τις αγροτικές παραγωγικές διαδικασίες (σιτηρά, αμπέλια)[9]:

Άειντε να πάμ’ αντίπερα στης Μαρουδιάς τ’ αλώνι
που αλωνίζουν δώδεκα και δέκα το λιχνάνε
κ’ η Μάρω με τη ρόκα της τρογύρω λαγανίζει.
Φεύγα Μάρω απ’ τον κουρνιαχτό φεύγα Μάρω απ’ τον ήλιο
μη σε μαράν’ ο κουρνιαχτός μη σε μαυρίσ’ ο ήλιος.
Εγώ τον ήλιο αγαπώ τον κουρνιαχτό τον θέλω
κι αυτόν τον πρωτολιχνιστή άντρα μου θα τον κάνω.
Αυτός ο πρωτολιχνιστής πολλά προικιά γυρεύει
γυρεύει βόδια του ζυγού κι άλογα της καβάλας
γυρεύ’ αμπέλι’ ατρύγητα χωράφια με τα στάχυα.
Σαν τα  γυρεύει δός του τα άξιος είν’ κι ας τα πάρει…[10]


Οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη συνδέονται με τελετουργίες της φωτιάς στα Αναστενάρια. Στην  αφιερωματική εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στον ομώνυμο ναό στο κάστρο της Παροικιάς, στην Πάρο, ο Κωνσταντίνος συμβολίζεται με τον καυτό ήλιο στα αριστερά του και η Ελένη με την παγερή σελήνη, στα δεξιά (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, 20/5/2003) 


Η Μαρουδιά/Ελένη κι ο Ήλιος

Θέλω να σημειώσω εδώ ότι σε άλλα τραγούδια προκύπτει ανταγωνιστική σχέση και της Ελένης με τον ήλιο, μοτίβο που επίσης την συνδέει με την Μαρίτσα.  Τραγούδια σημαντικά για το σύγχρονο μύθο της θεϊκής, ολέθριας Ελένης (όπως τον υποστηρίζω και σε άλλα κείμενά μου),   με ευρύτατη γεωγραφική διάδοση στον ελληνικό χώρο[11]. Σε αυτά η κόρη/Ελένη εμφανίζεται σε μια μεγαλόπρεπη, αστραφτερή, χρυσή «επιφάνεια» , ως θεϊκή-κοσμική οντότητα ανάλογη με αυτήν του ήλιου, και μάλιστα διακηρύσσει τη θανάσιμη υπεροχή της απέναντί του. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ οι καταγραμμένες τουλάχιστον παραλλαγές του τραγουδιού αφορούν ανώνυμα μια κόρη (που  στα γυρίσματα παρομοιάζεται με  κόκκινο τριαντάφυλλο/νεράντζι/λεμόνι),  μόνον οι πελοποννησιακές (και μια σαρακατσάνικη) την ονοματίζουν έμμεσα (στα γυρίσματα) ως Ελένη ή με τα συνώνυμά της συμβολικά  Διαμαντούλα/Διαμάντω,  Αναστασά  ή  Αγγέλω ή απλά ως Κόρη. Η συνωνυμία με την Ελένη, πέραν του ότι συχνά τα ονόματα εναλλάσσονται στο τραγούδι, εκτιμώ ότι προκύπτει  και  από το ότι με το όνομα Διαμάντω φαίνεται να  δηλώνεται η ψυχρή λάμψη τής θαυμάσιας κόρης, με το Αναστασά η χθόνια, αναστάσιμη/αναγεννητική  φύση της ενώ με το Αγγέλω η θανάσιμη, ολέθρια όψη της, όλα δε, ως  συνώνυμα του μυθικού ονόματος Ελένη,  μπαίνουν πλαγίως, στα γυρίσματα στο τραγούδι για να δηλώσουν επιτατικά τις συγκεκριμένες ιδιότητές της, στο πλαίσιο μάλιστα του ανταγωνισμού της με  τον Ήλιο [12]:

(Ηπειρώτικη παραλλαγή):
Το τριανταφυλλάκι

Ανάμεσα τρεις θάλασσες −τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο−
πύργος θεμελιωμένος
και μέσα  κόρη κάθεται  και τα φλουριά αρμαθιάζει
αρμάθιαζε ξαρμάθιαζε ιννιά αρμαθούλες φκιάνει
τρεις  πέντε βάζει στο λαιμό −τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο−
τρεις τέσσερις στα χέρια
και με τον ήλιο μάλλωνε −τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο−
με το ηλιό μαλλώνει.
Για έβγα ήλιε μ’  για[13] να βγω −τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο−
να λάμψεις για να λάμψω
εσύ με τ’ς αχτιδούλες σου −τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο−
μαραίνεις τα χορτάρια
κι εγώ με τ’ς αρμαθούλες μου  −τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο−
...Για έβγα ήλιε μ’  για να βγω  να λάμψεις για να λάμψω...
(λεπτομέρεια της παραπάνω εικόνας των αγίων Κωνσταντίνο και Ελένης από την Πάρο)


(Πελοποννησιακή παραλλαγή):
Για την καλή −Διαμαντούλα μου− τη συντροφιά −Ελένη Ελενάκι− θα πω ’να τραγουδάκι.
Βρ’ ανάμεσα −Διαμαντούλα μου− βρ΄ανάμεσα να τρεις θάλασσες πύργος θεμελιωμένος μαλαμοσκεπασμένος
 και στα παρε- −Διαμαντούλα μου− και στα παρε- νε  -θυράκια του  −Διαμάντω Διαμαντούλα− καθώνται τρεις κυράδες
 τη μια τη λέ- −Διαμάντω Διαμαντούλα μου− τη μια τη λένε Αναστασά −ν αμάν μώρ’ Διαμαντούλα− την άλλη Αγγελικούλα[15]

Η παραπάνω παραλλαγή του τραγουδιού δεν περιλαμβάνει το επεισόδιο του ανταγωνισμού αλλά παραθέτω τεκμηριωτικά  και μια σαρακατσάνικη παραλλαγή του που περιλαμβάνει τη χθόνια [που να την φάν’ τα φίδια] όσο και  τρισυπόστατη παρουσία της,  το όνομα Ελένη και το επεισόδιο του αγώνα της με τον ήλιο: …Ανάμεσα τρεις θάλασσες καθόνταν τρεις κυράδες −πως να ταν κι αδερφάδες / η μια ξομπλιάζει τον αϊιτό κι η άλλη τον πετρίτη /  κ’ η τρίτη η μικρότερη φλουράκια ν αρμαθιάζει −και δεν τα λογαριάζει/ τις πέντε βάζει στο λαιμό τις άλυσες στα στήθια −που να την φάν’ τα φίδια / αρμάθιαζε −το Ελενάκι μου− αρμάθιαζε ξαρμάθιαζε οχτώ εννιά αρμαθούλες −και δεν τις βάνει ούλες/  τις πέντε βάνει στο λαιμό τις τέσσερες στα στήθια. /  για έβγα ήλιε για να βγω για λάμψε για να λάμψω / εσύ με τις αχτίδες σου και ’γώ με τα φλωράκια μου…(βλ.Τζάτζιος 1928: 47-48, τραγ. η Αικατερίνη Γ. Γίδαρη) Η λέξη για στο τραγούδι  δεν έχει τη σημασία του σκοπού αλλά είναι διαζευκτικό: ή (έβγα ή να βγωλάμψε ή να λάμψω), όπως εξάλλου συνάδει και με την ανταγωνιστικότητα κόρης-ήλιου.
Μετά την παρεκβολή προκειμένου  να αναδειχθούν εδώ οι εκτιμώμενες σύνθετες σχέσεις Ελένης-Ήλιου-Μάρως,   παραθέτω  παρακάτω ένα ακόμα τραγούδι σχετικό με τη μορφή της, όπου υποδηλώνεται ερωτική συνουσία/βιασμός της μοναχοθυγατέρας, άσπρης και παχιάς  κόρης Μαριγώς από τον διφορούμενο βλάμη εραστή (μη μου μπερδεύεις τα μαλλιά και μου λερώνεις το σαγιά). Καθώς ο βασιλικός είναι χθόνιο φυτό, ενώ το γυαλί παραπέμπει στον κάτω κόσμο[16], είναι πιθανόν να πρόκειται και εδώ για υποχθόνια, ιερή διαδικασία, ιερογαμία:

Βασιλικός μυρίζει εδώ −κοντά η Μαριγώ− κάποια τον έχει στο λαιμό
τον έχ’ η άσπρη και παχιά περιπλεγμένον στα μαλλιά
πάω και ’γώ να μυριστώ φεύγα ρε βλάμη από ’δώ
μη μου μπερδεύεις τα μαλλιά και μου λερώνεις το σαγιά
’τί μ’ έχ’ η μάνα μ’ ακριβή πατέρας μ’ ακριβότερη
κι απ’ την ακρίβεια την πολλή μου ’φτιάσαν γυάλινο κλουβί
και μέσα με κλειδώσανε στη Βενετιά με δώσανε…[17]

 Το επόμενο τραγούδι με πρωταγωνίστρια τη Μαριγώ και πάλι, συνδεδεμένο συμβολικά με  την παραγωγική-τελετουργική  διαδικασία της καλλιέργειας του σιταριού, αποτελεί ένα είδος μαγικής επωδής για την επίτευξη της πλούσιας παραγωγής του.  Παρόλο δηλαδή που η σπορά του σιταριού  γίνεται αραιά αραιά πάνω στα "χείλη" της Μαριγώς (ή σε άλλες παραλλαγές στης Ελενιώς-Γης),  αυτό "δασοφυτρώνει" :


Σπειρί σιτάρι  [ή πιπέρι] έσπειρα γιεμ στης Μαριγώς [ή στης Ελενιώς] τα χείλη – δυόσμε μου και καρυοφύλλι
ανάρια-ανάρια το ’σπερνα να μη δασοφυτρώσει και την κόρη μαραζώσει [ή βαλαντώσει]
μα κείνο δασοφύτρωσε και 'γινε δεντρί μεγάλο που στον κόσμο δεν είν’ άλλο


 Τούρκοι μωρέ Τούρκοι το αλωνίζανε και Ρωμιοί το κουβαλάνε ερημιά τους [; δυσάκουστο] τι τραβάνε…

(μη αρχειοθετημένο, το videoσκόπησα  στο γλέντι μέσα στο καφενείο που επιτελέστηκε στο πλαίσιο του δρώμενου "Καρναβάλι" την Καθαρή Δευτέρα, 13/3/2005, στη Νέδουσα Αλαγονίας Μεσσηνίας, βλ. http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2012/02/blog-post.html).

Ως προς  την ταύτιση των ονομάτων Μάρω-Ελένη που υποστηρίζω και την εναλλαγή τους  στα τραγούδια, παραθέτω παραλλαγή του τραγουδιού της Μαρουδιάς όπου η «μαύρη» σιταροκόρη ονομάζεται Ελενιώ, ενώ η λέξη σιτάρι έχει αντικατασταθεί με τη λέξη πιπέρι. Από την ακολουθούσα ωστόσο περιγραφή του θερισμού και του αλωνίσματος, εκτιμώ ότι αφορά το σιτάρι: Σπειρί πιπέρι έσπειρα στης Ελενιώς τα χείλη / ανάρια ανάρια το ’σπειρα να μην  πυκνοφυτρώσει /  και ’κείνο πυκνοφύτρωσε και ’γίνη καλαμιώνας, /  Εβραίοι το θερίζουνε Τούρκοι το κουβαλάνε / κι ο βασιλιάς τ’ αλώνιζε με τη χρυσή του μούλα. / Κι η Ελενιώ συργιάναγε τριγύρω τ’ αλωνάκι / κι η  μάνα της της φώναζε απ’ το παραθυράκι: /  για φύγε από τον κουρνιαχτό για φύγε  κι απ’ τον ήλιο / μη σε φλωμίνει [=χλωμιάσει] ο κουρνιαχτός μη σε μαυρίσ’ ο ήλιος. / Εγώ ’π’  τον ήλιο μαύρ’ είμαι κι απ’ τον θεό χλωμή ’μαι  /  και για τον άντρα τον καλό π’  όλες  καλύτερ’ είμαι… (ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 134, Καταγραφή Γ. Δροσίνης). Και σε αυτή την παραλλαγή είναι προφανή τα αρχαϊκά αφηγηματικά στοιχεία, όπως ο βασιλιάς, η χρυσή μούλα, ενώ η αναφορά του θεού προσδίδει και ιερότητα στο τραγούδι.


Συνοψίζοντας, σημειώνω ότι τα παραπάνω τραγούδια τεκμηριώνεται να έχουν κεντρικό πρόσωπο κάποια «νύφη» Μάρω, Μαρίτσα, Μαρουδιά, ή τη συνώνυμή της -όπως εκτιμώ-  Ελένη, η πολύπαθη δράση της οποίας συνδέεται με σιτηρά, αλώνια, θερισμό, παραβατική εγκυμοσύνη, γέννα, γάμο, φίδια, θερινά καύματα του ήλιου, θάνατο. Αν, όπως είδαμε, εξετάσουμε δομικά τα τραγούδια στο περικείμενο της παρούσας ανάλυσης και στο πλαίσιο της εποχικής περίστασης των θερινών τροπών του ήλιου και του θερισμού/αλωνισμού όπου επιτελούνται, φαίνεται ν’ αφορούν σχετική αγροτική/λατρευτική τελετουργία με συμβολικό και μυθικό περιεχόμενο τη «γέννα» της χθόνιας, «γκαστρωμένης» μητέρας-Γης (γέννημα=σιτάρι) και το ταυτόχρονο μαύρισμα-μαρασμό της από τα κυνικά καύματα του ήλιου-γαμπρού που την «νυμφεύεται» ως χθόνια, «μαύρη» νύφη, ωσάν σε μια θανάσιμη πάλη Ήλιου και Γης που καταλήγει σε ερωτική συνουσία.



Η ξερή, πεθαμένη γη/Μαυρηγή μετά το θερισμό 
(φωτ. Ε. Ψ., Παλιάμπελα Αιτωλοακαρνανίας, Αύγουυστος  2012)



Η Στρουμπούλω


Σχετική, αν όχι και ταυτόσημη συμβολικά,  με τη μορφή της Μάρως-Μαριγώς ως συμβολισμού της  γονιμοποιούμενης, "γκαστρωμένης" και θνήσκουσας Μητέρας-Γης κατά το θερισμό στα σχετικά τραγούδια,  εκτιμώ ότι είναι και η μορφή της "Στρουμπούλως" που  εμφανίζεται να ερωτοτροπεί πάνω σε αλώνι σε τραγούδι του θερισμού, επίσης. Η μετ΄επιτάσεως επανάληψη στο τραγούδι του ονοματοποιημένου επιθέτου "στρουμπουλή" , που σημαίνει την λιγότερο ή περισσότερο παχύσαρκη μορφή αυτής που προσδιορίζει, φέρει στο νου τα παχύσαρκα νεολιθικά ειδώλια της "Μεγάλης Θεάς": "...Στη θρησκευτική τέχνη το ανθρώπινο σώμα συμβολίζει μυριάδες λειτουργίες πέραν της σεξουαλικής, ιδιαίτερα αυτήν της αναπαραγωγής, της γαλούχησης και της αύξησης της ζωής… Η εκλεπτυσμένη και περίπλοκη τέχνη που περιέβαλε τη νεολιθική θεά μοιάζει με ένα περιστρεφόμενο καλειδοσκόπιο εννοιών: προσωποποιεί κάθε φάση της ζωής, του θανάτου και της αναγέννησης. Ήταν η δημιουργός από την οποία πηγάζει όλη η ζωή, ανθρώπινη, φυτική και ζωική, -και στην οποία επιστρέφει. Ο ρόλος της επεκτεινόταν πολύ πέρα του ερωτισμού…Το υπερβολικό σωματικό βάρος [σε σχέση με τη «μεγάλη θεά»] εκτιμάται ιδιαίτερα, εφόσον συνδέεται με γυναικείες μορφές σε αρκετούς, διαφορετικούς μεταξύ τους, πολιτισμούς…." (Gimbutas 2001:  27-29.)

Στρουμπούλω μου καταστρούμπουλη
Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου
Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου
κι όξω στα περιβόλια σου
ένας νεός τη Σρουμπούλω μου ένας νεός εκαθότανε
ένας νεός εκαθότανε και τη Στρουμπούλω ερώταγε
-Στρουμπούλω πού ’ναι η μάνα σου
πού είναι κι ο πατέρας σου
-Πατέρας μου τη Στρουμπούλω μου πατέρας μου στην αγορά
πατέρας μου στην αγορά η μάνα μου στην εκκλησά
*κι ο αδερφούλης μου ο μικρός
είναι μακριά στα ξένα
-Έλα Στρουμπούλω μουκαι ’σύ κοντά σε μένανε…

[Λαγκάδια Γορτυνίας 1983. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 4213: 306, τραγ. η Κανέλλα Παλυβά, 50 χρ. (από τη Δόξα). Επιτόπια έρευνα-ηχογράφηση Ελένη Ψυχογιού. Βλ. και παραλλαγή στη  σ. 328, τραγουδισμένο από ομάδα ανδρών στο καφενείο: Στρουμπούλω μου καταστρούμπουλη / Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου / Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου / κι όξω στα περιβόλια σου / ομορφονιός καταστρούμπουλη ομορφονιός εκαθότανε / ομορφονιός εκαθότανε και τη Στρουμπούλω ερώταγε / Στρουμπούλω μου καταστρούμπουλη / Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου. ]

Στρουμπούλω μου Στρουμπούλω είναι  στ’ αλώνια της
Στρουμπούλω μου Στρουμπούλω μου Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου
Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου και μέσ’  στα περιβόλια σου
Στρουμπούλω μου στ’ αλώνια σου και μέσ’  στα περιβόλια σου
κάθεται νιος Σρουμπούλω μου κάθεται νιος κι ανύπαντρος
κάθεται νιος τη Σρουμπούλω μου κάθεται νιος κι ανύπαντρος
ώρε κάθεται νιος κι ανύπαντρος κι ένας πρωτοπαλίκαρος
κάθεται νιος κι ανύπαντρος κι ένας πρωτοπαλίκαρος
και τη Στρουμπού- τη Στρουμπούλω μου και τη Στρουμπούλω ξέταζε
και τη Στρουμπούλω Στρουμπούλω μου και τη Στρουμπούλω ξέταζε
χίλια φλωριά της έταζε
και τη Στρουμπούλω ξέταζε χίλια φλωριά της έταζε
-Μωρέ Στρουμπούλω λέει  Στρουμπούλω μου
Στρουμπούλω πού είν’ ο άντρας σου
Στρουμπούλω μωρέ Στρουμπούλω μου
Στρουμπούλω πού είν’ ο άντρας σου
ωρέ Στρουμπούλω πού είν’ ο άντρας  σου
 και η κακιά η μάνα σου
Στρουμπούλω πού είν’ ο άντρας  σου και η κακιά η μάνα σου…

[Σκιαδά Αχαΐας 1978. ΚΕΕΛ, χφ. αρ.  4100, σ. 520-521. Ε.Μ.Σ. αρ. εισ. 22325, ταιν. αρ. 1510Β20   . Τραγουδούν ομάδα κατοίκων του χωριού στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι της νύφης, την παραμονή του γάμου της Διαμάντως Τομαρά, τη νύχτα του  Σαββάτου προς Κυριακή , 19-20/8.  Επιτόπια έρευνα-ηχογράφηση-απομαγνητοφώνηση Ε. Ψυχογιού]

Η Λουλούδω/Βελούδω

Στο θερισμό επίσης, τραγουδιούνται, συνδυαστικά και με τα παραπάνω τραγούδια,  και παραλλαγές ενός τραγουδιού  στο οποίο πεδίο της ερωτικής συνεύρεσης είναι ο μύλος, εκτιμώ ως ιεροτοπία  όπου ολοκληρώνεται και η διαδικασία της καλλιέργειας και επεξεργασίας του σιταριού.  Η κόρη σε αυτές τις παραλλαγές φέρει το συμβολικό, ιερό όνομα Λελούδω [λουλούδια>λελούδια Λουλούδω>Λελούδω], δηλαδή ανθισμένη ή φέρουσα λουλούδια, ήτοι  "στην ώρα της" για γονιμοποίηση Γη.  Σε μερικές παραλλαγές, μάλλον λόγω ομοηχίας αλλά και απόδοσης του χαρακτηριστικού της απαλότητας στην ιερή αυτή μορφή, το όνομα αντί Λουλούδω, γίνεται Βελούδω. Πέραν αυτών, σε άλλες  παραλλαγές αναφέρονται επίσης  και τα ονόματα Διαμάντω, Κρουστάλλω, Κουτέλω και Ελένη, ονόματα που υποστηρίζω ότι  είναι συνώνυμα, ως ονοματοποιημένα επίθετα, του τελευταίου, του Ελένη.  Ο εραστής εδώ είναι ο μυλωνάς που εμφανίζεται με τη μορφή του αλλότριου, "μαύρου"  "ξένου" όπως και σε άλλες περιπτώσεις: είναι Τούρκος  ή/και  "Αράπης (βλ. σχετικά στο:http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html ). Η ερωτική συνεύρεση της Λουλούδως/Βελούδως  και του Τούρκου/Αράπη  μυλωνά/πασπαλιάρη είναι νυχτερινή και προσδιορίζεται και σε αυτό το τραγούδι με την κωδικοποιημένη φράση "φιλεί τα μαύρα μάτια", όπως πράττει και ο "ξένος", Τούρκος ιερός εραστή Λιμάζης με την Ελένη (βλ. σχεστικά στο ίδιο, ό.π.)  Η ερωτική συνεύρεση εκτιμώ ότι έτσι  αποκτά και εδώ υποχθόνιο, ιερό  συμβολισμό, καθώς ο μύλος, τόπος προσδοριζόμενος  ούτως ή άλλως ως υπερβατικός, διαβολικός στην προφορική παράδοση,  όχι μόνο σχετίζεται με το γονιμικό νερό αλλά διαθέτει και υπόγειο χώρο, "κατώι" όπου και εισέρχεται το νερό πέφτοντας από το "βαγένι", κινεί τη φτερωτή και ξαναβγαίνει από τη "χούρχουρη": 

Του θερισμού

Γύραν τ’ απόσκια -μωρή Λελούδω στην αυλή σου
και συ Λελούδω νύχτωσες στο μύλο μην παγαίνεις
γιατί ’ναι Τούρκος μυλωνάς κι αράπης πασπαλιάρης
παίρνει το ξάγι φίλημα χούφτα τα μαύρα μάτια.
Κι εκείνη δεν τον άκουσε της μάνας της το λόγο
και τ’ άλογο εφόρτωσε παίρνει και πάει στο μύλο
βρίσκει τον μύλον αδειανό και το νερό κομμένο
τον μυλωνάν Αμπτούλ-αγά έτοιμον για να φύγει
-Γεια σου χαρά σου Αμπτούλ-αγά  –Καλώς την την Λελούδω
και τη Λελούδ’ αγκάλιασε και τη φιλεί στα μάτια...

[Παπαζαφειρόπουλος 1887: 64.]


Η Λελούδω



¨Ωρε γείραν τ’ απόσκια μωρή Λελούδω –ω  μου γείρανε, γείρανε στην

 αυλή –η σου και συ Λε –ελούδω μωρή Λελούδω μ’ δε φαί- ώρε δε φαίνεσαι

ώρε και συ Λελούδω μωρή Λελούδω –ω  μου δε φαίνεσαι να ‘ρθείς ν- α

από το -ο μύλο πό’ ‘κεί ‘ναι Τούρκος μωρή Λελούδω μου μυ- ώρε μυλωνάς

ώρε πο’ ‘κεί ‘ναι Τούρκος μωρή Λελούδω –ω  μ’ μυλωνάς κι α-
ράπης πασπαλιάρης παίρνουν γι’ αξάι μωρή Λελούδω μου φί- ώρε φίλημα...

[Τραγούδι της τάβλας. Μαντίνεια 1956. ΚΕΕΛ . χφ. αρ. 2214: 26 527-528. Επιτ. έρευνα-ηχογράφηση Σπ. Περιστέρης -Γ. Δημητρόπουλος. Τραγ. ο Βασ. Ντόλκας από την Κάτω Κλειτορία]


Γείραν  τ’ απόσκια μωρή Λελούδω μου γείρανε
γείραν  τ’ απόσκια γείρανε κ’ ήρθανε στην αυλή σου
και συ άργησες μωρή Λελούδω για να ‘ρθείς
και συ άργησες να ‘ρθείς να ‘ρθείς από το μύλο
ήταν ο μύλος τούρκικος κι αράπης πασπαλιάρης
παίρνουν το ξάι για φιλί και για τα μαύρα μάτια...

[Χειράδες Μεγαλοπόλεως  1957. ΚΕΕΛ . χφ. αρ. 2251: 18. .Επιτ. έρευνα-καταγραφή Δ. Πετρόπουλος. Τραγ. Αριστείδης Καλογερόπουλος, ετ. 79, γράμματα δημοτικού σχολείου, αγρότης] 

Γείραν  τ’ απόσκια γείρανε Λελούδω στην αυλή σου
και συ Κουτέλω νύχτωσες στο μύλο μην πηγαίνεις
γιατ’  είναι Τούρκος μυλωνάς κι αράπης πασπαλιάρης
παίρνει το ξάγι για φίλημα χούφτα τα μαύρα μάτια.
Και κείνη δεν τον  άκουσε της μάνας της το λόγο
και  τ’ άλογο εφόρτωσε παίρνει και πάει στο μύλο
βρίσκει το μύλο αδειανόν και το νερό κομμένο...

[Γορτυνία (Βαλτεσινίκο) 1929. ΚΕΕΛ . χφ. αρ. 968στ΄: 412. Καταγραφή Χαρ. Σακελλαριάδης]

Του θερισμού

Γείραν τ’ απόσκια μωρή Βελούδω μου γύ- Βελούδω γείρανε στην αυλή σου
γείρανε στη μωρή στην  αυλή σου
και συ Βελούδω μωρή Βελούδω μου σια- Βελούδω μ’ σιάζεσαι
και συ Βελούδω μωρή Βελούδω μου σια- Βελούδω μ’ σιάζεσαι
                                                (επαναλαμβάνονται τα αυτά γυρίσματα)
Γείραν τ’ απόσκια γείρανε, γείρανε στην αυλή σου
και συ Βελούδω σιάζεσαι στο μύλο για ν’ αλέσεις
πο’ ’κεί ’ναι Τούρκος μυλωνάς κι αράπης πασπαλιάρης
παίρνουν  τ’ αξάι φίλημα τις χούφτες μαύρα μάτια.
Και μέσα μπήκε κι άλλαξε κι έβαλε τα καλά της
και πάει να βρεί το μυλωνά...
[ ΚΕΕΛ, χ/φο  2195:135.]


Γείραν  τ’ απόσκια γείρανε Κουτέλω στην αυλή σου
και συ Κουτέλω νύχτωσες στο μύλο μην πηγαίνεις
γιατί ‘ναι Τούρκος μυλωνάς κι αράπης πασπαλιάρης
παίρνει το ξάι για φιλί φιλεί τα μαύρα μάτια.
Και κείνη δεν τ’ αγροίκησε της μάνας της τα λόγια
μόν’ τ’ άλογο σαμάρωσε και το βαρυπλακώνει.
Στη στράτα όπου πήγαινε την στράτα όπου πηγαίνει
στον θιό περικαλιότανε [……………………            ]
να βρει τον μύλο χάρβαλο και το νερό κομμένο
τον κερατά τον  μυλωνά τον μύλον να χαράζει.
Επήγε εξιφόρτωσε κι ο αράπης τη ρωτάει.
-Ήταν η μάνα μου άρρωστη βαργιά κινδυνεμένη
τώρα μ’ αφήκανε οι γιατροί κ’ ήρθα και ‘γώ στο μύλο.
Του πασπαλιάρη μίλησε του πασπαλιάρη λέει
πιάσε και σφάξε δυο πουλιά και ζύμω μια μπογάτσια
τι απόψε θα γλεντήσουμε με την Κουτέλω αντάμα...


Πήραν τ’ απόσκια τις αυλές  πήραν και λαγκάδια 
 μην πας Λένη μου μοναχιά γιατί ’ναι τουρκομαχαλάς 
 κ’ η Λένω πια δεν τ’ άκουσε της μάνας της τα λόγια 
 πιάνει φορτώνει  τ’ άλογο στο μύλο για να πάει. 
-Καλή σου σπέρα  μυλωνά  –Καλώς την[ε] τη Λένω 
ρίξε Λένω μ’ το άλεσμα στη δεξιά την πέτρα 
 κι ανέβα πάνω στον οντά να φάμε και να πιούμε…

(Τζάζιος, Σαρακατσάνοι, 1928:50)

Στηρίζω την απόδοση ιερότητας στη μορφή της Λουλούδως/Βελούδως/Κουτέλως/Ελένης όχι μόνο στο ότι πρωταγωνιστεί εκούσα σε ερωτικό ρόλο σε τραγούδι που επιτελείται στην ιερή τελετουργία του θερισμού, όπως και τα παραπάνω με την Μάρω/Ελένη, αλλά και λόγω της σημασίας και της χρήσης των  τριών αυτών  ονομάτων (που εκτιμώ ως προσδιορισμούς-συνώνυμα του Ελένη, για το οποίο δεν χρειάζεται να πω εδώ περισσότερα] σε θηλυκά όντα του μεταφυσικού, καθώς και τη σχέση τους με  το μεταφυσικό, την άνοιξη, το Πάσχα, την Πρωτομαγιά,  τα κορίτσια,  τα έμμηνα, τη γονιμότητα, την τιμή και την ντροπή, την τρέλα, την αρρώστια, το θάνατο, τη σελήνη, όπως αυτά καταγράφονται αποθησαυρισμένα στα σχετικά δελτία  του Αρχείου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας της  Ακαδημίας Αθηνών (οι συντομευμένες παραπομπές είναι σε χειρόγραφα του  Κέντρου του Ιστορικού Λεξικού και σε βιβλιογραφία): 


Λουλούδω:
η φλύαρη, εριστική γυνή, γελοία, ιλαρά, κωμικ. Λουλούδω: ύβρις. Όνομα γυναικός, σκύλας ή αίγας
Λουλούδω: το βόιδι που έχει στίγματα [ βλ. και το φεγγάρι]
Λούλουδος(=πράσινος) ο Μάης
Λούλουδος= ανθισμένος
λουλουδοστολισμένος= ο πεθαμένος
φράση: «το λουλούδι του κουβαλάει»= πλησιάζει ο θάνατός του (Μακ. Χφ. Ι.Λ.1196:58)
λουλουδόχορτο= ασπρολούλουδο
λουλούδι= λίλλιον(αρχ.): κρίνο, βιόλα, βιολέτα
λουλούδι= κρίνος της Παναγίας
λουλούδι= πασχαλιά
λουλούδι= μαυρομάτα (φυτό)
λουλούδια= νάρκισσοι
λουλουδιά= κορίτσι
λουλούδια= η ευλογιά (αρρώστια)
λουλούδια του πετεινού = το λειρί
λουλουδίζω= βρίσκομαι στην ακμή της νεότητος,  ακμάζω, ανθώ, εκπέμπω ομορφιά
λουλουδίζω= φέρομαι ελαφρά, επιπόλαια (Πελοπ.) [π.χ. πάω στο μύλο νύχτα]
λουλουδίζω= λάμπω, είμαι στολισμένος
λουλουδίζω= είμαι ανύπαντρος, σε ηλικία γάμου, έτοιμος για γονιμοποίηση (επί γυναικών)
όνειρο: άμα βλέπεις λουλούδι, θα παντρευτείς
φράσεις: «αυτός, άμα λουλουδίζει καμμιά, της βγάζει τα μάτια» (Ναρ.Χφ. Ι.Λ. 594:32)
«λουλούδι αμύριστο»= κορίτσι  άγγιχτο
 «λουλούδισε, λουλούδισε λουλούδισέ μου κόρη» =από ποίημα που ψάλλεται στην Κέρκυρα την πρώτη Μαΐου (Εστία 13:286)
«Εγώ το Μάη θε ν’ ανθώ, τη λαμπρή θα λουλουδίζω» (Μανιάκι Χφ. Ι.Λ.1474:275).
«προσκυνώ σε νιο φεγγάρι / δόξα να ’χει που σε κάνει / ως γεμίζεις να γεμίζω / κι ως ανθείς να λουλουδίζω» (επωδή, Μήλος Χφ. Ι.Λ. 985: 139)
«λουλουδίζει το περιβόλι» είναι στην ακμή του, παράγει
λουλούδι= ντροπή [και κατ’ επέκταση αιδοίο]
φράση: «χάθ’κε του λουλούδ’, χάθ’κε η ντρουπή» (Μακεδ. Χφ. Ι.Λ.1200: 195). «Σ’γά-σ’γά χάνεται η dρουπή ’που του gκόσμου κι φεύγ’ του μαύρου ’που του λουλούδ’ τη dρουπή» (Μακεδ. Μεσσοραπ. Χφ. Ι.Λ.864:301)
λουλούδια= τα έμμηνα
φράση(τραγούδι): «… κόρη μαλαματένια μου, βγαίνεις το μήνα μια.φορά με τα λουλούδια στην ποδιά…» (Μέγαρα Χφ. Ι.Λ. 624:26)
Σε καμαρόστρωτες αυλές άει μωρέ κοντή αdε μωρέ Λελουδιά μου [έχουν όνομα Λελούδω] σε μαρμαροστρωμένες, κοιλοπονούν…(Καλαβρυτ. Χφ. Ι.Λ. 900:317)

Βελούδω (βλ. τραγ. αρ…….)
Βελούδο, το: αυτούσια βενετσ. Λέξις veluto= είδος πολύτ. Υφάσματος
«…υφαίνει τα μεταξωτά, υφαίνει τα βελούδα…» 
βελούδο, το πληθ. τα βελούδα και το φυτό η βελουδιά = φυτό κάμνον άνθη κατά το φθινόπωρο. Τα άνθη χρ. καφέ και κίτρινο (Σκύρος, Χφ. Ι.Λ.612:246)
Βελούδω: ον. κύριον γυναικός (Καρβέλ. Χφ. Ι.Λ.997:185· Πελοπον. Ξηροκ. Χφ. Ι.Λ. 868:361).
Φράση: «ότινος βρουν τα ρούχα οι Ανεμοζουρές [=νεράιδες] του τ’ αρπάζουν· το μαντήλι της Βελούδως το πήραν απ’ το καταραχάκι στη λάκα κάτου». «Πήραν τ’ απόσκια γείρανε και πέσανε στο ρέμα  / και συ Βελούδω φόρτωσες στο ρέμα να κατέβεις…» (Βούτσι Αρκ. Χφ. Ι.Λ.1251: 281).

Κουτέλω
κούτελο= αντικρυστά, απέναντι
Κούτελα= όνομα βουνού 
-κούτελο, το: η ηθική, η τιμή (Σύμ. Χ.1104:186 παίνεμα νύφης:  που ’χει κούτελο ποτήρι που κερνά καραβοκύρη . «Μιλάς εσύ μωρή για μένα; να μωρή εγώ κούλλελλα!!»)
-άγονος τόπος ή σκέψη: «έχω g’ δαπέρα κάτ’ κούτιλα· τι θα κάμου
κι α dα σπείρω; (Σάμος Χ. 946: 120)
-ο βλάκας, ο ανόητος
-το κέρας  είδος καϊκιού 
-κεφάλι
-η κεφαλή του τροχού
-μπάλα
-το μέτωπο: που ’χει κούτελο φεγγάρι και κορμί για παλικάρι (Κύθηρ. Χ.685: 121)
-το μέτωπο, μεγεθυντ. η κουτέλα. Ίσως έγινεν εκ παραφθοράς του παρ’ Ησυχίω  κύφερον= κεφαλή. Πιθανότατα εκ δωρικής λέξεως κόττα=κεφαλή, ίδε και Βυζάντιον εν λ. κούπελο
κουτελίτης, ο= ο έχων μεγάλο κούτελο
κουτ’λίτ’ς= ο κορυδαλλός
κουτελίτης= είδος τσεβέρι, κεφαλοδεσιά, η : το μαντήλι της κεφαλής ούτω δενόμενον, ώστε να καλύπτει το μέτωπον (κούτελο)
κουτελίτης=ισχυρός πονοκέφαλος


Τα τραγούδια, όταν δεν προσεγγίζονται ως μεμονωμένα, γραπτά ποιητικά "κείμενα" αλλά ως τραγουδισμένες αφηγήσεις στο πλαίσιο  των ιερών ή κοσμικών διαβατήριων τελετουργιών, διαλεγόμενα και με άλλα τραγούδια και με  τις τελετουργικές μαγικο-θρησκευτικές και άλλες συμβολικές  πράξεις και ενέργειες ή και με τις  παραγωγικές διαδικασίες, μας αφηγούνται τις αρχέτυπες μυθικές ιστορίες  που αυτές οι τελετουργίες αφορούν και συγκροτούν. Έτσι μόνο γίνεται εφικτό να  αναδείξουμε το πώς συγκροτείται συμβολικά στο λαϊκό φαντασιακό και παραδίδεται μέσα από την προφορική παράδοση και τις τελετουργίες  η συγκρότηση του κόσμου, η ζωή και ο θάνατος, οι κοινωνικές δομές,  οι σχέσεις συγγένειας, οι αντιλήψεις για το μεταφυσικό, το χρόνο και το χώρο, τη φύση,  τη βλάστηση, την παραγωγή, τη μαγεία και τη θρησκεία,  μέσα από τις τραγουδισμένες μυθικές αφηγήσεις που εν πολλοίς συγκροτούν και τη νεοελληνική μυθολογία, που στην τελετουργία του Θερισμού και του κλήδονα,   αφορά την  "πότνια σίτου" Μαρίτσα/Ελένη/Λουλούδω να πάσχει μαζί με τον ανθρώπινο κάματο για την επιβίωση, στα όρια της ζωής και του θανάτου...

Στο παρακάτω μικρό βίντεο (τραβηγμένο με φωτ. μηχανή από την γράφουσα, στην ίδια αναπαράσταση του θερισμού στο Φανάρι Ολυμπίας), προς το τέλος του, ο πλέον ηλικιωμένος από τους "θεριστές" ακούγεται να λέει "ο έργος, που πάει ο έργος, ρε παιδιά, τον  χαλάσατε τον έργο!", δηλαδή τη σειρά, το ευθύγραμμο κομμάτι του χωραφιού που κανονικά θερίζουν ο ένας δίπλα στον άλλο οι θεριστές. Η λέξη σώζεται και στο τραγούδι της "κόρης που γεννάει στο θέρο": ...εργούς εργούς εθέριζε κι εργούς εκοιλοπόνα...:

https://www.youtube.com/watch?v=ss9g5J8s5z8&feature=youtu.be

(Για την νεοελληνική μυθολογία όπως δομείται αφηγηματικά στα τραγούδια με επίκεντρο την Μαυρηγή και την Ελένη,  βλ. και  Ελένη Ψυχογιού, "Μαυρηγή" και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 24, Αθήνα 2008, όπου και οι πλήρεις τίτλοι των εδώ βιβλιογραφικών αναφορών.
 Βλ. επίσης  http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2017/05/blog-post.html, http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/01/blog-post_27.html)















[1] Για τους «ξένους» ως φορείς μεταφυσικής ετερότητας, βλ. Ψυχογιού 2004Δ.
[2] Πβ. και το γνωστό δίστιχο, που ταυτίζει και συνάμα διαχωρίζει τις θνητές από την ιερή Μαρία: …Μαρία λέν’ την Παναγιά Μαρία λέν και σένα /  να προσκυνώ την Παναγιά νά  ’ρχομαι μετά σένα
[3] Βλ. Ψυχογιού 1991Α,  2001Β·2008  Τερζοπούλου 2001. Πβ. επίσης Blum και Blum 2005: 117-124.
[4] Για τη γέννηση της Παναγίας και την αγία Άννα, βλ. Borgeaud 2001: 228-235· πβ. και Τερζοπούλου 2003.
[5] Βλ.  Τερζοπούλου και Ψυχογιού 1983· Ψυχογιού…παιδί
[6]  Για την καλλιέργεια του σιταρού βλ. και παράρτημα, σελ.
[7] Κορώνη Πυλίας 1938. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 1159Β: 82. ‘Ερευνα-καταγραφή Γ. Ταρσούλη. Το τραγούδι ανήκει στην κατηγορία της «Κόρης που γεννάει στο θέρο», που αφορά τη γέννα και συμπυκνώνει θρησκευτικές, μυθικές, μαγικές, μυητικές, κοινωνικές και ταυτόχρονα παιδευτικές σημασίες: Μια βοσκοπούλα θέριζε κ’ ήταν κι αγκαστρωμένη / ώρες ώρες εθέριζε κι ώρες εκοιλοπόνα / μια μέρα πά’ κι ακούμπησε κ’ έκαμε έν’ αγόρι / και στην ποδιά της το ‘βαλε να πα’ το ρεματίσει. / Μια πέρδικα την απαντά κ’ είπεν της πού παγαίνει./ -Μωρή σκύλα, μώρ’ άφοβη, μωρή γιβεντισμένη* / εγώ ΄χω δεκοχτώ πουλιά και πάσχω να τα θρέψω / και σύ έν’ ομορφάγορο και θες το ρεματίσεις; /  -Εσύ αν έχεις τα πουλιά να θρέψεις με σιτάρι  / μα ‘γώ ‘χω τούτο το παιδί κι έχω μεγάλη ζάλη…( Αμοργός 1857. ΚΕΕΛ, χφ αρ. 1684, σ. 211. Καταγραφή Εμμ. Ιωαννίδης Αμοργίνος.  Στο χειρόγραφο αναγράφεται ως τίτλος  «Ψαριανής ως νανάρισμα»). (Van Gennep 1960: 75, 76, 91, 92, 96· Σακαλάκη 1985: 87-94). Σημειώνω εδώ μερικά από τα στοιχεία   που νομίζω πως αναδεικνύουν την ιερότητα του περιεχομένου του συγκεκριμένου τραγουδιού. Είναι π.χ., κατά  παραλλαγές, η ταυτότητα και η μορφή της κρυφογκάστρωτης κόρης: Μια καλογριά,  μια παπαδιά, μια ρασοφορεμένη / οργούς-οργούς εθέριζε … (Κρήτη 1938. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 1162Α, σ. 27-28, έρευνα-καταγραφή Μαρία Λιουδάκη). Σε άλλες είναι παπαδοπούλα, βασιλοπούλα, ρούσα (=άσπρη, ξανθιά), Σαρακινιώτισσα, Εβραιοπούλα· τα τελευταία είναι ιδιαίτερα ενισχυτικά ως προς τη δαιμονική υπόσταση της κόρης, αφού και σε άλλα τελετουργικά τραγούδια η πολιτισμική ετερότητα δηλώνει δεισιδαιμονική αποστασιοποίηση από το υπερφυσικό, το δαιμονικό στοιχείο, όπως ίσως συμβαίνει και με τον Τούρκο του παρακάτω τραγουδιού (βλ. υποσημ. αρ. 20), ενώ και η γυναίκα του Χάρου αποκαλείται   και χανούμισσα στα μοιρολόγια` βλ. Ψυχογιού 1998:105, σημ. αρ. 20· πβ. και Τερζοπούλου 1999). Ένα άλλο στοιχείο είναι οι υπερφυσικές της δυνάμεις: Κουράσιο Γρεβενίτικο στο θέρος κατεβαίνει, λέλε ρούσα μου / έχει δρεπάνι δαμασκό, παλαμαριά ’σημένια / ρίχνει χειριές σαν πρόβατα, δεμάτια σαν κριάρια / και στο δεμάτι ακούμπησε να κάνει το κοπέλι… (Ελάτη Κοζάνης 1962. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 2465, σ. 23-24. Καταγραφή Απόστ. Μαρέτης). Επίσης  οι θαυμαστές συνθήκες της σύλληψης, η θαυμάσια ή περιθωριακή υπόσταση του εραστή: Μια κόρη με τον άνεμο και με την τρεμουντάνα / και με της χήρας τον υγιό ευρέθη γκαστρωμένη / εργούς-εργούς εθέριζε κι εργούς εκοιλοπόνει / κι επάνω στο δεμάτιασμα χρυσόν υιόν εγέννα.…(Κύμη Εύβοιας. Βλ. Καλύβης 1938: 17)·  το θαυμάσιο βρέφος, η παιδοκτονία (επισημαίνω, ότι και ο Χριστός , μόλις και μετά βίας γλύτωσε από το παιδοκτόνο μένος του Ηρώδη): […] και στο δεμάτ’ ακούμπησι χρυσόν υγιό να κάμει / χρυσό βλαττί τον τύλιγι, χρυσό βλαττί τουν βάνει / στις αγκαλιές τουν έπιρνι, να πάει να τον γκρεμίσει…(Κυπαρίσσης 1940: 87-88) ή […] και στο δεμάτι πού ’δενε χρυσόν υγιόν εβγάλει / χρυσό υγιό, χρυσό βλαστό, χρουσό μαργαριτάρι…( Πυργί Χίου 1953. ΚΕΕΛ, χφ. αρ. 2070, σ. 23. Καταγραφή  Ισιδ. Σεράφη) ·  τα θαυμαστά εργαλεία θερισμού: Μια κόρη από το Ρεβενιό στο θέρο κατεβαίνει / βαστάει δρεπάνι ολόχρυσο και βέργα ασημωμένη / δομούς-δομούς εθέριζε, δομούς εκοιλοπόνα / και στο δεμάτι κάθησε κ’ έκαμε το παιδί της /  έκαμ’ η Ρεβενιώ παιδί και πάει να το σκοτώσει… (Κέρκυρα 1913. ΚΕΕΛ,  χφ. αρχείου Ύλης Πολίτου, αρ. 1253. Καταγραφή […;] Ταλκόπουλος). Επίσης, η συνομιλία με τα πουλιά, η αρχαϊκότητα μερικών λέξεων κ. ά. Στα τραγούδια βέβαια υπάρχει πάντα η ποιητική και μαγική τελεστική υπερβολή (Burkert 1997: 90,93), και βέβαια αντανακλάται και η κοινωνική πραγματικότητα, αλλά είναι γνωστό το πόσο η ένταξή τους στο πλαίσιο της  περίστασης που τραγουδιούνται τους προσδίδει κάθε φορά διαφορετικό νόημα, σε συνδυασμό και με τις εκάστοτε κοινωνικές αντιλήψεις και το πλαίσιο της επιτέλεσης (Ψυχογιού και Τερζοπούλου 1984·1993· Ψυχογιού 1999· Τερζοπούλου 1999). Το τραγούδι  ως νανούρισμα στον τελεστικό λόγο που αφορά τη  γέννηση των θνητών, μυεί το βρέφος στο βιολογικό γεγονός της γέννησής του, την οποία αναγγέλλει ταυτόχρονα στον περίγυρο, καθιστώντας την κοινωνικό γεγονός,  συνδεδεμένο ωστόσο μαγικά, όπως και το ίδιο το νεογέννητο, με τις θεϊκές γέννες και το συμβολικό τους νόημα (βλ. Ψυχογιού 1999). Σ’ ένα άλλο επίπεδο το τραγούδισμά του λειτουργεί κοινωνικά -τόσο κριτικά όσο και διδακτικά-  αναδεικνύοντας τους ισχύοντες κώδικες της ντροπής και της τιμής που καθορίζουν τη μοίρα των θνητών ανύπαντρων μητέρων (Peristiani  1996· πβ. και Τερζοπούλου και Ψυχογιού 1984: 67∙ Ψυχογιού 1999: 202-204). 
[8] Πβ. και τον στίχο της Παναγιάς τ’ αλώνι όπου το αλώνι ταυτίζεται με νεκροταφείο και τη Μαυρηγή-Ελένη (βλ. Ψυχογιού 2008: ).
[9] Για τα κυνικά καύματα του Σείριου περίπου την ίδια εποχή και την αποξηραντική, ολέθρια  σημασία τους  στο μύθο του Άδωνη βλ. Detienne 2006: 275-292. Το γεγονός ότι οι στίχοι με τα προικιά περιλαμβάνονται και στον αγερμό της Λαζάρας, ενώ έχουμε την πληροφορία ότι το τραγούδι επιτελείται επίσης στη γιορτή του Κλήδονα (24 Ιουνίου, γέννηση του αγίου Ιωάννη, γιορτή συγγενική εποχικά, συμβολικά και τελετουργικά με αυτή του θερισμού) ενισχύει τη θρησκευτική σημασία του.
[10] Κερπινή Γορτυνίας Αρκαδίας 1980. ΚΕΕΛ, χειρόγραφο. αρ. 4149, σελ. 8. Καταγραφή Δημήτριος Ιω. Θεοδωρόπουλος, συντ. διδάσκαλος. Στίχοι του τραγουδιού ψάλλονται και στα κάλαντα του Λαζάρου, επιτέλεση που δηλώνει και τη θρησκευτική σημασία του (βλ. Ψυχογιού 2008:…..).  Η αντίληψη για  εύρεση γαμπρού -και κατ΄επέκταση η γονιμότητα-  κατά το θερισμό είναι  κοινωνικά ριζωμένη, όπως προκύπτει και από μαντικά έθιμα που σχετίζονται και με το θάνατο: "...Για τη μοίρα κάνουν κι άλλο: Το τρίτο ψυχοσάββατο [του αγίου Πνεύματος] παίρνουν χωριστά ψυχούδια [=κόλλυβα] από τρεις Γιαννούδισσες πρωτοστέφανες, τα σπέρνουν το βράδυ στο κήπο τους, κουλουριάζουν γύρω το ζωνάρι τους και βάνουν απάνω ένα δραπάνι λέγοντας:
Όγοιος είν’ της μοίρας μου
Να ‘ρθει να θερίσουμ’ αντάμα
Το λέν’ τρεις φορές και κοιμούνται. Τη νύχτα βλέπουν στ’ όνειρό τους το μελλούμενο καλό τους ή καλή τους και θερίζουν μαζί! (ΚΕΕΛ, χειρόγραφο αρ. 738, σελ. 61, Γλανιτσά Γορτυνίας).




[11] Στο αρχείο τραγουδιών του ΚΕΕΛ οι καταγραμμένες τοπικές παραλλαγές του βρίσκονται κατηγοριοποιημένες στο φάκελο Επύλλια 3, 3 με τίτλο: «Κόρη με τον ήλιο μάλλωνε» και υπότιτλο σε παρένθεση: «αγών κόρης και Ήλιου». Το τραγούδι χαρακτηρίζεται από τους καταγραφείς ως χορευτικό, γαμήλιο (και κατά την προικοπαράδοση) και λατρευτικό του Πάσχα, επίσης (στις Καρυές Καβακλή) στα κάλαντα των Χριστουγέννων (επιτέλεση που το εντάσσει και στους ανδρικούς, θρησκευτικούς  αγερμούς, ανάλογο με  το τραγούδι του «Μάη»).
[12] Βλ. Ψυχογιού 2008: 66-82. Για τον ήλιο στη λαϊκλη παράδοση, βλ. Ν. Γ. Πολίτης, "Ο ήλιος κατά τους δημώδεις μύθους", Λαογραφικά Σύμμικτα Β΄, Ακαδημια Αθηνών, Δημοσιεύματα Λαογραφικού Αρχείου, έκδ. Β΄, Αθήναι ,1975,  σ. 130-183 (και στον ιστότοπο: http://www.kentrolaografias.gr/sites/default/files/Laografika_Summeikta_t_B-2.pdf).
[13] Το για εδώ δεν έχει τη σημασία του σκοπού αλλά είναι διαζευκτικό: ή (έβγα ή να βγω, λάμψε ή να λάμψω), όπως εξάλλου συνάδει και με την ανταγωνιστικότητα κόρης-ήλιου.
[14] Σερβιανά Ιωαννίνων, 1953. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 1838, σ. 12, καταγραφή Κων. Ντέμος. Η θρησκευτική όσο και εαρινά εποχική σημασία και τελετουργική επιτέλεση του τραγουδιού τεκμηριώνεται από την πολύτιμη  σημείωση του καταγραφέα: «Το ανωτέρω είναι ένα από τα πολλά τραγούδια που τραγουδούν χορεύοντας τα τρία απογεύματα της Κυριακής, Δευτέρας και Τρίτης του Πάσχα εις τον αυλόγυρον της εκκλησίας». Σε  παραλλαγές  κυρίως του ανατολικού Αιγαίου και της Μ. Ασίας, η νυχτο-πλανώμενη κόρη είναι και θαυμάσια υφάντρα, σαν τα πάρθενα κοράσια του «τραγουδιού του Μαγιού» που εξετάζουμε εδώ και δη την Αλεξάνδρα- Αλεξαντριανή Ελένη  (βλ.  Ψυχογιού 2008: 66-79). 
[15]Αγριδαίικα Αιγίου. ΚΛΕΕΛ, Ύλη Πολίτου, χ/φο αρ. 1709. . Πβ. και παρακάτω με το τραγούδι στην υποσημ. αρ…… αλλά και με το τραγούδι της Λάμιας (βλ. Ψυχογιού 2008:  449 κ.ε.]. Η εικόνα της στολισμένης με φλουριά, λαμποκοπούσας κόρης μας παραπέμπει αναπαραστατικά στις σύγχρονες «πολύχρυσες» νεαρές Ολυμπίτισσες, στην μητριαρχική Κάρπαθο, στολισμένες  με την «κολαΐνα".
[16] Με την έννοια ότι παραπέμπει σε πάγο, στο «πάγωμα» του θανάτου (πβ. και με τον γυάλινο, υποχθόνιο πύργο της νεκρανασταινόμενης  Αναστασάς (βλ. Ψυχογιού 2008). Σε άλλα τραγούδια του θερισμού η κόρη-νύφη φέρει το αμφίσημο  όνομα Παγώνα που μπορεί να παραπέμπει στην ομορφιά του παγωνιού αλλά και στο πάγωμα του θανάτου (βλ. Ψυχογιού 2008). Τα πάχη-κάλλη της άσπρης και παχιάς Μαριγώς μπορούν επίσης να παραβληθούν  και με εκείνα της Στρουμπούλως-Ελένης, η οποία συνδέεται επίσης με αλώνι.
[17] Κερπινή Γορτυνίας Αρκαδίας 1980. ΚΕΕΛ, χ/φο ρ. 4149: 12. Καταγραφή Δημήτριος Ιω. Θεοδωρόπουλος, συντ. διδάσκαλος.




Η γράφουσα ερευνήτρια  Ε.Ψ. στη γιορτή της αναπαράστασης του θερισμού, στο Φανάρι Ανδρίτσαινας Ηλείας (24/6/2006)

No comments:

Post a Comment