Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ΦΩΤΙΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ: ΟΙ ''ΑΓΡΑΠΝΙΕΣ" ΣΤΗ ΒΟΝΙΤΣΑ


Εμείς φουτιά θ’ ανάψουμι κι Κύριε ελέησον! 

 "Αγραπνιές": ένα πυρολατρικό δρώμενο  στη Βόνιτσα 




[Από επιτόπια έρευνα στη Βόνιτσα κατά το 1999-2001 και  όπως παρακολούθησα τις Αγραπνιές τις νύχτες  από την Κυριακή των Βαΐων έως και τη Μ. Παρασκευή, από τις 23 έως τις 28 Απριλίου 2000. Το παρόν κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο μου:  Ελένη Ψυχογιού,  «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 24, Αθήνα 2008, σ. 258-266, 275-281, 439, όπου και οι πλήρεις τίτλοι των εδώ  βιβλιογραφικών αναφορών. Οι υποσημειώσεις του κυρίως κειμένου παρατίθενται μετά τις υποσημειώσεις του κειμένου Επιτέλεση -Τα δίστιχα και πριν τις Μαρτυρίες). (βλ. http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?TEMPORARY_TEMPLATE=10&image=/media/gallery/high/2232/images/big/eksofyllo_ghs.jpg).

Οι φωτογραφίες τραβηγμένες από την γράφουσα, Ε.Ψ., κατά τη διάρκεια των "Αγρασπνιών",  τις νύχτες της Μ. Εβδομάδας.




Βόνιτσα. Άποψη από το Ενετικό κάστρο. Στο βάθος το βουνό "Ορνός" (Μάης 1999) 


Βόνιτσα.   Η εκκλησία των αγίων Αποστόλων, στην ανατολική είσοδο της κωμόπολης (Μάης 1999)


Βόνιτσα 1999.   Η εκκλησία των αγίων Αποστόλων, στην ανατολική είσοδο της κωμόπολης. Ανατολική όψη του ναού και ο χώρος όπου οι ψαράδες κάτοικοι  της γειτονιάς "Μπούχαλη" ανάβουν κάθε χρόνο τις φωτιές,  όπως φαίνεται και από το κυκλικό σημάδι κάτω αριστερά που παραμένει ανεξίτηλο πάνω στο έδαφος .Στο άκρο δεξιά το πλατάνι που σκιάζει την αυλή του καφενείου όπου κάθονται οι "αγρυπνιστές" και ανταλλάσσουν τα περιπαικτικά δίστιχα. 


Βόνιτσα. Τμήμα της αυλής του καφενείου και του πλάτανου που την σκιάζει στη Μπούχαλη πίσω από το ναό των αγίων Αποστόλων, όπου συγκεντρώνονται κάθε χρόνο οι  Μπουχαλιώτες για να επιτελέσουν τις "Αγραπνιές" κάθε νύχτα  από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Μ. Παρασκευή (23.4.2000)


Οι Αγραπνιές 
 (βλ. και το δρώμενο της "Λαζάρας" στη Βόνιτσα http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2012/04/2-lazara-hole-night-long-male-ritual-in.html)

Κατά τις κρίσιμες, ολάνθιστες και ευωδιαστές νύχτες της Μεγάλης Εβδομάδας, που τα πάντα αιωρούνται συμβολικά μεταξύ ζωής και θανάτου –όπως και δραματοποιούνται σχετικά μέσα από χριστιανικές εκκλησιαστικές αλλά και αρχαϊκές γυναικείες νεκρικές τελετουργίες στη Βόνιτσα και αλλού− τα μέλη της ίδιας κοινότητας ανατρέπουν αυτή την εικόνα της μαγικά δεσμευόμενης φυσικής και κοινωνικής ευταξίας και σταθερότητας και την επιδιώκουν μέσα από ένα άλλο, πολυήμερο δρώμενο, τις Αγραπνιές


 

Βόνιτσα.   Η εκκλησία των αγίων Αποστόλων, ανατολική όψη. Συγκέντρωση ξύλων για την φωτιά. Κυριακή των Βαΐων (23.4.2000)

Η πολυήμερη αυτή τελετουργία ανήκει επίσης στα εαρινά δημόσια ανδρικά δρώμενα και συνδέεται άμεσα με τη Λαζάρα −και ως προς τη χρονική συγκυρία αλλά και ως προς στοιχεία της επιτέλεσης− συμπληρώνοντάς την κατά ένα τρόπο ανατρεπτικό. Εμπεριέχει πολυσύνθετες συλλογικές εθιμικές δράσεις και λόγο με μαγική, λατρευτική αλλά και έντονα κοινωνική σημασία, που έχουν ως επίκεντρο μια τελετουργική πυρά. Οι περιοδικές φωτιές, που από θρησκευτική άποψη αποτελούν ηλιολατρικά-πυρολατρικά στοιχεία, είναι παγανιστικό έθιμο, τυπικό στις διαβατήριες τελετουργίες, διαδεδομένο διαχρονικά σε όλους τους αρχαίους και σύγχρονους πολιτισμούς και αποσκοπούν στον εξευμενισμό και τη δέσμευση της καταστροφικής ή τη μαγική πρόκληση και ενδυνάμωση της εξαγνιστικής/καθαρτήριας, αναγεννητικής και αποτροπαϊκής δύναμης της ιερής φωτιάς και του ήλιου[2].


Βόνιτσα.   Η εκκλησία των αγίων Αποστόλων, στην ανατολική είσοδο της κωμόπολης. Η φωτιά  αναμμένη το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων (23.4.2000)

 Το άναμμα της φωτιάς (αφορώντας ίσως συμβολικά, κατά τη λαϊκή κοσμαντίληψη και τη συγκεκριμένη συμπαντική χρονική συγκυρία, την εαρινή ισημερία) γίνεται εδώ το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων −ενώ στην εκκλησία ψάλλεται η ακολουθία του νυμφίου− στη μικρή πλατεία πίσω απ’ το ιερό του ναού των αγίων Αποστόλων, στη συνοικία Μπούχαλη, αφού συγκεντρωθεί ξυλεία από νέους και μεγαλύτερους άνδρες. Μετά τη λειτουργία, οι ίδιοι περίπου άνδρες συγκεντρώνονται γύρω από την πυρά και τη συνδαυλίζουν ενώ ταυτόχρονα τα νεότερα αγόρια ρίχνουν μέσα σ’ αυτήν ή στην περιφέρεια του τελετουργικού χώρου κροτίδες (τυχαία ή κατευθυνόμενες σε συγκεκριμένα άτομα, π.χ. σε διερχόμενα κορίτσια, σε μια διαπροσωπική πρόκληση αλλά και επίδειξη «παλικαριάς», πράγμα που επίσης αναδεικνύει τη γονιμική διάσταση του έθιμου). Ταυτόχρονα οι εν λόγω τελεστές ευρίσκονται σ’ ένα είδος σκωπτικής, περιπαικτικής «συνομιλίας» με τον «ανδρικό κόσμο» [3] που συναπαρτίζουν οι θαμώνες του παρακείμενου καφενείου που λόγω εποχής είναι καθισμένοι στην αυλή του: μεμονωμένα και σποραδικά μερικοί αρχίζουν ν’ απαγγέλλουν ρυθμικά κάποιους στίχους με σατιρικό περιεχόμενο που καταλήγουν, εν είδει γυρίσματος, στη φράση …και Κύριε ελέησον και κάποιοι άλλοι απαντούν με τον ίδιο τρόπο. Η περιπαικτική, καυστική αυτή αραιή «συνομιλία» λειτουργεί σαν προζύμι προκειμένου συντωχρόνω να «φουσκώσει» ο διάλογος, να εξελιχθεί σε συντονισμένη, αντιφωνική επιτέλεση ανάμεσα στις παρέες των θαμώνων του καφενείου ως ρυθμική απαγγελία τέτοιων στίχων που εναλλάσσεται με τραγούδια, αποσπάσματα από τη Λαζάρα ή άλλα, όμως πάνω σ’ αυτή τη μελωδία (σκωπτικά παραλλαγμένη). Η ποιητική και μουσική αυτή συνομιλία κρατά με συμποσιασμό των τελεστών και συνδαύλισμα της φωτιάς ως αργά τη νύχτα, και πάλι −όπως και στη Λαζάρα− στο πλαίσιο μιας μαγικής επίσης αγρυπνίας, η οποία ονοματίζει εξάλλου και το έθιμο συνολικά ως Αγραπνιές, στον πληθυντικό, λόγω της πολυήμερης επαναλαμβανόμενης τέλεσής του (βλ. τα τραγούδια και σχετικά σχόλια στο Επίμετρο Α΄, αρ. 2).[4]

Βόνιτσα.   Οι "Αγρυπνιστές" κάτοικοι της γειτονιοάς "Μπούχαλη" καθισμένοι στο καφενείο  απέναντι από τη  φωτιά.   το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων (23.4.2000)

Οι Αγραπνιές με το άναμμα της πυράς επαναλαμβάνονται κάθε εσπέρα στο ίδιο σημείο και από τα ίδια περίπου πρόσωπα όλες τις επόμενες νύχτες της Μεγάλης Εβδομάδας, χωρίς όμως το αντιφωνικό τραγούδισμα, πλην κάποιας σποραδικής απαγγελίας σατιρικών στίχων με το καταληκτικό γύρισμα …και Κύριε ελέησον. Οι «αγρυπνιστές» ανάβουν για τελευταία φορά φωτιά −με την ίδια διαδικασία αλλά μεγαλύτερη σε όγκο και δύναμη από τις προηγούμενες− τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ. Μετά το τέλος της περιφοράς των δύο επιταφίων στην πόλη, «αγρυπνούν» μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες συνοδεύοντας την πυρά και πάλι με αντιφωνικό τραγούδισμα, όπως και κατά την πρώτη νύχτα.
Κατά τις μαρτυρίες, Αγραπνιές λάβαιναν χώρα παλιότερα και πίσω από την εκκλησία του πολιούχου της Βόνιτσας, Άγιου Σπυρίδωνα. Οι δύο τελεστικές ομάδες αντιπροσώπευαν τότε ανταγωνιστικά, τις δύο κύριες γειτονιές της παράλιας πόλης: το Παζάρι και τον Κόκκινο κάτω απ’ το κάστρο ΒΔ και τη Μπούχαλη, ανάμεσα στη θάλασσα και τον κάμπο ΝΑ[5]. Η συμμετοχή τότε ήταν περισσότερο συλλογική, ο μουσικός, αντιφωνικός διάλογος πιο συντονισμένος, τα δρώμενα τελούνταν κυρίως σε κύκλο γύρω από τη φωτιά και λάβαιναν μέρος, ως θεατές κυρίως, και γυναίκες. Επιπλέον υπήρχε έντονος συναγωνισμός αλλά και αντιπαλότητα ανάμεσα στους τελεστές των δύο συνοικιακών πυρών, που συχνά εξελισσόταν σε πραγματικό «πόλεμο» με κροτίδες και πέτρες, αντιπαλότητα η οποία, πέρα από την τελεστική αγωνιστικότητα που συνάδει με τις διαβατήριες τελετές, δραματοποιούσε και μια, ισχύουσα ακόμα εν μέρει, κοινωνική ανισότητα και ανταγωνιστικότητα (βλ. και μαρτυρίες 1&2, στο http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2012/04/1.html΄).[6]

Βόνιτσα. "Αγρυπνιστές" στο καφενείο απέναντι από τη φωτιά, πίνουν και ανταλλάσσουν σκωπτικά δίστιχα.  Κυριακή των Βαΐων (23.4.2000)

Ο σατιρικός λόγος που συνοδεύει την πυρά περιλαμβάνει εναλλακτικά μουσικούς και ρυθμικά απαγγελλόμενους στίχους με αντιφωνική, ανταγωνιστική ως προς τους αυτοσχεδιασμούς σκωπτικών στίχων, επιτέλεση.[7] Τα σκωπτικά στιχάκια και τραγούδια που απαγγέλουν ή τραγουδούν οι άντρες αγρυπνιστές στο καφενείο, δίπλα στη φωτιά, αποτελούν κωδικοποιημένες επαναλήψεις παλιότερων που έχουν διασωθεί μέσω της τελεστικής μνήμης ή και αυτοσχεδιασμό (σήμερα ελάχιστο) επί τόπου καινούριων πάνω στα παλιά μουσικά, ποιητικά και επιτελεστικά χνάρια, με αφορμή παρόντα πρόσωπα, στιγμιαία επεισόδια, σύγχρονα κοινωνικά ή και ιστορικά γεγονότα.



Βόνιτσα, Βόνιτσα.   Η εκκλησία των αγίων Αποστόλων,  Η φωτιά  το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων  στις "Αγραπνιές" (10/4/2015)

Ο αριθμός, το περιεχόμενο, η ένταση, η διάρκεια, η σειρά εκφώνησης και η ποικιλία των απαγγελλόμενων στίχων και των τραγουδιών (όπως και του δρώμενου συνολικά) εξαρτάται και από τη σύνθεση κάθε παρέας, την προσωπικότητα, την επιτελεστική δεξιότητα, την κοινωνικότητα, τη μνήμη των μελών της, τις σχέσεις και τον ανταγωνισμό των παρεών μεταξύ τους, την ιστορική και κοινωνική συγκυρία (π.χ. εκλογές, πένθος κλπ.), τις καιρικές συνθήκες, την εργασιακή απασχόληση (δηλ. αν π.χ. πρέπει κάποιοι να φύγουν εκείνες τις ωρες για ψάρεμα), τους απρόοπτους εσωγενείς και εξωγενείς παράγοντες της τελετουργίας (όπως π.χ. ένας καυγάς, η άφιξη ή διέλευση κάποιου προσώπου, η δική μου παρουσία με την κάμερα κλπ.) κ. ά. Η δομή της επιτέλεσης είναι με ένα τρόπο ανατρεπτικό, αντίστροφα αναλογική με αυτή της Λαζάρας, σαν την καλή και ανάποδη όψη ενός κεντήματος. Στις Αγραπνιές, ο λόγος ξεστομίζεται αντί ευχετικός και κανονιστικός, μαγικά ανατρεπτικός και καταραστικός μέσα στον σταθερό, κεντρικό τόπο της πυράς, περιφερόμενος ανάμεσα στις εντόπιες παρέες και όχι στα σπίτια. Το περιεχόμενο των μουσικών, αρθρωτών επίσης στίχων, αφορά την κοινωνία ως αντεστραμμένο είδωλο, δηλαδή όχι στην ιδεατά επιθυμητή μορφή της αλλά ως σύνολο παρεκκλίσεων από τον κανόνα, μακριά από τη δέουσα καθημερινή ευταξία. Και στις Αγραπνιές, ο λόγος αφορά επίσης συγκεκριμένα πρόσωπα, όμως όχι ανώνυμα, ως προς τους δέοντες κοινωνικούς ρόλους τους αλλά με τα ονόματά τους, ως επιρρεπή στην παρέκκλιση, ανθρώπινα όντα, των οποίων προβάλλει τις παραβατικές και όχι τις επιθυμητές και κανονιστικά πρέπουσες συμπεριφορές, όχι τα ιδεατά σωματικά ή χαρακτηριολογικά προσόντα αλλά τα ατομικά ψυχικά και σωματικά ελαττώματα εκάστου, εκφράζοντας άσχημες κρίσεις αντί επαίνων, αποστασιοποιούμενος από την ιδεατή ευμορφία. Οι Αγραπνιές, λειτουργώντας έτσι και σαν ένα είδος συλλογικής, δημόσιας «εξομολόγησης», επιτρέπουν στην κοινότητα, εξαγνισμένη (το κύριε ελέησον επιτείνει αυτό τον εξομολογητικό χαρακτήρα) μέσα από το καμίνι της ιερής φωτιάς και τη δραστικότητα του βέβηλου λόγου, ν’ αναγεννηθεί «καινούρια» τη νύχτα του Μ. Σαββάτου, αναστημένη μαζί με το Χριστό.[8]



Βόνιτσα. "Αγρυπνιστές" στο καφενείο απέναντι από τη φωτιά, πίνουν και ανταλλάσσουν σκωπτικά δίστιχα, την   Κυριακή των Βαΐων. Στο βάθος διακρίνεται η εκκλησία και η φωτιά (23.4.2000)


Λόγω της μικρής σχετικά έκτασης του συγκεκριμένου τελετουργικού λόγου, όπως δημοσιεύεται εδώ και του κατά κάποιο τρόπο αποσπασματικού τραγουδίσματος, δεν γίνεται ίσως άμεσα φανερή η εσωτερική δομή των στίχων του, δεδομένης και της σχετικής λογοκρισίας (ως προς τα ονόματα των σατιριζόμενων προσώπων) στην οποία τον υποβάλλω. Ωστόσο, από την εμπειρία της παρατήρησης κατά την τέλεσή του και την προσεκτική μελέτη τόσο του περιεχόμενου, όσο και της αντιφωνικής εκφοράς των μουσικών και των απαγγελλόμενων στίχων εναλλακτικά, συγκριτικά δε και με τη μουσική εκφορά ανάλογων συνόλων τραγουδιών, προκύπτουν τα εξής: ο τελεστικός λόγος αποτελεί νομίζω κάθε φορά ένα δομημένο, ενιαίο σύνολο με συγκεκριμένους τελεστικούς, όσο και ποιητικούς όρους και κανόνες, σε διαλεκτική σχέση με τις τελεστικές δράσεις (εν προκειμένω την πυρά, το συμποσιασμό κλπ.), το εαρινό νόημα της τελετουργίας αλλά και το κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι[9]. Αυτή η δομή ίσως να ήταν περισσότερο συγκροτημένη και εμφανής παλιότερα, όταν το έθιμο –κατά τις μαρτυρίες− γινόταν πιο συντονισμένα, με μεγαλύτερη διάρκεια και με περισσότερους συμμετέχοντες, δρώντα πρόσωπα και παρέες αλλά και θεατές.[10]




Βόνιτσα. Η  φωτιά, απέναντι από το καφενείο και ανάμεσά τους  η εθνική οδός Αμφιλοχίας-Πρέβεζας που περνάει μέσα από τη Βόνιτσα (23.4.2000)

 Οι μουσικοί στίχοι (τα σατιρικά ή άλλα τραγούδια που άδονται), έχουν στην πλειοψηφία τους αφηγηματικό ή/και διαλογικό περιεχόμενο και αναφέρονται σε τοπικά κοινωνικά επεισόδια (είτε σύγχρονα, αυτοσχεδιαζόμενα σε στίχους στη συγκυρία είτε παλιότερα, επαναλαμβανόμενα κατά κάποιο τρόπο κωδικοποιημένα, «ιστορημένα» μέσα στους μεταβιβαζόμενους από γενιά σε γενιά στίχους) ή διηγούνται εν συντομία τα μυθικά γεγονότα και αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τον κορμό, το σκελετό της μουσικής επιτέλεσης.[11] Η συχνή περιοδική επανάληψη των εισαγωγικών στίχων από τη Λαζάρα υπενθυμίζει επαναληπτικά τη σχέση του τραγουδίσματος με τη χρονική συγκυρία της Άνοιξης και το γιορταστικό της περιεχόμενο. Το ποιητικό πέρασμα από το ένα πρόσωπο (ως τον κορυφαίο του χορού) ή τη μια παρέα στην άλλη −και ίσως από το ένα θέμα στο άλλο− για τη χρεία της αντιφώνησης, γίνεται και εδώ με ένα κωδικοποιημένο στίχο, εν προκειμένω τον …γιατ’ έχει σύντροφο καλό τον….[ακολουθεί συγκεκριμένο κάθε φορά όνομα]. Δηλαδή κάτι ανάλογο με το …άλλαξε γλώσσα μ’ τον ηχό… της Λαζάρας αλλά εδώ πέραν της ποιητικής, και με κοινωνική σημασία, αφού αναδεικνύει και τις ιδιαίτερες φιλίες που συνδέουν τα μέλη της κάθε παρέας, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό, πράγματα γνωστά στους «αγρυπνιστές» εξάλλου[12].
Τα απαγγελλόμενα ρυθμικά στιχάκια ανάμεσα στα τραγούδια αποτελούν αυτοσχεδιασμούς (σήμερα σπάνια επίσης) ή κυρίως, επανάληψη κωδικοποιημένων έμμετρων παλιότερων, ευτράπελων και συχνά βωμολοχικών σχολίων, καταγγελιών, κρίσεων, καταρών με τη φράση … Κύριε ελέησον ως γύρισμα. Τα στιχάκια αυτά δεν εκφέρονται τυχαία αλλά με επαναληπτική κανονικότητα και έχουν σχέση είτε με το περιεχόμενο των προηγηθέντων μουσικών στίχων είτε είναι τυπικά, ωσάν να παίζουν το ρόλο επωδών (ποιητικά και μαγικά) με κοινωνική και τελετουργική σκοπιμότητα. Ο στίχος … δε σε διάβασα καλά…τυπικά επαναλαμβανόμενος, που προηγείται των καταρών, αναφέρεται σε νοητή λίστα από κατάρες ή σκωπτικά σχόλια που προορίζονται για τα διακωμωδούμενα μέλη της κοινότητας, παρόντα ή απόντα. Το ρήμα διάβασα τονίζει νομίζω την τελεστική σημασία της πράξης, καθώς δηλώνει αναφορά σε επαναλαμβανόμενη διαδικασία απομνημονευσης των τυπικών αυτών καταρών, ωσάν εγγεγραμμένων σ’ ένα είδος ιερών «κειμένων» της προφορικής παράδοσης, πράγμα που επιδιώκει να συνδέσει τα τελούμενα με την «εγγράματη» επίσημη εκκλησιαστική παράδοση αναλογικά, διακωμωδώντας (βλ. τα τραγούδια στο Επίμετρο Α΄, αρ. 2).
Η βωμολοχική ρητορική του ανατρεπτικά σκωπτικού λόγου (όπως σε όλες τις διαβατήριες τελετουργίες και ιδιαίτερα αυτές του κύκλου του χρόνου) έχει και ιερό χαρακτήρα. Είναι γνωστό πως “…η ιερή αισχρολογία αποτελεί δραστικότατο μέσο της ομοιοπαθητικής μαγείας και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των διαβατήριων τελετών. […] Η αθυρόστομη ποίηση […] στις ευετηρικές τελετές βοηθάει τις παραγωγικές-γονιμικές δυνάμεις της φύσης ενώ στις διαβατήριες τελετές του ανθρώπινου βιοτικού κύκλου παίζει και μυητικό-παιδευτικό ρόλο…„[13]. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας ενισχύεται εδώ μαγικά με το τραγούδισμα στίχων της Λαζάρας και τη μελωδική εκφορά όλων των αδόμενων στίχων πάνω στην περιπαικτικά παραποιούμενη μελωδία του τραγουδιού της, με την αναφώνηση της λατρευτικής (όσο και σκωπτικής) εξιλαστήριας παράκλησης και Κύριε ελέησον! όσο βέβαια και από την τέλεση του έθιμου στον ευρύτερο χώρο του ναού. Ο συγκεκριμένος χώρος πέρα από τον θρησκευτικό έχει εμφανή και το μαγικό τοπικά χαρακτήρα, καθώς το άναμμα της φωτιάς τελείται μέσα σ’ ένα κύκλο πίσω από το ναό και όχι στην είσοδό του, σ’ ένα τόπο που είναι ταυτόχρονα και σταυροδρόμι[14].



Βόνιτσα. Άλλη παρέα  "Αγρυπνιστών" στο καφενείο απέναντι από τη φωτιά, πίνουν και ανταλλάσσουν με τις άλλες παρέες σκωπτικά δίστιχα.  Κυριακή των Βαΐων (23.4.2000)

Ο νυχτερινός χρόνος τέλεσης αυτής της τελετουργίας, όσο και της Λαζάρας, τηρείται εδώ ευλαβικά από τους τελεστές με εθιμική επιμονή, καθώς έχει να κάνει με το μαγικοθρησκευτικό χαρακτήρα των εθίμων επίσης. Η σκοτεινή ή φεγγαρόλουστη «νύχτα» ως χώρος και χρόνος, ανήκει στις «απόξω», υπερφυσικές δυνάμεις. Απ’ την άλλη, μια από τις προϋποθέσεις των μαγικών τελετουργιών είναι η τέλεσή τους σε συνθήκες εξαιρετικές ή «ανάποδες» από τις καθημερινές, ενώ η λυτρωτική εξάντληση των σωματικών δυνάμεων των τελεστών σε δράσεις μέσα σε τέτοιες συνθήκες θεωρείται πως ενισχύει τη λατρευτική και μαγική δύναμή τους. Πλήθος μαγικών τελετών είναι νυχτερινές, ή, αντίθετα, λαμβάνεται ειδική μέριμνα να είναι ημερήσιες, ανάλογα με το περιεχόμενο της τελετής αλλά και τη μαγική της σκοπιμότητα[15] Η νυχτερινή επιτέλεση σχετίζεται ίσως εδώ και με το μυθικό περιεχόμενο των εν λόγω αναπαραστάσεων: η μυητική, μυστηριακή γαμική διαδικασία μέσω της οποίας θ’ αναστηθεί/ανα-γεννηθεί (ή αναβλαστήσει, ξυπνήσει, επανεμφανισθεί) το θεϊκό πρόσωπο που αφορούν, τελείται στο σκοτάδι του κάτω κόσμου (ή του τάφου, της γης, της μήτρας, του ύπνου)· ένα τέτοιο γονιμικό σκοτάδι μπορεί να κυοφορεί τελεστικά και τα εν λόγω δρώμενα, επιτελούμενα με μαγική αναλογικότητα.


 Φωτιά ανάβουν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και σε άλλα χωριά του Δήμου Ανακτορίου. Εδώ στα Παλιάμπελα, χωρίς το αντιφωνικό τραγούδισμα(23.3.2000) .

 Δε σε διάβασα καλά…: η επιτέλεση, τα σκωπτικά/σατιρικά δίστιχα

Παρακολούθησα τις Αγραπνιές κάθε νύχτα, από την Κυριακή των Βαΐων έως και τη Μ. Παρασκευή, από τις 23 έως τις 28 του ίδιου μήνα. Κατά τη συγκεκριμένη πολυήμερη επιτέλεση, πλην των αντρικών παρεών στα τραπέζια, κάποιων νεαρών αγοριών που συνδαύλιζαν τη φωτιά και έριχναν κροτίδες, των διερχόμενων διαβατών (μεταξύ των οποίων ήταν και οι αφικνούμενοι με λεωφορεία από Αθήνα και αλλού για το Πάσχα, πράγμα που προκαλούσε ανταλλαγή χαιρετισμών ή σχόλια αλλά και οι γυναίκες που έβγαιναν απ’ την εκκλησία και κοντοστεκόντουσαν περαστικές στη φωτιά) ή εποχούμενων και του σερβιτόρου μαγαζάτορα, και βεβαίως της γράφουσας, δεν υπήρχαν άλλοι παρόντες. Ταυτόχρονα με το τραγούδι γινόταν συμποσιασμός σε κάθε παρέα με κεράσματα μπύρας και ούζου ανάμεσά τους. Στο χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε από το άναμμα της φωτιάς μέχρι να τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ψαράδες πήγαιναν κι έρρριχναν τα δίχτυα στη θάλασσα για το καθημερινό εποχιακό ψάρεμα και μετά το τέλος της Αγραπνιάς, έβγαιναν να σηκώσουν την ψαριά.



Βόνιτσα. Άλλη παρέα  "Αγρυπνιστών" στο καφενείο απέναντι από τη φωτιά, πίνουν και ανταλλάσσουν με τις άλλες παρέες σκωπτικά δίστιχα.  Κυριακή των Βαΐων (23.4.2000)

Το ποιητικό κείμενο των τραγουδιών που παρατίθενται ενδεικτικά παρακάτω (πβ. και Κουκουβίνος 1998) αποτελεί ένα μεγάλο μέρος αυτών που επιτελέστηκαν την Κυριακή των Βαΐων τη νύχτα (22-23/4/2000), αυθόρμητα, χωρίς καμιά έξωθεν παρέμβαση ή παρακίνηση, συντωχρόνω αντιφωνικά, και ως ένα βαθμό και ανταγωνιστικά, ανάμεσα σε δύο εν τέλει παρέες που καθόντουσαν σε τραπέζια με σχετική απόσταση μεταξύ τους, ως εξής: τραγουδούσαν τα μέλη της μιας παρέας με προεξάρχοντα έναν από αυτούς, ανάλογα με το ποιος ξεκινούσε, ενθυμούμενος ή αυτοσχεδάζοντας τον επόμενο στίχο, και αφού ολοκλήρωνε ένα ή περισσότερα σύνολα από εναλλαγή τραγουδιού και απαγγελίας, αναλάμβανε η άλλη παρέα, κατά τον ίδιο τρόπο, ενίοτε «αρπάζοντας» το λόγο από την πρώτη και αντίστροφα. Συχνά ενόσω τραγουδούσε η μια ομάδα, σιγοντάριζε σε χαμηλό τόνο και η άλλη ή σχολίαζε με πειράγματα. Ανάλογα με το σκωπτικό περιεχόμενο των στίχων ή και τις γνωστές σε όλους παλιές και νέες ιστορίες που έφερναν στη μνήμη, μεσολαβούσαν τρανταχτά ομαδικά γέλια που συχνά διέκοπταν τη ροή των τραγουδιών. Η γυναικεία παρουσία μου και μάλιστα με κάμερα, επέδρασε διφορούμενα: παρόλο που τη δέχτηκαν ευχαρίστως (με μερικούς είχα και έμμεση τελετουργική συγγένεια) και μάλιστα ως ένα βαθμό έδωσε αυτόματα ώθηση ως προς την επιτέλεση (λόγω ίσως και του φύλου μου, αλλά κυρίως λόγω της άμεσης σύνδεσης της κάμερας με την τηλεόραση και κατ’ επέκταση με τη δημοσιότητα, άρα και την πιθανή, επιθυμητή προβολή μέσα από αυτήν της τοπικής κοινότητας), δημιούργησε ωστόσο αρχικά ένα δισταγμό ως προς την εκφώνηση των βωμολοχιών, που έδειξε συντωχρόνω να ξεπερνιέται. Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω τι άλλα τραγούδια −ή με πόσο περισσότερο ή λιγότερο βωμολοχικό περιεχόμενο τα συγκεκριμένα− θα είχαν πει αν ήμουν απούσα ή και αν θα είχαν καν τραγουδήσει. Το αναπόφευκτο τίμημα –και δίλημμα− της ζωντανής καταγραφής, όσο διακριτικάκαι αν γίνεται. Δεν αναφέρω εδώ τα ονόματα των επιτελεστών, αφενός λόγω του ότι ο λόγος είναι συλλογικός αλλά κυρίως λόγω του σατιρικού-καυστικού περιεχομένου του.
Οι ποιητικοί στίχοι παρατίθενται παρακάτω ενδεικτικά, όπως τους απομαγνητοφώνησα από τις videoταινίες που μαγνητοσκόπησα, από τις 9 μ.μ. έως περίπου τις 2 π.μ. αυτής της νύχτας. Επειδή ανάμεσα στους αγρυπνιστές και τη φωτιά μεσολαβεί τμήμα της εθνικής οδού Αμφιλοχίας-Λευκάδας /Πρέβεζας, που αποτελεί ταυτόχρονα και μια από τις κεντρικές οδικές αρτηρίες της πόλης είναι σχεδόν ακατάπαυστη η ροή κάθε είδους τροχοφόρων οχημάτων και δη θορυβωδών δίκυκλων (θα έλεγα μάλιστα πως αρκετοί νεαροί Βονιτσάνοι συμμετείχαν στο δρώμενο εποχούμενοι) και γι’ αυτό η απομαγνητοφώνηση στάθηκε εξαιρετικά δυσχερής και σε μερικά σημεία, αδύνατη. Έτσι, όπου τα λόγια είναι δυσδιάκριτα, μπαίνουν αποσιωπητικά. Λόγω του σατιρικού-καυστικού, ενίοτε και βωμολοχικού, περιεχομένου του λόγου και των προσωπικών επεισοδίων που αφορά −αν και εκφέρεται δημόσια− τα ονόματα ή/και τα παρωνύμια μπαίνουν σε αγκύλες με παύλες στη θέση των ονομάτων, οι οποίες αντιστοιχούν στις ελλείπουσες συλλαβές, για να γίνεται φανερό το μέτρο.
Στην αρχή, σε παρένθεση, σημειώνεται αν οι στίχοι απαγγέλλονται ή τραγουδιούνται. Σχόλια για το περιεχόμενο συγκεκριμένων στίχωνκαι τις δράσεις, στις οικείες υποσημειώσεις. Το τραγουδισμένο κείμενο δεν διαφέρει και εδώ σχεδόν από το απομαγνητοφωνημένο ποιητικό, πλην του ότι στους μουσικά εκφερόμενους στίχους, περιέχει ανάμεσα στις συλλαβές μερικών λέξεων το ευφωνικό γράμμα -ν- , όπως ακριβώς και στη Λαζάρα (ό.π., υποσημ. αρ. 70).

Σποραδικά:

(απαγγελία)           Δε σε διάβασα καλά…
……………………….
                                                               
(τραγούδι) ………………………….
                                μά ητανε νιος κι αχείμαστος κ’ η ’Λένη δεν τον θέλει[1]

(απαγγ.) Βρε Ουβριέ σκυλουβριέ πού ’ν’ η κότα πού ’κλιψις
                                κι η κότα καρκαρίστηκι κι ο Ουβριός ζαλίστηκι
κι Κύριε ελέησον!

Αντιφωνικά. Α΄παρέα:
(απαγγ.) Δεν έφτιγι ου [- - -] τουν έδιωξε ου ………
                 γιατί έκλιψι τ’ αβγά [- - - -] μασκαρά
κι Κύριε ελέησον!
                                                                                                                κι Κύριε ελέησον!
                 Ου [- - -] του [- -] έπισι τ’ ανάσκελα
κι Κύριε ελέησον!
                 Μέτρα του καλά μπουρντά (;) μη σι σφίξου μι τ’ν ουκά[2]
                 μέτρα τα λεφτά κυρία μη σι πάου σ’ν αστυνουμία
Κύριε ελέησον!

(τραγ.) …………………………………………………………………
                 …………………………………………………………………
                 γιατ’ έχει σύντροφο καλό το [- -] τον [- - -]

(απαγγ.)
                 Μπουχαλιώτις πουτσαράδις, Παζαριώτις ξικουλιάρ’δις[3]
κι Κύριε ελέησον
…………………………..Μπουχαλιώτις
 ……………………………….Παζαριώτις
 για να παν την ικλησσά με τ’ ………………
κι Κύριε ελέησον!

(τραγ.)
……………………………………………………..
 …………………………………….κι κούκος δεν το λέει
                 παρά μια πετροπέρδικα και μια παχιά τρυγόνα
                 κάτ’ απού τα φτιρούδια της έχει τουν …………

(απαγγ.)
 Ου [- - -] στου μπαλκόν’ δυο πουρδές του ξικουλών’ [γέλια]
 κ’ η [- - - -] πεισμών’ [ή καυλών’;] κι ου [- - -] τ’ς τόνε χών’
κι Κύριε ελέησον!
(τραγ.)
……………………………………παραγάδια(;)θα βγάλ’ ου [- -] ου [- -]
 γιατ’ έχει σύντρουφο καλό τον [- - -] το Βαζέλο[4]

                 μα ητανε νιος κι αχείμαστος μα ταν γε……
 και ραφτόπουλο(;) κ’ η ’Λένη δεν τον θέλει…

(απαγγ.)
 Δε σε διάβασα καλά, το καλό να μην του δεις[5]
                 κάθε κλαρί να στέκισι, πουρνάρα να τσιρλιέσι
 κι σ’ ένα μαυρουκούτσουρου να κάθισι να ξι’έσι[6]
κι Κύριε ελέησον!
                 Αν δε μας δίνεις ξύλα να σε δαμάσ’ η ψείρα
                 η ψείρα κ’ η κονίδα κι τ’ άλουγο του[7]………………
 Κύριε ελέησον!

                Ου [- - -] του [- -] έπισι τ’ ανάσκελα
κι Κύριε ελέησον!

                Ου [- - -] δεν έφτ’ιγι ου [- - -] τουν έδιουξι
                γιατί έκλιψι τ’ αβγά [- - - -] μασκαρά
κι Κύριε ελέησον!

(τραγ.)
 …………………………θα βγάλ’ ου [- -] ο [- - -]
 γιατ’ έχει σύντρουφο πιστό τον [- - -] τον [- - -]

(απαγγ.)
Ου [- - -] στου μπαλκόν’, δυο πουρδές του ξικουλών’
 κ’ η [- - - -] πεισμών’ κι ου [- - -] τ’ς τόνε χών’
κι Κύριε ελέησον!

                 Δε σε διάβασα καλά, το καλό να μην του δεις
                 κάθε κλαρί να στέκισι, πουρνάρα να τσιρλιέσι
 κι σ’ ένα μαυρουκούτσουρου να κάθισι να ξι’έσι
κι Κύριε ελέησον!

(τραγ.)
Απόγεμα Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ
 ώρε μπαίνει μέσα στο μαγαζί …………………
                ωρέ που ’χει παπάδες δεκαενιά τον [- -] τον [- - - -] (;)
                ωχ -Ρε μάστορα καλλίγωσε ν ετούτα τα τσαρούχια.
-Τσαρούχια δεν καλλιγώνουμε πάρ’ τα λεφτά σου πίσω.
Ωχ στου [- - - -] τρέξανε πιαστήκανε στα χέρια
ρε και πίσω τ’ αποσπάσματα τους πήραν τα μαχαίρια…

(απαγγ.)
                 Δε σε διάβασα καλά, το καλό να μην του δεις
                 κάθε κλαρί να στέκισι, πουρνάρα να τσιρλιέσι
 κι σ’ ένα μαυρουκούτσουρου να κάθισι να ξι’έσι
κι Κύριε ελέησον!
                 Εμείς φουτιά θ’ ανάψουμι
κι Κύριε ελέησον![8]
                Ου [- - -] είν’ καλός, είνι κι βασιλικός[9]
κι Κύριε ελέησον!

Β΄παρέα:
(τραγ.) …………………………………………………………
μπαίνει μέσα στο μαγαζί ……………………………………
μέσα σ’ αυτό το μαγαζί ήτανε δυό κοπέλες
δυο Μπουχαλιώτ’σες ψώνιζαν δυοτρείς δραχμές σαρδέλες
μπαίνει ο [- - ] περήφανος τσιγκέλι το μουστάκι
βάνει τη σκούφια του στραβά κάνει το κουτσαβάκι
(απαγγ.) –Καλησπέρα σας κοπέλες –Καλησπέρα σου [- -]
 του καλό να σ’ εύρω βράδ’ Κύριε ελέησον!
                                                                 κι Κύριε ελέησον!
(τραγ.)
                Ας είν’ καλά η Μπούχαλη βγάζει παιδιά ’ντρειωμένα
                Από καμάρι κι ομορφιά παιδιά καλλιγουμένα(;)

(απαγγ.)
Ου [- - -] στουν κουψά, έπισι τ’ ανάσκελα Κύριε ελέησον!
                                                                                                 κι Κύριε ελέησον!
                Δώσ’ μου τα λεφτά κυρία, μη σι πάου σ’ν αστυνουμία
                μέτρα τα καλά μπουρντά(;) μη σου σφίξου μι τ’ν ουκά
                ου [- - - -] πρόεδρους [- - -] αστυνόμους
κι ου [- - -] αγράμματους δεν τόνε θέλ’ ου νόμους Κύριε ελέησον!
-Βρε [- - -] Θυριανέ[10] το τυρί σου πού ’ν’ ;
-Του ’φαγε η άργυρη η άργυρη η τσότυρα (;) να χαρώ να πάρω μια(;) Κύριε ελέησον!
                                                                                                                                κι Κύριε ελέησον!
(τραγ.)
Ν εδώ διαβαίνει ο Λάζαρος με δώδεκ’ Αποστόλους
και πάλι ξαναπέρασε με δεκατρείς αγγέλους…

(απαγγ.)
                Βρε Ουβριέ[11], σκυλουβριέ πού ’ν’ η κότα πού ’κλιψις
                κ’ η κότα καρκαρίστικι κι ου ’Βριός ζαλίστηκι
κι σ’ έβαλαν στα σίδερα, κακή σου μέρα σήμερα
 Κύριε ελέησον!
                                                                                                                 κι Κύριε ελέησον!
                Όποιος δε μας δίνει ξύλα να τόνε φά’ η ψείρα
 η ψείρα κ’ η κουνίδα και τ’ άλουγου………
 Κύριε ελέησον!

(τραγ.)
                Αγάπη πού ειχα κι έχασα μέσ’ από το μυρτάρι(;)
                που ‘χει τα μάτια σαν αβγά, μουσούδα σα γουρούνι
                πού ‘χει τα κατσαρά μαλλιά σα σκύλα καραγκούνα(;)…


ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ - 1:
[Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας της γράφουσας με την Ρήνα Κατσάνου, 72 χρ., γεννημα-θρέμμα της Βόνιτσας από γονείς μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 (μητέρα από την Ορντού του Πόντου και πατέρα από την Κωνσταντινούπολη, παντρεμένη με Βονιτσάνο· μέλη της ευρύτερης οικογένεάς της λαβαίνουν κατά παράδοση ενεργό μέρος στις ανδρικές εαρινές τελετουργίες).  Η συζήτηση διεξάγεται το Μάιο του 1999 στη Βόνιτσα.

Ρ.[ήνα] Κ.[ουτσούμπα] :Ναι. Κάναμε εθίματα παλιά, κάναμε τα εθίματα., τ’ μιγάλ’ τ’ βδομάδα. Τη φωτιά.  Η φωτιά δεν κόπ’κε.
Ερ.[ευνήτρια] (Ελένη Ψυχογιού) : Πότε; Κάθε μέρα;
Ρ. Κ.  Κάθε βράδυ. Απ’ το Λάζαρο, απ’ του Λαζάρου αρχινάει και φτάνει μέγα Σάββα. Οι φωτιές δεν παύ’νι, ικεί απάν’ τ’ς ανάβ’νε παλιά κι ακόμα το συνηθίζ’νε.
[……]
Ρ.Κ.: –Είπαμε. Αρχ’νάν απ’ τ’ μιγάλ’ τ’ Διυτέρα μέχρι το μέγα Σάββατο. Αν ανάβ’νε! Μη χειρότερα! ’Κειο δεν αφήν’νε κούτσουρα! Βάν’νε κούτσουρα, κουβαλάνε, να τα ρίξ’νε στις φωτιές. Παλιά ήτανε ’δώ, όξω απ’ τον Αησπυρίδωνα. Άναφταν οι Μπουχαλιώτις, άναβαν κι στον Αησπυρίδωνα. Πίσω απ’ το ιερό τ’ς άναβαν τ’ς φωτιές. Αλλά ’πειδής ’γίναν τώρα τα σπίτια, τα μαγαζά, δεν ανάβ’νε στον Αησπυρίδωνα. Αλλά εκεί [στη Μπούχαλη, στους αγίους Αποστόλους] δεν κοτάς να τ’ς πεις τίποτα! Ας είνι σπίτια. Ας είνι μαγαζά. Την ανάβ’νε.
Ερ.: –Και ποιος την ανάβει;
Ρ.Κ.: –Οι ίδιοι! Η νεολαία τ’ ανάβ’ αυτά. Δεν τ’ αφήν’ η νεολαία. Φουρτών’νε τ’ αμάξα ξύλα, την ημέρα, και τα ρίχν’νε όξω, μια θημουνιά όμοια με τ’ν κουζίνα κι το βράδυ, αρχ’νάνε, τ’ απόγεμα ως το πρωί, τη φωτιά.
Ερ.: –Κάνουνε και τίποτ’ άλλο γύρω από τη φωτιά ή απλώς την κοιτάνε;
Ρ.Κ.: –Όχι, τίποτα. Έτσι, τ’νε βλέπ’νε ο κόσμος, οι ξένοι τ’νε βλέπ’νε, έρχονται ξένοι, περνάνε από ’κεί, την καμαρώνουνε κι αρχινάνε: Μπουχαλιώτις ξικουλιάρι’ς / Βονιτσάνοι περδινιάνοι… Λέεενε, τι λένε!…[γελάει] Όποιος δε μας δίνει ξύυυυλα / να ντόνε φάει η ψείειειρα!
Ερ.: –Δηλαδή λένε στιχάκια;
Ρ.Κ.: –Τι λένε! [γελάει] Πολλά πράματα!:
Άνομοι και κάτσινοι που σταυρώσ’τε το Χριστό / για του μαύρου του λιφτό… φουνάααααζ’νε ούλοι μαζί, ικεί: …Κύριε ελέησον! [γελάει] Ου παπάς απ’ τουν κουμένου / κυνηγάει τουν κουρεμένου [γελάει]…

ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ -2: 
(Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας της γράφουσας με τον  Τάσο Λουριώτη, 50 χρ., Βονιτσάνο, ο οποίος έχει μαγαζί με λαχεία, ΠΡΟ-ΠΟ, κλπ. αλλά είναι και ψαράς. . Έλαβε χώρα στη Βόνιτσα τον Μάιο του 1999 .

Τάσος Λουριώτης: "...Μετά, αφού τελειώσει η Λαζάρα, την Κυριακή των Βαΐων , το βράδυ, γιατί αρχίζει επίσημα πλέον η εκκλησία για τη Μεγάλη Βδομάδα, συνηθίζεται εδώ, ανάβουνε φωτιές! Θυμάμαι ’γώ που ’μουνα παιδάκι, βέβαια τότε δεν ήτανε αυτά εδώ πέρα, εδώ ήτανε χωράφια. Εδώ, εδώ ακριβώς [δηλ. στο μαγαζί του, που βρίσκεται πίσω ακριβώς από το ιερό της εκκλησίας του αγ. Σπυρίδωνα], στην εκκλησία, πίσω απ’ το ιερό, δεν μιλάμε για φωτιά, μιλάμε για φωτιές!!… Τώρα, αυτή τη στιγμή όμως το έθιμο το διατηρούνε απάν’ στη Μπούχαλη. Στην εκκλησία εκεί [άγιοι Απόστολοι], κάθε χρόνο, ανάβουν φωτιά. Κάθε βράδυ. Μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή, κάθε βράδυ. Λοιπόν. Και ’κεί λένε διάφορα τραγούδια. Βεβαίως! Εκεί τα λένε σε στυλ….να σ’ πω τώρα…σόκιν, να στο πω έτσι. Δηλαδή που πειράζουνε τον ένα και τον άλλονε, διάφορα. Πάρα πολλά. Λένε τραγούδια. Και ’κεί είναι ωραίο το έθιμο. Το κάνουνε ωραίο το έθιμο. Το κάνουνε ωραίο το έθιμο αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουνε ανθρώποι εδώ να τα διατηρήσουν τα έθιμα. Σύλλογος, παράδειγμα. Ένας Σύλλογος, ένας λαογραφικός Σύλλογος, να ενδιαφέρεται για τα έθιμα, να μην ενδιαφέρεται για άλλα πράγματα. Δυστυχώς. […….] ".


Το  Μεγάλο Σάββατο επακολουθεί  η "θυσία" των αρνιών για το Πάσχα, που επιτελεί παραδοσιακά ο χασάπης ή  κάθε άνδρας νοικοκύρης για το σπίτι του  (Βόνιτσα, Μ. Σάββατο 2000)




Πάνω: Η δυτική, κεντρική  όψη της εκκλησίας των αγίων Αποστόλων δια χειρός Poly Hatjimanolaki, και με το δικό της κείμενο, από ανάρτηση στο fb, με την άδειά της, όπως και το παρακάτω κείμενο:

"...Με πλευρικά φανάρια πλοίου ταξιδεύει
Δεν ξέρω ποια είναι αυτή η Εκκλησία στην έξοδο της Βόνιτσας. Ήταν σκοτεινά και δεν είχα χρόνο να τη δω καλά στη διαδρομή προς Λευκάδα.
Ωστόσο, επιστρέφοντας μου χαρίστηκε η πίσω της όψη, καθρεφτική τρόπον τινά. Το σωστό είναι η μπροστινή της όψη, η είσοδος. Στα σκοτεινά ήταν πιο επιβλητικό με τα δύο φανάρια σαν πλευρικά πλοίου. Μπορείτε να τα φανταστείτε όσοι δεν τα έχετε δει.
Εδώ φαντάζει εξημερωμένη στο φως, αλλά πάντα με δύναμη συμβολική να χωρίζει στα δύο το δρόμο, σαν να σε περιμένει να πάρεις μια απόφαση "
Πολυχατζ 31.08.2021




[1] Αναφορά σε συγκεκριμένο κοινωνικό περιστατικό, όπου φαίνεται ότι ο νέος που προξένευαν στην εν λόγω Ελένη, ήταν αχείμαστος, δηλαδή άπειρος, ακατάλληλος ν’ αναλάβει ρόλο οικογενειάρχη. Γίνεται φανερό το πώς μέσω της σάτιρας, προβάλλονται οι κονωνικές νόρμες.
[2] Εννοείται εδώ πως ο ένοχος θα χτυπηθεί με το μεταλλικό μέτρο ζύγισης με το αντίστοιχο βάρος, που ήταν σε χρήση στις χειροκίνητες ζυγαριές των μαγαζιών παλιότερα.
[3] Παρωνύμιο μάλλον, δηλωτικό της προτίμησης του εν λόγω σε συγκεκριμένη ποδοσφαιρική ομάδα (Παναθηναϊκό). Σημειωτέον ότι, δεδομένου και του σκωπτικού χαρακτήρα του δρώμενου, τα περισσότερα από τα αναφερόμενα ονόματα αφορούν παρωνύμια, με τα οποία ούτως ή άλλως είναι γνωστοί και αποκαλούνται στις καθημερινές σχέσεις οι φερώνυμοι .

[4] Δηλώνεται η τοπική και κοινωνική αντιπαλότητα ανάμεσα στους κατοίκους των δύο συνοικιών. Όταν το δρώμενο γινόταν και στο Παζάρι, αντίστοιχα ίσως λεγόντουσαν από τους Παζαριώτες για τους Μπουχαλιώτες.
[5] Ο στίχος , τυπικά επαναλαμβανόμενος, αναφέρεται σε νοητή λίστα από κατάρες ή σκωπτικά σχόλια που προορίζονται για τα διακωμωδούμενα μέλη της κοινότητας, παρόντα ή απόντα. Το ρήμα διάβασα υποδηλώνει και την τελεστική σημασία της πράξης.
[6] Ξι’έσι= ξύνεσαι.
[7] Κατάρα. Λόγω εποχής, γίνεται αναφορά και στα ενοχλητικά αυτά και ανθυγιεινά για τους ανθρώπους, παράσιτα. Σε άλλες εποχικές πυρές, όπως αυτή του Κλήδονα, εκφωνούνται αντίστροφα επωδές για την εξάλειψή τους.

[8] Δηλώνεται η δεισιδαιμονική και θρησκευτική εμμονή στην απαρέγκλιτη τέλεση του εθίμου.
[9] Δηλώνεται κριτικά η προτίμηση του εν λόγω στο θεσμό της βασιλείας.

[10] Η λέξη επώνυμο ή παρωνύμιο, δηλώνει πως ο εν λόγω είναι κάτοικος του κοντινού ορεινού χωριού Θύριο (ή κατάγεται από εκεί ), οι κάτοικοι του οποίου έχουν οικονομικές ανταλλαγές με την αγορά της πόλης και αρκετοί είναι μόνιμα εγκατεστημένοι.
[11] Η αναφορά δηλωτική της ισχύουσας -στο εν λόγω παραδοσιακό πολιτισμικό πλαίσιο τουλάχιστον- φυλετικής και κυρίως θρησκευτικής διάκρισης. Εδώ έχει επί πλέον και τελετουργική σημασία, ως προς το χριστιανικό θρησκευτικό νόημα της εορταστικής συγκυρίας, καθώς οι Εβραίοι θεωρούνται στο λαϊκό φαντασιακό υπεύθυνοι για τη σταύρωση του Χριστού, όπως δηλώνεται και στο σχετικό λαϊκό θρήνο, Το μοιρολόϊ της Παναγίας, που στη Βόνιτσα ψάλλεται επίσης ως αγερμός κυρίως ανδρών αλλά και παιδιών, τη μεγάλη Πέμπτη το πρωί: ..σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Οβραίοι / οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρισκαταραμένοι / για να σκοτώσουν το Χριστό τον πάντα βασιλέα …(απόσπασμα από σχετική απαγγελία του μοιρολογιού από την κυρά-Ρήνα Κουτσούμπα, στο πλαίσιο συνέντευξης, μέρος της οποίας, σχετικό με τα δρώμενα της παρούσας εργασίας, παρατίθεται στο Παράρτημα, σελ….).



[1] Τη Μ. Εβδομάδα στη Βόνιτσα (όπως και στην ευρύτερη περιοχή αλλά και σε όλη την επικράτεια βέβαια, με διαφορές κατά τόπους) οι γυναίκες τέλεσαν τις εξής νεκρικές τελετουργίες: παρασκευή ειδικών εδεσμάτων τη Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη πρωί· ομαδικό τρισάγιο για τις ψυχές με προσφορά κόλλυβων και πρόσφορων στην εκκλησία τη Μ. Τετάρτη το απόγευμα· ολονύχτιο «κάλεσμα» και δρόσισμα των ψυχών στο κατώφλι κάθε σπιτιού τη Μ. Τετάρτη προς Μ. Πέμπτη· δρόσισμα των τάφων, δημόσιο μοιρολόισμα επιτόπου, προσφορές γλυκισμάτων και τρισάγια στο νεκροταφείο του άη Γιάννη τη Μ. Πέμπτη το πρωί· στόλισμα του επιτάφιου τη νύχτα της Μ. Πέμπτης και συμπαράσταση στην «πρόθεση» του νεκρού Χριστού στον επιτάφιο μέσα στην εκκλησία τη Μ. Παρασκευή το πρωί. Βλ. και σχετικές μαρτυρίες στο Παράρτημα, σελ. ….
[2] Πολίτης 1931, 1975·Κυριακίδης 1956· Μέγας 1967· Λουκάτος 1981: 50-53· Eliade 1992: 128-154· Ήμελλος 1977-1980· Για τις θεωρίες περί ήλιου βλ. Dorson 1965. Η τελετουργική πυρά, ευρύτατα διαδεδομένη ως πασχαλινό έθιμο, αλλού δραματοποιείται κατά κανόνα με αναφορά και στη χριστιανική παράδοση, ως «κάψιμο του Ιούδα», οπότε καίγεται και ομώνυμο ομοίωμα (βλ. Πούχνερ 1989: 65, 71-72).
[3] Ο όρος «ανδρικός κόσμος» παρατίθεται εδώ με την έννοια που έχει στην ανθρωπολογική προσέγγιση του καφενείου σ’ ένα χωριό της Μυτιλήνης και την ανάλυση της τελετουργίας του κεράσματος και του συμποσιασμού από τον Ε. Παπαταξιάρχη (1992: 209-250, όπου και σχετική βιβλιογραφία). Η συγκεκριμένη ανάλυση νομίζω ότι αφορά εν πολλοίς και το εν λόγω (όπως και τα υπόλοιπα της πόλης) καφενείο της Βόνιτσας και είναι απαραίτητη για την κατανόηση και των όσων συμβαίνουν στις συμποσιακές επίσης, Αγραπνιές. Στη Βόνιτσα στο καφενείο πίνουν αντί ρακής, ούζο ή κρασί και τα τελευταία χρόνια μπύρα. Κατά τις μαρτυρίες των γερόντων, στα καφενεία της λαϊκής συνοικίας της Μπούχαλης (σε σύνολο 4.800 κατοίκων στη Βόνιτσα, κατά την απογραφή του 1991) καταναλωνόταν παλιότερα (απροσδιόριστα, ο συγκεκριμένος προσδιορισμός αφορά συνήθως τα χρόνια πριν τη δεκαετία του 1960 τουλάχιστον ή και πριν τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο) περίπου ένας τόνος ούζο το μήνα, πράγμα που συντελούσε τα μέγιστα, κατά τη γνώμη τους, στο να φτάνει ο μέσος όρος ζωής των (καταπονούμενων ούτως ή άλλως σωματικά από τη σκληρή δουλειά στους αγρούς και τη θάλασσα) κατοίκων της στα πενήντα (50) περίπου χρόνια (πβ. και Παπαταξιάρχης, ό.π.: 243, σημ. αρ. 2).

[4] Πολλά από τα σατιρικά αυτά δίστιχα λέγονται και στο νεκρικό αποκριάτικο έθιμο του «αχυρένιου» ή «Γληγοράκη», που γίνεται την Καθαρή Δευτέρα στη Βόνιτσα (πβ. Κουκουβίνος 1998). Η επιτέλεση τέτοιων σκωπτικών αυτοσχεδιαστικών ποιητικών-τραγουδιστικών διαλόγων δεν είναι διαδεδομένη σε σχέση με τις πασχαλινές πυρές , αφού συνδέονται περισσότερο με τα χριστουγεννιάτικα και τα αποκριάτικα δρώμενα καθώς και με αυτά του Κλήδονα (πβ. Μπάδα 1996: 199· επίσης Mέγας 1957· Κιουρτσάκης 1985: 29-47· Μερακλής 1986: 113-133· για τα σατιρικά τραγούδια σχετικά με τον Κλήδονα βλ. Λουκάτος 1981: 43-53· Ήμελλος 2000:249-251· για ανδρική αυτοσχεδιαστική αντιφώνηση σε συμποσιακό γλέντι πβ. Κάβουρας 1993). Το ότι εδώ οι πυρές με τους σκωπτικούς διαλόγους τελούνται σ’αυτή τη χρονική συγκυρία έχει νομίζω μεγάλη σημασία -δεδομένης της κατάνυξης που απαιτούν οι χριστιανικές εκκλησιαστικές τελετουργίες της Μεγάλης Εβδομάδας- ως προς τον παράλληλο, παγανιστικό και χριστιανικό, χαρακτήρα των δρώμενων αυτών των ημερών (πβ. και Πούχνερ 1989: 141-156).
[5] Ο Κόκκινος με το Παζάρι είναι η πιο παλιά, αστικοποιημένη, «αριστοκρατική» κατά ένα τρόπο, συνοικία με κατοίκους «ντόπιους», κτηματίες, εμπόρους, υπαλλήλους κλπ. Η Μπούχαλη είναι πιο λαϊκή γειτονιά, με κατοίκους ως επί το πλείστον ψαράδες, γεωργούς, εργάτες ή μικροϊδιοκτήτες γης και ποκίλη πληθυσμιακή σύνθεση: πρώην παραχειμάζοντες μεταβατικούς ή νομάδες κτηνοτρόφους (Βλάχους, Σαρακατσάνους) και άλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες (έποικους από τα χωριά της περιφέρειας, παλιότερους μικρασιάτες και νεότερους οικονομικούς πρόσφυγες, Γύφτους, κ.ά) που σήμερα είναι μόνιμα εγκατεστημένοι (πβ. Ψυχογιός, Καυταντζόγλου κ.ά. 1987). Ιστορικά, η πόλη από την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους 1204 και μετά, περιήλθε στους Ενετούς και έκτοτε κατά καιρούς σε άρχοντες Βυζαντινούς και πάλι, Φράγκους, Ιταλούς, Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους και πάλι Ενετούς και Τούρκους (βλ. Μαυρομμάτης [α.χ.]).

[6] Τέτοιοι ανταγωνισμοί είναι ευρύτατα διαδεδομένοι σε μικρούς και μεγάλους οικισμούς, ανάμεσα σε ενορίες ή γειτονιές ή και ανάμεσα σε χωριά, σε ανάλογες περιπτώσεις (Λουκάτος 1988: 82,133-138· Αλεξάκης 2000). Εφέτος υπήρξα μάρτυρας μιας σχετικής, προφορικής διένεξης, απόηχο της παλιάς σύγκρουσης. Διεξήχθη στην Αγραπνιά της Μ. Παρασκευής ανάμεσα σ’ έναν ηλικιωμένο Παζαριώτη, επισκέπτη της πυράς, (ιδιοκτήτη καφενείου) και κάποιους νεότερους Μπουχαλιώτες και αφορούσε -με αφορμή ίσως και τη δική μου παρουσία με κάμερα- στο ποια γειτονιά κρατάει περισσότερο τα παλιά έθιμα. Νικητές αναδείχτηκαν, μετά από έντονη αντιπαράθεση επιχειρημάτων, οι Μπουχαλιώτες, αν και ο Παζαριώτης δεν παραδέχθηκε την ήττα.
[7] Βλ. και Μπάδα 1996· Σερεμετάκη 1997: . Δεν γίνεται εδώ τόσο έντονος και άμεσος διαπροσωπικός διάλογος, όπως στην Κάρπαθο (Κάβουρας 1993) -πέραν των διαφορετικών κοινωνικοπολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών- λόγω και της επανάληψης των κωδικοποιημένων παλιότερων στίχων αλλά και λόγω του περισσότερο συλλογικού και λατρευτικού-μυητικού χαρακτήρα της δράσης που αφορά. Παρόμοια ανταγωνιστικά δίστιχα εναλλακτικά με τραγούδια υποννοούνται και στο έθιμο των Γενιτσαραίων που αναφέρθηκε παραπάνω (Ψυχογιός 1951, Β΄: 22-23).
[8] Περισσότερες λεπτομέρειες για τον τρόπο της συγκεκριμένης επιτέλεσης, βλ. στο Επίμετρο Α΄, τα εισαγωγικά στο αρ. 2.
[9] Πβ. και Κάβουρας 1993.
[10] Οι τελεστές βεβαίως δεν υποχρεώνονται -στο μέτρο που δεν θίγεται δεισιδαιμονικά και τελεστικά η ουσία της εκάστοτε τελετουργίας- ν’ ακολουθούν κατά γράμμα συγκεκριμένους κανόνες αφού η επιτέλεση, όπως σε όλες τις εν λόγω τελετουργίες, είναι κάθε φορά ζωντανή και όχι στατική ή τυποποιημένη, ευαίσθητη και επηρεαζόμενη από παράγοντες όπως αυτοί που προαναφέρθηκαν, πολύ περισσότερο μάλιστα, που εδώ παίζει ρόλο και η κατανάλωση οινοπνευματωδών. Π. χ. η χρήση μηχανοκίνητων δίκυκλων (που πραπέμπει ωστόσο στους παλαιότερους καβαλάρηδες) για την αγερμική περιήγηση στη Λαζάρα, δεν θεωρήθηκε από τους τελεστές δομική αλλαγή που θα μπορούσε να επηρεάσει το έθιμο επί της ουσίας (βλ. και μαρτυρία αρ. 2, στο Επίμετρο Β΄).
[11] Για αντίστοιχη πυρά (Τζαμάλα) και μάλιστα ως προς τον σκωπτικό τελεστικό λόγο, που γίνεται στα Γιάννενα τις Απόκριες, βλ. Μπάδα 1996: 199-200.
[12] Βλ. το σχόλιο σ’ αυτό το στίχο στο τραγούδι στο σπίτι αρ. 1, στο Επίμετρο Α΄, αρ. 1. Δεδομένου και του συμποσιασμού, θα έλεγα ότι συμβαίνει κάτι ανάλογο με αυτό που γίνεται στην επιτέλεση των τραγουδιών της τάβλας, το λεγόμενο κουπάρι, που το τραγούδι, μαζί με το κέρασμα, περνάει απ’ τον προηγούμενο στον επόμενο κορυφαίο τραγουδιστή με τη φράση «Καλώς να σ’ εύρω, (π.χ.) κουμπάρε Γιώργη» (από προσωπική επιτόπια έρευνά στην κεντρική και δυτική Πελοπόννησο)· για κάποιες αναλογίες με την ποιητική και μουσική δομή των θρήνων, ως προς το σύνολο της επιτέλεσης, πβ. Ψυχογιού 1998· Γιαννακοδήμου 1998).

[13] Τα εντός των εισαγωγικών κείμενα από το Κοπιδάκης 1994· βλ. και Κιουρτσάκης 1985: 41· Τερζοπούλου 1994: 9-15 (σχόλια στα τραγούδια)· Χριστίδης 1997· Παραδέλλης 1999· πβ. και Ψυχογιού 1999: 54-55. Ο Στ. Ήμελλος (2000: 21-24) δεν περιέλαβε στην πρόσφατη έκδοση Σατιρικών Τραγουδιών, βωμολοχικά τραγούδια (αν και γίνεται σύντομη αναφορά και στη μαγική-γονιμική λειτουργία του «άσεμνου» λόγου). Το ζήτημα προσφέρει ακόμα και σήμερα υλικό στη συζήτηση τη σχετική με τη φιλολογική μόνο ή όχι προσέγγιση των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (πβ. και παραπάνω, υποσημ. αρ. 41).
[14] Τα σταυροδρόμια είναι τόποι κατεξοχήν μαγικοί, κατάλληλοι για φιλοξενία τέτοιων τελετών (πβ. ενδεικτικά Μauss και Hubert 1990: 119-122). Το συγκεκριμένο σταυροδρόμι αποτελεί κομβικό σημείο της πόλης στο κέντρο της Μπούχαλης, όπου τέμνονται ο εθνικός δρόμος Αμφιλοχίας- Βόνιτσας- Λευκάδας -Πρέβεζας και ο δρόμος που ξεκινάει απ’ τη θάλασσα, απ’ το παλιό κοιμητήριο του Άη Δημήτρη και διασχίζοντας τη Μπούχαλη καταλήγει στο σημερινό νεκροταφείο του Αγιάννη (βλ. και φωτ. αρ. 2). Για τις «βέβηλες» παρωδίες των εκκλησιαστικών ύμνων και τα σατιρικά τραγούδια των κληρικών βλ. Κιουρτσάκης 1985:63· βλ. και Ήμελλος 2000: 184-205, όπου όμως δεν λαμβάνεται υπόψη η τελετουργική σημασία τους.
[15] Μauss και Hubert 1990: 118-127· Blum και Blum 1970· για νυχτερινές τελετές που αφορούν διαβατήριες τελετουργίες του ανθρώπινου βιοτικού κύκλου βλ. σχετικά Ψυχογιού 1998: 81, 1999: 51.








Η Ελένη Ψυχογιού γεννήθηκε το 1946 και μεγάλωσε στα Λεχαινά Ηλείας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,στη Φιλοσοφική Σχολή (1964-1968), από όπου πήρε πτυχίο ιστορίας και αρχαιολογίας (1969). Από το 1972 έως το 2006 εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου