Thursday, January 23, 2014

Ταξιδιωτικά-περιηγητικά στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης: η βυζαντινή μονή «Παλιομονάστηρο» στον Βρονταμά Λακωνίας, εθνογραφικό ημερολόγιο και σχόλια (cult, Vrontamas byzantine monastery, icon, st. Helena)








[Πρώτη δημοσίευση. 
Οι φωτογραφίες τραβηγμένες από την γράφουσα, Ελένη Ψυχογιού, εκτός κι αν αναφέρεται διαφορετικά]



Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Τοιχογραφία πάνω από τη νότια είσοδο του καθολικού της  μονής Καλτετζών, ιστορημένη από την ζωγράφο μοναχή Ειρήνη (5/9/2003, βλ. σχετικά  http://psychogiou.blogspot.gr/2012/03/blog-post.html

Προλεγόμενα  

(επαναλαμβανόμενα σε κάθε σχετική με την έρευνα για την Ελένη/Αγιαλένη ανάρτηση στην παρούσα ιστοσελίδα, για όσους μπαίνουν για πρώτη φορά)

Καθώς η έρευνά μου για την Ελένη-Αγιαλένη κρατάει πάνω από είκοσι χρόνια τώρα ―και συνεχίζεται― είναι πλέον πολλά τα επιμέρους δημοσιεύματά μου σχετικά με αυτήν, είτε ως επιστημονικά άρθρα και δοκίμια, είτε ως εθνογραφικά ημερολόγια της  επιτόπιας  έρευνας. Αναρωτιέμαι λοιπόν (όπως ίσως και οι τυχόν αναγνώστες της δουλειάς μου) μήπως κινδυνεύω να αποκτήσω, ή και μην έχω ήδη αποκτήσει, κάποια μονομανία ή και ιδεοληψία σχετικά με το αυτό το θέμα.  Αρχίζοντας όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 να συγκροτώ αυτή την ερευνητική υπόθεση, δεν  φανταζόμουν το πόσο εκτεταμένη θα προέκυπτε, ούτε ως προς την τοπική έκταση, ούτε ως προς το χρόνο (τόσο ως προς τη διάρκεια της έρευνας όσο και ως προς το χρονικό βάθος των δεδομένων),  ούτε ως προς την πολιτισμική ευρύτητα και ποικιλία των εθνογραφικών και των γραπτών ευρημάτων που οδηγούν τα βήματά μου. Δεδομένης δε και της  ολισθηρότητας της ερμηνείας των μυθικών και των συμβολικών θεμάτων, ιδιαίτερα όταν άπτεται της σχέσης τους με τη διαχρονική διάρκεια των πολιτισμικών φαινομένων, γίνεται ιδιαίτερα δυσχερής η τεκμηρίωση της ερευνητικής υπόθεσης. Για να μπορεί λοιπόν να δομηθεί και να γίνει τεκμαρτή η ερευνητική μου υπόθεση, χρειάζεται το «δείγμα» του φαινόμενου Ελένη/Αγιαλένη να είναι όχι μόνον επαναλαμβανόμενο και εκτεταμένο αλλά και να αφορά τις  πολλές όψεις και πτυχές του, δηλαδή τα χωροταξικά, τοπωνυμικά, ιστορικά, αρχαιολογικά, συμβολικά, μυθικά, αφηγηματικά, συναισθηματικά, παραγωγικά και άλλα ευρήματα που εκτιμώ ότι το δομούν ως τέτοιο. (βλ. και http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?TEMPORARY_TEMPLATE=10&image=/media/gallery/high/2232/images/big/eksofyllo_ghs.jpg).
 Μέσα από αυτό το πρίσμα, η  έρευνα για την Ελένη/Αγιαλένη έχει καταστεί  για μένα μακρόχρονη, συναρπαστική περιηγητική και πατριδογνωστική περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις, «θαύματα» και κινδύνους και ταυτόχρονα ένα είδος εθνογραφικού θρίλερ, μια παρακινδυνευμένη όσο και γοητευτική/γητευτική περιπλάνηση στον τόπο, στο χρόνο, στην προφορική παράδοση,  στους μύθους και στα σύμβολα, στα παραδοσιακά τραγούδια, στις τελετουργίες, στις παραγωγικές διαδικασίες, στις κατά τόπους κοινότητες. Κατόπιν αυτών, επιλέγοντας από το πολυποίκιλο υλικό της έρευνας δημοσιεύω τα επιμέρους σχετικά άρθρα και κείμενα (έντυπα αλλά κυρίως ηλεκτρονικά πλέον, υποκύπτοντας στις σειρήνες της μπλογκόσφαιρας) παράλληλα με την εθνογραφική επιτόπια όσο και τη βιβλιογραφική έρευνά μου, επιδιώκοντας να  συγκροτώ  συντωχρόνω την ερευνητική μου υπόθεση και να επιχειρώ σταδιακά την «ανάγνωση» και ερμηνεία των συμβολικών, μυθικών και τελετουργικών ευρημάτων (διασταυρώνοντας τεκμηριωτικά ή αναιρώντας), συνδυαστικά και με τα διαφορετικά πολιτισμικά πεδία που εκτιμώ ότι την αφορούν (κυρίως αυτά που έχουν σχέση με το θάνατο), θέτοντας, κατά την κρίση μου,  νέα ερωτήματα.  Οι επιμέρους αυτές δημοσιεύσεις με εμμονή στην Ελένη/Αγιαλένη αποσκοπούν λοιπόν στο  να αναδεικνύω και να μοιράζομαι τις ποικίλες επιμέρους πτυχές της εκτεταμένης τοπικά και χρονικά αυτής έρευνας και μακρόχρονης εμπειρίας, εφόσον είναι και δύσκολη η ―ευκταία, πλην ανέφικτη μάλλον― συνολική τους δημοσίευση. Επιμένω λοιπόν κατά τις δυνάμεις μου,   εφόσον εκτιμώ (όσο αυτό  είναι αντικειμενικά δυνατόν, κυρίως από τον αριθμό  των βιβλιογραφικών αναφορών σε αυτά όσο και από τις επισκέψεις στις ηλεκτρονικές μηχανές αναζήτησης), ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα, προς το παρόν τουλάχιστον, προκαλούν κάποιο ενδιαφέρον.

Στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης. Λακωνία, Αύγουστος  2002


Ακολουθώντας λοιπόν τα επιτόπια, οικοδομικά και αφηγηματικά ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης, ως συμβολική όψη της γης, της Μεγάλης Μητέρας, οδηγήθηκα  κατά τον Αύγουστο του 2002 και στο νομό Λακωνίας πραγματοποιώντας εντεταλμένη από την Ακαδημία Αθηνών επιτόπια εθνογραφική έρευνα (από την ίδια επιτόπια έρευνα βλ. και http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2015/08/traveling-on-th-marks-of-helensthelen.html[1]. Η έρευνα για τα ίχνη της στο συγκεκριμένο νομό ήταν πολύ σημαντική για την ερευνητική μου υπόθεση, καθώς στη Λακωνία εντοπίζεται ο αρχαίος γενέθλιος ―και όχι μόνο― μύθος αλλά και η λατρεία της Ελένης ως θεάς. Ακολουθώντας λοιπόν τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο που είχα αποστείλει μεταξύ άλλων και στις Μητροπόλεις του νομού Λακωνίας σχετικά με τους ναούς ή ξωκλήσια αφιερωμένα στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη ή στην αγία Ελένη/Αγιαλένη μόνο, έφτασα και στο χωριό Βρονταμάς.
Παραθέτω στη συνέχεια το σχετικό απόσπασμα από το συνολικό χειρόγραφο ημερολόγιο της επιτόπιας έρευνας στο νομό κατά το 2002 (ηλεκτρονική αντιγραφή από το  τετράδιο αρ. 4, σελ. 631-645, με κάποιες γλωσσικές και άλλες διορθώσεις).

Βρονταμάς, Σάββατο, 24 Αυγούστου 2002

  Χάρτης του ΝΔ τμήματος του νομού Λακωνίας. Σε κύκλο  το χωριό Βρονταμάς
«… Αποχαιρέτισα τη Σπάρτη με ένα σφίξιμο στην καρδιά (δένομαι κάπως, συναισθηματικά με τους τόπους της έρευνας) και αντί να πάρω την εθνική οδό Σπάρτης-Γυθείου, που πάει παράλληλα με την δεξιά όχθη του Ευρώτα, προτίμησα να περάσω στην αριστερή όχθη του και να προχωρήσω νότια, προς το χωριό Βρονταμά, που δεν είχα προλάβει να επισκεφθώ όταν περιηγούμουν τα χωριά γύρω από το Γεράκι. Από εκεί μέσω Σκάλας θα οδηγούσα προς το Έλος όπου είχα επίσης μαρτυρία για ξωκλήσι αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και θα κατέληγα παραλιακά στο Γύθειο. Η μέρα ήταν λαμπρή. Καθώς τούτο το καλοκαίρι, ειδικά μετά το 15Αύγουστο, βρέχει κάθε απόγευμα, η ατμόσφαιρα έχει γίνει διάφανη, διαυγής, χωρίς  τη σκόνη και τη μουντάδα που αναδύει συνήθως η ζέστη και η ξηρασία. Από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ενημερωνόμουν για τα νέα από τον έξω (από την έρευνά μου) κόσμο, κυρίως για την εξέλιξη της σύλληψης των μελών και την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17Ν και για τις καταστροφικές πλημμύρες στην Κεντρική Ευρώπη. 

 Βρονταμάς Λακωνίας. Το εικονοστάσι των αγίων Αναργύρων στην είσοδο τουυ χωριού (24/8/2002)

Έφτασα στον Βρονταμά σχεδόν μεσημέρι, από τον δρόμο Σκούρα-Γεράκι, στρίβοντας προς τα νοτιοδυτικά λίγο πριν το Γεράκι. Στην είσοδο του  χωριού, στα δεξιά του δρόμου τράβηξε την προσοχή μου ένα εικονοστάσι. Λευκό, οξυκόρυφο, πλαισιωμένο ένθεν και ένθεν από δύο «δίδυμα» κυπαρίσσια δυσανάλογα ψηλά  σε σχέση με το μέγεθός του, ενώ χορτάρια και μερικοί θάμνοι φύτρωναν γύρω του απεριποίητα. Όλα αυτά μαζί περικλείονται  από περίφραξη με  συρματόπλεγμα, που μετατρέπει τον ιερό αυτό χώρο σε μικροσκοπικό τέμενος. Σταμάτησα και μπήκα στον περιφραγμένο χώρο. Το εικονοστάσι είναι γεμάτο με εικόνες, κρεμασμένες κάθετα η μια κάτω από την άλλη σε δυο σειρές. Το ενδιαφέρον για μένα ήταν ότι όλες σχεδόν οι εικόνες απεικόνιζαν ζεύγη αρσενικών αγίων που στέκονται δίπλα-δίπλα ωσάν «δίδυμοι» (βλ. σχετικά  http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2014/10/icons-of-saints-constantine-and-helen_27.html). Εξαίρεση αποτελούσε μια μικρή εικόνα ακουμπημένη πάνω στη βάση του εικονοστασιού που απεικονίζει τον άγιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε», ο οποίος τιμάται ιδιαίτερα στη Λακωνία. Εν τέλει διαπίστωσα ότι οι εικόνες ήταν όλες των ιαματικών αγίων Αναργύρων. Για μένα όμως ο πλουραλισμός αυτών των εικόνων με τις «δίδυμες» μορφές φαινόταν να αφορά όχι μόνον τους δύο αυτούς δημοφιλείς αγίους αλλά κατά ένα τρόπο να τιμά και τη «δυαδικότητά» τους. Λόγω και της ύπαρξης των ("δίδυμων"επίσης) κυπαρισσιών, αναρωτήθηκα αν το εικονοστάσι σηματοδοτεί το νεκροταφείο του χωριού, δηλαδή αν  η εκκλησία του είναι αφιερωμένη στους αγίους Αναργύρους. Τι είχε άραγε να μου αφηγηθεί και τούτο το χωριό και οι άνθρωποί του;

Βρονταμάς Λακωνίας. Το εικονοστάσι των αγίων Αναργύρων, λεπτομέρεια . Οι εικόνες των αγίων (24/8/2002)
 
Άφησα το σαραβαλιασμένο οτομπιάνκι αυτοκίνητό μου  σε ένα πλάτωμα έξω από την εκκλησία του χωριού και μπήκα σε ένα καφενείο, βασικά για  να ζητήσω  πληροφορίες για το πώς θα εύρισκα τον ιερέα  ή τον εκκλησιαστικό επίτροπο που θα με οδηγούσαν  στο ξωκλήσι του άγιου Κωνσταντίνου, όπως ήταν οι πληροφορίες μου. Ο μαγαζάτορας και οι πελάτες δήλωσαν άγνοια για την ύπαρξη τέτοιου ξωκλησιού ή άλλου ναού και καθώς δεν υπάρχει, όπως είπαν, πλέον ιερέας στο χωριό, με παρέπεμψαν σε ένα άλλο μαγαζί, του οποίου ο ιδιοκτήτης ήταν εκκλησιαστικός επίτροπος, για να ρωτήσω σχετικά. Το μαγαζί ήταν παντοπωλείο «γενικού εμπορίου», μπακάλικο παλιού τύπου δηλαδή με την υπέροχη, χαρακτηριστική μυρωδιά μπαχαρικών και άλλων προϊόντων και με τη σχετική ακαταστασία. Βρήκα εκεί τον ιδιοκτήτη και αφού του εξήγησα τα σχετικά με την  (επίσημη, υπηρεσιακή) παρουσία μου εκεί,  τον ρώτησα σχετικά με το ξωκλήσι. Με βεβαίωσε και αυτός  ότι δεν υπάρχει τέτοιο ξωκλήσι του αγίου Κωνσταντίνου στην περιοχή του χωριού. Ήταν πολύ δύσπιστος  και επιφυλακτικός  απέναντί μου και αρνήθηκε να μου ανοίξει τον ενοριακό  ναό, το οποίου είχε τα κλειδιά. Εγώ επέμενα στην ύπαρξη ναού του αγίου Κωνσταντίνου, επικαλούμενη την πληροφορία του ίδιου του ιερέα στη γραπτή απάντησή του στο ερωτηματολόγιο που είχα στείλει επίσημα, μέσω της Ακαδημίας Αθηνών και της Μητρόπολης.  Εκείνος απάντησε ότι ο ιερέας είχε πάρει μετάθεση σε άλλο χωριό και φώναξε τον γιο του τον Κ., ο οποίος, όπως μου είπε, σπουδάζει στη Ριζάρειο ιερατική σχολή ιερέας και γνωρίζει τα εκκλησιαστικά θέματα, μήπως γνωρίζει κάτι περισσότερο από αυτόν. Εμφανίστηκε ένα παλικάρι 18-20 χρονών περίπου, ευγενέστατο και πρόθυμο να με εξυπηρετήσει όταν του εξήγησα τα σχετικά, σε αντίθεση  με τον δύσπιστο πατέρα του. Φαινόταν να έχει ενδιαφέρον και πολλές γνώσεις σχετικά με τα τοπικά εκκλησιαστικά και λατρευτικά ζητήματα. Μου είπε και αυτός ότι δεν υπάρχει μεν σήμερα ξωκλήσι αλλά ότι ο ίδιος παπάς που είχε απαντήσει και σε εμένα του είχε μαρτυρήσει ότι στη θέση του σημερινού ενοριακού ναού του χωριού υπήρχε πριν  εκκλησάκι αφιερωμένο στον άγιο Κωνσταντίνο  [και στην Ελένη επομένως, σκέφτηκα εγώ]. Ο πατέρας παρενέβη λέγοντας ότι πρώτη φορά ακούει κάτι τέτοιο, αμφισβητώντας την πληροφορία. Ωστόσο, όταν του έδειξα και τη γραπτή απάντηση του ιερέα και στο ερωτηματολόγιο που είχα μαζί μου ως τεκμήριο, κλονίστηκε, χωρίς να έχει και πειστεί εντελώς. Βρήκε τότε το τηλέφωνο του πρώην ιερέα του χωριού και του τηλεφώνησε. Ο ιερέας επιβεβαίωσε τα λεγόμενά μου όσο και   τη μαρτυρία του γιού, οπότε ο μαγαζάτορας μου συστήθηκε πλέον επίσημα ως Χ. Σ. και άλλαξε άρδην στάση απέναντί μου, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να με εξυπηρετήσει, πάνω που είχα αρχίσει να χάνω το κουράγιο μου. Μου ζήτησε μάλιστα συγγνώμη για τη (δικαιολογημένη άλλωστε, όπως του είπα)  δυσπιστία του  και ξεκινήσαμε όλοι μαζί να μου ανοίξει την ενοριακή εκκλησία της Κοίμησης. 

 Βρονταμάς Λακωνίας. Ενοριακός ναός της Κοίμησης. 

Ο ναός, μεγάλη σταυροειδής βασιλική και με τρούλο, χτισμένη το 1823, έχει εσωτερικά διακόσμηση νέο-κλασικίζουσα, κυρίως στο  μαρμάρινο γλυπτό τέμπλο. Οι τοίχοι φέρουν αυτή τη νέο-«βυζαντινή», τυποποιημένη, πρόσφατη αγιογράφηση, ιστορημένη κατά το 1980, από κάποιον αγιογράφο ονόματι Βούλγαρη, σύμφωνα με σχετική επιγραφή, με την οικονομική συνεισφορά και των ξενιτεμένων στις Ην. Πολιτείες της Αμερικής Βρονταμιτών. Τέτοιες (κακόγουστες κατ’ εμέ στην πλειονότητα, καθώς εκτιμώ ότι δεν ταιριάζουν και με τους νεοκλασικού στυλ ναούς) αγιογραφίες συναντούσα επανειλημμένα στους ναούς όλου του νομού (και όχι μόνο), σαν ένα είδος «μόδας». Αυτονόητα, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό, είναι  παρούσα εδώ και η τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο βόρειο τοίχο του ναού.  Ωστόσο εδώ το ζεύγος των αγίων, σύμφωνα και με τις σχετικές επιγραφές, εικονίζεται χωριστά, ένθεν και ένθεν της βόρειας θύρας του ναού, χωρίς τον Σταυρό ανάμεσά τους, όπως είναι η τυπική τους απεικόνιση. 

 Βρονταμάς Λακωνίας. Ενοριακός ναός της Κοίμησης, το τέμπλο. Στο άκρο δεξιά η εικόνα των αγίων Αναργύρων (24/8/2002)


 Βρονταμάς Λακωνίας. Ενοριακός ναός της Κοίμησης. Η τοιχογραφία της αγίας Ελένης δεξιά της βόρειας θύρας (24/8/2002)

Αναρωτήθηκα αν ο αγιογράφος υπέκυψε για τον τρόπο αυτό της απεικόνισης  στις ανάγκες της συγκεκριμένης  τοιχοδομίας ή αν υπήρχε κάποιος άλλος λόγος. Οι ξεναγοί μου δεν γνώριζαν κάτι σχετικά. Στα αριστερά αυτού του συνόλου των δύο αυτοκρατορικών αγίων δεν έλειπε και  η τοιχογραφία  ενός  ζεύγους ανδρικών αγίων μορφών, ωσάν «δίδυμων»,  που βλέπω επανειλημμένα  στους ναούς  να συνοδεύει την εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ώστε να καταντάει τυπική. Πέραν αυτού, ωσάν για να επιβεβαιωθεί η παραπάνω «τυπικότητα»,  λίγο αριστερά  από την εικονογράφηση των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο βόρειο τοίχο, πάνω σε ένα επιδαπέδιο, ξυλόγλυπτο προσκυνηματικό στασίδι, στέκεται η εικόνα των «δίδυμων» αγίων Αναργύρων. 

 Βρονταμάς Λακωνίας. Ενοριακός ναός της Κοίμησης. Στο βάθος ο βόρειος τοίχος με τις αγιογραφίες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ένθεν και ένθεν της βόρεις πόρτας. 
Εμπρός αριστερά η προσκνηματική εικόνα των αγίων Αναργύρων (24/8/2002)

Καθώς μια ακόμα μεγαλόπρεπη εικόνα των αγίων Αναργύρων έβλεπα να  βρίσκεται πάνω στο τέμπλο, μου ήρθε πάλι στο νου η υπόθεση που είχα κάνει βλέποντας τους «δίδυμους» αυτούς αγίους στο εικονοστάσι στην είσοδο του χωριού. Μήπως δηλαδή  οι άγιοι Ανάργυροι ήταν ο κοιμητηριακός ναός,  οπότε να εξηγείται και η έντονη αυτή παρουσία της εικόνας τους, όπως συμβαίνει συχνά, να τιμώνται δηλαδή εικονικά οι άγιοι και των άλλων ναών κάθε χωριού μέσα στον ενοριακό.  Η απάντηση των συνομιλητών μου στη σχετική ερώτηση ήταν ότι ο κοιμητηριακός ναός είναι αφιερωμένος στον άγιο  Νικόλαο, οπότε αναιρέθηκε μεν η υπόθεσή μου αλλά παρέμενε η απορία μου σχετικά με τους «δίδυμους» αγίους. Ίσως η ύπαρξη συνώνυμου με τους «δίδυμους» αγίους Αναργύρους χωριού λίγο πριν τον Βρονταμά, όσο και η περίφημη μονή στον Πάρνωνα, που είχα ήδη επισκεφθεί, να αναδεικνύει μια ιδιαίτερη ευσέβεια προς τους αγίους Αναργύρους στην περιοχή, το θέμα είναι ωστόσο, γιατί [το μυαλό μου βέβαια στο πλαίσιο και των ευρημάτων της έρευνας πήγαινε πάλι στους Διόσκουρους, αδελφούς της Ελένης, που ο μύθος τους τοποθετεί μαζί της, και λατρευτικά, στη Λακωνία αλλά δεν τολμούσα ακόμα να θεωρήσω ότι τεκμηριώνεται, παρά το πλήθος των σχετικών ευρημάτων]. 

 Βρονταμάς Λακωνίας, Εικόνα στον ενοριακό ναό της Κοίμησης (24/8/2002)

Μια άλλη, μικρή εικόνα στη βάση του προσκυνηματικού στασιδιού με τη μεγάλη  εικόνα των γιατρών αγίων Αναργύρων που είχε προκαλέσει αυτούς τους συλλογισμούς, επανέφερε τον προβληματισμό μου. Η εικόνα, παλιά, ζωγραφισμένη πάνω σε πλάκα  ξύλου, χωρίζεται οριζόντια στη μέση σε δύο ισομεγέθεις εικόνες, πάνω και κάτω.  Στο πάνω κομμάτι της απεικονίζεται μια ιερή τριάδα, με τον Χριστό στο κέντρο σε στάση ευλογίας και στ’ αριστερά του μεν την Παναγία ενώ στα δεξιά τον άγιο Ιωάννη, και οι δύο σε στάση ευλάβειας. Μια διπλή κυματιστή γραμμή χωρίζει αυτή την εικόνα από την κάτω. Σε αυτήν, ενιαία, χωρίς δηλαδή διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους, εικονίζονται δύο ζεύγη αγίων: αριστερά δύο καβαλάρηδες άγιοι, ωσάν «δίδυμοι», τόσο που με δυσκολία διακρίνει κανείς ότι πρόκειται για δύο και όχι για μια φιγούρα, οι στρατιωτικοί άγιοι Θεόδωροι. Δίπλα τους, στα δεξιά, εικονίζεται το ζεύγος των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στην τυπική ιστόρηση με τον Σταυρό ανάμεσά τους. 


 Βρονταμάς Λακωνίας, ενοριακός ναός Κοίμησης. Λεπτομέρεια της προηγούμενης εικόνας (24/8/2002)

Ο εικονικός αυτός συνδυασμός πρόβαλλε συνεχώς μπροστά μου σε κινητές εικόνες, σε εικόνες τέμπλων ή σε τοιχογραφίες όλων σχεδόν των ναών που περιηγούμουν αυτές τις ημέρες στη Λακωνία –και όχι μόνο. Τι σχέση μπορεί να έχουν οι άγιοι Ανάργυροι και οι άγιοι Θεόδωροι μεταξύ τους και με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη; αναρωτήθηκα για πολλοστή φορά στη διάρκεια αυτής της έρευνας, αν δεν τους συνδέει ως habitus, δηλαδή ως κοινωνική και λατρευτική μνήμη, η «δίδυμη» υπόσταση αυτών των ιερών μορφών (και άλλων «δίδυμων» ή ωσάν «δίδυμων» αγίων), μέσω της ιερής μορφής της Ελένης;  Σε τόπο όπου πριν ήταν χτισμένη εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (κατά τη μαρτυρία του ιερέα) έβλεπα  τώρα ενοριακό ναό αφιερωμένο  Κοίμηση (κάτι που συμβαίνει στη πλειονότητα των οικισμών του Δήμου Γερονθρών), με μεγαλοπρεπή, ανορθόδοξη κάπως, απεικόνιση των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης χωριστά, πλαισιωμένη από «δίδυμους» αγίους. Τι συμβολική σύνδεση και ποια σημασία  ως ψηφίδες στο παζλ της  έρευνάς μου μπορεί να είχαν αυτά τα ευρήματα στο συγκεκριμένο τόπο, την παρευρώτια  Λακωνία;

Φωτογράφισα και βγήκαμε από  το ναό, βαδίζοντας και πάλι προς το μαγαζί. Ο γιος, ο επίδοξος ιερέας Κ., «πρέπει οπωσδήποτε να δείτε και το Παλιομονάστηρο», μου λέει, «αφού ήρθατε μέχρι εδώ». «Υπάρχει τέτοιο μοναστήρι; Και βέβαια θέλω να το επισκεφθώ, πού είναι;» ρώτησα εγώ, αγνοώντας την ύπαρξή του και καθώς το πρώτο συνθετικό της λέξης, το  παλιο- χτύπησε καμπανάκι μέσα μου. Περάσαμε από κάποιον θείο του για να πάρουμε το κλειδί  και ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο για το  Παλιομονάστηρο
Στο δρόμο-δρόμο ο Κ. με ενημέρωνε για το μοναστήρι.  Ότι είναι σκαμμένο πάνω  στο πέτρινο βουνό μέσα σε ένα στενό φαράγγι όπου κυλάει ο Ευρώτας, το «Κανάλι» ή «Κλεισούρα», όπως το λένε οι ντόπιοι. Θρυλείται μάλιστα ότι το φαράγγι, επειδή μοιάζει να είναι σκαμμένο μέσα στα πέτρινα βουνά, δεν είναι φυσικό αλλά ότι το έσκαψαν παλιά, οι αρχαίοι, για να βρει διέξοδο το ποτάμι προς τη θάλασσα, καθώς τα βουνά του έκλειναν την έξοδο και λίμναζε στην πεδιάδα. Υπάρχει ωστόσο και  η εκδοχή  ότι οφείλεται σε σεισμό.   Ότι είναι αφιερωμένο στην Παναγία και πανηγυρίζει της Ζωοδόχου Πηγής,   επίσης όμως και  στη γιορτή του Σταυρού, γιατί συνδέεται με μια τοπική τραυματική ιστορία. Ότι δηλαδή όταν κατά τον εθνο-απελευθερωτικό αγώνα ο Ιμπραήμ λεηλατούσε το 1825 την περιοχή, οι Βρονταμίτες  κλείστηκαν στη δυσπρόσιτη αυτή μονή για να γλυτώσουν  από τη σφαγή. Όμως κάποιος τους πρόδωσε και ο Ιμπραήμ ανέβηκε στο βουνό πάνω από το μοναστήρι, άνοιξε τρύπα με φουρνέλο, έριξε αναμμένο θειάφι και τους έκαψε. Με βεβαίωσε ότι αυτή η τρύπα υπάρχει ακόμα, μαυρισμένη, και ότι θα τη βλέπαμε. Έτσι σε ανάμνηση αυτού του θλιβερού γεγονότος, γίνεται από τότε μεγάλο πανηγύρι κάθε χρόνο, στη γιορτή του Σταυρού.
Σ’ ένα σημείο του δρόμου Βρονταμά-Σκάλας που ακολουθούσαμε, είναι ιδρυμένη μια μαρμάρινη πλάκα με μια γυναικεία μορφή σκαλισμένη πάνω της και με μια επιγραφή που γράφει «προς Παλιομονάστηρο».  Στρίψαμε δεξιά, προς το βουνό. Ο Κ. μου είπε ότι η γυναίκα πάνω στην πλάκα είναι η Ελένη Στρατήγη-Θεοδωρακοπούλου, κόρη του αείμνηστου  καθηγητή φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκού, Ιω. Θεοδωρακόπουλου, η οποία ήταν χορηγός του δρόμου και των σκαλοπατιών που οδηγούν στη Μονή, γιατί την τιμούσε πολύ  και πήγαινε συχνά εκεί. Συγκινήθηκα, γιατί αν και δεν γνώριζα την κόρη, ο Λάκωνας Ιω. Θεοδωρακόπουλος ήταν προσφιλής καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο, ενώ τον είχα προλάβει και για αρκετά χρόνια ως αποτελεσματικό Γενικό Γραμματέα στην Ακαδημία Αθηνών. Αφού περάσαμε μια σιδερένια γέφυρα πάνω από τον κατάξερο τώρα το κατακαλόκαιρο  Ευρώτα ποταμό, φτάσαμε μπροστά στο άνοιγμα ενός φαραγγιού (θέση "Ζένιο") και σταματήσαμε το αυτοκίνητο σε ένα πλάτωμα πάνω από ένα γκρεμό. Κατεβήκαμε και ο Κ. με ρώτησε αν είχα φακό ή έστω σπίρτα ή αναπτήρα μαζί μου γιατί στο καθολικό της μονής είναι σκοτεινά. Ανακάλυψα ένα κουτί σπίρτα στο αυτοκίνητο, τα πήρα και ξεκινήσαμε πεζή για το μοναστήρι. 

 
  Βρονταμάς Λακωνίας. Η θέση "Κλεισούρα¨. Κάτω, στο κέντρο φαίνεται η ξερή κοίτη του ποταμού Ευρώτα 
που διασχίζει το φαράγγι. Δεξιά το μονοπάτι που οδηγεί στο Παλιομονάστηρο (24/8/2002)

Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια τσιμεντένια σκάλα μέσα στο βαθύ φαράγγι  με τις κάθετες, πετρώδεις πλαγιές, την «Κλεισούρα», στο βάθος του οποίου ήταν η κοίτη του άνυδρου Ευρώτα, που έμοιαζε σαν κακοτράχαλο μονοπάτι παρά σαν κοίτη ποταμού.  «Πρέπει να έρθετε χειμώνα», μου είπε ο Κ., πριν προλάβω να σχολιάσω, «για να δείτε τι ωραία που είναι με το ποτάμι να κυλάει αφρισμένο, το φαράγγι γεμάτο ορμητικά νερά∙ τώρα έτσι που το βλέπετε ξερό, δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο φοβερό είναι τότε». Πράγματι, το τοπίο μου θύμιζε έντονα το φαράγγι της Νέδας που είχα περπατήσει το προηγούμενο καλοκαίρι, πλην μέσα στα παγωμένα νερά του ποταμού, αναζητώντας την Ελένη/Αγιαλένη και  πάλι και τη σπηλιά της «Μέλαινας Δήμητρας» που τώρα εικάζεται ότι στεγάζει το σπηλαιώδες εκκλησάκι της «Παναγίτσας» που πανηγυρίζει στα «Εννιάμερα» από την Κοίμηση.  Άραγε  να έχει και άλλες αναλογίες πέρα από το φυσικό τοπίο  αυτή η περιήγηση, αναλογιζόμουν, καθώς οι συμβολισμοί άρχισαν να προβάλλουν με έντονες ομοιότητες ανάμεσα στα δύο  προσκυνήματα. Η γνωστή μου ταραχή όταν πλησιάζω τους τόπους «Της» με κατέλαβε, καθώς αναρωτιόμουν τι να με περίμενε στο Παλιο-μονάστηρο. Πάνω στις άγριες, κοκκινωπές πετρώδεις πλαγιές έχασκαν εδώ κι εκεί κάτι σπηλαιώδεις τρύπες  και ο Κ. μου εξήγησε ότι ήταν παλιά ασκηταριά.

  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Προσεγγίζοντας τη μονή (24/8/2002)
 Μετά από αρκετή κατάβαση στην αιωρούμενη πάνω από το στενό φαράγγι σκάλα, ένα σύντομο στενό μονοπάτι πάνω στο φρύδι του γκρεμού μας οδήγησε στην είσοδο της μικροσκοπικής μονής, χτισμένης σε ένα βαθούλωμα της πέτρινης κρημνώδους πλαγιάς. Με δυσκολία ξεχωρίζει κανείς την σαν αετοφωλιά αυτή μονή, καθώς οι πέτρες που είναι χτισμένοι οι τοίχοι των λιγοστών κελιών και του υποτυπώδους περίβολου είναι από τον ίδιο βράχο. Ο νεαρός ξεναγός μου μού έδειξε την τρύπα που είχε ανοίξει ο Ιμπραήμ πάνω στο βουνό, ακριβώς πάνω από το μοναστήρι, κατάμαυρη ακόμα από τη φωτιά. 

  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η πρόσοψη της σπηλαιώδους μονής (24/8/2002)

 Το σχεδιάγραμμα της κάτοψης του Παλιομονάστηρου από τον Ν.Β. Δρανδάκη (πηγή: Δρανδάκης 1989, εικών 6, όπου σημειώνω τη θέση των εικόνων των αγίων Νικήτα και Γεωργίου και της αγίας Ελένης στο νάρθηκα)

Το ψηλό «τείχος» του μοναστηριού, που ουσιαστικά  κλείνει το αβαθές, σπηλαιώδες  άνοιγμα  που αποτελεί το καθολικό της μονής, δηλαδή το εκκλησάκι το αφιερωμένο στην Παναγία, καλυπτόταν εξωτερικά  από σκαλωσιές, γιατί γινόντουσαν εργασίες αναστήλωσης από την αρχαιολογική υπηρεσία, όπως μου είπε ο Κ.  Άνοιξε την πράσινη καγκελόπορτα και μπήκαμε στο μικροσκοπικό  αυλόγυρο του μοναστηριού που περιβάλλεται από το βράχο, το εξωτερικό  «τείχος», το σπηλαιώδες καθολικό, μια σειρά από ερειπωμένα κελιά, τα μαγειρεία και άλλα βοηθητικά, όλα σπηλαιώδη, κτίσματα. Το έδαφος της αυλής που πατούσαμε αποτελεί ταυτόχρονα και τη στέγη μιας δεξαμενής  συγκέντρωσης βρόχινου νερού για τις ανάγκες της λατρείας και των μοναχών που κάποτε μόναζαν εδώ,  ενώ πάνω από το κεφάλι μας έχασκε η δολοφονική μαύρη τρύπα που είχε ανοίξει ο Ιμπραήμ. Μέσα στο μικρό αυτό χώρο που σαν να αναμετριέται επικίνδυνα  με  το φαράγγι και τον πανάρχαιο ποταμό, συγκατοικούν, σε διαρκή δημιουργική σύγκρουση, διαχρονικά πολιτισμικά πεδία: τοπίο,  θρησκεία, λατρεία, ιστορία, πίστεις, αντιλήψεις και τρόποι διαβίωσης, συμβίωσης  και επιβίωσης, τέχνη και τεχνικές και ποιος ξέρει πόσα άλλα θα αναδειχθούν ακόμα, συλλογίστηκα.  

  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Ο αγιογραφημένος, ημιυπαίθριος εξωτερικός τοίχος 
του νάρθηκα του καθολιού της μονής (24/8/2002)

Στα δεξιά μας αναπτυσσόταν, όσο είναι δυνατόν μέσα στη στενότητα του χώρου, η χτιστή πρόσοψη του ναΐσκου της Παναγίτσας. Ο τοίχος αυτός δεν καλύπτει όλο το ύψος του πετρώδους βαθουλώματος πάνω στο βουνό που φιλοξενεί τον  σπηλαιώδη ναΐσκο αλλά αφήνει να φαίνεται στο βάθος, σε δεύτερο επίπεδο,  η βραχώδης πλαγιά, επιζωγραφημένη ως ένα σημείο και μαυρισμένη, απ’ όσο μπορούσα να δω. Ο τοίχος  φέρει  τρία τοξωτά ανοίγματα, χωρίς πορτόφυλλα που οδηγούν  στον πρόναο και έβλεπα από το βάθος αυτών των ανοιγμάτων ότι είναι πολύ παχύς. Είναι επιζωγραφημένος με τοιχογραφίες εξωτερικά, ανάμεσα στα τρία ανοίγματα, και όχι μόνο. Γιατί πάνω από αυτά, σε μια φαρδιά, επιμήκη ιστορημένη ταινία, έξι καβαλάρηδες στρατιωτικοί άγιοι καλπάζουν αντωπά ανά τρεις σε κάθε πλευρά. Συναντιούνται πάνω από την κεντρική πύλη του πρόναου, με δόρατα ή σπαθιά στο χέρι, τα πρόσωπά τους κατ’ ενώπιον, τα χρωματιστά τους ιμάτια να ανεμίζουν πάνω από τους ώμους και τα κεφάλια τους, τις  οπλές των στολισμένων αλόγων να λυγίζουν σε καλπασμό που νόμιζα ότι αντηχούσε μέσα στον περιορισμένο αυτό χώρο. Κοίταζα για ώρα αυτές τις  υπέροχες ζωγραφιές (βυζαντινών χρόνων, ιστορημένες το 12ο1, όπως έμαθα από τον Κ.) μαγεμένη από την τέχνη  τους όσο  και από το «θαύμα» να αντιστέκονται ακόμα στη φθορά του χρόνου καθώς στέκουν εκεί οκτακόσια χρόνια τώρα, εκτεθειμένες στις βροχές, την υγρασία, τον άνεμο και το λιοπύρι. 
  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Οι έφιπποι άγιοι τοιχογραφημένοι 
 στην πρόσοψη το καθολικο΄της μονής (24/8/2002)

Πριν προχωρήσουμε μέσα στο  ναΐσκο, ο Κ. άνοιξε μια μικρή ξύλινη πόρτα στα αριστερά που μας αποκάλυψε ένα σπηλαιώδη, ολοζωγράφιστο μικρό χώρο, που αποτελεί το παλιό νεκροταφείο της μονής. Ανάψαμε κεριά από αυτά που βρήκαμε εκεί με τα σπίρτα που είχα πάρει μαζί και κρατώντας τα,  μπήκαμε στο σκοτεινό πρόναο του ναΐσκου της  Παναγίας. Καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν σιγά-σιγά στο ημίφως, έβλεπα ότι ο χώρος ήταν επίσης ολοζωγράφιστος με αγιογραφίες και διακοσμητικά θέματα σε όλο το μήκος και το ύψος των τοίχων μόνο, αφού δεν έχει άλλη οροφή πέρα από το ιστορημένο κύρτωμα του βράχου της σπηλιάς που είχα δει από την αυλή  να προεξέχει πάνω από τον εξωτερικό τοίχο. 

  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο, ΝΑ γωνία του νάρθηκα. Αριστερά, πάνω στον ανατολικό τοίχο, 
 οι έφιπποι άγιοι Νικήτας (αριστερά) και Γεώργιος (24/8/2002)

 Το βλέμμα μου τράβηξε μια τοιχογραφία απέναντί μου, που καταλαμβάνει ανατολικά όλο τον τοίχο, στα  δεξιά της εισόδου προς τον κυρίως ναό.  Δύο ακόμα καβαλάρηδες άγιοι  στέκουν αντιμέτωποι, σχεδόν σε φυσικό μέγεθος, με τα μπροστινά πόδια των αλόγων τους ανασηκωμένα, με τις ασπίδες και τα σπαθιά στα χέρια, τα ιμάτια να ανεμίζουν  πάνω από τους ώμους και πισωπάτησα ασυναίσθητα,  μη  με πλακώσουν τα άλογα μέσα στο στενό αυτό πρόναο. Καθώς δεν διέκρινα τις επιγραφές στο φως του κεριού αλλά και λόγω της φθοράς και του ύψους, υπέθεσα ότι θα πρόκειται  για τους στρατιωτικούς αγίους Γεώργιο και Δημήτριο που βλέπω συχνά να απεικονίζονται μαζί, ως «δίδυμοι» καβαλάρηδες, αλλά δεν έβλεπα κάτω από τα άλογα τον δράκοντα ούτε τον ημιθανή στρατιώτη Νέστορα που συνοδεύουν την ιστορία και τις εικόνες των δύο αυτών αγίων. Παρόλ’ αυτά, να τους πάλι  οι «δίδυμοι», καβαλάρηδες,  σκέφτηκα ταραγμένη, άρα κάπου εδώ  κοντά θα δω και την εικόνα των  αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ευχόμουν, κρίνοντας από τον τόσο συχνά επαναλαμβανόμενο αυτό εικονικό συνδυασμό,  όπως τον είχα παρατηρήσει και στις εικόνες στο Βρονταμά. Καθώς στα αριστερά  της εν λόγω τοιχογραφίας ανοίγεται η θύρα προς τον κυρίως ναό, ενώ στα δεξιά φτάνει ως την άκρη του ανατολικού τοίχου όπου κάνει γωνία με τον νότιο, στενό τοίχο του νάρθηκα, έστρεψα το κερί και το βλέμμα μου  προς αυτόν, το νότιο  τοίχο. 

  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η προσκυνηματική εικόνα της αγίας Ελένης μόνης,  
πλαισιωμένη από το χτιστό εικονοστάσι στο νότιο τοίχο του πρόναου του σπηλαιώδους καθολικού της μονής, 
του αφιερωμένου στην Παναγία (24/8/2002)

Αντί όμως της εικόνας που περίμενα, είδα (με απογοήτευση ως προς την επιβεβαίωση της εικασίας μου)  ότι όλος ο στενός αυτός τοίχος από το δάπεδο ως την κορυφή είναι διαμορφωμένος ως χτιστό (κάπως πρόχειρα χτισμένο ωστόσο) προσκυνητάρι/στασίδι με αετωματική επίστεψη με οδοντωτή τούβλινη διακόσμηση στην περίμετρο και κάθετα λίθινα γλυπτά κολωνάκια στα πλάγια, που περιβάλλουν μια όρθια γυναικεία ιερή φιγούρα. Στο τύμπανο της αετωματικής επίστεψης εικονίζεται σε μπούστο η μορφή του Χριστού σε στάση δέησης. 


Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η αετωματική απόληξη του χτιστού εικονοστασιού της εικόνας ύης αγίας Ελένης, με τοιχογραφία με την εικόνα του Χριστού. Διακρίνεται περιμετρικά και η διακόσμηση με εντοιχισμένα τούβλα (24/8/2002)

Καθώς δεν έμοιαζε να είναι η Παναγία, πλησίασα να δω σε ποια άλλη αγία μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά τόση τιμή εδώ, με αφιέρωση στην εικόνα της  ολόκληρου τοίχου μέσα στον τόσο μικρό αυτό ιερό χώρο που μάλιστα είναι  αφιερωμένος στην Παναγία, σαν ισότιμη με αυτήν και με τον Χριστό από πάνω της, να την ευλογεί. Η μορφή, παρόλη τη φθορά,  έδειχνε από το στέμμα στο κεφάλι, τα μακριά σκουλαρίκια και τα άλλα κοσμήματα όσο και  από την πολυτελή, κοσμική ένδυση, ότι απεικονίζει κάποια αγία βασίλισσα  ή αυτοκράτειρα. Η καρδιά μου άρχισε πάλι να χτυπάει γρήγορα,  καθώς μάλιστα διέκρινα στην κάθετα γραμμένη βυζαντινή ή «βυζαντινοειδή» επιγραφή αριστερά  της κεφαλής της τη λέξη «Αγία» και αριστερά το αρχικό γράμμα Ε και κάτω από αυτό ….. μια μεγάλη τρύπα, κλεισμένη με λευκό σοβά! 

  Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η τοιχογραφία με την εικόνα της αγίας Ελένης. Αριστερά πάνω φαίνεται ο σταυρός και κάτω διακρίνονται τα χέρια της αγίας Ελένης και του αγίου Κωνσταντίνο να τον κρατούν (24/8/2002)



Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η τοιχογραφία με την εικόνα της αγίας Ελένης. Λεπτομέρεια με το πρόσωπο της αγίας και τη φθαρμένη επιγραφή με το όνομά της  (24/8/2002)

Δεν πίστευα ότι μπορεί να ήταν αυτή που υποπτευόμουν, πώς ήταν δυνατόν άλλωστε να απεικονίζεται μόνη, χωρίς τον άγιο Κωνσταντίνο και μάλιστα σε εικονογράφηση μονής, όπου κατά κανόνα ακολουθείται πιστά η δογματική τυπικότητα, ενώ από την άλλη το αρχικό γράμμα Ε  θα μπορούσε να αφορά  και την  αγία Ειρήνη. Στράφηκα προς τον δυτικό τοίχο του πρόναου. 


Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η τοιχογραφία με την φθαρμένη εικόνα  δύο ολόσωμων αγίων, στο δυτικό τοίχο του νάρθηκα (24/8/2002)

Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Λεπτομέρεια της προηγούμενης τοιχογραφίας με τη διασωθείσα εικόνα της αγίας Ειρήνης και την επιγραφή "Ηρίνη" (24/8/2002)

Μέσα σε μια καμαρωτή εσοχή είδα εικονογραφημένο ένα ζεύγος όρθιων μορφών. Μια μεγάλη τρύπα κλεισμένη με λευκό σοβά καλύπτει όλη σχεδόν την εικόνα, εκτός από το κάτω μέρος των σωμάτων και το πάνω μέρος των κεφαλών με τα φωτοστέφανα (έβλεπα ότι είχε γίνει ή γινόταν κάποια συντήρηση των τοιχογραφιών από την αρχαιολογική υπηρεσία, στον πρόναο τουλάχιστον). Για καλή μου τύχη, ως εκ θαύματος η κεφαλή της φιγούρας στα δεξιά σώζεται σχεδόν ολόκληρη και απεικονίζει γυναικεία μορφή με στέμμα ενώ στα δεξιά της φαίνεται καθαρά η κάθετα γραμμένη επιγραφή που την αφορά, και γράφει το όνομα Ειρήνη! Στράφηκα μουδιασμένη και  ταυτόχρονα με χτυποκάρδι προς την προηγούμενη εικόνα  και την κοίταξα συνδυαστικά και με τους «δίδυμους» καβαλάρηδες δίπλα της,  λέγοντας δυνατά,  «αυτή είναι, αυτή είναι!!», προς έκπληξη του νεαρού ξεναγού μου που θα με πέρασε για τρελή. «Η αγία Ελένη είναι αυτή, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησα με φωνή που μόλις συγκρατούσε τον ενθουσιασμό μου, καθώς ακόμα και τα ονόματά μας (το δικό μου και το δικό του)  έπαιζαν πλέον  το ρόλο τους μέσα σε αυτό που διαδραματιζόταν μέσα στο μικρό αυτό ιερό χώρο και που μου φάνταζε πλέον σαν  «θαύμα».  «Δεν ξέρω», μου απάντησε, κοιτώντας την εικόνα, «ίσως, τι να σας πω και εγώ, δεν την  έχω ποτέ παρατηρήσει. Αλλά ποια άλλη θα μπορούσε να είναι και μάλιστα αυτοκράτειρα, αγία και το όνομά της να αρχίζει από Ε;». «Θα μπορούσε», του είπα θέλοντας και τη δική του επιβεβαίωση, «να αφορά και την αγία Ειρήνη, αλλά είναι εδώ δίπλα η εικόνα της, οπότε πρέπει να είναι η αγία Ελένη», προσπαθώντας να πείσω και τον εαυτό μου. 

 Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η εικονογράφηση με τους  ωσάν "δίδυμους" καβαλάρηδες αγίους Γεώργιο και Νικήτα  δίπλα στην εικόνα της αγίας  Ελένης, στη ΝΑ γωνία του νάρθηκα του καθολικού (24/8/2002)


 Η Ελένη με κάλαθο στο κεφάλι ανάμεσα στους έφιππους Διόσκουρους  σε στήλη, 1ος αι. π.Χ. . 
Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης, αρ. 202 (26/4/2009)

 Δεν τολμούσα ακόμα  να δεχτώ ότι όντως απεικονιζόταν  η ιερή μορφή της Ελένης/Αγιαλένης πλάι-πλάι με  τους Διοσκουρικούς δίδυμους ιερούς καβαλάρηδες (όπως τους είχα δει όλους μαζί στα αρχαία ανάγλυφα στο Μουσείο της Σπάρτης) εδώ, μέσα στο σπηλαιώδες ιερό, στη Λακωνία, πάνω από τον Ευρώτα. Και ήταν αυτός ο συνδυασμός «δίδυμων» καβαλάρηδων και Ελένης που εκτιμούσα ότι προσέδιδε τέτοια και τόση σημασία στην εικονιζόμενη εδώ μόνη αγία Ελένη. Ολόιδια χριστιανική εικονική διάταξη σε μέγεθος και τρόπο είχα συναντήσει  πρώτη φορά στο καθολικό, το αφιερωμένο στη Γέννηση της Παναγίας, στην  Άνω Μονή Χρυσοπηγής Δίβρης, στη Λάμπεια, στην ορεινή  Ηλεία.  Μόνο που εκεί  η αγία Ελένη δεν εικονίζεται μόνη αλλά τυπικά, μαζί με τον άγιο Κωνσταντίνο και τον Σταυρό ανάμεσά  τους,  ενώ στην τοιχογραφία με τους καβαλάρηδες ανάμεσα στις κεφαλές των δύο αλόγων λάμπει ένα αστέρι. Εδώ δηλαδή, στο απομονωμένο, παραευρώτιο Παλιομονάστηρο, έβλεπα την απεικόνιση της «τριάδας» ακόμα πιο κοντά στις  αρχαίες απεικονίσεις της Ελένης μόνης  με τους Διόσκουρους. Συνδυασμός  που έβλεπα να υποστηρίζει το να θεωρώ  ότι και οι εικόνες (τοιχογραφημένες ή κινητές, ενιαία ή σε κάποια τεκμαιρόμενη σχέση μεταξύ τους) που συνδυάζουν το αυτοκρατορικό ζεύγος μαζί και τους «δίδυμους» πεζούς ή καβαλάρηδες αγίους, που είναι και ο κανόνας (όπως είχα συμπεράνει και στην εκκλησία στον Βρονταμά), παραπέμπουν στην ίδια αυτή συμβολική εικόνα, που η λατρευτική μνήμη φαίνεται να επιμένει να την «κατασκευάζει» διασώζοντάς την μεταμφιεσμένη χριστιανικά μέσω των αγίων που εικάζεται να διαθέτουν τα ανάλογα συμβολικά χαρακτηριστικά.  



 Άνω μονή Χρυσοπηφής στη Λάμπεια Ηλείας, Η εικονογράφηση με τους  ωσάν "δίδυμους" καβαλάρηδες αγίους Γεώργιο και Δημήτριο δίπλα στην εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στη ΝΔ γωνία του καθολικού, αφιερωμένου στη Γέννηση της Παναγίας (8/9/2000)

Έδωσα το κερί στον Κ. να μου φέγγει και πλησίασα περισσότερο να εξετάσω λεπτομερώς την τοιχογραφία. Τότε στο αριστερό μέρος, στο  ύψος της μέσης περίπου του σώματος της αγίας Ελένης, παρατήρησα ότι το χέρι της ακουμπάει σε ένα είδος στύλου, ενώ και ένα άλλο χέρι, που δεν μπορούσε να είναι δικό της, διαγραφόταν  πάνω στον ίδιο «στύλο», που καταλήγει σε σταυρό, κάτι που δεν είχα προσέξει πριν. «Κ.», φώναξα στον συνοδό μου, «κύριε ελέησον! Βλέπεις ό,τι βλέπω; Φαίνεται ότι η τοιχογραφία απεικόνιζε και τους δύο αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη μαζί αρχικά, με το Σταυρό, αλλά ότι κάποιος/κάποιοι έχτισε το προσκυνητάρι απομονώνοντας μόνο την αγία Ελένη, καλύπτοντας τον Σταυρό και τον άγιο Κωνσταντίνο!» «Ναι, δίκιο έχετε», είπε ο Κ. πλησιάζοντας το κερί, ενώ  εγώ είχα πάρει άλλη ταραχή, τώρα. «Έχει γράψει ένας καθηγητής Δρανδάκης, βυζαντινολόγος,  για τη μονή», συνέχισε ο Κ., «και ίσως εκεί να αναφέρεται σε αυτά και  να τα εξηγεί». «Σοβαρά;» του είπα, «σε ευχαριστώ για την πληροφορία, θα βρω το άρθρο οπωσδήποτε!» Δεν μπορούσα να ξέρω τι θα έγραφε ο βυζαντινολόγος,  πολύ πιθανόν μάλιστα να έβαζε τα γέλια αν θα μπορούσε να  λάβει γνώση των συλλογισμών και των υποθέσεών μου σχετικά με την εν λόγω εικονογράφηση. Αυτό που εγώ συλλογιζόμουν με δέος εκείνη την ώρα παρατηρώντας τό κάπως αδέξια δομημένο προσκυνητάρι που πλαισιώνει την Ελένη/Αγιαλένη, ήταν το πότε και ποια χέρια άραγε να ήταν αυτά που έχτισαν ευλαβικά την αγία Ελένη μόνη μέσα στο  προσκυνητάρι και γιατί. Μήπως το έκαναν σκόπιμα, αγνοώντας τον Μέγα και άγιο Κωνσταντίνο και τον Σταυρό, υπακούοντας σε κάποια  λατρευτική μνήμη που υποδείκνυε ότι οι δύο «δίδυμοι» καβαλάρηδες «πάνε» μαζί με μιαν βασιλική Ελένη, μόνη; Σκεφτόμουν ότι η λέξη Παλιομονάστηρο δεν μου είχε χτυπήσει άδικα το καμπανάκι και ευγνωμονούσα τον Κ. που με είχε φέρει ως εδώ.  Εκτιμούσα ότι  το πρόσφυμα  παλιο- μπορεί βάσιμα πλέον για μένα να φανέρωνε την  ύπαρξη εδώ, στην «Κλεισούρα», κάποιου πανάρχαιου, προ-χριστιανικού παραποτάμιου και σπηλαιώδους  ιερού, αφιερωμένου στη χθόνια Μεγάλη Μητέρα/Ελένη, κάτι αντίστοιχο με τη σπηλιά της Μέλαινας Δήμητρας/Ελένης στο Φαράγγι της Νέδας.
Άφησα τους συλλογισμούς αυτούς για αργότερα, όταν θα μπορούσα να έχω και άλλα στοιχεία στα χέρια μου, ρωτώντας σχετικά και τον πατέρα του Κ. ή άλλους και κυρίως να διαβάσω το άρθρο του Δρανδάκη και συνέχισα την περιήγηση του ναού. Μακάρισα τον εαυτό μου που είχα προμηθευτεί ήδη φιλμ από τη Σπάρτη και δεν ανέβαλα να το κάνω στο Γύθειο, όχι μόνο για το συγκεκριμένο θέμα αλλά και για όλη την εικονογράφηση του ναού και τη μονή εν γένει. Όλες οι τοιχογραφίες είναι πανέμορφες, ιδιαίτερα αυτές του πρόναου που ξεχώριζα καλύτερα, γιατί στον κυρίως  ναό επικρατεί σχεδόν απόλυτο σκοτάδι και μεγαλύτερη φθορά στις εικόνες. Δεν ήθελα να ξεκολλήσω από εκεί αλλά είχε πάει απόγευμα σχεδόν και  ο συνοδός μου ήταν νηστικός, όπως και εγώ άλλωστε, ενώ καιγόμουν τώρα από την περιέργεια να μάθω κι άλλα για τη μονή.
Φτάσαμε στον Βρονταμά και ρώτησα αμέσως τον κυρ-Χ. αν γνώριζε κάτι για την εικόνα και αν έχει κανένα βιβλίο σχετικό με τη μονή ή το χωριό εν γένει. Δεν γνώριζε κάτι για την εικόνα, ούτε είχε καν προσέξει ότι εικονίζει την αγία Ελένη,  αλλά έσπευσε να  μου  βρει κάποια βιβλία που είχε σχετικά, κολακευμένος και από τα καλά λόγια και τις ευχαριστίες μου για τον γιο του και  για τον ενθουσιασμό μου με το μοναστήρι, που όπως μου είπε το σέβονται και το τιμούν πάρα πολύ, λόγω και της ιστορίας με τον Ιμπραήμ. Εν τέλει μου έφερε, φωτοτυπημένα, ένα   βιβλίο του Μανόλη Π. Δρεπανιά που αφορά γενικά τον  Βρονταμά[2] (ένα από τα πολύτιμα αυτά βιβλία που εκδίδουν με μεράκι, κόπους και έξοδα τοπικού λόγιοι) και –ω του θαύματος!–  τη μελέτη του βυζαντινολόγου Νικ. Β. Δρανδάκη, πρώην επιμελητού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στο Μυστρά, για το Παλιομονάστηρο[3]! Τον ευχαρίστησα θερμά και πήρα με λαχτάρα στα χέρια μου πρώτα τη μελέτη του Ν. Δρανδάκη, θέλοντας αν ήταν δυνατόν να την ξεκοκαλίσω επιτόπου. Όμως ο κυρ-Χ. με προσκάλεσε να ανέβω στον πάνω όροφο όπου είναι η κατοικία της οικογένειας  για φαγητό, οπότε τον ακολούθησα στη σκάλα. 

  Βρονταμάς Λακωνίας. Το εικονοστάσι το σπιτιούτου Χ.Σ., με  εικόνες και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (24/8/2002)
Στον προθάλαμο του σπιτιού είδα στον τοίχο το εικονοστάσι της οικογένειας με εντυπωσιακά πολλές εικόνες, ωσάν μικρό ιερό, που δήλωναν  την ευσέβεια των κατοίκων του σπιτιού αλλά και το γιατί ο γιος θα ακολουθούσε το ιερατικό λειτούργημα. Εκτός από τις εικόνες υπήρχαν επίσης κλαδιά με φύλλα δάφνης (βάγια), ένα μπουκαλάκι με αγιασμό, καντήλι, δυο λιβανιστήρια, η στεφανοθήκη με τα στέφανα του γάμου των οικοδεσποτών μου, δύο φθαρμένα κάπως ψωμιά ή κουλούρια και ξύλινες σφραγίδες για το σφράγισμα των τελετουργικών άρτων. Ανάμεσα στις πολλές εικόνες  υπήρχαν αρκετές με τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, υπέθεσα και λόγω του ονόματος του γιου, ίσως και κάποιου συνονόματου παππού. Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε  περισσότερο ήταν το ότι η πιο παλιά από αυτές τις εικόνες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που ήταν τοποθετημένη στο κέντρο του σύνολου των εικόνων δίπλα σε μια κυρίαρχη της Παναγίας  και πάνω από το καντήλι, συνόρευε με δυο έφιππους καβαλάρηδες, μάλλον τον άγιο Γεώργιο και τον άγιο Δημήτριο, σε διαφορετικές, πλην δίπλα-δίπλα, ωσάν «δίδυμες»,  εικόνες. 

 Βρονταμάς Λακωνίας. Το εικονοστάσι το σπιτιού του Χ.Σ., λεπτομέρεια. Πάνω δεξιά η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελε΄νης και κάτω οι ωσάν "δίδυμοι" καβαλάρηδες άγιοι (24/8/2002)

Η παρουσία και εκεί, στο σπιτικό εικονοστάσι, αυτού του συνδυασμού εικόνων φανέρωνε για μένα ότι αποτελεί βαθιά ριζωμένη εικονική και λατρευτική δομή κυρίως στη λαϊκή μνήμη, παρά πρακτική του χριστιανικού  ιερατείου και ενέτεινε την υποψία μου ότι ο «εντοιχισμός» της αγίας Ελένης μόνης στο Παλιομονάστηρο οφειλόταν μάλλον σε λαϊκή πρωτοβουλία, ερήμην ίσως του ιερατείου, που όμως  την έχει αποδεχτεί ή δεν δίνει σημασία σχετικά, λόγω και της ερημίας της μονής. Ρώτησα σχετικά τον κυρ-Χ. αλλά μου απάντησε ότι «έτυχε», δεν γνώριζε κάτι ιδιαίτερο για τη συγκεκριμένη τοποθέτηση  των εικόνων στο εικονοστάσι του σπιτιού, το ίδιο μου απάντησε και η μητέρα του Κ., όπως εξάλλου μου απαντούν και οι ιερείς στην ίδια ερώτηση για την ίδια διάταξη αυτών των εικόνων μέσα στους ναούς.
Το κυρίως φαγητό ήταν μουσακάς, για καλή μου τύχη, καθώς  έτρωγα πρόχειρα όλες ατές της ημέρες της έρευνας και σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν προγραμματισμένος πριν φτάσω εγώ στο χωριό, αφού ο μουσακάς απαιτεί  αρκετή ώρα  για να παρασκευαστεί και δεν θα είχε προλάβει η νοικοκυρά να τον φτιάξει προς τιμήν μου.  Στο τραπέζι κάθισε και η έφηβη κόρη της οικογένειας. Στις ευχαριστίες και τη συγγνώμη μου για την αναστάτωση, η ευγενική και προκομμένη οικοδέσποινα απάντησε να μην ανησυχώ, γιατί είναι συνηθισμένη  να φιλοξενεί κόσμο, αφού ο σύζυγός της  ανεβάζει πολύ συχνά ξένους που περνούν από το μαγαζί για φαγητό.  Μιλούσαμε για πολλά, δικά τους, του χωριού αλλά και δικά μου θέματα (δουλειάς, οικογένειας κ.λπ.), μέχρι να επαναφέρω την κουβέντα  στο Παλιομονάστηρο.  Μου είπαν ότι παλιότερα γιόρταζε κρίως την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής και ότι τότε πήγαινε πολύς κόσμος με τα ζώα ή με τα πόδια.  Την εποχή αυτής της γιορτής [κινητής, την Παρασκευή της Διακαινησίμου, του Πάσχα], ανάλογα και με τον καιρό,  κάνει κρύο ακόμα, ο Ευρώτας είναι  φουσκωμένος και κατεβάζει πολύ νερό, λόγω και του ότι λιώνουν τα χιόνια των βουνών (του Ταΰγετου και του Πάρνωνα, ανάμεσα στα οποία κυλάει) και είναι πολύ δύσκολη η διάβασή του. Ότι πολλές γριές και άλλοι διανυκτέρευαν και κοιμόντουσαν ή αγρυπνούσαν στο μοναστήρι. Ο οικοδεσπότης θυμόταν ότι είχε μείνει πολλές φορές με τη γιαγιά του και άλλους στο μοναστήρι τη νύχτα και τις ιστορίες που έλεγαν εκεί. Ότι η άλλη γιορτή γίνεται του Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου εις μνήμην του ολοκαυτώματος. Ότι ωστόσο πηγαίνουν προσκυνητές και ολοχρονίς, σε εκπλήρωση τάματος ή απλά για προσκύνημα. Από τις κουβέντες τους κατάλαβα και ότι οι Βρονταμίτες έχουν μεγάλη σχέση με το παραευρώτιο χωριό  Σκούρα, λίγα χιλιόμετρα προς τα ΒΔ, κοντά στις Αμύκλες, που είχα ήδη επισκεφθεί. Ο κρ.-Χ. μάλιστα αναφέρθηκε σε «Σκουρο-βρονταμίτες». Επίσης κατάλαβα ότι έχουν μεγάλη σχέση με την Τσακώνικη μονή της Έλωνας, στο μεγάλο πανηγύρι της οποίας είχα συμμετάσχει πριν λίγες μόνο μέρες, το 15Αύγουστο,  και με το Λενίδι [Λεωνίδιο], κοντά στην ίδια μονή. Ο κυρ Χ. μου είπε επίσης ότι οι περισσότεροι Βρονταμίτες κατάγονται από την Αρκαδία. Ότι  η οικογένειά του κατάγεται από το χωριό Πράσινο της Γορτυνίας [κοντά στο οποίο, σκεφτόμουν εγώ, έχω εντοπίσει μια ακόμα Αγιαλένη, στη Γλανιτσά, τη σημερινή Αμυγδαλιά Γορτυνίας].
Τον ρώτησα αν υπάρχει κάποια  ιδιαίτερη ευλάβεια  προς τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, δεδομένων των πολλών εικόνων τους στο εικονοστάσι του σπιτιού, το όνομα του γιου, το ότι υπήρχε πριν ναός αφιερωμένος σε αυτούς, τη μεγάλη τοιχογραφία στον ενοριακό  ναό της Παναγίας, την αγία Ελένη που είδαμε στο Παλιομονάστηρο και αν ναι, γιατί. Μου είπε ότι όντως, οι άνθρωποι του χωριού αφιερώνουν  πολλές εικόνες στους ναούς με ιδιαίτερη προτίμηση στο ζεύγος  αυτών των αγίων, ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι ατά τα ονόματα στην οικογένεια. Έφερε ως πολύ πρόσφατο παράδειγμα την αφιέρωση τοιχογραφίας  των αγίων Κ+Ε στο νεόδμητο παρεκκλήσι της αγίας Αικατερίνης. Ότι δεν γνωρίζει το λόγο αλλά ότι μάλιστα του έχει προξενήσει και του ίδιου  εντύπωση αυτή η προτίμηση, δεδομένου του ότι επειδή είναι δύο τα πρόσωπα στην εικόνα, πληρώνουν περισσότερα χρήματα στον αγιογράφο, τα διπλά, όταν  πρόκειται για τοιχογραφία, συμπληρώνοντας ότι το κόστος για τοιχογραφία με έναν άγιο ανέρχεται σήμερα σε 200.000 δραχμές!  [να ένας λόγος που η εικονογράφηση των ναών έχει γίνει μόδα, σκέφτηκα εγώ, αναρωτώμενη τι κυκλώματα άραγε να καρπώνονται τόσα χρήματα, εκμεταλλευόμενα την πίστη και την ευσέβεια του κόσμου που τις πληρώνει].
Κάτι άλλο που συνειδητοποίησα, αν και έπρεπε να το έχω παρατηρήσει ήδη και στο χάρτη, είναι ότι ο Βρονταμάς γειτνιάζει με το χωριό Δαφνί (ή Δάφνι, το) με το οποίο φαίνεται  ότι έχουν ανταγωνιστικές σχέσεις, για τα όρια των οικισμών, αν και τα χωρίζει ο Ευρώτας και τα βουνά όπου το Παλιομονάστηρο, το οποίο τιμούν πολύ και οι Δαφνιώτες. Είχα επισκεφθεί το Δαφνί πριν ελάχιστες ημέρες για να βρω το ξωκλήσι του άγιου Κωνσταντίνου [και Ελένης] αλλά δεν  είχα καταφέρει να το εντοπίσω, λόγω του ότι έβρεχε και αναζητώντας  το ξωκλήσι  το αυτοκίνητό μου είχε κολλήσει στις λάσπες, αλλά μετά είχα βρει τον ιερέα το χωριού και είχα μάθει ότι περιβάλλεται  από σιταροχώραφα. 
Φεύγοντας παρακάλεσα τον κυρ-Χ. να μου δώσει αν γινόταν τα δύο βιβλία να τα φωτοτυπήσω στο Γύθειο την επομένη και να του τα επιστρέψω ταχυδρομικώς. Δίστασε πολύ, γιατί όπως μου είπε, το βιβλίο του Μ. Δρεπανιά έχει εξαντληθεί και φοβόταν μήπως συμβεί κάτι και χαθεί. Τελικά αφού τον διαβεβαίωσα ότι θα του τα επέστρεφα ασφαλώς εγώ η ίδια, μου τα εμπιστεύτηκε εν τέλει, λέγοντας «μόνο και μόνο επειδή είσαι εσύ».
Τους ευχαρίστησα θερμά και αργά το απόγευμα πήρα το δρόμο για τοΈλος…».
………………………………………………………………………………………………..

Σχόλια 

Αφού περιηγήθηκα  και την υπόλοιπη Λακωνία  ακολουθώντας τα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης, επιστρέφοντας στην Αθήνα μελέτησα τα βιβλία που είχα πάρει από τον κυρ-Χ. και άλλα, κυρίως όμως τη μελέτη του  Ν. Δρανδάκη, αφού, μεταξύ άλλων, η «χτισμένη» στο παλιομονάστηρο Ελένη/Αγιαλένη δεν με άφηνε να ησυχάσω.
Κατόπιν αυτών παραθέτω τις σκέψεις και τα ερωτήματα που προέκυψαν από την περαιτέρω μελέτη των ευρημάτων στο Παλιομονάστηρο, συνδυαστικά και με όσα αναφέρω στο παραπάνω ημερολόγιο:
 Ο N. Δρανδάκης στη σημαντική μελέτη του περιγράφει και μελετά  λεπτομερώς την (ανδρική, με βάση και την κτιτορική επιγραφή, έρημη σήμερα) μονή αρχιτεκτονικά και αγιογραφικά. Αναφέρει δε ότι υπάρχουν δύο  τοιχογραφίες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Παλιομονάστηρο. Ότι η πρώτη τοιχογραφημένη εικόνα, που εγώ δεν είχα δει,  είναι ψηλά, πάνω στο ανοιχτό, πλην σκοτεινό,  υπερώο του χτιστού νάρθηκα του μικροσκοπικού σπήλαιου που αποτελεί το  ναό, ενώ  η δεύτερη (αυτή που είχα δει με την αγία Ελένη μόνη) καλύπτει ολόκληρο το στενό αριστερό (νότιο) τοίχο του ισόγειου, κλειστού νάρθηκα. 

 Βρονταμάς Λακωνίας. Παλιομονάστηρο, εξωτερική όψη του νάρθηκα. Πάνω από την ταινία με τους καβαλάρηδες αγίους, προς τα δεξιά (περίπου στο σημείο ανάμεσα στην κεντρική και την δεξιά είσοδο) μόλις πουυ διακρίνεται η κορυφή των  φωτοστέφανων των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην πρώτη τοιχογρφία τους  (24/8/2002)

Ο Ν. Δρανδάκης αναφέρει ότι οι δύο άγιοι «δίδυμοι» καβαλάρηδες που είχα δει στα αριστερά της αγίας Ελένης  πάνω στον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα  είναι ο άγιος Γεώργιος και ο άγιος Νικήτας (στον οποίο είναι εν μέρει αφιερωμένος και ο ναός). Ο ίδιος βυζαντινολόγος και μελετητής του Παλιομονάστηρου βεβαιώνει ότι «…Προ της αγίας Ελένης  έχει βραδύτερον κτισθεί εικονοστάσιον, αποχωρίσαν αυτήν των παραπλεύρως εικονιζομένων αγίων, τους οποίους και απέκρυψε δια των τοίχων του. Το εικονοστάσιον έχει στέγην αμφικλινή. Επί του διαμορφούμενου αετώματος, ζωγραφείται προτομή του Χριστού, του 14ου, ως νομίζω, αιώνος…»[4].  Ο ίδιος δεν σχολιάζει περαιτέρω το ζήτημα ούτε φαίνεται να του προξενεί κάποια απορία το γεγονός της επικάλυψης του αγίου Κωνσταντίνου ή και όποιων άλλων μορφών.
Συλλογίστηκα ότι μια πρώτη εξήγηση για την ενέργεια αυτή, το «χτίσιμο» της αγίας Ελένης μόνης, μπορεί να είναι το ότι την ημέρα του Σταυρού που έγινε το ολοκαύτωμα των Βρονταμιτών από τον Ιμπραήμ, οπότε και γίνεται σήμερα πανηγύρι, γιορτάζει και η Αυγούστα αγία Ελένη, αφού αυτή θρυλείται ότι «ανακάλυψε» και ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό.  ΄Ομως ο Ν. Δρανδάκης, όπως είδαμε παραπάνω,  χρονολογεί την εικόνα του Χριστού που είναι επιζωγραφημένη στο αετωματικό επιστέγασμα του χτιστού εικονοστασιού όπου εικονίζεται η αγία Ελένη, τουλάχιστον κατά τον 14ο αι., άρα δεν μπορεί να ισχύει η εκδοχή του διαχωρισμού της εικόνας στη μνήμη του ολοκαυτώματος των Βρονταμιτών από  τον Ιμπραήμ, κατά τον 19ο αι.[5] Εκτός αυτού, προσωπικά δεν έχω δει αλλού (και έχω δει πάμπολλες τέτοιες εικόνες σε κάθε είδους και αφιέρωσης ναούς) να ξεχωρίζουν την αγία Ελένη από τον γιο της άγιο Κωνσταντίνο πάνω στην κοινή εικόνα τους κατ’ αυτό τον βίαιο τρόπο, πράγμα που αντίκειται εξάλλου και στη Χριστιανική όσο και στη λαϊκή παράδοση[6].  Και μάλιστα αποκομμένη στην εν λόγω εικόνα από τον άγιο Κωνσταντίνο με τρόπο τόσο ρηξικέλευθο, που αν δεν διακρινόταν στο αριστερό άκρο της κομμάτι του κεντρικού στελέχους του σταυρού με το χέρι του αγίου Κωνσταντίνου πάνω του, δεν υποψιάζεται  κανείς ότι υπήρχε εκεί και ο Άγιος, πράγμα που θα καθιστούσε δύσκολη την ταύτιση και της αγίας Ελένης, αφού το σημείο του σοβά με το όνομά της λείπει και σώζεται μόνο το αρχικό γράμμα «Ε». Αντίθετα, έχω δει σε πολλές εικόνες τον άγιο Κωνσταντίνο δίπλα στη μητέρα του να φοράει άμφια στη γνωστή, τυπική  εικόνα τους με το σταυρό. Τα άμφια αυτά παραπέμπουν στον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο που κατά τον θρύλο συμπαραστάθηκε στην Αυγούστα Ελένη κατά την εύρεση του Σταυρού,  όπως και απεικονίζονται αμφότεροι ένθεν και ένθεν του ίδιου σταυρού στην εικόνα της Εύρεσης (αν και παρατηρώ ότι στις νεότερες εικόνες η Ελένη, που κατά την θρυλούμενη Εύρεση δεν είχε  ακόμα ανακηρυχθεί αγία, παραμερίζεται κάτω αριστερά της εικόνας και προβάλλεται ο επίσκοπος μόνος να κρατάει το σταυρό) . Αυτή η αναπαράσταση της Εύρεσης πρέπει να επηρέασε και την τυπική εικόνα των ισαποστόλων Μητέρας-Γιού με  τον ευρεθέντα  σταυρό ανάμεσά τους, αφού ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν μαρτυρείται παρών στην εύρεση του Σταυρού στο σχετικό θρύλο.


Η τοιχογραφία της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού πάνω από την νότια είσοδο του καθολικού του αγίου Νικολάου στη μονή Καλτετζών, στην Αρκαδία, όπου η αγία Ελένη εικονίζεται κάτω αριστερά.  Είναι ιστορημένη περίπου στα μέσα του 20ού αι. από την μοναχή Ειρήνη (βλ. τη σχετική με τη μοναχή Ειρήνη ανάρτηση στο blog μου psychogiou.blogspot.com ((Αύγ. 2003)

Η συγκέντρωση Βρονταμιτών  στη μονή κατά την ημέρα του Σταυρού, ήταν εθιμική: «…Την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στις 14 Σεπτέμβρη εκκλησιάζονταν όλοι σχεδόν οι γεωργοί του Βρονταμά, πηγαίνοντας στο ναό μέσα σε ένα πετσετάκι καρπούς (σιτάρι, κριθάρι, όσπρια)  για να τους διαβάσει ο ιερέας την κατάλληλη ευχή…»[7], εξού και τους βρήκε συγκεντρωμένους εκεί ο Ιμπραήμ, αν και η παράδοση λέει ότι πήγαν εκεί ακριβώς για να κρυφτούν από αυτόν. Η ευλόγηση του σπόρου στη γιορτή του Σταυρού είναι πανελλήνιο έθιμο και φαίνεται να συνδέει έμμεσα την αγία Ελένη με τα σιτηρά. Η γιορτή συνδέεται και με τον χθόνιο βασιλικό (που θρυλείται ότι έπαιξε ρόλο και στην Εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη) όσο και με το ψωμί: «...Το κλωνί το βασιλικό που παίρνουν του Σταυρού από την εκκλησία, κάνουν ζυμάρι και το βάνουν επάνω του και ως την άλλη μέρα φουσκώνει από μόνο του. Το προζύμι αυτό φροντίζουν να το διατηρήσουν ολόκληρο τον χρόνο. Σαράντα μέρες δεν κάνει να το δανείσουν αυτό το προζύμι και το πρώτο ψωμί που θα πλάσουν μ’ αυτό  το κάνουν λειτουργιά και το μοιράζουν…»[8]


 Βασιλικά προς ευλόγηση και μοίρασμα  στην εκκλησία ανήμερα της γιορτής του Σταυρού 
(ναός αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Ανδραβίδα Ηλείας, 14/9/2006)

Το ότι οι Βρονταμίτες μετέβαιναν ειδικά στο δυσπρόσιτο Παλιομονάστηρο (που δεν είναι μάλιστα αφιερωμένο στη γιορτή του Σταυρού) τη συγκεκριμένη γιορτή (και όχι π.χ. στον ενοριακό ναό του χωριού,  όπως γίνεται συνήθως όταν δεν  υπάρχει ναός  αφιερωμένος στην Εύρεση του Σταυρού) καθώς και η λατρευτική πρακτική με τους σπόρους υποδηλώνουν ότι ο ιερός αυτός τόπος συνδέεται με κάποιο λανθάνοντα τρόπο με τα δημητριακά και  αναδεικνύουν μια παλαιόθεν αυτόνομη,  ιδιαίτερη ευλάβεια προς τη μορφή της  αγίας Ελένης, σε βαθμό που −τονίζω σε ναό αφιερωμένο στην Παναγία−  να θέλουν να προβάλλεται με εικονοστάσι, να απεικονίζεται και να ευλαβείται −επαναλαμβάνω παραβατικά− μόνη. Στο χωριό καλλιεργούνται πολλά σιτάρια, όπως σημειώνει ο Μ. Δρεπανιάς περιγράφοντας και τα έθιμα σποράς και θερισμού, ενώ  ενδιαφέρον για μένα είναι επίσης ότι ανάμεσα στα δημοτικά τραγούδια  του Βρονταμά που περιλαμβάνει στο βιβλίο του,  δεν λείπουν και αυτά που αφορούν άμεσα ή  έμμεσα την Ελένη της προφορικής λαϊκής παράδοσης[9].


 Βρονταμάς Λακωνίας. Παλιομονάστηρο, Η εικόνα του οσίου Νίκωνος τοιχογραφημένη στο νάρθηκα του καθολικού (24/8/2002)

Η ολόσωμη παρουσία του οσίου Νίκωνος −στην πιο παλιά απεικόνιση που τον αφορά, όπως αναφέρει ο Ν. Δρανδάκης−  που είχα δει στον πρόναο του χριστιανικού ναού της μητέρας-Παναγίας στην οποία είναι σήμερα αφιερωμένο το Παλιομονάστηρο,  μπορεί να σηματοδοτεί την καταλυτική, ως προς την θηλυκή μορφή που με λανθάνοντα τρόπο ίσως λατρεύεται εδώ,  διέλευσή του από τον ιερό αυτό χώρο[10]. Δεδομένου δηλαδή του προσηλυτιστικού στο Χριστιανισμό έργου του Νίκωνος «του Μετανοείτε» σε μια περιοχή για την οποία λιγότερο από ένα αιώνα πριν  την παρουσία του Νίκωνα, υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ότι κρατούσε εστίες «ειδωλολατρείας», δεν είναι απίθανο να μην είναι τόσο μακριά, όχι τουλάχιστον όσο φαίνεται, ο χρόνος κατά τον οποίο η χθόνια σιταρο-θεά  Ελένη-Αγιαλένη να λατρευόταν αυτοπροσώπως σε αυτό τον απόμερο σπηλαιώδη ναό στη Λακωνία και να αποκαθηλώθηκε επί Νίκωνος[11].

 Βρονταμάς Λακωνίας, Παλιομονάστηρο. Η  επιγραφή πάνω από την κύρια είσοδο,
 στο νάρθηκα του καθολικού που μας ιστορεί ότι ο ναός "ετεληόθη" το 1201 (24/8/2002)

 Ο Ν. Δρανδάκης χρονολογεί την εικονογράφηση του καθολικού στο 1201, σύμφωνα και με επιγραφή στον πρόναο, χρονολογία που δεν απέχει και πολύ από την αναφορά σε ύπαρξη ειδωλολατρών στη Λακωνία, ώστε να έχει λησμονηθεί πλήρως η παλιά λατρεία (αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και το συντηρητισμό σε θέματα θρησκείας),  ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει  ότι πρόκειται για δεύτερη εικονογράφηση, άρα το μοναστήρι χρονολογείται και πριν το 1201 μ. Χ.  Επίσης  πιθανολογεί τη χρονολόγηση  της εικόνας του Χριστού στην αετωματική επίστεψη της τοιχογραφίας της αγίας Ελένης (και όχι τη χτιστή κατασκευή που την πλαισιώνει, τα λίθινα κολωνάκια της οποίας δείχνουν πολύ παλαιά) στον 14ο μ. Χ. αιώνα. Έχουμε λοιπόν terminus ante quem  τον 14ο και post quem τις αρχές του 13ου αι. όταν, κατά τεκμήριο,  κάποιοι Βρονταμίτες ή άλλοι κάτοικοι της περιοχής, (μάλλον όταν ξεθύμανε η αυστηρή επιτήρηση που θα είχε αφήσει ο απόηχος των διωγμών των παγανιστών από τον Νίκωνα),  ξεχώρισαν την Ελένη/Αγιαλένη εικονικά από τον άγιο Κωνσταντίνο, θέλοντας ίσως ν’ αναδείξουν και πάλι την πραγματική «Κυρά» τούτου του ιερού χώρου και μάλιστα με τους «δίδυμους» καβαλάρηδες αγίους-Διόσκουρους δίπλα της, αφηγούμενοι ταυτόχρονα, συνειδητά ή μη,  τόσο λατρευτικά όσο και εικονικά,  την κρυφή, λανθάνουσα ιστορία της μονής και της Ελένης/Αγιαλένης σε αυτήν[12]. Δηλαδή (αν βεβαίως δεν προκύψει κάποιος άλλος άσχετος με όσα υποστηρίζω εδώ λόγος), να είναι ίσως δυνατόν η τοπική λατρευτική και κοινωνική μνήμη και έξη, το habitus, να οδηγεί τους κατοίκους της περιοχής όχι μόνο να λατρεύουν εδώ την συνονόματη χριστιανική αγία Ελένη κατά τη σχετική με τα δημητριακά ημέρα του Σταυρού αλλά και να επεδίωξαν κάποτε να  απεικονίζεται η μορφή της στη μονή εμφατικά, μεγαλόπρεπα μόνη. Και μάλιστα  αποχωρίζοντάς την από την κοινή, χριστιανικά τυπική  απεικόνισή της μαζί με τον άγιο  Κωνσταντίνο, παρεμβαίνοντας βίαια σε μια μεγάλη  εικόνα των δύο σημαντικών για την χριστιανική Εκκλησία Ισαποστόλων, κατά ένα τρόπο που θα μπορούσε αλλιώς να θεωρηθεί όχι μόνο παράτυπος αλλά και βέβηλος, και μάλιστα μέσα σε καθολικό μοναστηριού.
Το ερώτημά μου, λοιπόν, στο πλαίσιο του όλου συν-κείμενου και της ανάγνωσης των δεδομένων που επιχειρώ,  είναι αν η έντονη εικονική παρουσία των δύο Ισαποστόλων στο Παλιομονάστηρο με δύο τοιχογραφίες, δεδομένης και της στενότητας του χώρου, και κυρίως η μετέπειτα εικονική αυτονόμηση της αγίας Ελένης, την αφορά ως παραβατική, προχριστιανική «πότνια σίτου» όσο και χθόνια θεά του θανάτου Αγιαλένη, όπως υποστηρίζω για άλλες πολλές σχετικές περιπτώσεις και σε άλλα κείμενα[13]. Το Παλιομονάστηρο δηλαδή, δεδομένης και της παραευρώτιας, σπηλαιώδους θέσης του, να είναι ένα όντως «παλιομονάστηρο», με τη λέξη να αναφέρεται στην παλαιότητα του ιερού πριν τη χριστιανική του επένδυση. Να προϋπήρχε δηλαδή εδώ κάποιο από τα παραποτάμια ιερά της χθόνιας μεγάλης Μητέρας-Ελένης στη Λακωνία όπου,  λόγω και της δυσπρόσιτης  και  απόκρημνης θέσης του στην τοποθεσία «Κλεισούρα»[14] όπου ο Ευρώτας ρέει ανάμεσα σε πανύψηλες, κάθετες, πετρώδεις όχθες (τόπος που παραπέμπει και σε είσοδο στον Άδη), να εξακολουθούσε η λατρεία της προ-δωρικής Μητέρας-θεάς, όπως πιθανόν να συνέβαινε και στο ιερό του «Μενελάειου», και σε άλλα ιερά της στη Λακωνία και αλλού, πριν εκκοσμικευθεί και γίνει η θνητή, άπιστη βασίλισσα στο πλάι του Μενέλαου[15]Στην ευρύτερη περιοχή του Βρονταμά εξάλλου έχουν εντοπισθεί αρκετά αρχαία όστρακα, τάφοι και οικοδομικά ερείπια, χρονολογούμενα από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ έως και την Ελληνιστική εποχή, σύμφωνα με τις, εκτιμώ αξιόπιστες, πληροφορίες που καταθέτει ο Μ. Δρεπανιάς στο βιβλίο του (ό. π., σελ. 36-40). Ο ίδιος αναφέρει ότι εικάζεται μάλιστα ότι ο λόφος ο αποκαλούμενος από τους Βρονταμίτες «Γουλά»  ήταν η ακρόπολη κάποιου άγνωστου, αρχαίου οικισμού εδώ. Πέρα λοιπόν από την ευρύτερη  σχέση της Λακωνίας με το μύθο και τη λατρεία της χθόνιας Ελένης, θεάς της ζωής και του θανάτου, δεν είναι απίθανο να υπήρχε λατρεία της και επιτόπια, στην περιοχή της «Κλεισούρας», η οποία λίγο απέχει από τις Αμύκλες, όπου έχουμε βεβαιωμένη από τις αρχαίες πηγές λατρεία της, όπως ίσως μπορεί να υποστηρίζει, αμφίδρομα,   ο εικονικός διαχωρισμός και η έκφραση ευλάβειας προς την αγία Ελένη, μόνη, στο Παλιομονάστηρο
Ως προς τους "δίδυμους" καβαλάρηδες αγίους στο πλευρό της αγίας Ελένης στην απεικόνιση των οποίων ανιχνεύω λατρευτική μνήμη ως προς την τριάδα Ελένη και Διόσκουροι, παραβάλλω ενδεικτικά τα όσα ο  ακαδημαϊκός και ιστορικός τέχνης Χρύσανθος Χρήστου αναφέρει σχετικά με τις απεικονίσεις Ελένης-Διόσκουρων ως ιερής «τριάδας» πάνω στις λίθινες ανάγλυφες στήλες που βρέθηκαν στη Σπάρτη (βλ. και παραπάνω, σχετική εικόνα). Ο Χ. Χρήστου επισημαίνει ότι η νεότερη σχετικά ηλικία των στηλών αυτών (μετά το 150 π. Χ.) καθώς και η αφιερωματική επιγραφική μαρτυρία σε αυτές η οποία δηλώνει ότι ανατέθηκαν από κάποιο  θρησκευτικό σύνδεσμο, υποδεικνύει την ύπαρξη στην περιοχή προαιώνιων, μη  καλά γνωστών σήμερα θρησκευτικών παραδόσεων σχετικών με την Ελένη  (Χρύσανθος Χρήστου, Αρχαία Σπάρτη. Σύντομος οδηγός για την ιστορία, τα μνημεία και το μουσείο της, Σπάρτη 1960, σ. 91-92).
 Η αφιέρωση του μοναστηριού στην Παναγία υποστηρίζει επίσης  την υπόθεση ότι ίσως προϋπήρχε στο σπήλαιο του Παλιομονάστηρου ιερό αφιερωμένο στην Ελένη αφού, όπως είναι γνωστό, η λατρεία της Παναγίας υποκατέστησε χριστιανικά τη λατρεία της Μεγάλης Μητέρας και μάλιστα συχνά σε εκκλησίες και ξωκλήσια  χτισμένα πάνω στα αρχαία ιερά και τους ναούς  της. Μόνο που εδώ, στο απόκρυφο παραευρώτιο Παλιομονάστηρο, στη Λακωνία όπου κατά το μύθο και τις αρχαίες γραπτές πηγές  γεννήθηκε και λατρεύτηκε ως θεά η Ελένη, ίσως η λατρευτική μνήμη να επιμένει, μη συνειδητά και με χριστιανική μεταμφίεση,  στην πίστη στη μορφή  της Μεγάλης Μητέρας με το άρρητο φαίνεται στην αρχαιότητα  όνομά της ως Μητέρας-Γης, το Ελένη, πιθανόν ανομολόγητο τότε για λόγους σχετικούς με τα μυστηριακά χαρακτηριστικά της χθόνιας λατρείας της, 
Η ιστορία του Παλιομονάστηρου όσο και της τοιχογραφίας της αγίας Ελένης/Αγιαλένης μέσα σε αυτό, φαίνεται ότι αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα που μας  αφηγείται -πάντα μέσα στο πολιτισμικό και ιστορικό συμφραζόμενο και των άλλων σχετικών παραδειγμάτων της έρευνας- το πώς και μέσα από ποιες κοινωνικές και λατρευτικές διαδικασίες η "έξη", η ενσωματισμένη κοινωνικά συνήθεια  (το "habitus" του Pierre Bourdieu) μπορεί να μεταφέρει τη λατρευτική μνήμη, τους μύθους και τα σύμβολα μέσα από μετασχηματισμούς και μεταμφιέσεις, ανά τους αιώνες. 





[1] Σχετικά με την ερευνητική μου υπόθεση περί της Ελένης/Αγιαλένης, βλ. Ε. Ψυχογιού, "Μαυρηγή" και  Ελένη, Τελετουργίες θανάτο και αναγέννησης. Χθόνια μυθολογία, νεκρικά δρώμενα και μοιρολόγια στη σύγχρονη Ελλάδα, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα ΚΕΕΛ αρ. 24, Αθήνα 2008. Της ίδιας,  «Tο πανηγύρι της  Παναγίας της Λάμιας  στα Διλινάτα,  στο πλαίσιο της “μεγάλης αφήγησης”  για την Mητέρα-Γη (εθνογραφικό ημερολόγιο επιτόπιας έρευνας)», Κυμοθόη 20 (2010), σ. 163-199.  Βλ. επίσης και τις άλλες σχετικές με την Ελένη/Αγιαλένη αναρτήσεις μου σε αυτό εδώ το blog. 
Παράβαλε σχετικά με τις εικόνες: Τάνια Βελμάνς, Η συναρπαστική ιστορία των εικόνων, μετάφραση Μαρίλια Κοσμοπούλου, Ωκεανίδα, Αθήνα 2006.
[2] Μανώλης Δρεπανιάς, Βρονταμάς Λακωνίας. Ιστορία – Λαογραφία, Αθήνα 1981.
[3] Νικόλαος Β. Δρανδάκης, Η ιστορική μονή της Κλεισούρας Παλιομονάστηρο Βρονταμά Λακωνίας, Β΄ Έκδοσις του Συλλόγου των εν Αθήναις Βρονταμιτών φροντίδι και δαπάνη Παναγιώτου Ι. Τσερώνη, Αθήναι 1988.
[4] Δρανδάκης 1988, ό. π., σ. 9-10.
[5] Βλ. σχετικά Δρεπανιάς 1981,ό.π., σ. 71-92.
[6] Βλ. Ψυχογιού 2008, ό.π., σ. 84-86.
[7] Βλ. Δρεπανιάς 1981, σ. 115.
[8] Κορώνη Πυλίας 1938. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 1159 Β΄, σ. 4. Έρευνα  Γεωργία Ταρσούλη.
[9] Δρεπανιάς 1981, ό. π., σ. 272,  278.
[10] Για την παρουσία του αγίου Νίκωνος στο Βρονταμά, βλ. Δρεπανιάς 1981, ό.π., σ. 118-122.
[11] Για τη δράση του αγίου Νίκωνος βλ. ενδεικτικά Οδυσσέας Λαμψίδης, «Αποστολικός κηρυγματικός μοναχισμός (η δράση του οσίου Νίκωνα του Μετανοείτε)», στο Βούλα Κόντη (επιμ.), Ο μοναχισμός στην Πελοπόννησο. 4ος-15ος αι., έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 2004, σ. 17-35. Βλ. και Διονύσιος Ζακυθηνός, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι. Συμβολαί εις την ιστορίαν του μεσαιωνικού Ελληνισμού, Αετός, Αθήναι. 1946, σ. 57: «…Κατά το δεύτερον ήμυσι του Ι΄ αιώνος μνημονεύονται και πάλιν οι Μιληγγοί Σλάβοι της Λακωνίας. Εν τω βίω του οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε, ο οποίος συνεγράφη περί το μέσον της ΙΒ’ εκατονταετηρίδος αναφέρεται δ’ όμως εις την εν Πελοποννήσω δράσιν του οσίου, τελευτήσαντος κατά το έτος  998 [τέλη 10ου αι.], ευρίσκομεν νύξεις τινάς περί των απασχολούντων ημάς θεμάτων. Δύο κυρίως χωρία πρέπει να τύχωσιν ιδιαιτέρας προσοχής. Εν τω πρώτω αναφέρεται Αντίοχός τις «ος την δουκικήν μεν αρχήν διείπε της εθνικών χώρας…». Ποία ήσαν ακριβώς τα καθήκοντα  του βυζαντινού τούτου λειτουργού, δυνάμεθα να τα συμπεράνωμεν εκ των παρατεθέντων χωρίων του Πορφυρογεννήτου, ένθα επανειλημμένως γίνεται λόγος περί των υπό του στρατηγού αποστελλομένων αρχόντων, επιτετραμμένων ειδικώς την διοίκησιν των υπό των Σλάβων κατοικουμένων περιφερειών. Εθνικοί επομένως ενταύθα είναι οι Σλάβοι του Ταϋγέτου…». Βλ. και  Άννα Αβραμέα, Η Πελοπόννησος από τον 4ο ως τον 8ο αιώνα. Αλλαγές και συνέχεια, μτφ. Μαργαρίτα Κρεμμυδά, πρόλογος Ελένη Αρβελέρ, Εισαγωγή Ελεωνόρα Κουντουρά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2012.
[12] Βλ. Ζακυθηνός, ό. π., σ.  55-56 (υποσημ. αρ. 2): «…Η γνώμη περί της σλαβικής καταγωγής των Μανιατών είναι παλαιά. ….Εν τούτοις ο Πορφυρογέννητος (τόμ. Γ΄: 224) ρητώς μαρτυρεί: «Ιστέον ότι οι του κάστρου Μαΐνης οικήτορες  ουκ εισίν εκ της γενεάς των προηγηθέντων Σκλάβων αλλ’ εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων, οι και μέχρι του νυν παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται δια το εν τοις προπαλαιοίς χρόνοις ειδωλολάτρας είναι και προσκυνητάς των ειδώλων κατά τους παλαιούς Έλληνας· οίτινες επί της  βασιλείας του αοιδίμου Βασιλείου (867-886) βαπτισθέντες χριστιανοί γεγόνασι…», δηλαδή στα  τέλη του 9ου αι. Βλ. και Seznec 1996: 192: «…Τα παραδείγματα αυτά [….] φωτίζουν άπλετα την διαδικασία αποσύνθεσης ή διάσπασης που είχε αρχίσει στους τελευταίους αιώνες της Αρχαιότητας: η μορφή και το θέμα επέζησαν ξεχωριστά, το καθένα μόνο του. Καθώς οι ειδωλολατρικές ιδέες αφαίρεσαν σταδιακά από πάνω τους την πλαστική τους έκφραση, κατέφθασαν οι χριστιανικές ιδέες να κατοικήσουν αυτές τις μορφές που είχαν χάσει τον αρχικό προορισμό τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η χριστιανική θρησκεία κατελάμβανε τους άδειους ναούς  ή τις θέρμες των αυτοκρατόρων. Και οι ήρωες της μυθολογίας κατέληξαν με τη σειρά τους να βρουν καταφύγιο κάτω από  τα ράσα του καλόγερου [ή του άγιου] ή την πανοπλία του ιππότη…».
[13] Βλ. Ψυχογιού 2008, ό.π.
[14] Για την κατασκευή αρχαίας διώρυγας προς εκτροπή του Ευρώτα σε αυτό το σημείο, προκειμένου να  παρακαμφθεί η φοβερή «Κλεισούρα» βλ. Δρεπανιάς ό.π., σ. 15-21.
[15] Κυρίως στις γειτονικές Θεράπνες, βλ. ενδεικτικά Linda Lee Clader, 1976, Helen. The Evolution from Divine to Heroic in Greek Epic Tradition, Lugduni Batatorium E. J. Brill, MCMLXXVI, 1976, σ.  62)

No comments:

Post a Comment